Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1 Στην παρούσα υπόθεση προδικαστικής παραπομπής, το Commissie van Beroep Studiefinanciering (Κάτω Ξώρες) (στο εξής: Commissie) ζητεί από το Δικαστήριο να καθορίσει ποια σημασία έχει ο τόπος κατοικίας του εργαζόμενου, και των μελών της οικογένειάς του, για την οριοθέτηση του πεδίου εφαρμογής του κανόνα περί ίσης μεταχειρίσεως όσον αφορά τα κοινωνικά πλεονεκτήματα, ο οποίος περιέχεται στο άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33). Κατ' αρχάς, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν μπορεί να χαρακτηριστεί ως εξαρτημένη εργασία υπό την έννοια του άρθρου 48 της Συνθήκης ΕΚ και του κανονισμού 1612/68 η μισθωτή εργασία που ασκείται για οικογενειακή επιχείρηση. Στη συνέχεια, τίθεται το ζήτημα αν, βάσει του άρθρου 52 της Συνθήκης, μπορεί να αναγνωριστεί και στους αυτοτελώς εργαζομένους το δικαίωμα ίσης μεταχειρίσεως όσον αφορά τα κοινωνικά πλεονεκτήματα.
ΙΙ - Το ιστορικό της διαφοράς και τα υποβληθέντα ερωτήματα
2 Η υπόθεση που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου έχει ως αντικείμενο την αμφισβήτηση της αποφάσεως που έλαβε ο ολλανδικός οργανισμός που διαχειρίζεται τη χρηματοδότηση των σπουδών, το Hoofdirectie van de Informatie Beheer Groep (στο εξής: IBG), να μην αναγνωρίσει στη Chantal Meeusen, Βελγίδα υπήκοο και κάτοικο Βελγίου, το δικαίωμα να λάβει τις παροχές που προβλέπει ο ολλανδικός νόμος περί χρηματοδοτήσεως των σπουδών· και τούτο, παρά το γεγονός ότι οι γονείς της, επίσης Βέλγοι και κάτοικοι Βελγίου, ανέκαθεν εργάζονταν στις Κάτω Ξώρες.
3 Ο κύριος και η κυρία Meeusen, οι γονείς της Chantal, ενώ από το 1976 ασκούν την επαγγελματική τους δραστηριότητα στις Κάτω Ξώρες, κατοικούν από το 1980 στο Βέλγιο, στο Έσσεν, όχι μακριά από τα ολλανδικά σύνορα. Ο πατέρας, ο Petrus Meeusen, είναι γενικός διευθυντής της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης Inpechem Inspectors BV, η οποία ιδρύθηκε από τον ίδιο και της οποίας κατέχει όλα τα εταιρικά μερίδια. Η εταιρία εδρεύει στο Ρότερνταμ, είναι εργαστήριο ειδικών για τη μεταφορά υγρών και απασχολεί περί τα είκοσι άτομα. Η μητέρα είναι μισθωτός της Inpechem Inspectors. Ο κύριος και η κυρία Meeusen ανέκαθεν είχαν εισοδήματα στις Κάτω Ξώρες και ανέκαθεν κατέβαλλαν φόρους στο ολλανδικό Δημόσιο· επιπλέον, υπάγονται στο γενικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως των Κάτω Ξωρών, σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους αυτού, η οποία έχει ως σημείο αναφοράς τον τόπο εργασίας του ενδιαφερομένου.
4 Στις 14 Οκτωβρίου 1993 η Chantal Meeusen ζήτησε από το IBG τη χορήγηση υποτροφίας για να μπορέσει να συνεχίσει τις σχετικές με τη χημεία σπουδές της στο Provinciaal Hoger Technisch Instituut voor Scheikunde της Αμβέρσας. Από τον Νοέμβριο του 1993 μέχρι τον Μάρτιο του 1994 έλαβε βασική υποτροφία, η οποία κατά τον ολλανδικό νόμο περί χρηματοδοτήσεως των σπουδών, τον Wet op de Studiefinanciering (στο εξής: WSF), χορηγείται απ' ευθείας στους ενήλικους σπουδαστές ανεξαρτήτως της εισοδηματικής τους καταστάσεως. Με απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 1994 το IBG ανακοίνωσε ότι ανακαλεί την παλαιότερη απόφασή του και κάλεσε την ενδιαφερόμενη να επιστρέψει τα ποσά που είχε εισπράξει. Η μη χορήγηση υποτροφίας αιτιολογήθηκε με το γεγονός ότι η Chantal, μη έχοντας την ολλανδική ιθαγένεια και μη κατοικώντας στις Κάτω Ξώρες, δεν βρίσκεται σε κατάσταση καλυπτόμενη από τον WSF. Η ρύθμιση αυτή έχει εφαρμογή επί των Ολλανδών υπηκόων και επί ορισμένων κατηγοριών αλλοδαπών, μεταξύ των οποίων οι υπήκοοι των κρατών μελών της ΕΚ, υπό την προϋπόθεση όμως ότι κατοικούν στην ημεδαπή.
Η απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 1994, η οποία επιβεβαιώθηκε από το IBG κατόπιν της υποβολής διοικητικής ενστάσεως, προσβλήθηκε από τη Chantal Meeusen ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Κατά το Commissie, το δικαίωμα υποτροφίας, μολονότι βάσει της εθνικής ρυθμίσεως δεν αναγνωρίζεται στους αλλοδαπούς που δεν κατοικούν στην ημεδαπή, θα μπορούσε να αναγνωριστεί στον υπήκοο άλλου κράτους μέλους χάρη στους κοινοτικούς κανόνες περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων. Στην κύρια δίκη, το IBG υποστήριξε ότι η κοινοτική ρύθμιση δεν καλύπτει τους μεθοριακούς εργαζόμενους που δεν κατοικούν στην ημεδαπή. Λαμβανομένου υπόψη ότι κατά το Δικαστήριο η υποτροφία που χορηγείται από κράτος μέλος στα τέκνα των εργαζομένων αποτελεί κοινωνικό πλεονέκτημα υπό την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68, το Commissie διερωτάται αν η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή και όταν τόσο ο εργαζόμενος όσο και η οικογένειά του κατοικούν σε άλλο κράτος από το κράτος απασχολήσεως στο οποίο οι ενδιαφερόμενοι καταβάλλουν φόρους και εισφορές κοινωνικής ασφαλίσεως. Όμως, πρώτ' απ' όλα διατυπώνει αμφιβολίες ως προς τον εξαρτημένο χαρακτήρα των δραστηριοτήτων της μητέρας. Στην περίπτωση που δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή οι κανόνες περί προστασίας των μισθωτών, το Commissie ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του ζητήματος αν ασκούν επιρροή οι κανόνες περί ελευθερίας εγκαταστάσεως.
