Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Δυνάμει του άρθρου 173, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 230, πρώτο εδάφιο, ΕΚ), το Βασίλειο της Ισπανίας ζήτησε τη μερική ακύρωση της αποφάσεως 97/608/ΕΚ της Επιτροπής, της 30ής Ιουλίου 1997, που τροποποιεί την απόφαση 97/333/ΕΚ, σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών στο πλαίσιο των δαπανών που χρηματοδοτεί το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1993 , καθ' ο μέτρο η ανωτέρω απόφαση το αφορά.
Ι - Πραγματικά περιστατικά
2. Η απόφαση 97/333/ΕΚ της Επιτροπής, της 23ης Απριλίου 1997 , εκδόθηκε πριν από την ολοκλήρωση της διαδικασίας συμβιβασμού στην οποία είχαν καταφύγει ορισμένα κράτη μέλη, μεταξύ των οποίων και το Βασίλειο της Ισπανίας, σύμφωνα με την απόφαση 94/442/ΕΚ της Επιτροπής, της 1ης Ιουλίου 1994, σχετικά με τη θέσπιση διαδικασίας συμβιβασμού στο πλαίσιο της εκκαθάρισης των λογαριασμών του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεως, ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων . Αντικείμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως ήταν η εκκαθάριση των λογαριασμών για τις δαπάνες για τις οποίες είχε ολοκληρωθεί η διαδικασία συμβιβασμού. Η Επιτροπή καθόρισε το ποσό των δαπανών που μπορούσαν να χρηματοδοτηθούν από το ΕΓΤΠΕ για το οικονομικό έτος 1993.
3. Ως προς το Βασίλειο της Ισπανίας, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι ένα τμήμα των δηλωθεισών δαπανών δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις που τάσσουν οι κοινοτικοί κανόνες και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να χρηματοδοτηθεί από το ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων. Οι δαπάνες αυτές αφορούσαν τις ενισχύσεις στην παραγωγή και κατανάλωση ελαιολάδου και στην παραγωγή αποξηραμένων ζωοτροφών. Οι δημοσιονομικές διορθώσεις που επιβλήθηκαν ήσαν οι εξής:
1) Ενίσχυση στην παραγωγή ελαιολάδου:
- κατ' αποκοπή δημοσιονομική διόρθωση ύψους 10 % επί της ενισχύσεως που καταβλήθηκε από την Ισπανία κατά την περίοδο εμπορίας 1992/1993, ήτοι ποσού 5 939 261 511 ισπανικών πεσετών (ESP)·
- δημοσιονομική διόρθωση ύψους 224 414 161 ESP αντιστοιχούσα στο ποσό των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν σε δύο εγκεκριμένες οργανώσεις παραγωγών και στα μέλη τους·
- δημοσιονομική διόρθωση ύψους 217 007 368 ESP για τις αφορώσες το ελαιοκομικό μητρώο δαπάνες·
2) Ενίσχυση στην κατανάλωση ελαιολάδου:
- δημοσιονομική διόρθωση ύψους 26 849 245 ESP αντιστοιχούσα στο ύψος των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν σε δύο εγκεκριμένες επιχειρήσεις εμφιαλώσεως ελαιολάδου·
- κατ' αποκοπή δημοσιονομική διόρθωση ύψους 2 % επί της ενισχύσεως που καταβλήθηκε από την Ισπανία κατά τη διάρκεια της περιόδου εμπορίας 1992/1993, ήτοι ποσού 811 514 867 ESP·
3) ενίσχυση στην παραγωγή αποξηραμένων ζωοτροφών:
- δημοσιονομική διόρθωση ύψους 2 % επί των δηλωθεισών από την Ισπανία δαπανών, ήτοι ποσού 384 545 035 ESP.
4. Οι λόγοι των ανωτέρω διορθώσεων επί των δαπανών διατυπώνονται συνοπτικά στη συνθετική έκθεση που αφορά το αποτέλεσμα των ελέγχων για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1993 .
ΙΙ - Γενικό νομικό πλαίσιο
Α - Κανόνες διέποντες τους ελέγχους των πράξεων που χρηματοδοτεί το ΕΓΤΠΕ
5. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής ορίζει στο άρθρο 3, παράγραφος 1, ότι η Κοινότητα χρηματοδοτεί, μέσω του τμήματος Εγγυήσεων του ΕΓΤΠΕ, τις παρεμβάσεις που προορίζονται για τη ρύθμιση των γεωργικών αγορών και επιχειρούνται σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών.
6. Δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 729/70, η Επιτροπή θέτει στη διάθεση των κρατών μελών τις αναγκαίες πιστώσεις προκειμένου οι υπηρεσίες και οι οργανισμοί που έχουν υποδειχθεί από τα κράτη μέλη να προβαίνουν, σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες και τις εθνικές νομοθεσίες, στην πληρωμή των κονδυλίων που απαιτούν οι παρεμβάσεις αυτές. Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο β_, του ιδίου κανονισμού, η Επιτροπή εκκαθαρίζει προ του τέλους του επόμενου έτους, βάσει των ετήσιων λογαριασμών, συνοδευόμενων από τα αναγκαία για την εκκαθάρισή τους έγγραφα, τους λογαριασμούς των υπηρεσιών και των οργανισμών των κρατών μελών.
7. To άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70 ορίζει ότι τα κράτη μέλη λαμβάνουν, σύμφωνα με τις εσωτερικές νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της πραγματοποιήσεως και του νομότυπου χαρακτήρα των χρηματοδοτουμένων από το ΕΓΤΠΕ πράξεων, για την πρόληψη και την ποινική δίωξη των παρατυπιών και για την αναζήτηση των ποσών που διασπαθίστηκαν λόγω παρατυπιών ή αμελειών.
8. Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού, σε περίπτωση μη πλήρους ανακτήσεως, η Κοινότητα αναλαμβάνει τις οικονομικές συνέπειες των παρατυπιών ή αμελειών, πλην εκείνων που προκύπτουν από παρατυπίες ή αμέλειες καταλογιστέες στα διοικητικά όργανα ή στους οργανισμούς των κρατών μελών. Τα ανακτώμενα ποσά καταβάλλονται στις υπηρεσίες ή στους οργανισμούς πληρωμής και αφαιρούνται από τους τελευταίους από τις χρηματοδοτούμενες εκ μέρους του ΕΓΤΠΕ δαπάνες.
9. Σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70, τα κράτη μέλη θέτουν στη διάθεση της Επιτροπής όλα τα αναγκαία πληροφοριακά στοιχεία για την εύρυθμη λειτουργία του ΕΓΤΠΕ και λαμβάνουν όλα τα μέτρα προς διευκόλυνση των ελέγχων που η Επιτροπή θεωρεί χρήσιμο να διενεργεί στο πλαίσιο της διαχειρίσεως της κοινοτικής χρηματοδοτήσεως, συμπεριλαμβανομένων των επιτοπίων επαληθεύσεων. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που έχουν θεσπίσει για την εφαρμογή των αφορωσών την κοινή γεωργική πολιτική κοινοτικών πράξεων, στον βαθμό που οι εν λόγω πράξεις επάγονται οικονομικές επιπτώσεις για το ΕΓΤΠΕ.
10. Κατά την παράγραφο 2 της ιδίας διατάξεως, οι υπάλληλοι που είναι εντεταλμένοι από την Επιτροπή για τους επιτόπιους ελέγχους έχουν δικαίωμα ελέγχου των λογιστικών βιβλίων και κάθε άλλου εγγράφου που έχει σχέση με τις δαπάνες που χρηματοδοτεί το ΕΓΤΠΕ. Κατόπιν αιτήσεως της Επιτροπής και με τη συγκατάθεση του κράτους μέλους, ενεργούνται από τις αρμόδιες υπηρεσίες του κράτους μέλους έλεγχοι ή έρευνες σχετικά με τις πράξεις που αφορά ο παρόν κανονισμός. Στις έρευνες ή τους ελέγχους αυτούς μπορούν να μετέχουν και υπάλληλοι της Επιτροπής.
11. Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 4045/89 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, περί των ελέγχων, εκ μέρους των κρατών μελών, των πράξεων που αποτελούν μέρος του συστήματος χρηματοδότησης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα Εγγυήσεων , και για την κατάργηση της οδηγίας 77/435/ΕΟΚ , ο οικείος κανονισμός αφορά τον έλεγχο της πραγματοποιήσεως και του νομότυπου χαρακτήρα των πράξεων που αποτελούν άμεσα ή έμμεσα τμήμα του συστήματος χρηματοδοτήσεων από το ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων, βάσει των εμπορικών εγγράφων των δικαιούχων ή των οφειλετών οι οποίοι υποδηλώνονται με τον όρο «επιχειρήσεις». Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 4045/89, τα κράτη μέλη προβαίνουν σε ελέγχους των εμπορικών εγγράφων των επιχειρήσεων, λαμβάνοντας υπόψη τον χαρακτήρα των πράξεων που πρέπει να ελεγχθούν. Οι λεπτομέρειες για τον τρόπο διεξαγωγής των ελέγχων αυτών ρυθμίζονται στις παραγράφους 2 επ. του ιδίου άρθρου.
