Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Στην παρούσα διαδικασία, επί της οποίας το Δικαστήριο είναι αρμόδιο βάσει ρήτρας διαιτησίας, σύμφωνα με το άρθρο 181 της Συνθήκης ΕΚ, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να υποχρεώσει μια ιταλική δημοτική αρχή να της αποδώσει ορισμένα ποσά που είχαν προκαταβληθεί στα πλαίσια δύο συμβάσεων οι οποίες, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, καταγγέλθηκαν, να της καταβάλει δε χρηματική αποζημίωση για τη ζημία την οποία, όπως υποστηρίζει, υπέστη λόγω της συμπεριφοράς της εναγομένης.
I - Πραγματικό και νομικό πλαίσιο
2 Το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1972/83 του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 1983 (1), προβλέπει ότι «η Κοινότητα μπορεί να χορηγεί (...) χρηματοδοτική ενίσχυση για την πραγματοποίηση προγραμμάτων επίδειξης στους τομείς της εκμετάλλευσης των εναλλακτικών πηγών ενέργειας, της εξοικονόμησης ενέργειας, καθώς και της υποκατάστασης των υδρογονανθράκων (...)». Στις 8 Νοεμβρίου 1985, η Επιτροπή αποφάσισε να χορηγήσει χρηματοδοτική ενίσχυση για τα προγράμματα επίδειξης που αποτελούσαν το αντικείμενο δύο συμβάσεων τις οποίες συνήψε με τον δήμο του Montorio al Vomano (στο εξής: Montorio ή ο εναγόμενος). Οι συμβάσεις αυτές υπεγράφησαν από τον προσωρινό δήμαρχο του Montorio στις 25 Ιουλίου 1986, και από την Επιτροπή στις 28 Ιουλίου 1986.
α) Η σύμβαση 147
3 Η σύμβαση WE-147-85 (στο εξής: σύμβαση 147) είχε ως αντικείμενο την κατασκευή εγκαταστάσεως αιολικής ενέργειας και δηζελομηχανής, ισχύος 225 kW. Οι εργασίες, η πρώτη φάση των οποίων είχε αρχίσει στις 8 Απριλίου 1986, έπρεπε να περατωθούν στις 30 Νοεμβρίου 1988. Σύμφωνα με το άρθρο 3 της συμβάσεως, η Επιτροπή αναλάμβανε την υποχρέωση να συμβάλει κατά 40 % στο πραγματικό κόστος του προγράμματος, μέχρι ανωτάτου ποσού 820 000 000 ιταλικών λιρών (LIT). Το άρθρο 4.1 της συμβάσεως προέβλεπε ότι ο Montorio αναλάμβανε την τεχνική και οικονομική ευθύνη των εργασιών στις οποίες αναφερόταν το παράρτημα I της συμβάσεως και θα ελάμβανε όλα τα αναγκαία μέτρα όσον αφορά την ασφάλιση. Υπό τις καθοριζόμενες στο άρθρο 4.2 προϋποθέσεις, ο Montorio είχε την εξουσιοδότηση να αναθέτει σε τρίτους την εκτέλεση μέρους των εργασιών.
4 Σύμφωνα με το άρθρο 4.3, ο Montorio είχε την υποχρέωση να υποβάλει ορισμένες εκθέσεις. Στα πλαίσια των υποχρεώσεων αυτών, το άρθρο 4.3.2 ορίζει τα εξής:
«Εντός εννέα μηνών από της υπογραφής της συμβάσεως και προ της εκπνοής του επομένου εξαμήνου, ο συμβαλλόμενος υποβάλλει στην Επιτροπή, με χωριστά έγγραφα:
- λεπτομερή ενδιάμεση έκθεση (2) όσον αφορά την πρόοδο των εργασιών, τα επιτευχθέντα αποτελέσματα και την ενδεχόμενη κατάθεση αιτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας·
- κατάσταση των πραγματοποιηθεισών δαπανών κατά την προηγούμενη περίοδο, συνοδευόμενη από τα σχετικά δικαιολογητικά·
- σύντομη έκθεση, δυνάμενη να δημοσιευθεί, σχετικά με την πρόοδο των εργασιών και τα επιτευχθέντα αποτελέσματα.»
5 Το άρθρο 8, που έχει ιδιαίτερη σημασία στην παρούσα διαδικασία, προβλέπει τα εξής:
«Η σύμβαση μπορεί να καταγγελθεί αυτοδικαίως από την Επιτροπή σε περίπτωση μη εκπληρώσεως, από τον συμβαλλόμενο, μιας από τις υποχρεώσεις που υπέχει από την παρούσα σύμβαση, ειδικότερα σε περίπτωση μη τηρήσεως των προθεσμιών για την προσκόμιση των εκθέσεων στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 4.3, κατόπιν οχλήσεως, που κοινοποιείται με συστημένη επιστολή με αποδεικτικό παραλαβής, και εφόσον δεν ακολουθήσει εκτέλεση της συμβάσεως εντός προθεσμίας ενός μηνός.
Η σύμβαση μπορεί επίσης να καταγγελθεί σε περίπτωση κατά την οποία ο συμβαλλόμενος προέβη σε ψευδείς δηλώσεις, με σκοπό να λάβει τη χρηματοδοτική ενίσχυση.
Σε τέτοιες περιπτώσεις, τα ποσά που καταβλήθηκαν ως χρηματοδοτική ενίσχυση πρέπει να αποδοθούν αμέσως από τον συμβαλλόμενο στην Επιτροπή, πλέον τόκων από της ημερομηνίας λήψεως των εν λόγω ποσών. Το ισχύον επιτόκιο είναι το εφαρμοζόμενο από την Ευρωπαϋκή Τράπεζα Επενδύσεων κατά την ημερομηνία της αποφάσεως της Επιτροπής περί χορηγήσεως της χρηματοδοτικής ενισχύσεως υπέρ του προγράμματος».
6 Σύμφωνα με το άρθρο 13, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί διαφορών σχετικά με το κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση της συμβάσεως. Το άρθρο 14 ορίζει ότι η σύμβαση διέπεται από το ιταλικό δίκαιο.
7 Στις 20 Αυγούστου 1986, η Επιτροπή κατέβαλε στον Montorio 246 000 000 LIT. Δύο φορές, τον Ιανουάριο και τον Σεπτέμβριο του 1987, υπέμνησε εγγράφως στον Montorio ότι έπρεπε να τηρήσει την υποχρέωση υποβολής εκθέσεως σύμφωνα με το άρθρο 4.3 της συμβάσεως. Με έγγραφο της 3ης Νοεμβρίου 1987, η Επιτροπή δέχθηκε την αίτηση του Montorio περί παρατάσεως κατά έξι μήνες της προθεσμίας για την περάτωση των εργασιών, και τρεις φορές κατά το 1987 και το 1988 προέβη εκ νέου στην καταβολή συνολικού ποσού 209 200 000 LIT. Δύο άλλες φορές, τον Νοέμβριο του 1988 και τον Μάρτιο του 1989, αναγκάστηκε να υπομνήσει στον Montorio τις υποχρεώσεις του που απέρρεαν από το άρθρο 4.3. Μέχρι τότε, η Επιτροπή δεν είχε ακόμη προσφύγει στις διατάξεις του άρθρου 8 της συμβάσεως.