5 Κατόπιν αυτών, το Commissie υπέβαλε τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) α) Εμποδίζει η εμφανιζομένη εν προκειμένω κατάσταση, κατά την οποία η μητέρα της προσφεύγουσας απασχολείται σε εταιρία περιορισμένης ευθύνης της οποίας διευθυντής και κάτοχος όλων των εταιρικών μεριδίων είναι ο σύζυγος της μητέρας, να θεωρηθεί η μητέρα ως διακινούμενος εργαζόμενος υπό την έννοια του άρθρου 48 της Συνθήκης ΕΚ και του κανονισμού (EOK) 1612/68;
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο ερώτημα 1α:
β) Με την απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1992 στην υπόθεση C-3/90, Bernini (Συλλογή 1992, σ. Ι-1071), το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η χρηματοδότηση σπουδών την οποία χορηγεί κράτος μέλος στα τέκνα των εργαζομένων αποτελεί για τον διακινούμενο εργαζόμενο κοινωνικό πλεονέκτημα υπό την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68, όταν ο εργαζόμενος εξακολουθεί να συντηρεί το τέκνο του. Μπορεί, στην περίπτωση αυτή, το τέκνο να επικαλεστεί το άρθρο 7, παράγραφος 2, για να χρηματοδοτηθούν οι σπουδές του υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με εκείνες που ισχύουν για τα τέκνα των ημεδαπών εργαζομένων, και μάλιστα χωρίς να επιτρέπεται η επιβολή πρόσθετης προϋποθέσεως σχετικά με τον τόπο κατοικίας του;
Έχει ο κανόνας αυτός εφαρμογή όταν ο διακινούμενος εργαζόμενος πρέπει να θεωρηθεί ως μεθοριακός εργαζόμενος;
γ) Έχει ο κανόνας που διατυπώθηκε με την απόφαση Bernini, όπως αυτός παρατίθεται ανωτέρω, ωσαύτως εφαρμογή όταν το τέκνο του διακινουμένου εργαζομένου ουδέποτε, όπως εν προκειμένω, είχε την κατοικία του στις Κάτω Ξώρες;
2) Πρέπει το άρθρο 52 της Συνθήκης ΕΚ να ερμηνευθεί έτσι ώστε η εγγύηση που απορρέει από τον κανόνα που διατυπώθηκε με την απόφαση Bernini, όπως αυτός παρατίθεται ανωτέρω, να έχει ωσαύτως εφαρμογή επί του τέκνου ενός υπηκόου κράτους μέλους ο οποίος ασκεί μη μισθωτή δραστηριότητα εντός άλλου κράτους μέλους;
Ποια σημασία πρέπει να δοθεί επίσης στο γεγονός ότι το τέκνο ουδέποτε είχε την κατοικία του στις Κάτω Ξώρες και στο γεγονός ότι ο γονέας δεν έχει την κατοικία του στη χώρα όπου ασκεί τη μη μισθωτή δραστηριότητα;»
ΙΙΙ - Οι σχετικοί κοινοτικοί κανόνες
6 Όσον αφορά τους μισθωτούς, η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων εξαγγέλλεται με γενικό τρόπο στο άρθρο 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης, κατά το οποίο η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων «συνεπάγεται την κατάργηση κάθε διακρίσεως λόγω ιθαγενείας μεταξύ των εργαζομένων των κρατών μελών, όσον αφορά την απασχόληση, την αμοιβή και τους άλλους όρους εργασίας».
Βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68, «[ο εργαζόμενος υπήκοος κράτους μέλους] απολαύει των ιδίων κοινωνικών και φορολογικών πλεονεκτημάτων με τους ημεδαπούς εργαζομένους».
7 Όσον αφορά τους αυτοτελώς εργαζομένους, το άρθρο 52 της Συνθήκης ορίζει: «Στο πλαίσιο των κατωτέρω διατάξεων, οι περιορισμοί της ελευθερίας εγκαταστάσεως των υπηκόων ενός κράτους μέλους στην επικράτεια ενός άλλου κράτους μέλους καταργούνται προοδευτικώς κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου».
IV - Η χρηματοδότηση σπουδών στην ολλανδική έννομη τάξη
8 Στις Κάτω Ξώρες οι κανόνες περί χρηματοδοτήσεως των σπουδών υπάρχουν στον WSF, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1η Οκτωβρίου 1986. Πρώτον, προβλέπεται μια βασική υποτροφία ανεξαρτήτως του εισοδήματος των γονέων (άρθρο 16). Επιπλέον, μπορεί να χορηγηθεί πρόσθετη υποτροφία αναλόγως του εισοδήματος των γονέων (άρθρα 18 και 20). Το ύψος της βασικής και της πρόσθετης υποτροφίας ποικίλλουν αναλόγως του αν ο σπουδαστής ζει με τους γονείς του. Κατά το τωρινό καθεστώς, η υποτροφία χορηγείται απ' ευθείας στους σπουδαστές. Στο πλαίσιο του προηγουμένου καθεστώτος, οι γονείς σπουδαστή ηλικίας μεταξύ 18 και 27 ετών μπορούσαν να λάβουν οικογενειακά επιδόματα. Επιπλέον, στους σπουδαστές που είχαν τη μεγαλύτερη ανάγκη μπορούσε να χορηγηθεί υποτροφία αναλόγως του οικογενειακού εισοδήματος.
9 Βάσει του άρθρου του 7, ο WSF έχει εφαρμογή αποκλειστικώς επί:
«a. των σπουδαστών που έχουν ολλανδική ιθαγένεια·
b. των σπουδαστών που δεν έχουν ολλανδική ιθαγένεια αλλά κατοικούν στις Κάτω Ξώρες και για τη χρηματοδότηση των σπουδών εξομοιώνονται με Ολλανδούς βάσει διατάξεων που περιέχονται σε συμβάσεις με άλλα κράτη ή σε δεσμευτική για τις Κάτω Ξώρες απόφαση οργανισμού δημοσίου διεθνούς δικαίου·
c. των σπουδαστών που δεν έχουν ολλανδική ιθαγένεια αλλά κατοικούν στις Κάτω Ξώρες και ανήκουν σε κατηγορία προσώπων, που θα προσδιοριστούν με κανονιστική πράξη της διοικήσεως, τα οποία για τη χρηματοδότηση των σπουδών εξομοιώνονται με Ολλανδούς».