12. Όσον αφορά τις δημοσιονομικές συνέπειες επί της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του τμήματος εγγυήσεων του ΕΓΤΠΕ σε περίπτωση που οι διενεργηθέντες από τα κράτη μέλη έλεγχοι είναι ανεπαρκείς, μια διυπηρεσιακή ομάδα της Επιτροπής επεξεργάστηκε ορισμένα κριτήρια , τα οποία εγκρίθηκαν από την Επιτροπή και διαβιβάστηκαν σε όλα τα κράτη μέλη που μετέχουν στην επιτροπή διαχειρίσεως του ΕΓΤΠΕ όπου και έτυχαν ευνοϊκής υποδοχής. Τα κριτήρια αυτά προβλέπουν τρεις κατηγορίες κατ' αποκοπή διορθώσεων:
«Α) 2 % των δαπανών, οσάκις η αμέλεια περιορίζεται σε ήσσονος σημασίας στοιχεία του συστήματος ελέγχου ή στη διενέργεια ελέγχων που δεν είναι βασικοί για τη διασφάλιση της κανονικότητας της δαπάνης, οπότε μπορεί εύλογα να συναχθεί ότι ο κίνδυνος ζημίας εις βάρος του ΕΓΤΠΕ είναι ελάχιστος·
Β) 5 % των δαπανών, οσάκις η αμέλεια αφορά σημαντικά στοιχεία του συστήματος ελέγχου ή τη διενέργεια ελέγχων που διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διασφάλιση της κανονικότητας της δαπάνης, οπότε μπορεί εύλογα να συναχθεί ότι ο κίνδυνος ζημίας εις βάρος του ΕΓΤΠΕ είναι σημαντικός·
Γ) 10 % των δαπανών, οσάκις η αμέλεια αφορά το σύνολο ή τα θεμελιώδη στοιχεία του συστήματος ελέγχου ή και τη διενέργεια ελέγχων που είναι βασικοί για τη διασφάλιση της κανονικότητας της δαπάνης, οπότε μπορεί εύλογα να συναχθεί ότι υφίσταται υψηλός κίνδυνος γενικευμένων απωλειών εις βάρος του ΕΓΤΠΕ.»
13. Η έκθεση Belle υπενθυμίζει ότι είναι δυνατόν να απορριφθεί το σύνολο της δαπάνης και ότι, ως εκ τούτου, μπορεί να θεωρηθεί ενδεδειγμένη υπό εξαιρετικές περιστάσεις η επιβολή υψηλότερου ποσοστού διορθώσεως.
14. Την 1η Ιουλίου 1994 η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 94/442. Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχεία β_ και γ_, της ανωτέρω αποφάσεως, το όργανο συνδιαλλαγής αναλαμβάνει τη σύγκλιση των αποκλινουσών θέσεων της Επιτροπής και του ενδιαφερομένου κράτους μέλους και συντάσσει, μετά το πέρας των εργασιών του, έκθεση με τα αποτελέσματα της προσπάθειας συγκλίσεως των θέσεων. Το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο α_, διευκρινίζει ότι, όσον αφορά την συνέχεια της διαδικασίας εκκαθαρίσεως των λογαριασμών, η θέση την οποία λαμβάνει το όργανο δεν προδικάζει την οριστική απόφαση της Επιτροπής σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών και δεν θίγει το δικαίωμα προσφυγής του ενδιαφερομένου κράτους μέλους κατά της εν λόγω αποφάσεως, βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης.
Β - Η δημιουργία ενός οργανισμού για τη διενέργεια ελέγχων στον τομέα του ελαιολάδου
15. Δεδομένου ότι η πείρα έχει δείξει ότι, παρά την ύπαρξη διατάξεων που προβλέπουν μεγάλο αριθμό ειδικών ελέγχων, υπήρχαν προβλήματα ως προς την ακριβόχρονη και αποτελεσματική διενέργεια των ελέγχων, ότι από την κατάσταση αυτή μπορούσαν να προκύψουν αδικαιολόγητες δαπάνες για τους κοινοτικούς πόρους και ότι η διοικητική δομή των κρατών μελών παραγωγής δεν είχε προσαρμοστεί επαρκώς για τη διενέργεια των προβλεπομένων από την κοινοτική νομοθεσία ελέγχων, το Κοινοβούλιο εξέδωσε στις 17 Ιουλίου 1984 τον κανονισμό 2262/84 ο οποίος προβλέπει τη λήψη ειδικών μέτρων στον τομέα του ελαιολάδου . Το άρθρο 1, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του ανωτέρω κανονισμού, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 593/92 του Συμβουλίου, της 3ης Μαρτίου 1992 , προβλέπει ότι κάθε κράτος μέλος παραγωγής ιδρύει, σύμφωνα με την έννομη τάξη του, ειδικό οργανισμό στον οποίο ανατίθενται ορισμένες δραστηριότητες και η διενέργεια ελέγχων των κοινοτικών ενισχύσεων στον τομέα του ελαιολάδου, με εξαίρεση τις επιστροφές κατά την εξαγωγή. Η παράγραφος 2 της ιδίας διατάξεως ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι, προκειμένου να εξασφαλίσει την ορθή εφαρμογή του συστήματος ενισχύσεων στην παραγωγή, ο οργανισμός πρέπει:
- να ελέγχει αν οι δραστηριότητες των οργανώσεων παραγωγών και των ενώσεών τους είναι σύμφωνες με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2261/84 του Συμβουλίου, της 17ης Ιουλίου 1984, για τη θέσπιση γενικών κανόνων σχετικά με τη χορήγηση ενίσχυσης στην παραγωγή ελαιολάδου και τις οργανώσεις παραγωγών ,
- να ελέγχει την ακρίβεια των στοιχείων που περιλαμβάνονται στις δηλώσεις καλλιέργειας και στις αιτήσεις ενίσχυσης, με την επιφύλαξη των ελέγχων που πραγματοποιούνται από το κράτος μέλος δυνάμει του άρθρου 14 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2261/84,
- να ελέγχει τα εγκεκριμένα ελαιοτριβεία,
[...]
- να ελέγχει τις εγκεκριμένες επιχειρήσεις συσκευασίας, σύμφωνα με το άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3089/78 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, για τη θέσπιση γενικών κανόνων σχετικά με τη χορήγηση ενίσχυσης στην κατανάλωση ελαιολάδου , καθώς και, κατά περίπτωση, τους αναγνωρισμένους επαγγελματικούς οργανισμούς δυνάμει του άρθρου 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 136/66/ΕΟΚ . Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 4, τέταρτο εδάφιο, του κανονισμού 2262/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 593/92, τα κράτη μέλη δίδουν συνέχεια, το ταχύτερο δυνατόν, στις διαπιστώσεις που έγιναν από τον οργανισμό. Σύμφωνα με το πέμπτο εδάφιο, κοινοποιούν περιοδικά στην Επιτροπή κατάσταση που περιλαμβάνει τα μέτρα που ελήφθησαν και τις κυρώσεις που επιβλήθηκαν σε συνέχεια των διαπιστώσεων που έγιναν από τον οργανισμό κατά τη διάρκεια των διενεργηθέντων ελέγχων.
16. Με τον νόμο 28/1987 της 11ης Δεκεμβρίου 1987 , το Βασίλειο της Ισπανίας προέβη στη σύσταση ενός οργανισμού για το ελαιόλαδο , τα καθήκοντα του οποίου είναι, μεταξύ άλλων, ο έλεγχος της συμβατότητας των δραστηριοτήτων των οργανώσεων παραγωγών προς την κοινοτική νομοθεσία.
17. Αντιθέτως, η Servicio Nacional de Productos Agrarios (SENPA), νυν Fondo Español de Garantia Agraria , είναι η οργάνωση στην οποία έχει ανατεθεί η έγκριση της άμεσης καταβολής των ενισχύσεων στις επιχειρήσεις που τις δικαιούνται, καθώς και η πληρωμή των προκαταβολών μετά την κατάθεση της απαιτούμενης εγγυήσεως καθώς και η επιβολή τυχόν κυρώσεων.