8 Με συστημένη επιστολή της 5ης Μαρτίου 1990, η Επιτροπή απείλησε πάντως να καταγγείλει τη σύμβαση αν ο Montorio δεν υπέβαλλε τις τελικές τεχνικές και χρηματοδοτικές εκθέσεις. Από το έγγραφο αυτό προκύπτει ότι η Επιτροπή θεωρούσε τότε ότι οι εργασίες είχαν περατωθεί στις 31 Μαου 1989, όπως είχε συμφωνηθεί· η επακολουθήσασα αλληλογραφία απέδειξε ότι αυτό δεν συνέβαινε. Με έγγραφο της 18ης Σεπτεμβρίου 1991, ο Montorio ενημέρωσε την Επιτροπή για την πρόθεσή του να μεταβάλει το αρχικό σχέδιο και ζήτησε πράγματι νέα παράταση της προθεσμίας για την αποπεράτωση των εργασιών μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1992. Με δεύτερη συστημένη επιστολή της 20ής Δεκεμβρίου 1991, η Επιτροπή ζήτησε αντίγραφο της αποφάσεως που έλαβαν οι αρμόδιες αρχές του δήμου του Montorio σχετικά με την ανάληψη της υποχρεώσεως χρηματοδοτήσεως του τροποποιημένου προγράμματος και αντίγραφο της αδείας συνδέσεως της ανεμογεννήτριας με το ηλεκτρικό δίκτυο. Με το έγγραφο αυτό η Επιτροπή διευκρίνισε ότι, σε περίπτωση μη υποβολής των ανωτέρω εγγράφων μέχρι τις 31 Ιανουαρίου 1992, θα προέβαινε σε καταγγελία της συμβάσεως κατ' εφαρμογή του άρθρου 8. Ο Montorio απάντησε στις 8 Ιανουαρίου 1992.
9 Μετά από έλεγχο των εγκαταστάσεων τον Μάρτιο του 1992, η Επιτροπή ζήτησε από τον Montorio, με συστημένη επιστολή της 25ης Αυγούστου 1992, να της προσκομίσει τα ακόλουθα έγγραφα:
- την έγγραφη συμφωνία της περιφέρειας Abruzzi, εμφαίνουσα το ποσό της συνδρομής της στο νέο πρόγραμμα και την ημερομηνία καταβολής της συνδρομής αυτής·
- την έγγραφη απόφαση του Montorio σχετικά με την απόδοση των ποσών που είχαν καταβληθεί βάσει της συμβάσεως 149 (βλέπε κατωτέρω)·
- ανάλυση της χρηματοδοτήσεως του συνολικού κόστους του προγράμματος· και
- ένα νέο πρόγραμμα των εργασιών εμφαίνον τον τρόπο εκτελέσεως του σχεδίου.
Διευκρινιζόταν ότι όλα αυτά τα έγγραφα έπρεπε να διαβιβασθούν μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 1992 και ότι, διαφορετικά, η Επιτροπή θα εφάρμοζε το άρθρο 8 της συμβάσεως.
10 Με έγγραφο της 13ης Οκτωβρίου 1992, ο Montorio ενημέρωσε την Επιτροπή ότι οι εργασίες κατασκευής θα άρχιζαν στις 3 Νοεμβρίου. Με δύο έγγραφα της 29ης Οκτωβρίου 1992, απηύθυνε στην Επιτροπή ένα νέο πρόγραμμα των εργασιών και την ενημέρωσε ότι η καταβολή του υπολοίπου ποσού της συμμετοχής της περιφέρειας Abruzzi στη χρηματοδότηση του έργου παρουσίαζε σημαντική καθυστέρηση. Στην απάντηση της 30ής Νοεμβρίου 1992, η Επιτροπή, διαπιστώνοντας ότι το έγγραφο του Montorio της 13ης Οκτωβρίου είχε αποσταλεί μετά την εκπνοή της ταχθείσας προθεσμίας και δεν περιείχε καμία από τις αιτούμενες πληροφορίες, ενημέρωσε τον Montorio σχετικά με την απόφασή της να εφαρμόσει το άρθρο 8 της συμβάσεως. Η αρμόδια υπηρεσία της ΓΔ XIX της Επιτροπής ζήτησε ανεπιτυχώς, με έγγραφα της 19ης Δεκεμβρίου 1995 και της 24ης Ιανουαρίου 1996, την απόδοση των 455 200 000 LIT.
β) Η σύμβαση 149
11 Η σύμβαση HY-149-85 (στο εξής: σύμβαση 149) είχε ως αντικείμενο την κατασκευή εγκαταστάσεως υπό τον τίτλο «300 kW hydroelectric plant integrated with a wind-diesel system for generating and water pumping (by back to back)» (υδροηλεκτρική μονάδα 300 kW ενσωματωμένη σε εγκατάσταση αιολικής ενέργειας-δηζελομηχανής για την παραγωγή ηλεκτρισμού και για την άντληση ύδατος). Οι ρήτρες της συμβάσεως σχετικά με τις εκθέσεις και την καταγγελία ήταν κατ' ουσίαν ανάλογες με εκείνες της συμβάσεως 147· oι εργασίες έπρεπε να περατωθούν στα τέλη Μαου του 1988. Ο Montorio είχε την εξουσιοδότηση, σύμφωνα με το άρθρο 4.2.1, να αναθέσει σε τρίτους την εκτέλεση τμήματος των εργασιών και, τον Απρίλιο του 1986, συνήψε σύμβαση υπεργολαβίας με την εταιρία Tecno srl. Η Επιτροπή κατέβαλε στον Montorio, στις 8 Αυγούστου του 1986, 158 400 000 LIT.
12 Δύο φορές κατά το 1987, η Επιτροπή ζήτησε από τον Montorio να προσκομίσει την απαιτούμενη πρώτη έκθεση σύμφωνα με το άρθρο 4.3.1 της συμβάσεως. Στις 27 Οκτωβρίου 1987, η Tecno ανέστειλε τις εργασίες κατασκευής του έργου. Στις 8 Ιανουαρίου 1988, η Επιτροπή απηύθυνε στον Montorio έγγραφη όχληση, σύμφωνα με το άρθρο 8, απειλώντας να προβεί στην καταγγελία της συμβάσεως αν οι απαιτούμενες βάσει του άρθρου 4.3.1 χρηματοδοτικές και τεχνικές εκθέσεις δεν είχαν προσκομισθεί εντός προθεσμίας ενός μηνός από της λήψεως της έγγραφης οχλήσεως. Με έγγραφο της 16ης Μαρτίου 1988, η Επιτροπή επιβεβαίωσε την καταγγελία της συμβάσεως. Κατά την άποψή της, δεν είχε ποτέ αρχίσει η εκτέλεση των εργασιών που αποτελούσαν το αντικείμενο της σύμβασης 149.