V - Το ερώτημα 1α
10 Το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ' αρχάς να πληροφορηθεί αν μπορεί να θεωρηθεί ότι η μητέρα της Chantal Meeusen παρέχει εξαρτημένη εργασία, έτσι ώστε να έχουν εφαρμογή οι κοινοτικοί κανόνες που εγγυώνται στον εργαζόμενο ίση μεταχείριση όσον αφορά τα κοινωνικά πλεονεκτήματα. Στα ευεργετήματα αυτά η νομολογία του Δικαστηρίου κατατάσσει, τουλάχιστον σε ορισμένες περιπτώσεις, τη χορήγηση υποτροφίας προς το τέκνο του εργαζομένου. Ακριβέστερα, με το ερώτημα αυτό επιδιώκεται να καθοριστεί αν η ασκούμενη στο πλαίσιο οικογενειακής επιχειρήσεως δραστηριότητα του συζύγου του μοναδικού ιδιοκτήτη της επιχειρήσεως μπορεί να χαρακτηριστεί ως εξαρτημένη για τον σκοπό εφαρμογής των κανόνων περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, ιδίως δε του άρθρου 48 της Συνθήκης και των σχετικών διατάξεων εφαρμογής οι οποίες θεσπίστηκαν με τον κανονισμό 1612/68.
11 Εν προκειμένω, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με το όχι εύκολο πρόβλημα της διακρίσεως μεταξύ της προσωπικής και της επαγγελματικής πτυχής της επαγγελματικής δραστηριότητας που ασκείται σε οικογενειακό πλαίσιο. Η συνεργασία μέλους της οικογένειας μπορεί να είναι διαφορετικής φύσεως από εκείνην που απορρέει από σύμβαση, και μπορεί κάλλιστα να γίνει εκτός οποιασδήποτε συμβατικής σχέσεως. Ακριβώς για τον λόγο αυτόν, οι εθνικές έννομες τάξεις επεμβαίνουν για να διαφυλάξουν τα δικαιώματα που συνεργαζόμενου μέλους της οικογένειας. Τούτο εξηγεί επίσης το ότι η εργασία που παρέχεται στο πλαίσιο αυτό μπορεί να λάβει διαφορετικούς χαρακτηρισμούς εντός της αυτής έννομης τάξεως. Αυτό γίνεται και στην ολλανδική έννομη τάξη, όπου, όπως εκθέτει η διάταξη περί παραπομπής, «το ζήτημα αν υφίσταται σχέση εξαρτήσεως επιλύεται διαφορετικά αναλόγως του δικαίου που διέπει τον σχετικό τομέα (δίκαιο κοινωνικής ασφαλίσεως, φορολογικό δίκαιο, αστικό δίκαιο)».
12 Ωστόσο, ουδείς λόγος συντρέχει να μη ληφθούν υπόψη, όσον αφορά τη δραστηριότητα που ασκείται εντός «οικογενειακής» επιχειρήσεως, τα κριτήρια που το Δικαστήριο έχει διατυπώσει για την εφαρμογή των κανόνων που προστατεύουν τον κοινοτικό εργαζόμενο. Συγκεκριμένα, η κοινοτική νομολογία έχει ορίσει την έννοια του κοινοτικού εργαζομένου αυτοτελώς από τις εθνικές έννομες τάξεις (1). Η ιδιότητα του μισθωτού αναγνωρίζεται στο πρόσωπο το οποίο «παρέχει, κατά τη διάρκεια ορισμένου χρόνου, προς άλλο πρόσωπο και υπό τη διεύθυνση αυτού του τελευταίου, υπηρεσίες έναντι των οποίων λαμβάνει αμοιβή» (2). Επιπλέον, πρέπει να πρόκειται για «πραγματικές και γνήσιες δραστηριότητες», κατ' αποκλεισμόν των δραστηριοτήτων περιθωριακού χαρακτήρα (3). Επομένως, βάσει της προμνησθείσας νομολογίας, πρέπει να εξετάζεται κατά ποιο τρόπο η ασκούμενη δραστηριότητα εντάσσεται στο οργανωτικό πλαίσιο της επιχειρήσεως, με το να εξακριβωθεί αν η δραστηριότητα αυτή εξαρτάται από άλλο πρόσωπο στο οποίο έχει ανατεθεί η γενική ευθύνη διευθύνσεως της επιχειρήσεως. Συνεπώς, πρόκειται περί πραγματικού ζητήματος, όπου δεν ασκούν επιρροή οι διάφοροι χαρακτηρισμοί που γίνονται για ειδικούς σκοπούς στο πλαίσιο της ολλανδικής έννομης τάξεως. Το Commissie λέγει ότι έχει εξακριβώσει ότι είναι πραγματική η εργασία που παρέχει η κυρία Meeusen. Το εθνικό δικαστήριο θα πρέπει επιπλέον να εξακριβώσει ότι η εργασία αυτή παρέχεται υπό τη διεύθυνση άλλου προσώπου.
Περιορίζομαι να παρατηρήσω ότι ο χρόνος που αφιερώνεται στην επιχείρηση του συζύγου και το είδος της δραστηριότητας που ασκείται εντός της επιχειρήσεως αυτής αποτελούν όντως ενδείξεις ως προς το ότι η δραστηριότητα αυτή εντάσσεται σε ένα γενικότερο πλαίσιο συντονισμού. Βάσει των στοιχείων που παρασχέθηκαν από την προσφεύγουσα και από το αιτούν δικαστήριο, η δραστηριότητα της κυρίας Meeusen φαίνεται να αποτελεί εξαρτημένη εργασία σύμφωνα με την κοινοτική έννοια του όρου αυτού (4).