18. Οι λόγοι ακυρώσεως που προβάλλει η Ισπανική Κυβέρνηση αφορούν τρεις κατηγορίες κοινοτικών ενισχύσεων: τις ενισχύσεις στην παραγωγή ελαιολάδου, τις ενισχύσεις στην κατανάλωση ελαιολάδου και τις ενισχύσεις στην παραγωγή αποξηραμένων ζωοτροφών. Επιπλέον, η Ισπανική Κυβέρνηση προσάπτει στην Επιτροπή ότι παρέβη ορισμένες αρχές του κοινοτικού δικαίου. Θα εξετάσω διαδοχικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως βάσει των ανωτέρω θεματικών ενοτήτων.
ΙΙΙ - Οι ενισχύσεις στην παραγωγή ελαιολάδου
Α - Νομικό πλαίσιο
1. Γενικές διατάξεις
19. Ο κανονισμός 136/66 αφορά τη δημιουργία κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των λιπαρών ουσιών.
20. To άρθρο 5, παράγραφος 1, του ανωτέρω κανονισμού, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1915/87 , θέσπισε καθεστώς ενισχύσεων στην παραγωγή ελαιολάδου προκειμένου να συμβάλει στην επίτευξη δίκαιου εισοδήματος για τους παραγωγούς. Η παράγραφος 2 της διατάξεως αυτής, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3499/90 , προβλέπει ότι η ενίσχυση χορηγείται, αφενός, στους ελαιοκαλλιεργητές, η μέση παραγωγή των οποίων ανέρχεται σε τουλάχιστον 500 χιλιόγραμμα ελαιολάδου ανά περίοδο εμπορίας, με βάση την πράγματι παραχθείσα ποσότητα ελαιολάδου και, αφετέρου, στους λοιπούς ελαιοκαλλιεργητές, με βάση τον αριθμό και το δυναμικό παραγωγής των ελαιοδένδρων που καλλιεργούν καθώς και των αποδόσεων των ελαιοδένδρων αυτών που έχουν καθοριστεί κατ' αποκοπή και εφόσον οι ελιές που παρήχθησαν έχουν συνθλιβεί.
21. Με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1413/82 του Συμβουλίου, της 18ης Μα_ου 1982, ο οποίος τροποποιεί τον κανονισμό 136/66 , καθιερώθηκε ειδικό σύστημα βασιζόμενο στη δράση των οργανώσεων ελαιοκαλλιεργητών ή των ενώσεών τους, επιφορτισμένων να προβαίνουν στη διενέργεια ορισμένων πράξεων συνδεομένων με την εφαρμογή του καθεστώτος ενισχύσεως . Η όγδοη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού διευκρινίζει ότι η δραστηριότητα των ενώσεων πρέπει να εξασφαλίζει ενισχυμένο έλεγχο της παραγωγής των ελαιοκαλλιεργητών που αποτελούν μέλη των οργανώσεων, μελών των ως άνω ενώσεων, οπότε επιβάλλεται να επιφυλάσσεται υπέρ των τελευταίων το ευεργέτημα της προκαταβολής επί του ποσού της ενισχύσεως.
22. Σύμφωνα με το άρθρο 20γ, παράγραφος 1, στοιχείο β_, του κανονισμού 136/66, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1413/82, οι αναγνωρισμένες οργανώσεις παραγωγών πρέπει να είναι σε θέση να ελέγχουν την παραγωγή ελαιών και ελαίου των μελών τους. Κατά την παράγραφο 2, στοιχείο β_, της ιδίας διατάξεως, οι ενώσεις των ΑΟΠ πρέπει να είναι σε θέση να συντονίζουν και να ελέγχουν τη δραστηριότητα των οργανώσεων που τις αποτελούν. Η παράγραφος 3 της ιδίας διατάξεως προβλέπει ότι, εφόσον δεν πληρούνταν ή δεν πληρούνται πλέον οι προϋποθέσεις αναγνωρίσεως μιας οργανώσεως ή ενώσεως, αυτή παύει να είναι αναγνωρισμένη.
23. Το άρθρο 5, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 2261/84 διευκρινίζει συναφώς ότι κάθε ΑΟΠ δηλώνει στην αρμόδια αρχή, το αργότερο στις 30 Ιουνίου κάθε έτους, τις τυχόν τροποποιήσεις που έγιναν στη δομή της μετά την αναγνώρισή της ή μετά την τελευταία ετήσια δήλωση, καθώς και τις τυχόν παραληφθείσες αιτήσεις αποχωρήσεως ή εγγραφής μελών. Με βάση τη δήλωση αυτή και τα αποτελέσματα των τυχόν ελέγχων της, η αρμόδια αρχή εξακριβώνει, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της ιδίας παραγράφου, αν εξακολουθούν να τηρούνται οι απαιτούμενες για την αναγνώριση προϋποθέσεις. Σε περίπτωση που δεν τηρούνται πλέον οι προϋποθέσεις αυτές ή που η δομή μιας οργανώσεως δεν επιτρέπει την εξακρίβωση της παραγωγής των μελών της, η ως άνω αρχή οφείλει, δυνάμει του τρίτου εδαφίου της εν λόγω παραγράφου, να προβεί αμελλητί, το αργότερο δε πριν από την έναρξη της επόμενης περιόδου εμπορίας, στην ανάκληση της αναγνωρίσεως, ενώ ανακοινώνει στην Επιτροπή την απόφασή της.
24. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 2261/84, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τα προοριζόμενα για τις ενώσεις και οργανώσεις παραγωγών ποσά, κατ' εφαρμογή της παραγράφου 1 της ιδίας διατάξεως, δεν χρησιμοποιούνται από αυτές παρά μόνο για τους σκοπούς της χρηματοδοτήσεως των δραστηριοτήτων με τις οποίες είναι επιφορτισμένες δυνάμει του ιδίου κανονισμού. Η παράγραφος 3 της εν λόγω διατάξεως προβλέπει ότι, σε περίπτωση που τα επιλεγέντα από τις οργανώσεις παραγωγών ποσά δεν χρησιμοποιούνται εξ ολοκλήρου ή εν μέρει για τους σκοπούς της χρηματοδοτήσεως των δραστηριοτήτων με τις οποίες είναι επιφορτισμένες, τα ποσά αφαιρούνται από τις χρηματοδοτούμενες εκ μέρους του ΕΓΤΠΕ δαπάνες.
25. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2261/84, η ενίσχυση χορηγείται ύστερα από αίτηση που υποβάλλουν οι ενδιαφερόμενοι στο κράτος μέλος όπου έχει παραχθεί το ελαιόλαδο. Το άρθρο 2, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 3500/90 του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1990 , προβλέπει ότι, στην περίπτωση των ελαιοκαλλιεργητών, η μέση παραγωγή των οποίων ανέρχεται σε τουλάχιστον 500 χιλιόγραμμα ελαιολάδου ανά περίοδο εμπορίας, η ενίσχυση χορηγείται για την πράγματι παραχθείσα ποσότητα ελαίου σε εγκεκριμένο ελαιοτριβείο. Σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3061/84 της Επιτροπής, της 31ης Οκτωβρίου 1984, περί των λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος ενισχύσεως στην παραγωγή ελαιολάδου , η υποβαλλόμενη από κάθε ελαιοκαλλιεργητή αίτηση ενισχύσεως πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένα στοιχεία μεταξύ των οποίων καταλέγονται, ιδίως, το ή τα εγκεκριμένα ελαιοτριβεία όπου παρήχθη το έλαιο, με αναφορά για το καθένα της ποσότητας των ελαιών που χρησιμοποιήθηκαν και της ποσότητας ελαίου που παρήχθη. Η σχετική αίτηση πρέπει να συνοδεύεται από δήλωση του ελαιοτριβείου βεβαιώνουσα τα στοιχεία του ελαιοκαλλιεργητή.
26. Προκειμένου να λάβουν τη σχετική έγκριση, τα ενδιαφερόμενα ελαιοτριβεία οφείλουν να τηρούν ορισμένες προϋποθέσεις απαριθμούμενες στα άρθρα 13, παράγραφος 4, του κανονισμού 2261/84 και 9 του κανονισμού 3061/84. Το άρθρο 13, παράγραφος 4, του κανονισμού 2261/84 ορίζει ότι, εφόσον δεν πληρούται πλέον μία από τις προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η έγκριση, η τελευταία ανακαλείται για περίοδο, η διάρκεια της οποίας είναι συνάρτηση της σοβαρότητας της παραβάσεως. Η παράγραφος 6 της ιδίας διατάξεως διευκρινίζει ότι, σε περίπτωση που η ανάκληση της εγκρίσεως ελαιοτριβείου επάγεται σοβαρές συνέπειες για το δυναμικό συνθλίψεως ελαιών σε συγκεκριμένη ζώνη παραγωγής, προβλέπεται η δυνατότητα να αποφασιστεί η χορήγηση εγκρίσεως στο εν λόγω ελαιοτριβείο υπό καθεστώς ειδικού ελέγχου. Προς τούτο, το κράτος μέλος οφείλει, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 4, του κανονισμού 3061/84, να υποβάλει αιτιολογημένη αίτηση στην Επιτροπή, διευκρινίζοντας τη μορφή ελέγχου που δεσμεύεται να διενεργήσει στο εν λόγω ελαιοτριβείο.