13 Η Επιτροπή απέστειλε στον Montorio ένα τελευταίο έγγραφο στις 20 Σεπτεμβρίου 1996, με το οποίο ζητούσε την απόδοση των ποσών που είχαν καταβληθεί βάσει των συμβάσεων 147 και 149· ο Montorio δεν απάντησε στο έγγραφο αυτό.
γ) Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
14 Η Επιτροπή κατέθεσε την παρούσα αγωγή στις 24 Σεπτεμβρίου 1997. Όσον αφορά τη σύμβαση 147, η Επιτροπή επικαλείται την αθέτηση, εκ μέρους του Montorio, των ακόλουθων όρων της συμβάσεως:
- Άρθρο 2 (χρονοδιάγραμμα αποπερατώσεως των εργασιών)
- Άρθρο 4.3 (υποβολή περιοδικών εκθέσεων)
- Άρθρο 4.4 (διαβίβαση πληροφοριών σχετικά με τις καθυστερήσεις)
- Άρθρο 4.5 (διαβίβαση πληροφοριών σχετικά με την εξέλιξη των εργασιών).
H Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η σύμβαση καταγγέλθηκε κατ' εφαρμογή του άρθρου 8, υποδεικνύει δε το έγγραφο της 25ης Αυγούστου 1992 ως την απαιτούμενη από «το άρθρο 4.3» έγγραφη όχληση. Υποστηρίζει επιπλέον ότι η καταγγελία της συμβάσεως κοινοποιήθηκε στον Montorio με συστημένη επιστολή της 30ής Νοεμβρίου 1992.
15 Όσον αφορά τη σύμβαση 149, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο Montorio δεν τήρησε τα άρθρα 4.3, 4.4 και 4.5 της συμβάσεως, σχετικά με τη διαβίβαση στην Επιτροπή περιοδικών εκθέσεων και πληροφοριών για κάθε γεγονός ικανό να διακυβεύσει την εκτέλεση της συμβάσεως, καθώς και πληροφοριών για την πρόοδο των εργασιών. Η Επιτροπή υποστηρίζει συνεπώς ότι η σύμβαση καταγγέλθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 8, με την έγγραφη όχληση της 8ης Ιανουαρίου 1988 και ότι η καταγγελία αυτή κοινοποιήθηκε στον Montorio με συστημένη επιστολή της 16ης Μαρτίου 1988.
16 Επικαλούμενη το άρθρο 1453 του ιταλικού Aστικού Kώδικα, η Επιτροπή ζητεί επίσης αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη λόγω του ότι ο Montorio δεν τήρησε τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις συμβάσεις. Υπολογίζει τον χρόνο που αφιερώθηκε για τον έλεγχο των δραστηριοτήτων του Montorio σε 95 ώρες ανά υπάλληλο· βάσει ωριαίας αμοιβής 125 000 LIT, ζητεί για τον λόγο αυτό 11 875 000 LIT. Σε αυτό προσθέτει τη βλάβη που υπέστη η αξιοπιστία της έναντι των άλλων κοινοτικών οργάνων και των κρατών μελών καθώς και έναντι των τρίτων που θα επιθυμούσαν ενδεχομένως να συνάψουν συμβάσεις με την Κοινότητα. Η Επιτροπή αποτιμά την ολική ζημία της σε 50 000 000 LIT, υπό την επιφύλαξη κάθε άλλης αποζημιώσεως που το Δικαστήριο θα μπορούσε να της επιδικάσει κατ' επιείκεια.
17 Στο υπόμνημα αντικρούσεως, ο Montorio υποστηρίζει ότι η ημερομηνία περατώσεως των εργασιών, που είχε καθορισθεί στις 30 Νοεμβρίου 1988, ήταν απλώς ενδεικτική, πράγμα που βεβαιώνει το γεγονός ότι η Επιτροπή (3) δεν έλαβε κανένα μέτρο επί σχεδόν μία δεκαετία ως κύρωση της μη τηρήσεως της ημερομηνίας αυτής· εφόσον η Επιτροπή δεν όχλησε τη δημοτική διοίκηση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της τάσσοντας προς τούτο τελική προθεσμία, η αίτηση λύσεως της συμβάσεως λόγω μη εκπληρώσεως συμβατικών υποχρεώσεων βάσει του άρθρου 1453 του ιταλικού Αστικού Κώδικα δεν είναι παραδεκτή. Η συμπεριφορά της Επιτροπής οδήγησε τον Montorio να θεωρεί ότι η Επιτροπή είχε την πρόθεση να αναμείνει την έκβαση της δικαστικής διαδικασίας που είχε κινηθεί κατά της Tecno λόγω μη εκτελέσεως καθώς και την απόφαση της περιφέρειας Abruzzi για την επαναχρηματοδότηση του έργου.
18 Επί της ουσίας ο Montorio υποστηρίζει ότι η Επιτροπή, «μετά από ώριμη σκέψη», καθόρισε με έγγραφο της 25ης Αυγούστου 1992 την προθεσμία για την κοινοποίηση των εγγράφων στις 30 Σεπτεμβρίου 1992. Κατά τον Montorio, η Επιτροπή αγνόησε το γεγονός ότι, με έγγραφο της 29ης Οκτωβρίου 1992, ο δήμος του Montorio της διαβίβασε το πρόγραμμα των εργασιών που ζητήθηκε στις 25 Αυγούστου 1992· δεδομένου ότι το έγγραφο της 30ής Νοεμβρίου 1992 στηρίζεται σε εσφαλμένα πραγματικά περιστατικά, το άρθρο 8 της συμβάσεως δεν είναι κατά συνέπεια δυνατό να εφαρμοστεί.
19 Ο Montorio υποστηρίζει επίσης ότι η ρήτρα σχετικά με το επιτόκιο των δικαιοπρακτικών τόκων είναι άκυρη δεδομένου ότι, δεχόμενος το άρθρο 8, ο δήμαρχος του Montorio δέχθηκε μόνον τους όρους υπό τους οποίους θα μπορούσε να καταγγελθεί η σύμβαση και όχι το επιτόκιο. Υποστηρίζει τέλος ότι το άρθρο 8 προβλέπει ότι οι τόκοι οφείλονται μόνον από της καταγγελίας της συμβάσεως και όχι από της ημερομηνίας λήψεως των επίδικων ποσών.