13 Αντιθέτως, καμία σημασία δεν μπορεί να δοθεί σε άλλα κριτήρια, έστω και αν χρησιμοποιούνται σε ορισμένες εθνικές έννομες τάξεις. Ειδικότερα, δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι, κατά το μάλλον ή ήττον, ο επιχειρηματικός κίνδυνος αφορά ευθέως και τον σύζυγο του επιχειρηματία. Συνεπώς, θεωρώ ότι δεν πρέπει να γίνει δεκτή η άποψη της Επιτροπής ότι θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το σύστημα περιουσιακών σχέσεων των συζύγων που επέλεξε το ζεύγος Meeusen (σχετικά με το οποίο σύστημα, άλλωστε, δεν παρασχέθηκαν διευκρινίσεις). Κατά την Επιτροπή, το πρόβλημα του χαρακτηρισμού που μας απασχολεί θα πρέπει, στην περίπτωση που δεν υφίσταται συζυγική κοινοκτημοσύνη, να αντιμετωπιστεί και να επιλυθεί με τον ίδιο τρόπο που αντιμετωπίζεται και επιλύεται γενικά στις εργασιακές σχέσεις. Όμως, αν για το ζεύγος Meeusen ισχύει το σύστημα της συζυγικής κοινοκτημοσύνης και επομένως αν οι σύζυγοι είναι συνιδιοκτήτες της επιχειρήσεως, θα πρέπει να εφαρμοστεί κατ' αναλογία ο κανόνας που διατυπώνεται στην απόφαση Asscher, με την οποία το Δικαστήριο απέκλεισε το ότι ο μισθωτός διευθυντής εταιρίας της οποίας είναι κάτοχος του συνόλου των εταιρικών μεριδίων ασκεί τη δραστηριότητά του στο πλαίσιο σχέσεως εξαρτήσεως (5). Στην απόφαση εκείνη, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη το είδος της πράγματι ασκουμένης δραστηριότητας, ορθώς δεν δέχθηκε ότι είναι πραγματική η εξάρτηση που συνδέεται τυπικώς με την ιδιότητα του «μισθωτού». Συνεπώς, δεν ασκεί επιρροή η παρατήρηση ότι, λαμβανομένης υπόψη της συνιδιοκτησίας των συζύγων επί όλων των εταιρικών μεριδίων, κανένας από τους συζύγους δεν μπορεί να βρεθεί σε σχέση εξαρτήσεως. Συγκεκριμένα, με τη συλλογιστική αυτή οι περιουσιακές σχέσεις των συζύγων συγχέονται με την πραγματική φύση των επαγγελματικών σχέσεων στο πλαίσιο της οργανώσεως της επιχειρήσεως. Ομοίως δεν ασκεί επιρροή, καθότι συγχέει τις προσωπικές σχέσεις των συζύγων με την οργάνωση της επιχειρήσεως, η άποψη που προβλήθηκε (και κατά την προφορική διαδικασία) από την Ολλανδική Κυβέρνηση, κατά την οποία ποτέ δεν μπορεί να υπάρξει σχέση εξαρτήσεως μεταξύ συζύγων. Συγκεκριμένα, το γεγονός ότι σ' έναν από τους συζύγους έχουν ανατεθεί καθήκοντα οργανώσεως και συντονισμού δεν συνεπάγεται την ύπαρξη ιεραρχίας στις προσωπικές σχέσεις.
VI - Τα ερωτήματα 1β και 1γ
14 Αν, όπως νομίζω, χρειάζεται καταφατική απάντηση στο ερώτημα 1α, πρέπει στη συνέχεια να εξεταστούν τα ερωτήματα 1β και 1γ. Η κοινοτική νομολογία έχει αναγνωρίσει, στην απόφαση Echternach και Moritz και στην απόφαση Bernini, ότι η ενίσχυση που χορηγείται για την κάλυψη των εξόδων εκπαιδεύσεως και συντηρήσεως με σκοπό τη συνέχιση των σπουδών σε επίπεδο δευτεροβάθμιας, ανώτερης ή ανώτατης εκπαιδεύσεως πρέπει να θεωρηθεί ως κοινωνικό πλεονέκτημα κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68, υπό τον όρο, όπως διευκρινίζεται με την απόφαση Bernini, ότι ο εργαζόμενος εξακολουθεί να συντηρεί το τέκνο (6). Πρώτον, με το ερώτημα 1β το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν ο εργαζόμενος δικαιούται να τύχει των ιδίων κοινωνικών πλεονεκτημάτων των οποίων τυγχάνουν οι ημεδαποί εργαζόμενοι ακόμη και όταν κατοικεί σε άλλον τόπο από εκείνον στον οποίο ασκεί την επαγγελματική του δραστηριότητα. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα 1β, ερωτά επίσης αν το κοινωνικό αυτό πλεονέκτημα πρέπει να χορηγηθεί ακόμη και όταν το τέκνο που δικαιούται να λάβει το πλεονέκτημα αυτό ουδέποτε είχε την κατοικία του στο κράτος το οποίο οφείλει να χορηγήσει τη ζητούμενη κοινωνική παροχή. Έτσι, και τα δύο ερωτήματα έχουν ως αντικείμενο τη σημασία του τόπου κατοικίας για την οριοθέτηση του πεδίου εφαρμογής των κανόνων που εγγυώνται στους κοινοτικούς εργαζόμενους ίση μεταχείριση όσον αφορά τα κοινωνικά πλεονεκτήματα.