2. Το καθεστώς ελέγχου
27. Κατά το άρθρο 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 2261/84, κάθε κράτος μέλος παραγωγής θεσπίζει καθεστώς ελέγχων διασφαλίζον ότι το προϊόν για το οποίο χορηγείται η ενίσχυση δικαιούται να τύχει της ενισχύσεως αυτής.
28. Το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο δ_, του κανονισμού 3061/84 ορίζει συναφώς ότι η πρώτη δήλωση καλλιεργείας που υποβάλλεται από ελαιοκαλλιεργητή πρέπει να περιλαμβάνει ιδίως τον αριθμό των παραγωγικών ελαιοδένδρων, οι ελιές των οποίων χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ελαίου. Κατά την παράγραφο 5 του ιδίου άρθρου, σε περίπτωση που ένα μέρος των ελαιών χρησιμοποιήθηκε για σκοπούς ξένους προς την παραγωγή ελαιολάδου, η ενίσχυση καταβάλλεται κατ' αναλογία των ελαιών που προορίζονται για την παραγωγή ελαιολάδου.
29. Κατά το άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 2261/84, τα κράτη μέλη παραγωγής ελέγχουν επί τόπου τη δραστηριότητα και τη λογιστική αποθήκης ορισμένου ποσοστού εγκεκριμένων ελαιοτριβείων. Η παράγραφος 3α της εν λόγω διατάξεως που προστέθηκε με τον κανονισμό 3500/90 διευκρινίζει ότι, για τους σκοπούς της καταβολής της ενισχύσεως στους ελαιοπαραγωγούς, η μέση παραγωγή των οποίων ανέρχεται σε τουλάχιστον 500 χιλιόγραμμα ελαιών ανά περίοδο εμπορίας, τα κράτη μέλη παραγωγής ελέγχουν την ακρίβεια των δηλώσεων καλλιεργείας βάσει καθοριστέων κριτηρίων, το αν η αναγραφόμενη στην αίτηση ενισχύσεως ποσότητα ελαίου αντιστοιχεί προς την προκύπτουσα από τα λογιστικά βιβλία αποθήκης των εγκεκριμένων ελαιοτριβείων και τη συμφωνία μεταξύ της παραγωγής ελαιών, οι οποίες, σύμφωνα με τη δήλωση κάθε ελαιοπαραγωγού, έχουν υποστεί σύνθλιψη σε εγκεκριμένο ελαιοτριβείο, και των στοιχείων που προκύπτουν από τη δήλωση καλλιεργείας βάσει των προαναφερθέντων καθοριστέων κριτηρίων. Όσον αφορά τους ελαιοκαλλιεργητές, η μέση παραγωγή των οποίων είναι κατώτερη από 500 χιλιόγραμμα ελαιολάδου ανά περίοδο εμπορίας, το άρθρο 14, παράγραφος 4, του κανονισμού 2261/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 3500/90, ορίζει ότι ο έλεγχος πρέπει να καθιστά εφικτή την επαλήθευση της ακριβείας των δηλώσεων καλλιεργείας βάσει καθοριστέων κριτηρίων και της προσκομίσεως της αποδείξεως περί συνθλίψεως των ελαιών σε εγκεκριμένο ελαιοτριβείο.
30. Δυνάμει του άρθρου 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 3061/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 928/91 της Επιτροπής, της 15ης Απριλίου 1991 , ο κατά το άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 2261/84 έλεγχος καλύπτει τουλάχιστον τον 10 % των εγκεκριμένων ελαιοτριβείων που λειτουργούν κατά τη συγκεκριμένη περίοδο εμπορίας. Η παράγραφος 3 της ιδίας διατάξεως προβλέπει ότι, για τον έλεγχο της ακριβείας των κατά το άρθρο 14, παράγραφοι 3α και 4, του κανονισμού 2261/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 3500/90, δηλώσεων καλλιεργείας, τα κράτη μέλη παραγωγής λαμβάνουν υπόψη, μεταξύ άλλων, τα στοιχεία που προκύπτουν από το ελαιοκομικό μητρώο και από τα μηχανογραφημένα αρχεία, τα προκύπτοντα από τους επιτοπίους ελέγχους με αντικείμενο τον ελαιοκαλλιεργητή στοιχεία, τις αποδόσεις σε ελιές και σε έλαια που καθορίζονται για τη ζώνη στην περιοχή όπου κείται η σχετική ή οι σχετικές εκμεταλλεύσεις.
31. Το άρθρο 15, παράγραφος 3, του κανονισμού 2261/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 3500/90, ορίζει ότι, οσάκις οι κατά τα άρθρα 13 και 14 του κανονισμού έλεγχοι δεν καθιστούν εφικτή την επιβεβαίωση των στοιχείων που περιέχουν τα λογιστικά βιβλία αποθήκης ενός εγκεκριμένου ελαιοτριβείου, το οικείο κράτος μέλος καθορίζει, υπό την επιφύλαξη των τυχόν κυρώσεων που επιβάλλονται στο εν λόγω ελαιοτριβείο, την ποσότητα ελαιολάδου για την οποία είναι δυνατή η παροχή ενισχύσεως για κάθε παραγωγό, η μέση παραγωγή του οποίου ανέρχεται σε τουλάχιστον 500 χιλιόγραμμα ελαιολάδου ανά περίοδο εμπορίας και ο οποίος ανέθεσε τη σύνθλιψη της ελαιοπαραγωγής του στο ελαιοτριβείο αυτό. Κατά την παράγραφο 4 της ιδίας διατάξεως, για τους σκοπούς του καθορισμού της δυνάμενης να τύχει ενισχύσεως ποσότητας, το κράτος μέλος λαμβάνει υπόψη ιδίως τις αποδόσεις σε ελιές και ελαιόλαδο που καθορίζονται κατ' αποκοπή σύμφωνα με το άρθρο 18 του κανονισμού, διάταξη προβλέπουσα τον καθορισμό κατά ομοιογενείς ζώνες παραγωγής.
3. Το ελαιοκομικό μητρώο και τα μηχανογραφημένα αρχεία με τα ελαιοκομικά στοιχεία
32. Για την απόκτηση των αναγκαίων στοιχείων προκειμένου να είναι γνωστό εντός της Κοινότητας το παραγωγικό δυναμικό σε ελιές και ελαιόλαδο, αφενός, και για την επίτευξη καλύτερης λειτουργίας του κοινοτικού καθεστώτος της ενισχύσεως για το προϊόν αυτό, αφετέρου, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 154/75, της 21ης Ιανουαρίου 1975, περί καταρτίσεως ελαιοκομικού [μητρώου] στα κράτη μέλη παραγωγής ελαιολάδου .
33. Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 154/75 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη παραγωγής ελαιολάδου καταρτίζουν ελαιοκομικό μητρώο καλύπτον όλες τις κείμενες στο έδαφός τους ελαιοκομικές εκμεταλλεύσεις. Η προθεσμία καταρτίσεως του εν λόγω μητρώου έληξε, όσον αφορά το Βασίλειο της Ισπανίας, την 1η Νοεμβρίου 1988, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 2, του ανωτέρω κανονισμού, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 3788/85 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1985, για την προσαρμογή, λόγω της προσχωρήσεως της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, ορισμένων κανονισμών του τομέα των λιπαρών ουσιών .
34. Με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2276/79, της 16ης Οκτωβρίου 1979, η Επιτροπή προέβλεψε τις λεπτομέρειες εφαρμογής για την κατάρτιση ελαιοκομικού μητρώου στα κράτη μέλη παραγωγής . Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 586/88 της Επιτροπής, της 2ας Μαρτίου 1988, περί τροποποιήσεως του κανονισμού 2276/79 , προσέθεσε τα άρθρο 6α και 6β. Δυνάμει του άρθρου 6α, τα κράτη μέλη που παράγουν ελαιόλαδο προβαίνουν, σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασία, στην ετήσια ενημέρωση του ελαιοκομικού μητρώου, λαμβάνοντας υπόψη, ιδίως, τις ενδεχόμενες αλλαγές στις δηλώσεις καλλιεργείας που υποβάλλουν οι ελαιοκαλλιεργητές. Το άρθρο 6β, παράγραφος 1, του κανονισμού προβλέπει ότι τα κράτη μέλη που παράγουν ελαιόλαδο και προσχώρησαν στην Κοινότητα μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού έχουν τη δυνατότητα αναζητήσεως, μέσω δοκιμών, της μεθοδολογίας που είναι καλύτερα προσαρμοσμένη στην κατάσταση της εντός της επικρατείας τους ελαιοκαλλιεργείας. Προς τούτο, τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή προς έγκριση πειραματικό πρόγραμμα. Κατά το άρθρο 6β, παράγραφος 2, η Επιτροπή ανακοινώνει στο κράτος μέλος την απόφασή της επί του υποβληθέντος προγράμματος, ενδεχομένως συνοδευόμενη από τις τροποποιήσεις που αυτή θεωρεί σκόπιμες. Μετά την έγκρισή του από την Επιτροπή, το πρόγραμμα εκτελείται το ταχύτερο δυνατόν υπό την ευθύνη του οικείου κράτους μέλους.