20 Στο υπόμνημα ανταπαντήσεως, ο Montorio υποστηρίζει ότι ένας συμβαλλόμενος μπορεί να παραιτηθεί από ρήτρα καταγγελίας συμβάσεως ή να αναστείλει την εφαρμογή της, εφόσον ο συμβαλλόμενος αυτός μεταθέτει την ημερομηνία που προβλέπεται για την εκτέλεση της συμβάσεως. Η έγγραφη όχληση της Επιτροπής της 25ης Αυγούστου 1992 αφορούσε μόνον τις τεχνικές και χρηματοδοτικές εκθέσεις· αυτές όμως διαβιβάστηκαν στις 29 Οκτωβρίου 1992. Ο Montorio υποστηρίζει επίσης ότι δεν έλαβε ποτέ το έγγραφο της Επιτροπής της 16ης Μαρτίου 1988 με το οποίο αυτή τον ενημέρωνε για την καταγγελία της συμβάσεως 149. Όσον αφορά το ζήτημα των επιτοκίων, ο Montorio υποστηρίζει ότι, σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν το δίκαιο των συμβάσεων, ο ισχυρότερος συμβαλλόμενος πρέπει να παράσχει στον αντισυμβαλλόμενο όλες τις αναγκαίες πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων εν προκειμένω εκείνων που αφορούν το επιτόκιο των δικαιοπρακτικών τόκων.
II - Ανάλυση
21 Στην παρούσα διαδικασία, η προσήκουσα εξέταση των επιχειρημάτων αμύνης του Montorio εμποδίστηκε κατά κάποιο τρόπο από το γεγονός ότι η προβολή τους δεν παρουσίαζε συνοχή, ειδικότερα δε από το γεγονός ότι ο Montorio δεν υπέδειξε ποια σύμβαση αφορούσαν τα επιχειρήματα αυτά. Στο πνεύμα πάντως των γενικών αρχών που διέπουν την αποστολή του Δικαστηρίου, προσπάθησα, όταν αυτό ήταν δυνατό, να ερμηνεύσω τα επιχειρήματα αυτά σύμφωνα με τα αιτήματα του εναγομένου, δηλαδή υπό την έννοια ότι η αγωγή της Επιτροπής θα έπρεπε να απορριφθεί διότι ο Montorio εκπλήρωσε τις συμβατικές του υποχρεώσεις και ότι, επικουρικά, οι τόκοι οφείλονται με το νόμιμο επιτόκιο από της ασκήσεως της αγωγής ή, τουλάχιστον, από της καταγγελίας της συμβάσεως.
α) Μερικώς απαράδεκτο των επιχειρημάτων αμύνης του Montorio
22 Στο υπόμνημα ανταπαντήσεως, ο Montorio υποστηρίζει ότι η συμβατική ρήτρα που επιβάλλει επιτόκιο ανώτερο από το νόμιμο είναι παράνομη για τον λόγο ότι δεν υπήρχε μνεία του πραγματικού ύψους του επιτοκίου και ότι ο ισχυρότερος συμβαλλόμενος έχει την υποχρέωση να κοινοποιήσει στον αντισυμβαλλόμενο όλα τα χρήσιμα στοιχεία. Ισχυρίζεται επίσης ότι δεν έλαβε ποτέ τη συστημένη επιστολή της Επιτροπής της 16ης Μαρτίου 1988 και ότι, επομένως, η σύμβαση 149 ουδέποτε καταγγέλθηκε. Οι ισχυρισμοί αυτοί είναι προφανώς απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 42, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, το οποίο απαγορεύει την προβολή νέων ισχυρισμών κατά τη διάρκεια της δίκης, «εκτός αν στηρίζονται σε νομικά και πραγματικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία». Ο Montorio δεν προσπάθησε να αποδείξει, ούτε κατά τη γνώμη μου ήταν δυνατό να αποδείξει, ότι αυτό ισχύει για κάποιον από τους ανωτέρω ισχυρισμούς.
β) Η καταγγελία της συμβάσεως 147
23 Σύμφωνα με το πρώτο επιχείρημα του Montorio, που πρέπει κατ' ανάγκη να θεωρηθεί ότι αφορά τη σύμβαση 147, η ταχθείσα προθεσμία για την περάτωση των εργασιών είχε καθαρά ενδεικτικό χαρακτήρα, πράγμα που αποδεικνύει το γεγονός ότι η Επιτροπή ανέμεινε σχεδόν μία δεκαετία μετά την εκπνοή της προθεσμίας πριν κινήσει την παρούσα διαδικασία. Υπό τις συνθήκες αυτές, η αίτηση της Επιτροπής για λύση της συμβάσεως λόγω μη εκτελέσεως βάσει του άρθρου 1453 του ιταλικού Αστικού Κώδικα είναι απαράδεκτη.
24 Αν και είναι ακριβές ότι η Επιτροπή επικαλείται την παράβαση ορισμένου αριθμού υποχρεώσεων, άλλων πλην εκείνων του άρθρου 4.3, οι οποίες απορρέουν για τον Montorio από τη σύμβαση 147, είναι εντούτοις σαφές ότι επικαλείται τη λύση της συμβάσεως αυτής, το 1992, βάσει του άρθρου 8, και δεν ζητεί τη λύση της λόγω μη εκτελέσεως σύμφωνα με το άρθρο 1453 του ιταλικού Αστικού Κώδικα. Η ένσταση απαραδέκτου την οποία εγείρει ο Montorio στηρίζεται συνεπώς σε πλάνη. Το ίδιο ισχύει όσον αφορά το επιχείρημά του με το οποίο αμφισβητεί τη βαρύτητα της παραβάσεως, ζήτημα που δεν τίθεται όταν ένας συμβαλλόμενος καταφεύγει σε ρήτρα καταγγελίας· όπως έκρινε ήδη το Corte suprema di cassazione με την απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 1993, οι συμβαλλόμενοι, προβλέποντας τέτοια ρήτρα στη σύμβαση, συμφώνησαν ήδη επί του ότι η μη τήρηση ορισμένης υποχρεώσεως είναι ικανή να δικαιολογήσει τη λύση της συμβάσεως στο σύνολό της (4).
25 Σύμφωνα με το δεύτερο επιχείρημα του Montorio, το άρθρο 8 της συμβάσεως (και εν προκειμένω, λαμβανομένων υπόψη των μνημονευομένων ημερομηνιών και παρά ορισμένες ανακολουθίες, φαίνεται ότι πρόκειται για τη σύμβαση 147) δεν μπορεί να εφαρμοσθεί για τους ακόλουθους λόγους:
- η έγγραφη όχληση δεν απεστάλη με συστημένη επιστολή·
- η Επιτροπή συνέχισε να ζητεί τις εκθέσεις ακόμη και μετά την εκπνοή της προθεσμίας, έτσι ώστε η συμπεριφορά της ισοδυναμεί με παραίτηση από τη ρήτρα περί καταγγελίας·
- η στάση της Επιτροπής είναι αντιφατική καθότι ανέφερε, στο έγγραφο της 20ής Σεπτεμβρίου 1996, ότι η λύση της συμβάσεως ανάγεται στο 1988, ενώ από το έγγραφο της 30ής Νοεμβρίου 1992 προκύπτει σαφώς ότι η σύμβαση δεν είχε ακόμη λυθεί. Έτσι, έχοντας δηλώσει ότι επιθυμεί τη λύση της συμβάσεως, η Επιτροπή υιοθέτησε συμπεριφορά αποδεικνύουσα ότι είχε παραιτηθεί από τη ρήτρα περί καταγγελίας και ότι είχε μάλιστα δεχθεί νέα προθεσμία για την περάτωση των εργασιών. Σε απάντηση στο έγγραφο της Επιτροπής της 25ης Αυγούστου 1992, με το οποίο ετάσσετο ως προθεσμία η 30ή Σεπτεμβρίου 1992, ο Montorio διαβίβασε τα έγγραφα στις 29 Οκτωβρίου 1992· επομένως, δεν επληρούντο οι νόμιμες προϋποθέσεις για να επέλθει αυτοδικαίως η λύση της συμβάσεως.