15 Σπεύδω να πω ότι, κατά την άποψή μου, ο μεθοριακός εργαζόμενος, του οποίου άλλωστε γίνεται ρητή μνεία στο προοίμιο του κανονισμού 1612/68, δικαιούται να μην υποστεί διακρίσεις όσον αφορά τη χορήγηση κοινωνικών πλεονεκτημάτων από το κράτος μέλος στο οποίο καταβάλλει φόρους και εισφορές κοινωνικής ασφαλίσεως. Σύμφωνα με το Δικαστήριο, οι διατάξεις του άρθρου 48 της Συνθήκης και του άρθρου 7 του κανονισμού 1612/68 απαγορεύουν όχι μόνον τις εμφανείς διακρίσεις λόγω ιθαγενείας, αλλά και κάθε είδος συγκαλυμμένης διακρίσεως το οποίο, με την εφαρμογή άλλων κριτηρίων, καταλήγει στο παράνομο αποτέλεσμα της άνισης μεταχειρίσεως (7). Οι αποφάσεις στις οποίες αναφέρομαι λαμβάνουν υπόψη το γεγονός ότι ο καθορισμός συγκεκριμένων προϋποθέσεων από τις οποίες εξαρτάται η δυνατότητα ασκήσεως συγκεκριμένων δικαιωμάτων έχει στην πραγματικότητα ως σκοπό, ή ως αποτέλεσμα, να ευνοηθούν οι υπήκοοι ενός κράτους μέλους έναντι των υπηκόων των άλλων κρατών μελών. Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι το συμβιβαστό με τη Συνθήκη εθνικών διατάξεων οι οποίες εξαρτούν τη χορήγηση κοινωνικών πλεονεκτημάτων από προϋποθέσεις σχετικές με τον τόπο κατοικίας πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα το εύλογο των προϋποθέσεων αυτών. Η περίπτωση του μεθοριακού εργαζομένου εξετάστηκε ειδικά στην υπόθεση Meints, η οποία και αυτή αφορούσε τη χορήγηση κοινωνικών πλεονεκτημάτων (επρόκειτο για αποζημίωση που καταβαλλόταν εφ' άπαξ στους αγρεργάτες σε περίπτωση λύσεως της συμβάσεώς τους εργασίας). Στην απόφαση εκείνη, το Δικαστήριο τόνισε ότι «μια διάταξη του εθνικού δικαίου, η οποία δεν είναι αντικειμενικά δικαιολογημένη και ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, πρέπει να θεωρηθεί ότι συνεπάγεται εμμέσως δυσμενείς διακρίσεις, εφόσον μπορεί, από τη φύση της, να θίξει περισσότερο τους διακινούμενους εργαζομένους απ' ό,τι τους ημεδαπούς εργαζομένους» (8). Πρόσφατα επίσης, στην υπόθεση Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, κηρύχθηκε ασυμβίβαστη με τη Συνθήκη η λουξεμβουργιανή ρύθμιση η οποία εξαρτούσε τη χορήγηση επιδομάτων μητρότητας από την προϋπόθεση να κατοικούσε η μητέρα στην ημεδαπή κατά το έτος που προηγήθηκε της γεννήσεως του τέκνου (9). Σε μερικές όμως περιπτώσεις μπορούν να υπάρξουν αντικειμενικοί λόγοι για να ληφθεί υπόψη ο τόπος κατοικίας. Έτσι, παραδείγματος χάρη, στην υπόθεση Sotgiu το Δικαστήριο έκρινε ότι, για να αξιολογηθεί αν η αποζημίωση χωρισμού συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο, πρέπει να εξεταστεί αν, κατά τον χρόνο χορηγήσεώς της, οι ενδιαφερόμενοι εργαζόμενοι κατοικούν στην ημεδαπή ή στην αλλοδαπή (10).
16 Η Ολλανδική και η Γερμανική Κυβέρνηση υποστήριξαν ότι στην ουσία οι κανόνες περί ελεύθερης κυκλοφορίας σκοπό έχουν να διευκολύνουν την ένταξη του κοινοτικού εργαζομένου. Συνεπώς, κατά την άποψή τους, εφόσον ο εργαζόμενος και τα μέλη της οικογένειάς του έχουν επιλέξει να μην κατοικήσουν, και επομένως να μην ενταχθούν, στο κράτος απασχολήσεως, δεν μπορούν μετά να ζητήσουν από το εν λόγω κράτος το κοινωνικό πλεονέκτημα που αφορά η παρούσα υπόθεση. Συναφώς, η Ολλανδική Κυβέρνηση επικαλείται την πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού, η οποία θέτει τον στόχο της εξαλείψεως των εμποδίων για την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων: ένας από τους τρόπους να επιτευχθεί ο στόχος αυτός είναι να αναγνωριστεί στον εργαζόμενο το δικαίωμα «να συνοδεύεται από την οικογένειά του και [να καταργηθούν τα εμπόδια όσον αφορά] τις προϋποθέσεις ενσωματώσεως της οικογενείας αυτής στη χώρα υποδοχής». Επίσης, η απόφαση Echternach και Moritz εκθέτει, στη σκέψη 20, ότι η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως είναι καθαρά ένα μέσο για την ενσωμάτωση του εργαζομένου στη χώρα υποδοχής. Η Γερμανική Κυβέρνηση παραθέτει και άλλη νομολογία με το αυτό περιεχόμενο (11). Οι δύο κυβερνήσεις προβάλλουν ότι σε τελική ανάλυση με την άποψή τους συντάσσεται και η νομολογία, η οποία εκ πρώτης όψεως φαίνεται να συνηγορεί υπέρ της ευρείας εφαρμογής της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων στον τομέα των κοινωνικών πλεονεκτημάτων. Ειδικότερα, σύμφωνα με την Ολλανδική Κυβέρνηση, η παρούσα υπόθεση είναι διαφορετική από την υπόθεση Echternach και Moritz, καθόσον το πλεονέκτημα που συνίσταται στη χορήγηση υποτροφίας για σπουδές στο εξωτερικό «δεν έχει τίποτα το κοινό με το δικαίωμα του εργαζομένου να τον ακολουθήσει η οικογένειά του και να ενταχθεί στη χώρα υποδοχής». Εξάλλου, υποστηρίχθηκε ότι η χρηματοδότηση σπουδών αποτελεί στο πλαίσιο της ολλανδικής έννομης τάξεως δικαίωμα που αυτό καθαυτό ανήκει στον σπουδαστή, μη λαμβανομένου υπόψη του δεσμού του με την οικογένειά του. Όμως, με την επιχειρηματολογία αυτή, η Ολλανδική Κυβέρνηση καταλήγει στο να λησμονεί τόσο την απόφαση Bernini, η οποία αφορά το συγκεκριμένο ζήτημα των ολλανδικών υποτροφιών, όσο και το ότι οι κρίσεις του Δικαστηρίου στην απόφαση εκείνη έρχονται σε αντίθεση με την άποψη που υποστηρίζουν τώρα η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών. Ωστόσο, πρέπει να εξεταστούν πιο εμπεριστατωμένα τα επιχειρήματα που προέβαλαν αμφότερες οι κυβερνήσεις. Η Γερμανική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι, σε σχέση με τους πρωταγωνιστές της παρούσας διαφοράς, οι ιδιώτες που στην υπόθεση Bernini ζητούσαν να λάβουν κοινοτικά κοινωνικά πλεονεκτήματα είχαν στενότερο σύνδεσμο με το ολλανδικό κράτος. Οι γονείς της κυρίας Bernini, είπε η κυβέρνηση αυτή, ήταν διακινούμενοι εργαζόμενοι· η κυρία Bernini, μολονότι κατά τον χρόνο των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών ήταν κάτοικος Ιταλίας, προηγουμένως είχε εργαστεί και κατοικήσει στις Κάτω Ξώρες, ενώ στην περίπτωση των Meeusen δεν τίθεται ζήτημα εντάξεως, οπότε δεν συντρέχει λόγος να εξασφαλιστεί ίση μεταχείριση. Ανάλογη είναι η άποψη της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, κατά την οποία είναι καθοριστικής σημασίας το γεγονός ότι η κυρία Meeusen επέλεξε να συνεχίσει να κατοικεί στο Βέλγιο. Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με περίπτωση όπου η ενδιαφερόμενη εργαζομένη δεν έχει πρόθεση να ενταχθεί στη χώρα απασχολήσεως.