35. Όσον αφορά τη χρηματοδότηση του ελαιοκομικού μητρώου, ο κανονισμός 154/75 τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1794/79 του Συμβουλίου, της 9ης Αυγούστου 1979, περί χρηματοδοτήσεως του ελαιοκομικού μητρώου . Σύμφωνα με το νέο άρθρο 3, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, η χρηματοδότηση του ελαιοκομικού μητρώου, μέσω της μειώσεως της ενισχύσεως στην παραγωγή, χωρεί βάσει της ίδιας διαδικασίας με την προβλεπόμενη για τις κατά τα άρθρα 2 και 3 του κανονισμού 729/70 δαπάνες. Δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 5, είναι επιλέξιμες οι δαπάνες που προκύπτουν από τις συναπτόμενες μεταξύ της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους παραγωγής και των επιφορτισμένων με την εκτέλεση των εργασιών φυσικών ή νομικών προσώπων συμβάσεις ή οι δαπάνες που προκύπτουν, πλην των δαπανών διαχειρίσεως και ελέγχου, οσάκις το κράτος μέλος αναθέτει τις εν λόγω εργασίες στις υπηρεσίες του. Το κράτος μέλος ενημερώνει προηγουμένως την Επιτροπή σχετικά με το περιεχόμενο των συμβάσεων ή της συγγραφής υποχρεώσεων ή του εκτιμώμενου κόστους των εργασιών.
36. Το άρθρο 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 2261/84 επιβάλλει επίσης στα κράτη μέλη παραγωγής την υποχρέωση να δημιουργήσουν και να ενημερώνουν διαρκώς μηχανογραφημένα αρχεία ελαιοκομικών στοιχείων. Κατά το άρθρο 17, παράγραφος 2, του ανωτέρω κανονισμού, τα δημιουργούμενα αρχεία και το σύστημα επεξεργασίας για τον έλεγχό τους πρέπει να συμβιβάζονται με το σύστημα πληροφορικής που χρησιμοποιεί κάθε κράτος μέλος παραγωγής για το ελαιοκομικό μητρώο.
37. Το άρθρο 14, παράγραφος 5, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 2261/84 επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να χρησιμοποιούν τα εν λόγω αρχεία για τους σκοπούς των προβλεπομένων από τον κανονισμό ελέγχων και επαληθεύσεων. Κατά το άρθρο 16, παράγραφος 2, αυτού, τα σχετικά αρχεία πρέπει να περιλαμβάνουν όλα τα ενδεδειγμένα στοιχεία προς διευκόλυνση των πράξεων ελέγχου και της ταχείας αποκαλύψεως των παρατυπιών, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών σχετικά με την παραγωγή των ελαιοτριβείων. Επιπλέον, το άρθρο 11, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 3061/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 98/89 της Επιτροπής, της 17ης Ιανουαρίου 1989 , προβλέπει ότι τα κράτη μέλη εισάγουν στο μηχανογραφημένο αρχείο τα αφορώντα το ελαιοκομικό μητρώο στοιχεία, μόλις αυτά είναι διαθέσιμα.
38. Το άρθρο 11, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 3061/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 98/89, προβλέπει ότι η εφαρμογή του συνόλου των στοιχείων του μηχανογραφημένου αρχείου έπρεπε να είναι επιχειρησιακή πριν από τις 31 Οκτωβρίου 1990.
Β - Επί των αφορωσών την ενίσχυση στην παραγωγή ελαιολάδου δημοσιονομικών διορθώσεων
1. Επί της συγκεκριμένης δημοσιονομικής διορθώσεως των ενισχύσεων που καταβλήθηκαν σε δύο οργανώσεις παραγωγών
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
39. Η Ισπανική Κυβέρνηση αμφισβητεί την ορθότητα της διορθώσεως ύψους 224 414 161 ESP που της επιβλήθηκε σε σχέση με τις ενισχύσεις που καταβλήθηκαν στις ΑΟΠ OPROL (Τολέδο) και APROL-JJAA (Badajoz).
40. Κατά την άποψή της, δεν συντρέχει κανένας λόγος για τον οποίο δεν θα έπρεπε να χορηγηθούν ενισχύσεις σε κράτος μέλος, όταν αυτό αποδεικνύει ότι το σύστημά του ελέγχου είναι επαρκές.
41. Σε απάντηση στο επιχείρημα της Επιτροπής ότι η ανταλλαγή στοιχείων μεταξύ των αυτονόμων κοινοτήτων και του FEGA ήταν ανεπαρκής, η Ισπανική Κυβέρνηση φρονεί αντιθέτως ότι ο διενεργηθείς επί των ΑΟΠ έλεγχος ήταν εξονυχιστικός. Η Ισπανική Κυβέρνηση διευκρινίζει ότι υπάρχουν λόγοι για τους οποίους οι οχλήσεις εκ μέρους των ΟΕ δεν συνεπάγονται πάντοτε την αυτόματη ανάκληση της αναγνωρίσεως των ΑΟΠ, όπως θα επιθυμούσε η Επιτροπή. Αφενός, οι διαδικασίες που αφορούν την εφαρμογή των κυρώσεων διέπονται από το δίκαιο των κρατών μελών, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 2988/95 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1995, σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , πράγμα το οποίο συνεπάγεται, στην περίπτωση του Βασιλείου της Ισπανίας, την ανάγκη διεξαγωγής μακράς και περίπλοκης διαδικασίας εκατέρωθεν ακροάσεως. Επομένως, η ταχεία επιβολή κυρώσεων δεν μπορεί να είναι άμεση. Αφετέρου, η ανάκληση της αναγνωρίσεως είναι αρκούντως βαρύ μέτρο το οποίο δεν θα έπρεπε να λαμβάνεται όταν η παράβαση είναι ήσσονος σημασίας.
42. Η Ισπανική Κυβέρνηση υπενθυμίζει ότι η ανάκληση της αναγνωρίσεως της OPROL έγινε με απόφαση της Consejería de Agricultura de la Junta de Comunidades de Castilla-La Mancha της 25ης Απριλίου 1995, κατόπιν προτάσεως του ΟΕ. Ως προς την APROL-JJAA, η Ισπανική Κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι η πρόταση ανακλήσεως που είχε υποβάλει ο ΟΕ δεν έγινε δεκτή, προσθέτει όμως ότι η πρόταση αυτή στηριζόταν σε απλές υπόνοιες ή φόβους και όχι σε επαρκείς αιτιολογίες.
43. Η Ισπανική Κυβέρνηση αμφισβητεί τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι δεν της διαβίβασε τα στοιχεία που είχε ζητήσει και τα οποία, όπως υποστηρίζει, δεν έλαβε.
44. Επιπλέον, η Ισπανική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι η μόνη περίπτωση στην οποία η κοινοτική νομοθεσία προβλέπει την αφαίρεση ορισμένων ποσών από τις δαπάνες που χρηματοδοτεί το ΕΓΤΠΕ είναι αυτή κατά την οποία επιβεβαιώνεται ότι τα ποσά που έλαβε ο ΑΟΠ δεν χρησιμοποιήθηκαν, εν όλω ή εν μέρει, για τη χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων που τους έχουν ανατεθεί, σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 2261/84.
45. Η Ισπανική Κυβέρνηση προσθέτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση θα εξακολουθούσε να είναι παράνομη ακόμη κι αν αποδεικνυόταν η κακή λειτουργία ορισμένων ΑΟΠ. Κατά την άποψή της, η διόρθωση πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να αφορά την ενίσχυση που έλαβε η ΑΟΠ για τη λειτουργία της και όχι όλους τους ελαιοκαλλιεργητές που είναι μέλη της. Η αρχή του προσωποπαγούς χαρακτήρα της ποινής και, κυρίως, η αρχή της αναλογικότητας επιβάλλουν το συμπέρασμα αυτό. Η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει επίσης ότι οι αποφάσεις της Επιτροπής δεν αφορούν πάντοτε τις ενισχύσεις που καταβλήθηκαν στο σύνολο των ελαιοκαλλιεργητών, πράγμα το οποίο θέτει το ζήτημα των κριτηρίων που χρησιμοποίησε η Επιτροπή και του τυχόν αυθαίρετου χαρακτήρα των αποφάσεών της.