26 Θα απέρριπτα το πρώτο σκέλος του ισχυρισμού αυτού για το λόγο ότι απλώς αντίκειται στην πραγματικότητα. Η Επιτροπή προσκόμισε αντίγραφα των αποδεικτικών παραλαβής για κάθε μία από τις έγγραφες οχλήσεις που απεστάλησαν με συστημένη επιστολή στον Montorio σχετικά με τη σύμβαση 147, στις 5 Μαρτίου 1990, στις 20 Δεκεμβρίου 1991 και στις 25 Αυγούστου 1992. Επιπλέον, ο Montorio απάντησε σε καθένα από τα έγγραφα αυτά με έγγραφα της 19ης Απριλίου 1990, της 8ης Ιανουαρίου 1992 και της 13ης Οκτωβρίου 1992, και συνεπώς δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι δεν τα έλαβε.
27 Το δεύτερο και το τρίτο σκέλος του επιχειρήματος του Montorio εγείρει κατά τη γνώμη μου το ίδιο νομικό ζήτημα, ήτοι αν η συμπεριφορά της Επιτροπής μετά την εκπνοή της προθεσμίας θα έπρεπε να ερμηνευθεί ως παραίτηση από τη δυνατότητα καταγγελίας, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία του Corte suprema di cassazione (5). Το επιχείρημα του Montorio που αντλείται από τον υποτιθέμενο αντιφατικό χαρακτήρα της στάσεως της Επιτροπής, κατά το ότι αυτή προσπάθησε να επιτύχει, το 1992, τη λύση μιας συμβάσεως η οποία είχε ήδη λυθεί το 1988, στηρίζεται σε σύγχυση μεταξύ των συμβάσεων 147 και 149 και πρέπει συνεπώς να απορριφθεί.
28 Για να εξεταστεί το ζήτημα αυτό κατά τρόπο ικανοποιητικό, είναι αναγκαίο να καθορισθεί με ακρίβεια αν και πότε ελύθη πράγματι η σύμβαση 147. Η δυνατότητα επικλήσεως μιας ρήτρας περί καταγγελίας διέπεται από το άρθρο 1456 του ιταλικού Αστικού Κώδικα, το οποίο ορίζει τα εξής:
«Οι συμβαλλόμενοι μπορούν να συμφωνήσουν ρητώς ότι η σύμβαση λύεται αν μία συγκεκριμένη υποχρέωση δεν εκτελεσθεί κατά τον καθοριζόμενο τρόπο.
Στην περίπτωση αυτή, η λύση επέρχεται αυτοδικαίως όταν ο ενδιαφερόμενος συμβαλλόμενος δηλώνει στον αντισυμβαλλόμενο ότι προτίθεται να κάνει χρήση της ρήτρας περί καταγγελίας».
29 Εν προκειμένω, η Επιτροπή απέστειλε καταρχάς, στις 5 Μαρτίου 1990, έγγραφη όχληση ζητώντας από τον Montorio να συμμορφωθεί προς το άρθρο 4.3 της συμβάσεως. Αν και η παράλειψη του Montorio, για προφανείς λόγους, να προσκομίσει τις απαιτούμενες εκθέσεις, παρείχε τη δυνατότητα στην Επιτροπή να προβεί στην καταγγελία της συμβάσεως, τουλάχιστον από της ημερομηνίας που μνημονεύεται στο έγγραφο αυτό (31 Μαου 1990), η Επιτροπή δεν προέβη στην καταγγελία ούτε τότε ούτε όταν ο Montorio δεν τήρησε την προθεσμία που ετάσσετο με τη συστημένη επιστολή της 20ής Δεκεμβρίου 1991. Σε καμία από τις δύο αυτές περιπτώσεις η λύση της συμβάσεως δεν μπορούσε να επέλθει «αυτοδικαίως», δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν κοινοποίησε στον Montorio την πρόθεσή της να προβεί σε καταγγελία, όπως απαιτεί τόσο το άρθρο 1456 του ιταλικού Αστικού Κώδικα όσο και το άρθρο 8 της συμβάσεως. Από την άλλη πλευρά, η πρόθεση της Επιτροπής, όπως διατυπώθηκε με το έγγραφο της 30ής Νοεμβρίου 1992, να προβεί στην καταγγελία της συμβάσεως 147 εφόσον ο Montorio δεν συμμορφώθηκε προς το έγγραφο της 25ης Αυγούστου 1992, είναι σαφής και μη επιδεχόμενη αμφισβήτηση.
30 Ο Montorio δέχθηκε ότι η Επιτροπή μπορούσε καταρχήν να επικαλεσθεί το άρθρο 8, σε συνδυασμό με το άρθρο 4.3 της συμβάσεως, αν και υποστηρίζει ότι το άρθρο 8 δεν μπορούσε να εφαρμοσθεί στην προκειμένη περίπτωση λόγω των δύο εγγράφων που απέστειλε στην Επιτροπή στις 29 Οκτωβρίου 1992. Ειδικότερα, ο Montorio δεν αμφισβήτησε τη θέση της Επιτροπής κατά την οποία η συστημένη επιστολή της 25ης Αυγούστου 1992 αποτελούσε προσήκουσα όχληση να εκτελέσει τις υποχρεώσεις του από τη σύμβαση, κατά την έννοια του άρθρου 8.
31 Για να μπορεί εγκύρως να καταγγείλει τη σύμβαση 147, η Επιτροπή είναι προφανώς υποχρεωμένη να τηρήσει αυστηρά τις διαδικαστικές προϋποθέσεις του ιταλικού δικαίου και του άρθρου 8. Επομένως, όταν αναφέρεται, στην αγωγή της, στο «άρθρο 4.3», έχει προφανώς την πρόθεση να αναφερθεί στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 8, που προβλέπει πράγματι την αποστολή έγγραφης οχλήσεως όταν οι προβλεπόμενες στο άρθρο 4.3 εκθέσεις δεν διαβιβάστηκαν εντός της ταχθείσης προθεσμίας. Το άρθρο 4.3, από την άλλη πλευρά, ουδόλως αναφέρεται στην αποστολή έγγραφης οχλήσεως. Δεδομένου ότι παρέκαμψα ορισμένα εμπόδια για να ερμηνεύσω την επιχειρηματολογία του εναγόμενου στην παρούσα υπόθεση, μου φαίνεται δίκαιο να μην αποδοθεί υπερβολική σημασία σε κάτι που αποτελεί προφανώς τυπογραφικό λάθος που παρεισέφρησε στα υπομνήματα της Επιτροπής.