17 Τι να πω για τις απόψεις αυτές; Είναι αλήθεια ότι στην υπόθεση που μας αφορά δεν φαίνεται να ασκούν επιρροή επιταγές εντάξεως. Οι Meeusen μετακινούνται άνετα μεταξύ του κράτους όπου εργάζονται και του κράτους όπου κατοικούν με τη θυγατέρα τους. Θα μπορούσε να λεχθεί ότι η κατάστασή τους αποτελεί τέλειο παράδειγμα κινητικότητας των εργαζομένων. Από την άποψη αυτή, δεν έχει σημασία το γεγονός ότι, όπως διευκρινίστηκε κατά τη διαδικασία, η προσφεύγουσα κατοικούσε στις Κάτω Ξώρες μέχρι το πέμπτο έτος της ηλικίας της. Ούτε ασκεί επιρροή το γεγονός, το οποίο ο κύριος Meeusen γνωστοποίησε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ότι από το καλοκαίρι του 1997 η Chantal κατοικεί στις Κάτω Ξώρες (χωρίς όμως να αλλάξει τα σχέδιά της να συνεχίσει τις σπουδές της στο Βέλγιο).
18 Όμως, γεγονός είναι ότι το ζήτημα που έχει ανακύψει ενώπιον του Δικαστηρίου πρέπει να τεθεί και να λυθεί από της σκοπιάς του μεθοριακού εργαζομένου και όχι από της σκοπιάς του εργαζομένου του οποίου πρέπει να διευκολυνθεί το ρίζωμα στη χώρα όπου ασκεί την επαγγελματική του δραστηριότητα. Συνεπώς, όπως ορθώς διευκρίνισε η Επιτροπή, η επιταγή που ασκεί επιρροή είναι η επιταγή του συντονισμού των συστημάτων των κοινωνικών πλεονεκτημάτων που προβλέπουν τα κράτη μέλη: πολύ περισσότερο, θα έλεγα, όταν, όπως εν προκειμένω, τα πλεονεκτήματα αυτά έχουν τουλάχιστον εν μέρει ανταποδοτικό χαρακτήρα, καθόσον χρηματοδοτούνται από εισφορές των ίδιων των εργαζομένων.
Η κοινοτική ρύθμιση στον τομέα που μας ενδιαφέρει στηρίζεται όντως στο κριτήριο του συντονισμού. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73), θέτει, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 51 της Συνθήκης ΕΚ, τους αναγκαίους κανόνες για τον συντονισμό του τρόπου χορηγήσεως των κοινωνικών παροχών στις κατηγορίες προσώπων που αφορά η ρύθμιση αυτή του παραγώγου δικαίου. Το ίδιο κριτήριο τάσσεται από τον κοινοτικό νομοθέτη και για την κατηγορία των κοινωνικών πλεονεκτημάτων που προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68: η κατηγορία αυτή είναι πιο γενική από εκείνη στην οποία εμπίπτουν οι παροχές που εξατομικεύει ο κανονισμός 1408/71 (12). Όμως, κατά την άποψή μου, η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, όπως διατυπώνεται με γενικό τρόπο στο άρθρο 48 της Συνθήκης και στο άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68, έχει δικαιολογημένα εφαρμογή σε μια περίπτωση όπως αυτή που μας αφορά. Όπως προελέχθη, η υπό εξέταση κοινωνική παροχή έχει αναμφισβήτητα τον χαρακτήρα ανταποδοτικού πλεονεκτήματος και συγχρόνως εξαρτάται από προϋπόθεση κατοικίας, όχι όμως για τους Ολλανδούς υπήκοους. Με τον τρόπο αυτόν, όπως παρατηρεί η Επιτροπή, εισάγεται μεταξύ των μεθοριακών εργαζομένων ανισότητα στη μεταχείριση, η οποία εξαρτάται από την ιθαγένειά τους. Η εξάλειψη της δυσμενούς αυτής διακρίσεως σημαίνει να αποφευχθεί το να στερηθεί ο εργαζόμενος, ο οποίος ασκεί το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας, πλεονεκτημάτων που εξασφαλίζονται στον μη διακινούμενο εργαζόμενο. Κατά την άποψή μου, πρόκειται για λύση σύμφωνη τόσο με τις αρχές της Συνθήκης όσο και με την προς ερμηνεία κοινοτική ρύθμιση.
19 Στην υπόθεση Bernini το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ορισμένες υποτροφίες εμπίπτουν στην κατηγορία - που ορίζεται κατά τρόπο ευρύ από τη νομολογία του Δικαστηρίου - των κοινωνικών πλεονεκτημάτων υπό την έννοια του κανονισμού 1612/68 (13). Το ζήτημα είχε τεθεί ακριβώς με αναφορά στις διατάξεις του WSF, οι οποίες προβλέπουν την απ' ευθείας χορήγηση υποτροφίας στους σπουδαστές, επομένως δε σε πρόσωπα που δεν συνδέονται ευθέως με σχέση εργασίας. Το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι η σχετική παροχή μπορεί να χορηγηθεί στον εργαζόμενο μόνον όταν αυτός εξακολουθεί να συντηρεί το τέκνο (14). Λαμβάνοντας υπόψη τον αντικειμενικώς ανταποδοτικό χαρακτήρα των υποτροφιών και την προϋπόθεση να συντηρείται όντως το τέκνο από τους γονείς του, η νομολογία έθεσε έτσι τις υποτροφίες που χορηγούνται απ' ευθείας στους σπουδαστές σε ίση μοίρα με τις άλλες κοινωνικές παροχές, όπως είναι τα οικογενειακά επιδόματα. Πράγματι, και οι υποτροφίες και τα οικογενειακά επιδόματα αποτελούν οικονομικού χαρακτήρα ενισχύσεις για την ανάπτυξη, τη συντήρηση και την εκπαίδευση των τέκνων.