46. Η Ισπανική Κυβέρνηση προσάπτει στην Επιτροπή ότι προκάλεσε σημαντική ανασφάλεια δικαίου αμελώντας να διευκρινίσει τις προϋποθέσεις που δικαιολογούν την ανάκληση της αναγνωρίσεως. Δεδομένου ότι το μέτρο αυτό είναι περιοριστικό των ατομικών δικαιωμάτων, θα πρέπει να λαμβάνεται όταν το αποδεικτικό υλικό που αφορά την ύπαρξη παρατυπιών έχει συλλεγεί σύμφωνα με την προβλεπόμενη διαδικασία. Η Ισπανική Κυβέρνηση αμφισβητεί την ύπαρξη παραβάσεων. Φρονεί ότι πρόκειται για συγκεκριμένες παραλείψεις που δικαιολογούν την παρακολούθηση των ΑΟΠ στις οποίες εντοπίστηκαν οι παραλείψεις αυτές.
47. Η Ισπανική Κυβέρνηση φρονεί ότι η επέκταση στην ενίσχυση που έλαβαν όλα τα μέλη μιας ΑΟΠ των συνεπειών μιας παρατυπίας που πρέπει να καταλογιστεί στην ΑΟΠ παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας δεδομένου ότι η πλειονότητα των μελών αυτών δεν διέπραξε καμία παράβαση.
48. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η επιβληθείσα συγκεκριμένη διόρθωση αντιπροσωπεύει τόσο την ενίσχυση που χορηγήθηκε στην OPROL και στην APROL-JJAA όσο και την ενίσχυση που χορηγήθηκε, μέσω των δύο αυτών οργανώσεων, στους ελαιοπαραγωγούς κατά το οικονομικό έτος 1993.
49. Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι η διόρθωση αυτή, όπως και οι λοιπές διορθώσεις που επιβλήθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι το αποτέλεσμα των στοιχείων - ή της ελλείψεως στοιχείων - που παρέσχον οι διάφορες ισπανικές αρχές, των επιθεωρήσεων του ΟΕ και των διαφόρων επιτοπίων ελέγχων που διενεργήθηκαν από τις υπηρεσίες ελέγχου του ΕΓΤΠΕ .
50. Μέσω των ελέγχων αυτών εντοπίστηκαν σοβαρές και επαναλαμβανόμενες παρατυπίες στη διαχείριση και στη λειτουργία έξι ΑΟΠ μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι δύο ΑΟΠ τις οποίες αφορά η επίδικη διόρθωση. Ο λόγος για τον οποίο επιβλήθηκε εις βάρος τους δημοσιονομική διόρθωση είναι ότι κατέστη εφικτό να συγκεντρωθούν τα στοιχεία που ήσαν αναγκαία για την εκτίμηση της εις βάρος τους διορθώσεως.
51. Η Επιτροπή τονίζει ότι, λόγω του ότι οι ΑΟΠ αποτελούν ουσιώδες στοιχείο της διαχειρίσεως και του ελέγχου της κοινής οργανώσεως αγορών, η κοινοτική νομοθεσία τους αναθέτει, ως αντάλλαγμα για τις ενισχύσεις και τις δημοσιονομικές διευκολύνσεις που λαμβάνουν, συγκεκριμένες υποχρεώσεις και καθήκοντα σχετικά με τη διαχείριση και τον έλεγχο των κοινοτικών ενισχύσεων που λαμβάνουν οι παραγωγοί που είναι μέλη τους.
52. H Επιτροπή αναφέρει ότι, προκειμένου οι οργανώσεις αυτές να αναγνωριστούν ως ενώσεις παραγωγών, πρέπει υποχρεωτικώς να πληρούν όλες τις απαιτήσεις και τις προϋποθέσεις που προβλέπει η κοινοτική νομοθεσία, όπως ορίζονται κυρίως στο τροποποιηθέν με τον κανονισμό 1413/82 άρθρο 20γ του κανονισμού 136/66, και στον κανονισμό 2261/84, μεταξύ άλλων στο άρθρο 5, παράγραφος 3. Η Επιτροπή προσθέτει ότι είναι σημαντικό όλες αυτές οι οργανώσεις να πληρούν, όχι μόνον κατά τον χρόνο της συστάσεώς τους, αλλά και καθ' όλη τη διάρκεια της λειτουργίας τους, όλες τις υποχρεώσεις, τις προϋποθέσεις και τα καθήκοντα που επιβάλλει η κοινοτική νομοθεσία.
53. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι, στην περίπτωση που δεν τηρούνται πλέον οι απαιτούμενες για την αναγνώριση μιας οργανώσεως ως ενώσεως παραγωγών προϋποθέσεις, η αρμόδια αρχή υποχρεούται να προβαίνει αμελλητί στην ανάκληση της αναγνωρίσεως χωρίς να διαθέτει κανένα περιθώριο εκτιμήσεως. Κατά την Επιτροπή, το μέτρο αυτό δεν αποτελεί κύρωση, αλλά απορρέει από την παράβαση των προϋποθέσεων που πρέπει να συντρέχουν προκειμένου να εξακολουθήσει να λειτουργεί η οργάνωση αυτή ως ΑΟΠ. Η αναγνώριση ανακαλείται υπό την επιφύλαξη των τυχόν κυρώσεων που πρέπει να επιβληθούν. Οι αυτόνομες ισπανικές κοινότητες αρνήθηκαν να προβούν στην ανάκληση της αναγνωρίσεως των εν λόγω ΑΟΠ την οποία πρότεινε ο ΟΕ, μολονότι αναγνώρισαν, κατά τα ουσιώδη, την ύπαρξη των επισημανθεισών παρατυπιών.
54. Κατά την Επιτροπή, το Βασίλειο της Ισπανίας δεν διαβίβασε το μεγαλύτερο μέρος των στοιχείων σχετικά με τις εν λόγω ΑΟΠ, τα οποία είχε επανειλημμένως ζητήσει η Επιτροπή.
β) Εκτίμηση
55. Η επιχειρηματολογία της Ισπανικής Κυβερνήσεως αφορά τις νομικές προϋποθέσεις για την ανάκληση της αναγνωρίσεως των ΑΟΠ, το αποδεικτικό υλικό για τις διαπραχθείσες παρατυπίες, καθώς και την έκταση της διορθώσεως που επιβλήθηκε εις βάρος του Βασιλείου της Ισπανίας λόγω των παρατυπιών αυτών.
56. Θα εξετάσω στη συνέχεια ένα προς ένα τα σημεία αυτά.
i) Οι προϋποθέσεις για την ανάκληση της αναγνωρίσεως των ΑΟΠ
57. Υπενθυμίζω ότι ο κανονισμός 1413/82 καθιέρωσε ένα ειδικό σύστημα βασιζόμενο στη δράση των οργανώσεων ελαιοκαλλιεργητών ή των ενώσεών τους που έχουν επιφορτιστεί με τον ενισχυμένο έλεγχο της παραγωγής των ελαιοκαλλιεργητών, μελών των οργανώσεων οι οποίες έχουν προσχωρήσει στις ενώσεις αυτές.
58. To άρθρο 20γ, παράγραφος 1, στοιχείο β_, του κανονισμού 136/66, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1413/82, καθορίζει τις προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η αναγνώριση των οργανώσεων παραγωγών. Ειδικότερα, οι ΑΟΠ πρέπει να είναι σε θέση να ελέγχουν την παραγωγή ελαιοκάρπου και ελαιολάδου των μελών τους.
59. Το άρθρο 20γ, παράγραφος 2, στοιχείο β_, του ανωτέρω κανονισμού περιγράφει με απόλυτη σαφήνεια τις συνέπειες εκ του ότι δεν συντρέχουν πλέον οι προϋποθέσεις που δικαιολογούσαν την αναγνώριση. Στην περίπτωση αυτή, πράγματι, η ΑΟΠ ή η ένωση ΑΟΠ παύει να είναι αναγνωρισμένη.