32 Η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη, βάσει του άρθρου 8 της συμβάσεως 147, να οχλήσει εγγράφως τον εναγόμενο να συμμορφωθεί προς το άρθρο 4.3· εν προκειμένω όμως, εφόσον ο Montorio παρέβη καταφανώς τις περισσότερες από τις υποχρεώσεις που υπείχε βάσει της συμβάσεως και εφόσον, κατά τον χρόνο αποστολής του εγγράφου της Επιτροπής της 25ης Αυγούστου 1992, οι εργασίες δεν είχαν σχεδόν αρχίσει, δύσκολα θα μπορούσε να περιμένει κανείς από την Επιτροπή να ζητήσει εκθέσεις «σχετικά με την πρόοδο των εργασιών», ή ακόμη τα δικαιολογητικά έγγραφα σχετικά με την οικονομική διαχείριση. Υπό τις συνθήκες αυτές, θα ήταν κατά την άποψή μου εξαιρετικά τυπολατρικό να δεχθούμε ότι η Επιτροπή θα έπρεπε να είχε καλέσει τον Montorio, με την έγγραφη όχληση, να τηρήσει τις προβλεπόμενες στο άρθρο 4.3 της συμβάσεως προθεσμίες για τη διαβίβαση των εκθέσεων, ενώ οι δύο συμβαλλόμενοι δεν αγνοούσαν ότι η τήρηση της υποχρεώσεως αυτής δεν ήταν δυνατή. Αν η συμβατική σχέση δεν είχε εξελιχθεί, η Επιτροπή δεν θα είχε άλλη εναλλακτική λύση από το να την καταγγείλει πολύ νωρίτερα, πράγμα που ο Montorio προσπάθησε ακριβώς να αποφύγει. Επιπλέον, ο Montorio δεν αμφισβήτησε ότι είχε την υποχρέωση να προσκομίσει τα έγγραφα που απαριθμούνταν στο έγγραφο της 25ης Αυγούστου 1992, διότι διαφορετικά η Επιτροπή θα είχε τη δυνατότητα να προβεί στην καταγγελία της συμβάσεως κατ' εφαρμογήν της διατάξεως αυτής, και υποστήριξε ρητώς ότι συμμορφώθηκε προς το άρθρο 8 προσκομίζοντας το χρονοδιάγραμμα των εργασιών. Εξάλλου, τα έγγραφα που ζήτησε η Επιτροπή με το εν λόγω έγγραφο αντιστοιχούσαν στις πληροφορίες σχετικά με την εκτέλεση των εργασιών και την οικονομική διαχείριση των εργασιών αυτών, πληροφορίες που θα έπρεπε να παρασχεθούν με τις εκθέσεις. Αυτή η ερμηνεία του άρθρου 4.3 της συμβάσεως μου φαίνεται ότι αντικατοπτρίζει καλύτερα την κοινή βούληση των συμβαλλομένων, η οποία αποτελεί την κατευθυντήρια αρχή επί της ερμηνείας των συμβάσεων σύμφωνα με το άρθρο 1362 του ιταλικού Αστικού Κώδικα.
33 Ένας συμβαλλόμενος μπορεί να προσφύγει σε ρήτρα περί καταγγελίας μόνον όταν η ευθύνη μη εκτελέσεως συγκεκριμένης υποχρεώσεως μπορεί να αποδοθεί στον αντισυμβαλλόμενο, σύμφωνα με το άρθρο 1218 του ιταλικού Αστικού Κώδικα (6). Από τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υποθέσεως και ειδικότερα από το γεγονός ότι ο Montorio ανέλαβε την πλήρη τεχνική και χρηματοδοτική ευθύνη της εκτελέσεως των προβλεπομένων εργασιών, σύμφωνα με το άρθρο 4.1 της συμβάσεως 147, προκύπτει σαφώς ότι η ευθύνη της μη εκπληρώσεως των συμβατικών υποχρεώσεων δεν μπορεί να αποδοθεί σε άλλο συμβαλλόμενο ή σε άλλη αιτία. Εξάλλου, ο Montorio δεν προσπάθησε να αρνηθεί την ευθύνη του επί του σημείου αυτού.
34 Το μόνο ζήτημα που μένει ακόμη να διευκρινισθεί είναι επομένως ένα πραγματικό ζήτημα, δηλαδή αν ο Montorio είχε διαβιβάσει στην Επιτροπή, πριν καταστεί ενεργός η καταγγελία της συμβάσεως (με την κοινοποίησή της από την Επιτροπή, με το έγγραφο της 30ής Νοεμβρίου 1992), τα έγγραφα που η Επιτροπή είχε ζητήσει με το έγγραφο της 25ης Αυγούστου 1992. Το πρώτο από τα αιτούμενα έγγραφα ήταν η γραπτή συμφωνία της περιφέρειας Abruzzi, εμφαίνουσα το ποσό της χρηματοδοτικής συμβολής της στο νέο πρόγραμμα και τον χρόνο καταβολής. Αντίθετα προς τα υποστηριζόμενα από τον Montorio, το έγγραφο της 29ης Οκτωβρίου 1992 το οποίο επικαλείται δεν ανταποκρίνεται στο αίτημα αυτό· αντίθετα, το εν λόγω έγγραφο ανέφερε ότι η χρηματοδότηση από την περιφέρεια Abruzzi παρουσίαζε σημαντική καθυστέρηση και επομένως τα ποσά θα ήταν διαθέσιμα προ του τέλους Ιανουαρίου του 1993. Πάντως, από κανένα στοιχείο του φακέλου δεν προκύπτει ότι η εν λόγω χρηματοδότηση είχε πραγματοποιηθεί κατά την ανωτέρω μνημονευόμενη ημερομηνία ή και προ της ενάρξεως της παρούσας διαδικασίας.
35 Η Επιτροπή είχε επίσης ζητήσει γραπτή απόφαση του δήμου του Montorio σχετικά με την απόδοση των ποσών που είχαν καταβληθεί βάσει της συμβάσεως 149. Τίποτε δεν μαρτυρεί ότι η απόδοση αυτή θα πραγματοποιούνταν, τότε ή τώρα· αντίθετα, αν και δεν προέβαλε κανένα ουσιαστικό επιχείρημα επί του σημείου αυτού, ο Montorio αμφισβήτησε ρητώς, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, κάθε υποχρέωση αποδόσεως των ποσών αυτών.