Εν πάση περιπτώσει, τα στοιχεία που έχουν σημασία είναι τα εξής δύο: πρώτον, ο ανταποδοτικός χαρακτήρας που αναγνωρίζεται στα υπό εξέταση πλεονεκτήματα και, δεύτερον, το γεγονός ότι η απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων ανάγεται σε επιταγές συντονισμού των συστημάτων και όχι σε επιταγές εντάξεως στη χώρα υποδοχής. Σημειωτέον ότι, για να αποδειχθεί η ύπαρξη δικαιώματος ίσης μεταχειρίσεως σε μια υπόθεση όπως η παρούσα, θα πρέπει το σύστημα χρηματοδοτήσεως που ισχύει στο κράτος απασχολήσεως να συγκριθεί με άλλα συστήματα στα οποία θεωρητικά θα μπορούσε να γίνει προσφυγή και, στη συνέχεια, θα πρέπει να αξιολογηθούν οι συνέπειες που ενδέχεται να έχει η μη χορήγηση υποτροφίας (15). Για τους λόγους που προεκτέθηκαν, η σύγκριση των δύο συστημάτων πρέπει να γίνει, όπως υποδεικνύει η Επιτροπή, λαμβανομένων υπόψη όλων των προβλεπομένων χρηματοδοτήσεων. Πρέπει να ληφθούν υπόψη τόσο τα οικογενειακά επιδόματα που παρέχονται στους εργαζόμενους όσο και οι υποτροφίες που χορηγούνται απ' ευθείας στους σπουδαστές. Εξάλλου, η σύγκριση αυτή δεν πρέπει να γίνει σε θεωρητικό επίπεδο, αλλά πρέπει να ληφθούν υπόψη οι πραγματικές δυνατότητες που παρέχονται στους εργαζόμενους και στα μέλη των οικογενειών τους (και τούτο, αντίθετα προς ό,τι εκτίθεται στις γραπτές παρατηρήσεις της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, η οποία, εξετάζοντας τη βελγική ρύθμιση που θεωρητικά θα μπορούσε να έχει εφαρμογή, δεν λαμβάνει υπόψη ότι εν προκειμένω οι διατάξεις αυτές δεν έχουν εφαρμογή, βλ. κατωτέρω).
20 Συνεπώς, στην παρούσα υπόθεση, το ολλανδικό σύστημα χρηματοδοτήσεως πρέπει αναγκαστικά να συγκριθεί με το αντίστοιχο σύστημα του Βελγίου, του κράτους ιθαγένειας και κατοικίας της οικογένειας Meeusen. Από τη δικογραφία προκύπτει ότι η Chantal δεν δικαιούται, στο πλαίσιο των δύο εννόμων τάξεων, της υποτροφίας που χορηγείται βάσει του οικογενειακού εισοδήματος. Αντιθέτως, όσον αφορά τις χρηματοδοτήσεις που είναι ανεξάρτητες προϋποθέσεων εισοδήματος και χορηγούνται υπό μορφή υποτροφίας ή οικογενειακών επιδομάτων, η Chantal Meeusen δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ακριβώς λόγω της ιδιαίτερης οικογενειακής της καταστάσεως. Συγκεκριμένα, οι κανόνες της βελγικής έννομης τάξεως δεν έχουν εφαρμογή εν προκειμένω, καθόσον οι ανεξάρτητες από το εισόδημα παροχές, οι οποίες χορηγούνται υπό μορφήν οικογενειακών επιδομάτων στους εργαζόμενους που υπάγονται στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, κατ' ουδένα τρόπον δύνανται να χορηγηθούν στο ζεύγος Meeusen, το οποίο δεν καταβάλλει φόρους στο βελγικό Δημόσιο (16)· η Chantal δεν δικαιούται ούτε την ολλανδική βασική υποτροφία, καθόσον ο WSF τάσσει για τους αλλοδαπούς προϋπόθεση κατοικίας.
Πώς θα αρθεί αυτή η αρνητική σύγκρουση; Κατά τη γνώμη μου, η σαφέστερη και πειστικότερη απάντηση είναι να δοθεί καθοριστική σημασία στο γεγονός ότι ο εργαζόμενος μετέχει στη χρηματοδότηση του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως στο οποίο υπάγεται.
VII - Το ερώτημα 2
21 Δεν θεωρώ αναγκαίο να εξεταστεί το ερώτημα 2, σχετικά με το οποίο, άλλωστε, ισχύουν ούτως ή άλλως οι απαντήσεις που ήδη δόθηκαν στα ερωτήματα 1β και 1γ.
VIII - Πρόταση
22 Ενόψει των ανωτέρω, προτείνω να δοθεί στο αιτούν δικαστήριο η εξής απάντηση:
«1) α) Για να κριθεί αν ο εργαζόμενος, ο οποίος ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα ως μισθωτός εταιρίας περιορισμένης ευθύνης της οποίας ο σύζυγός του είναι γενικός διευθυντής και κάτοχος όλων των εταιρικών μεριδίων, μπορεί να θεωρηθεί ως διακινούμενος εργαζόμενος υπό την έννοια του άρθρου 48 της Συνθήκης ΕΚ, πρέπει να εφαρμοστούν τα γενικά κριτήρια για την απόδειξη του εξαρτημένου ή αυτοτελούς χαρακτήρα της παρεχομένης εργασίας και να εξεταστεί κατά ποιο τρόπο η ασκούμενη επαγγελματική δραστηριότητα εντάσσεται στο οργανωτικό πλαίσιο της επιχειρήσεως.
β) και γ) Τα τέκνα εργαζομένων οι οποίοι δεν κατοικούν στο κράτος απασχολήσεως, ακόμη και στην περίπτωση που τα τέκνα αυτά δεν κατοικούν στο κράτος απασχολήσεως του γονέα τους, μπορούν να ζητήσουν τη χρηματοδότηση σπουδών που χορηγείται από κράτος μέλος, η οποία, λαμβανομένου υπόψη και του ανταποδοτικού χαρακτήρα της, αποτελεί κοινωνικό πλεονέκτημα υπό την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας.»
(1) - Βλ. τις αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 1986, 66/85, Lawrie-Blum (Συλλογή 1986, σ. 2121, σκέψη 16)· της 21ης Ιουνίου 1988, 197/86, Brown (Συλλογή 1988, σ. 3205, σκέψη 21), και της 14ης Δεκεμβρίου 1989, C-3/87, Agegate (Συλλογή 1989, σ. 4459, σκέψη 35).
(2) - Αποφάσεις Lawrie-Blum, προαναφερθείσα, σκέψη 17, και της 27ης Ιουνίου 1996, C-107/94, Asscher (Συλλογή 1996, σ. Ι-3089, σκέψη 25).
(3) - Βλ. την απόφαση της 23ης Μαρτίου 1982, 53/81, Levin (Συλλογή 1982, σ. 1035, σκέψη 21).
(4) - Βλ. τις προαναφερθείσες αποφάσεις Lawrie-Blum, σκέψεις 16 και 17, και Asscher, σκέψη 25.