60. To άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 2261/84 διευκρινίζει τις λεπτομέρειες της ανακλήσεως. Προβλέπει ότι, βάσει της ετήσιας δηλώσεως την οποία υποχρεούνται να υποβάλλουν οι ΑΟΠ, με την οποία οι ενώσεις αυτές γνωστοποιούν στην αρμόδια αρχή τις τυχόν τροποποιήσεις που επήλθαν στη δομή τους καθώς και τα αποτελέσματα των τυχόν ελέγχων τους, η αρμόδια αρχή βεβαιώνεται ότι εξακολουθούν να συντρέχουν οι απαιτούμενες για την αναγνώρισή τους προϋποθέσεις. Σε αντίθετη περίπτωση, «η αρμόδια αρχή πρέπει, χωρίς καθυστέρηση, και το αργότερο πριν από την αρχή της επόμενης περιόδου εμπορίας, να ανακαλέσει την αναγνώριση [...]».
61. Φρονώ ότι από την ανωτέρω διάταξη συνάγονται τέσσερα συμπεράσματα.
62. Αφενός, είναι ευχερής ο καθορισμός των προϋποθέσεων που δικαιολογούν την αναγνώριση μιας ενώσεως ως ΑΟΠ. Μεταξύ των προϋποθέσεων αυτών καταλέγεται και η ικανότητα διενεργείας ελέγχων σχετικά με την παραγωγή ελαιοκάρπου και ελαιολάδου των μελών της, η παράλειψη διενεργείας των οποίων είναι αυτό ακριβώς το οποίο προσάπτεται στις εν λόγω ΑΟΠ.
63. Οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν προκειμένου να ανακληθεί η αναγνώριση καθορίζονται με σαφήνεια από την κοινοτική νομοθεσία. Επομένως, φρονώ ότι καταχρηστικώς η Ισπανική Κυβέρνηση προσάπτει στην Επιτροπή ότι προκαλεί ανασφάλεια δικαίου παραλείποντας να διευκρινίσει τις προϋποθέσεις αυτές. Επιπλέον, θα δείξω στη συνέχεια ότι η Επιτροπή εξέθεσε με σαφήνεια τον λόγο για τον οποίο επέβαλε ορισμένες δημοσιονομικές διορθώσεις ο οποίος συνίστατο στην αδυναμία των ΑΟΠ να προβούν στη διενέργεια ελέγχων της παραγωγής .
64. Αφετέρου, η αναγνώριση της ΑΟΠ πρέπει να ανακαλείται αμέσως μόλις παύσει να τηρείται κάποια από τις προϋποθέσεις της αναγνωρίσεως. Το άρθρο 20γ του κανονισμού 136/66, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1413/82, απαριθμεί τις προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η αναγνώριση και, ως εκ τούτου, η έλλειψη κάποιας εξ αυτών αρκεί για την ανάκλησή της. Εν προκειμένω, ο έλεγχος της παραγωγής από τις ΑΟΠ πρέπει να είναι αποτελεσματικός και συνεχής προκειμένου η ΑΟΠ να διατηρήσει το αρχικό καθεστώς της.
65. Επομένως, αν αποδεικνύεται ότι οι έλεγχοι τους οποίους είναι υποχρεωμένη να διενεργήσει η ΑΟΠ είναι ανεπαρκείς ή ότι η οργάνωση ή η λειτουργία της δεν της παρέχει τη δυνατότητα να τους διενεργήσει, αίρεται το καθεστώς της ΑΟΠ ως οργανώσεως.
66. Επιπλέον, από τις προπαρατεθείσες διατάξεις δεν συνάγεται η επιβολή ορίων με γνώμονα τη βαρύτητα των πραγματικών περιστατικών που επάγονται την ανάκληση. Από τις διατάξεις του άρθρου 20γ του κανονισμού 136/66, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1413/82, προκύπτει ότι η διαπίστωση της ανεπαρκούς ικανότητας της ΑΟΠ να διενεργεί τις πράξεις επαληθεύσεως αρκεί προκειμένου να δικαιολογηθεί η ανάκληση της αναγνωρίσεως. Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από τον σκοπό που επιδιώκει η ισχύουσα κοινοτική νομοθεσία ο οποίος έγκειται στην καθιέρωση, προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματική διαχείριση των ενισχύσεων, ενός ενισχυμένου ελέγχου της παραγωγής των ελαιοκαλλιεργητών, μελών των οργανώσεων που έχουν προσχωρήσει στις επαγγελματικές ενώσεις , καθώς και στην ανάθεση της αποστολής αυτής στις οικείες ενώσεις . Οσάκις διαπιστώνεται ότι οι έλεγχοι είναι ανεπαρκείς, φρονώ ότι η αδυναμία διενεργείας ελέγχων σχετικά με την παραγωγή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ήσσονος σημασίας γεγονός το οποίο επιτρέπει στις εθνικές αρχές να μην προβούν στην ανάκληση της αναγνωρίσεως.
Υπό τις συνθήκες αυτές, η Ισπανική Κυβέρνηση κακώς υποστηρίζει ότι τα όσα προσάπτονται στις εν λόγω ΑΟΠ δεν είναι επαρκώς σημαντικά ώστε να δικαιολογηθεί το μέτρο ανακλήσεως της αναγνωρίσεώς τους.
67. Τέλος, η ανάκληση πρέπει να ενεργείται αμελλητί. Η μέγιστη προθεσμία που προβλέπει το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 2261/84 είναι η έναρξη της επόμενης περιόδου εμπορίας .
68. Η αναγνωριζόμενη στα κράτη μέλη αρμοδιότητα σχετικά με τη ρύθμιση της διαδικασίας ανακλήσεως έχει ως προς το σημείο αυτό έναν απολύτως συγκεκριμένο χρονικό περιορισμό. Μολονότι, μετά τη διαπίστωση των παρατυπιών, πρέπει αναμφισβήτητα να ακολουθεί, πριν από τη λήψη μιας βλαπτικής αποφάσεως όπως είναι αυτή περί ανακλήσεως της αναγνωρίσεως, η ανταλλαγή απόψεων μεταξύ της αρμόδιας αρχής και της εν λόγω ΑΟΠ, τίποτα δεν δικαιολογεί η λήψη της αποφάσεως αυτής να βαίνει πέραν της προβλεπόμενης νόμιμης προθεσμίας. Εναπόκειται στο Βασίλειο της Ισπανίας το οποίο υποχρεούται, όπως και τα λοιπά κράτη μέλη, να τηρεί την προθεσμία που προβλέπει το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 2261/84, να προσαρμόσει τις εσωτερικές του διαδικασίες προκειμένου να είναι συμβατές με την ανωτέρω διάταξη και να τις εφαρμόζει κατά τρόπο ώστε να μη βαίνουν πέραν της προβλεπόμενης προθεσμίας.
69. Η Ισπανική Κυβέρνηση παραδέχεται ότι οι οχλήσεις εκ μέρους του ΟΕ δεν συνεπάγονται πάντοτε την αυτόματη ανάκληση της αναγνωρίσεως της ΑΟΠ. Διευκρινίζει επίσης ότι η αναγνώριση της OPROL ανακλήθηκε στις 25 Απριλίου 1995, κατόπιν ενός έτους παρακολουθήσεώς της στη διάρκεια της οποίας δεν διαπιστώθηκε κάποια βελτίωση.
70. Επομένως, είναι προφανές ότι δεν τηρήθηκε η προθεσμία του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 2261/84.
71. Ως προς την APROL-JJAA, η Ισπανική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί ότι πράγματι δεν ακολουθήθηκε η από 24 Ιανουαρίου 1994 πρόταση ανακλήσεως που υπέβαλε ο ΟΕ.
72. Εντούτοις, η Ισπανική Κυβέρνηση προβάλλει ότι η αρχική πρόταση περί ανακλήσεως στηριζόταν σε απλές υπόνοιες ή φόβους και όχι σε επαρκείς αιτιολογίες.
73. Επομένως, πρέπει να εξεταστεί η επιχειρηματολογία που ανέπτυξε η προσφεύγουσα κυβέρνηση, σχετικά με τις APROL-JJAA και OPROL, σύμφωνα με την οποία οι διαπιστωθείσες παρατυπίες ήσαν ανεπαρκείς λόγοι ανακλήσεως.
ii) Οι παρατυπίες που δικαιολογούν την ανάκληση της αναγνωρίσεως
74. Όπως προανέφερα, η ανάκληση της αναγνωρίσεως αυτών των δύο ΑΟΠ είτε δεν έγινε είτε αποφασίστηκε εκπρόθεσμα. Ωστόσο, η ανάκληση αυτή επιβαλλόταν διότι δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις που τους παρείχαν τη δυνατότητα να διατηρήσουν το αρχικό καθεστώς τους.
75. Πολλά από τα στοιχεία της δικογραφίας καταρρίπτουν στην πραγματικότητα τον ισχυρισμό της Ισπανικής Κυβερνήσεως ότι η αρχική αίτηση περί ανακλήσεως της αναγνωρίσεως της APROL-JJAA δεν στηριζόταν σε επαρκείς αιτιολογίες.