36 Τρίτον, η Επιτροπή είχε ζητήσει ανάλυση της χρηματοδοτήσεως του συνολικού κόστους του προγράμματος. Κανένα από τα έγγραφα του Montorio της 29ης Οκτωβρίου 1992 δεν αναφέρεται σε τέτοια ανάλυση, ούτε ο Montorio απέδειξε ότι η Επιτροπή έλαβε τις πληροφορίες που είχε ζητήσει. Εν πάση περιπτώσει, ουδεμία πληροφορία παρασχέθηκε εντός της προθεσμίας που είχε τάξει η Επιτροπή με το έγγραφο της 25ης Αυγούστου 1992, δηλαδή μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 1992.
37 Υπό τις συνθήκες αυτές, θεωρώντας το έγγραφο της Επιτροπής της 25ης Αυγούστου 1992 ως έγγραφη όχληση κατά την έννοια του άρθρου 8 της συμβάσεως 147, είμαι της γνώμης ότι η σύμβαση αυτή εγκύρως καταγγέλθηκε από την Επιτροπή με το έγγραφο της 30ής Νοεμβρίου 1992.
38 Αν και η Επιτροπή ίσως καθυστέρησε κάπως να ζητήσει την απόδοση των ποσών που είχαν προκαταβληθεί στο πλαίσιο των δύο συμβάσεων, ο Montorio δεν προσκόμισε εντούτοις κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι η Επιτροπή συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο που άφηνε να εννοηθεί ότι δεν είχε πλέον την πρόθεση, μετά την ανωτέρω ημερομηνία, να προβεί στην καταγγελία της συμβάσεως βάσει του άρθρου 8. Οι μόνες ανακοινώσεις που έλαβε ο Montorio από την Επιτροπή σχετικά με τη σύμβαση 147, μετά το έγγραφο της 25ης Αυγούστου 1992, ήταν το έγγραφο της 30ής Νοεμβρίου 1992 με το οποίο κοινοποιήθηκε η καταγγελία της συμβάσεως αυτής (καθώς και της συμβάσεως 149), και οι αιτήσεις αποδόσεως των ποσών τις οποίες απηύθυναν οι υπηρεσίες της Επιτροπής με έγγραφα της 12ης Δεκεμβρίου 1995, της 24ης Ιανουαρίου 1996 και της 20ής Σεπτεμβρίου 1996. Ειδικότερα, θεωρώ απολύτως αναπόδεικτο τον ισχυρισμό του Montorio κατά τον οποίο η Επιτροπή τον ώθησε να θεωρήσει ότι ήταν διατεθειμένη να αναμείνει την έκβαση της κατά τα φαινόμενα εκκρεμούς δικαστικής διαδικασίας κατά της εταιρίας Tecno. Μου φαίνεται επίσης απολύτως αδύνατο να ερμηνευθεί το αίτημα της Επιτροπής, που διατυπώθηκε με το έγγραφο της 25ης Αυγούστου 1992, να λάβει αντίγραφο της γραπτής συμφωνίας της περιφέρειας Abruzzi σχετικά με τη χρηματοδότηση του προγράμματος, ως εκδήλωση της προθέσεως να αναμείνει τη χρηματοδότηση αυτή πριν προβεί στην καταγγελία της συμβάσεως, ειδικότερα διότι ο Montorio δεν ήταν σε θέση να συμμορφωθεί προς το αίτημα αυτό. Εν πάση περιπτώσει, αυτό το επιχείρημα δεν είναι συμβατό με το άρθρο 4.1 της συμβάσεως, όπως επισήμανα ανωτέρω, που προέβλεπε ρητώς ότι ο Montorio αναλάμβανε την πλήρη τεχνική και χρηματοδοτική ευθύνη του προγράμματος.
39 Θεωρώ συνεπώς ότι η σύμβαση 147 καταγγέλθηκε εγκύρως από την Επιτροπή, με το έγγραφο της 30ής Νοεμβρίου 1992, και ότι ο Montorio πρέπει να υποχρεωθεί να αποδώσει τα προκαταβληθέντα στο πλαίσιο της συμβάσεως αυτής ποσά, όπως αυτά αναλύονται στην αγωγή της Επιτροπής.
γ) Η καταγγελία της συμβάσεως 149
40 Λαμβανομένης υπόψη της διατυπώσεως του υπομνήματος αντικρούσεως του Montorio, και λαμβανομένων ιδίως υπόψη των ημερομηνιών και των πραγματικών περιστατικών στα οποία αναφέρεται, δεν μου φαίνεται δυνατή η εξ αυτού συναγωγή οποιουδήποτε νομικού επιχειρήματος έναντι του αιτήματος της Επιτροπής να της αποδοθούν τα ποσά τα οποία προκατέβαλε βάσει της συμβάσεως 149. Από τον φάκελο της υποθέσεως προκύπτει σαφώς ότι η αγωγή της Επιτροπής σχετικά με τη σύμβαση 149 είναι παραδεκτή και βάσιμη. Προτείνω συνεπώς να γίνει δεκτό το σχετικό αίτημα της Επιτροπής.
δ) Το ποσό των οφειλομένων τόκων
41 Προβάλλοντας ένσταση ακυρότητας της ρήτρας βάσει της οποίας ως επιτόκιο ορίζεται το εφαρμοζόμενο από την Ευρωπαϋκή Τράπεζα Επενδύσεων κατά την ημερομηνία λήψεως της αποφάσεως της Επιτροπής για τη χορήγηση οικονομικής συνδρομής (στο εξής: επιτόκιο ΕΤΕ), ο Montorio στηρίζεται στο άρθρο 1341 του ιταλικού Αστικού Κώδικα. Η διάταξη αυτή ορίζει ιδίως ότι οι συμβατικές ρήτρες που προβλέπουν υπέρ του συμβαλλομένου ο οποίος επεξεργάστηκε προηγουμένως τις ρήτρες αυτές μία παρέκκλιση από την αρμοδιότητα των δικαιοδοτικών οργάνων, πράγμα που αφορά εν προκειμένω, κατά τα φαινόμενα, την αρμοδιότητα καθορισμού του επιτοκίου, είναι ανίσχυρες, πλην ειδικής έγγραφης εγκρίσεως. Εν προκειμένω, στις 25 Ιουνίου 1986, ο προσωρινός δήμαρχος του Montorio ενέκρινε ρητώς και εγγράφως, «κατά την έννοια των 1341 και 1342» του ιταλικού Αστικού Κώδικα, ορισμένο αριθμό συμβατικών ρητρών, μεταξύ των οποίων και το άρθρο 8, στη σελίδα 11 της συμβάσεως. Στην τρίτη παράγραφο της διατάξεως αυτής όχι μόνο ορίζεται το επιτόκιο, αλλά μάλιστα αυτό γίνεται στο πλαίσιο της εφαρμογής της ρήτρας περί καταγγελίας. Κατά την άποψή μου, το επιχείρημα του εναγομένου επί του σημείου αυτού είναι αλυσιτελές, ο δε Montorio δεν αμφισβήτησε τον αριθμό 14,2 % που η Επιτροπή προέβαλε ως το επιτόκιο ΕΤΕ. Προτείνω επομένως στο Δικαστήριο να αποφασίσει ότι το ύψος του επιτοκίου επί των προκαταβληθέντων ποσών είναι 14,2 %.