(5) - Προαναφερθείσα απόφαση Asscher, σκέψη 26.
(6) - Βλ. τις αποφάσεις της 15ης Μαρτίου 1989, 389/87 και 390/87, Echternach και Moritz (Συλλογή 1989, σ. 723, σκέψη 34), και της 26ης Φεβρουαρίου 1992, C-3/90, Bernini (Συλλογή 1992, σ. Ι-1071, σκέψη 24).
(7) - Βλ. την απόφαση της 23ης Μαου 1996, C-237/94, O'Flynn (Συλλογή 1996, σ. Ι-2617, σκέψη 17). Με τη συλλογιστική αυτή, το Δικαστήριο αναγνώρισε στην υπόθεση εκείνη ότι αποτελεί έμμεση διάκριση το γεγονός ότι ως προϋπόθεση για οποιαδήποτε απόδοση των εξόδων κηδείας στα οποία υποβάλλεται διακινούμενος εργαζόμενος τάσσεται το να γίνει η ταφή ή αποτέφρωση εντός της επικράτειας (σκέψη 23). Στην απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 1991, C-27/91, Le Manoir (Συλλογή 1991, σ. Ι-5531, σκέψη 10), κρίθηκε ασυμβίβαστη με τη Συνθήκη η εξάρτηση ελαφρύνσεως των εργοδοτικών εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως από την παροχή, εκ μέρους του εργοδότη, επαγγελματικής εκπαιδεύσεως σε ασκούμενους που υπάγονται στο δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα του κράτους, και τούτο με βάση τη σκέψη ότι οι ασκούμενοι υπάγονται, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, στο δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα του κράτους καταγωγής τους.
(8) - Απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 1997, C-57/96 (Συλλογή 1997, σ. Ι-6689, σκέψη 45).
(9) - Απόφαση της 10ης Μαρτίου 1993, C-111/91 (Συλλογή 1993, σ. Ι-817, σκέψη 7).
(10) - Απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 1974, 152/73 (Συλλογή τόμος 1974, σ. 87, σκέψη 11).
(11) - Αποφάσεις της 13ης Νοεμβρίου 1990, C-308/89, Di Leo (Συλλογή 1990, σ. Ι-4185, σκέψη 9), και της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, 235/87, Matteucci (Συλλογή 1988, σ. 5589, σκέψη 16).
(12) - Επί της σχέσεως του άρθρου 7, παράγραφος 2, και του κανονισμού 1408/71 βλ. Lyon-Caen, A.:«La sιcuritι sociale et le principe de l'ιgalitι de traitement dans le traitι et le rθglement n_ 1408/71», στο La sιcuritι sociale en Europe. Ιgalitι entre nationaux et non nationaux, Λισαβόνα, 1995, σ. 45, και Γκουλούση Δ.: Instruments internationaux sur l'ιgalitι de traitement en matiθre de sιcuritι sociale, αυτόθι, σ. 91 επ.
(13) - Στην έννοια του κοινωνικού πλεονεκτήματος, όπως ορίζεται κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, περιλαμβάνονται «όλα τα πλεονεκτήματα που, ανεξαρτήτως του αν συνδέονται με σύμβαση εργασίας, παρέχονται εν γένει στους ημεδαπούς εργαζόμενους, κυρίως λόγω της αντικειμενικής τους ιδιότητας ως εργαζομένων ή απλώς και μόνο λόγω του ότι κατοικούν στο εθνικό έδαφος» (απόφαση της 31ης Μαου 1979, 207/78, Even και ONPTS, Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 19).
(14) - Βλ. τη σκέψη 25 της προαναφερθείσας αποφάσεως Bernini, η οποία παραπέμπει στη σκέψη 13 της αποφάσεως της 8ης Ιουνίου 1987, 316/85, Lebon (Συλλογή 1987, σ. 2811). Η προϋπόθεση αυτή πρέπει να συσχετιστεί με τον ανταποδοτικό χαρακτήρα που πρέπει να αναγνωριστεί σε κοινωνικά πλεονεκτήματα όπως το υπό εξέταση. Συνεπώς, δεν ασκεί επιρροή ο ισχυρισμός της Ολλανδικής Κυβερνήσεως ότι στις Κάτω Ξώρες το δικαίωμα χρηματοδοτήσεως σπουδών νοείται ως δικαίωμα του ίδιου του σπουδαστή, οπότε δεν έχει σχέση με τους γονείς του. Όμως, ο ανταποδοτικός χαρακτήρας της υποτροφίας αναγνωρίστηκε στην απόφαση Bernini με την κρίση ότι η υποτροφία μπορεί να χαρακτηριστεί ως κοινωνικό πλεονέκτημα μόνον όταν ο εργαζόμενος εξακολουθεί να συντηρεί το τέκνο. Σχετικά με το κριτήριο αυτό, η Ολλανδική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι στην παρούσα υπόθεση θα πρέπει να εξακριβωθεί αν η προσφεύγουσα συντηρείται όντως από τη μητέρα της, από την ιδιότητα της οποίας ως μισθωτού εξαρτάται η δυνατότητα εφαρμογής της ρυθμίσεως, και δεν συντηρείται από τον πατέρα της, ο οποίος δεν είναι μισθωτός και του οποίου η κατάσταση δεν μπορεί επομένως να ληφθεί υπόψη από την υπό εξέταση ρύθμιση του εσωτερικού δικαίου.
(15) - Άλλωστε, τα κράτη μέλη έχουν διαφορετικές ρυθμίσεις στον τομέα αυτόν. Για συνολική εικόνα της τωρινής καταστάσεως στα κράτη μέλη, βλ. Rossi, F. P.: I diritti della famiglia europea nell'ordinamento comunitario di sicurezza sociale, Μιλάνο, 1996, σ. 90 επ.
(16) - Στη βελγική έννομη τάξη, η χορήγηση επιδομάτων και παροχών για σπουδές διέπεται από νόμο της 19ης Ιουλίου 1979. Βάσει του άρθρου 2 του νόμου αυτού, τα επιδόματα χορηγούνται στους σπουδαστές που φοιτούν σε ιδρύματα οργανωμένα, επιχορηγούμενα ή αναγνωρισμένα από το κράτος. Η χορήγηση υποτροφίας εξαρτάται από το εισόδημα του σπουδαστή ή των προσώπων που τον συντηρούν. Εξάλλου, προβλέπονται οικογενειακά επιδόματα υπέρ των εργαζομένων που συντηρούν τέκνα ηλικίας κατώτερης των 25 ετών.
Full & Egal Universal Law Academy