42 Το επιχείρημα του Montorio σχετικά με την ημερομηνία από της οποίας τρέχουν οι τόκοι δεν είναι επίσης βάσιμο. Κατά την άποψή του, από τη διατύπωση του άρθρου 8 προκύπτει ότι οι τόκοι οφείλονται από της καταγγελίας της συμβάσεως. Η διατύπωση της τρίτης παραγράφου είναι εντούτοις σαφής και προβλέπει καταβολή τόκων από της λήψεως των προκαταβληθέντων ποσών. Ο Montorio δεν αμφισβήτησε τον υπολογισμό των οφειλομένων τόκων για καθένα από τα προκαταβληθέντα ποσά στα οποία αναφέρεται η Επιτροπή στην αγωγή της· προτείνω συνεπώς στο Δικαστήριο να κάνει δεκτό το σχετικό αίτημα της Επιτροπής.
ε) Το αίτημα αποκαταστάσεως της ζημίας της Επιτροπής
43 Αποζημίωση λόγω μη εκπληρώσεως συμβατικής υποχρεώσεως γίνεται δεκτή σε ορισμένες περιπτώσεις από το άρθρο 1218 του ιταλικού Αστικού Κώδικα. Από τη νομολογία του Corte suprema di cassazione προκύπτει ότι ο αιτών τέτοια αποζημίωση πρέπει να προσκομίσει απόδειξη της ζημίας, η αποζημίωση δε περιορίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 1223 του ιταλικού Αστικού Κώδικα, στην αποκατάσταση της ζημίας ή του διαφυγόντος κέρδους που υπέστη ο αιτών ως άμεση συνέπεια της μη εκπληρώσεως συμβατικής υποχρεώσεως. Εν προκειμένω, η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι η συμπεριφορά του εναγομένου ήταν τέτοια ώστε προκάλεσε πρόσθετα έξοδα, υπερβαίνοντα εκείνα στα οποία η Επιτροπή κανονικά υποβάλλεται κατά τη διαχείριση τέτοιων συμβάσεων, στα πλαίσια των καθηκόντων που της αναθέτει η Συνθήκη ΕΚ· η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της καταφανούς μη εκπληρώσεως των συμβατικών υποχρεώσεων του εναγομένου και ενδεχομένων ζημιών που υπέστη η Επιτροπή δεν αποδείχθηκε.
44 Επιπλέον, το γεγονός ότι ένας συμβαλλόμενος δεν τήρησε τις συμβατικές του υποχρεώσεις δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ως αιτία απώλειας της αξιοπιστίας της Επιτροπής στα πλαίσια των σχέσεών της με άλλους δυνητικούς συμβαλλομένους, τα κοινοτικά όργανα και τα κράτη μέλη. Η απώλεια της αξιοπιστίας θα μπορούσε ενδεχομένως να αποτελεί συνέπεια της βραδύτητας της Επιτροπής, η οποία κινήθηκε κατά του Montorio τρία έτη μετά τη διαπίστωση ότι η σύμβαση 147 δεν θα εκτελούνταν ή, προκειμένου για τη σύμβαση 149, οκτώ έτη μετά τη διαπίστωση αυτή, και συνέπεια της αποφάσεως της Επιτροπής να μη ζητήσει από τον Montorio, με τα έγγραφα του Δεκεμβρίου του 1995 και του Ιανουαρίου του 1996, να καταβάλει τους οφειλόμενους τόκους επί των προκαταβληθέντων ποσών.
στ) Δικαστικά έξοδα
45 Αν το Δικαστήριο ακολουθήσει τις προτάσεις μου επί της ουσίας, όλα τα αιτήματα της Επιτροπής θα πρέπει να θεωρηθούν βάσιμα. Στην περίπτωση αυτή, προτείνω να καταδικαστεί ο δήμος του Montorio στα δικαστικά έξοδα, κατά το αίτημα της Επιτροπής.
III - Πρόταση
46 Κατόπιν των προηγουμένων σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο:
1) να υποχρεώσει τον δήμο του Montorio al Vomano να αποδώσει στην Επιτροπή, βάσει της συμβάσεως WE-147-85:
- το ποσό των 246 000 000 LIT, πλέον τόκων, με επιτόκιο 14,2 % από 1ης Δεκεμβρίου 1986, μέχρις εξοφλήσεως·
- το ποσό των 49 200 000 LIT, πλέον τόκων, με επιτόκιο 14,2 % από 1ης Μαρτίου 1988, μέχρις εξοφλήσεως·
- το ποσό των 110 800 000 LIT, πλέον τόκων, με επιτόκιο 14,2 % από 1ης Ιουνίου 1988, μέχρις εξοφλήσεως·
- το ποσό των 49 200 000 LIT, πλέον τόκων, με επιτόκιο 14,2 % από 1ης Αυγούστου 1988, μέχρις εξοφλήσεως·
2) να υποχρεώσει τον δήμο του Montorio al Vomano να αποδώσει στην Επιτροπή, βάσει της συμβάσεως HY-149-85, το ποσό των 158 400 000 LIT, πλέον τόκων, με επιτόκιο 14,2 % από 1ης Νοεμβρίου 1986, μέχρις εξοφλήσεως·
3) να καταδικάσει τον δήμο του Montorio al Vomano στα δικαστικά έξοδα.
(1) - Κανονισμός για τη χορήγηση χρηματοδοτικής ενίσχυσης σε προγράμματα επίδειξης στους τομείς της εκμετάλλευσης εναλλακτικών ενεργειακών πηγών, της εξοικονόμησης ενέργειας και της υποκατάστασης των υδρογονανθράκων (ΕΕ L 195, σ. 6).
(2) - Αν η χρονική περίοδος μεταξύ της ημερομηνίας υποβολής που προβλέπεται στην τελευταία ενδιάμεση έκθεση και του τέλους του προγράμματος των εργασιών είναι μικρότερη από έξι μήνες, ο συμβαλλόμενος εκθέτει τα αποτελέσματα και τα συμπεράσματα σχετικά με την περίοδο αυτή στην τελική έκθεση.
(3) - Αν και ο Montorio μνημονεύει τόσο την «Ευρωπαϋκή Κοινότητα» όσο και την «Επιτροπή», για λόγους σαφήνειας αναφέρομαι στη συνέχεια πάντοτε στην Επιτροπή.
(4) - Corte suprema di cassazione, απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 1993, αριθμός 1029, Sociιtι Pierre Balmain κατά Sociιtι Intermoda, 1993, Il Foro Italiano, 1470, 1475 έως 1476.
(5) - Βλ., παραδείγματος χάριν, την απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 1988, αριθ. 1661, Giur. it., 1989, I 1, σ. 141.
(6) - Παράγραφος 14 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Α. La Pergola της 15ης Οκτωβρίου 1998 στην υπόθεση C-69/97, Επιτροπή κατά SNUA.
Full & Egal Universal Law Academy