76. Με την από 14 Ιουνίου 1994 επιστολή τους προς τον ΟΕ, οι αρμόδιες αρχές της αυτόνομης κοινότητας της Εστρεμαδούρας ανέφεραν ότι είχαν πραγματοποιήσει δύο επιθεωρήσεις στην APROL-JJAA στις 3 και στις 10 Μαρτίου 1994. Από την ανωτέρω επιστολή προκύπτει ότι ο ΟΕ είχε επιθεωρήσει την ίδια ΑΟΠ στις 23 Σεπτεμβρίου 1993, στα δε αποτελέσματα της επιθεωρήσεως αυτής στηρίχθηκε η από 24 Ιανουαρίου 1994 πρόταση περί ανακλήσεως. Με τις επιθεωρήσεις του Μαρτίου 1994 διαπιστώθηκαν ορισμένες βελτιώσεις σε σχέση με την κατάσταση που περιέγραφε ο ΟΕ, γεγονός που παρακίνησε τις υπηρεσίες της αυτόνομης κοινότητας της Εστρεμαδούρας, παρά το γεγονός ότι ορισμένες ελλείψεις εξακολοθούσαν να υπάρχουν, να προτείνουν «την παρακολούθηση της διαχειρίσεως της APROL Jovenes Agricultores de Badajoz μέχρις ότου διαπιστωθεί ότι συντρέχουν και πάλι όλες οι προϋποθέσεις που δικαιολογούσαν την αναγνώριση και ότι τηρούνται οι διατάξεις της νομοθεσίας που ισχύει για τη μορφή αυτή οργανώσεων» . Η επιστολή διευκρινίζει ότι η επιθεώρηση του ΟΕ πραγματοποιήθηκε καθ' ό χρόνο η ΑΟΠ δεν είχε διαχειριστή διότι ο απερχόμενος δεν είχε ακόμη αντικατασταθεί και, ως εκ τούτου, το προσωπικότης APROL-JJAA δεν ήταν σε θέση να λάβει υπόψη τις προειδοποιήσεις που είχε απευθύνει ο ΟΕ.
77. Η επιστολή της 14ης Ιουνίου 1994 επιβεβαιώνει την ύπαρξη παραλείψεων κατά την επιθεώρηση του ΟΕ, καθώς και το γεγονός ότι ορισμένες εξ αυτών εξακολουθούσαν να ισχύουν κατά τον χρόνο των επιθεωρήσεων που διενεργήθηκαν από τις υπηρεσίες της αυτόνομης κοινότητας της Εστρεμαδούρας. Κατά τις τελευταίες αυτές επιθεωρήσεις αποκαλύφθηκαν ορισμένες ανεπάρκειες της ειδικής λογιστικής της διαχειρίσεως, η έλλειψη αντιγράφων των τίτλων ιδιοκτησίας, τα κενά στις τριμηνιαίες εκθέσεις δραστηριοτήτων και η αδυναμία ελέγχου για ορισμένες περιόδους εμπορίας του αν τηρήθηκαν οι προθεσμίες που είχαν ταχθεί για τη μεταφορά των ενισχύσεων.
78. Ωστόσο, η αναγνώριση δεν ανακλήθηκε στο στάδιο αυτό αλλά ούτε και μετά την επιθεώρηση που διενεργήθηκε από το ΟΕ, μολονότι είχαν αποκαλυφθεί ακόμη περισσότερες και σοβαρότερες παρατυπίες .
79. Επιπλέον, η έλλειψη διαχειριστή κατά την ανωτέρω ημερομηνία δεν μπορεί να δικαιολογήσει αφεαυτής τις ανεπάρκειες αυτές, όπως προκύπτει από τους ελέγχους που πραγματοποίησαν οι υπηρεσίες του ΕΓΤΠΕ. Πράγματι, η έκθεση που συνέταξαν οι υπηρεσίες αυτές κατόπιν επιθεωρήσεως που πραγματοποιήθηκε από τις 20 έως τις 24 Ιουνίου 1994 επισημαίνει ότι πολλές ΑΟΠ που επιθεώρησε ο ΟΕ δεν πληρούσαν τις πλέον στοιχειώδεις προϋποθέσεις που απαιτεί ο κανονισμός 2261/84 για τη διατήρηση της αναγνωρίσεώς τους. Μεταξύ αυτών των ΑΟΠ καταλέγεται και η APROL-JJAA . Οι επιθεωρήσεις του ΕΓΤΠΕ αναφέρουν ότι η συγκεκριμένη ΑΟΠ είχε αποτελέσει αντικείμενο πολλών επιθεωρήσεων από τον ΟΕ από το 1989 και ότι οι διάφορες συστάσεις που είχαν διατυπωθεί καθώς και οι προτάσεις για την επιβολή κυρώσεων ουδέποτε ελήφθησαν υπόψη από τις αρχές της αυτόνομης κοινότητας της Εστρεμαδούρας .
80. Επομένως, οι παρατυπίες που επισήμανε ο ΟΕ ήσαν προγενέστερες της επιθεωρήσεως του Σεπτεμβρίου 1993 και, κατά συνέπεια, της απουσίας διαχειριστή στην APROL-JJAA.
81. Ως εκ τούτου, το γεγονός ότι δεν υπήρξε ανάκληση της αναγνωρίσεως, μετά την διαπίστωση αυτών των παλαιών και εισέτι υφισταμένων ανεπαρκειών, αποτελεί προφανώς ένα στοιχείο το οποίο δικαιολογεί την προσβαλλόμενη συγκεκριμένη διόρθωση έναντι της APROL-JJAA.
82. Η κατάσταση της OPROL, ως προς την ύπαρξη παρατυπιών που δικαιολογούν την ανάκληση της αναγνωρίσεως, είναι έτι σαφέστερη. Η προπαρατεθείσα απόφαση της 25ης Απριλίου 1995, περί ανακλήσεως της αναγνωρίσεως της οικείας ενώσεως παραγωγών, αποτελεί την απόδειξη ότι η OPROL παρέβη τις υποχρεώσεις της ως ΑΟΠ. Το έτος παρακολουθήσεως που της παρεσχέθη, μάταια όπως προανέφερα, από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, αποδεικνύει το υποστατό και την παλαιότητα των αιτιάσεων που προσάπτονται στην ένωση αυτή. Εν πάση περιπτώσει, τα στοιχεία αυτά δεν αμφισβητούνται.
83. Από τα ανωτέρω σημεία i και ii προκύπτει ότι το Βασίλειο της Ισπανίας δεν ανακάλεσε την αναγνώριση των OPROL και APROL-JJAA σύμφωνα με τους όρους που τάσσει η κοινοτική νομοθεσία, παρά την ύπαρξη παρατυπιών. Τα στοιχεία αυτά αρκούν προκειμένου να δικαιολογήσουν τη δημοσιονομική διόρθωση που επέβαλε η Επιτροπή.
84. Εντούτοις, η Ισπανική Κυβέρνηση αμφισβητεί ότι, βάσει των δεδομένων αυτών, η Επιτροπή δικαιούται να προβεί σε διόρθωση πλην της περιπτώσεως κατά την οποία αποδεικνύεται ότι τα ποσά που έλαβαν οι ΑΟΠ δεν χρησιμοποιήθηκαν, εν όλω ή εν μέρει, για τη χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων που τους έχουν ανατεθεί, σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 2261/84.
85. Με την ανωτέρω άποψη, η Ισπανική Κυβέρνηση περιορίζει σε μία και μόνη περίπτωση το δικαίωμα της Κοινότητας να αρνηθεί την ανάληψη του συνόλου ή μέρους των δαπανών στις οποίες υποβλήθηκε το εν λόγω κράτος μέλος, μη λαμβάνοντας υπόψη της την πάγια επί του θέματος νομολογία του Δικαστηρίου.
86. Η διάταξη την οποία επικαλείται η Ισπανική Κυβέρνηση είναι πολύ ειδική. Από τον κανονισμό 2261/84 προκύπτει ότι οι ΑΟΠ δικαιούνται να παρακρατούν ένα τμήμα επί του ποσού της ενισχύσεως στην παραγωγή που τους καταβάλλεται ως συνεισφορά στα έξοδα που προκύπτουν από τη διενέργεια των ελέγχων που τους έχει ανατεθεί . Το άρθρο 11, παράγραφος 3, του ανωτέρω κανονισμού προβλέπει μείωση των χρηματοδοτουμένων από το ΕΓΤΠΕ δαπανών στην περίπτωση που τα ποσά αυτά δεν χρησιμοποιήθηκαν για τον ανωτέρω σκοπό.
87. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η διάταξη αυτή δεν αποτελεί παρά μία μόνον από τις περιπτώσεις στις οποίες επιτρέπεται η Κοινότητα να μην αναλάβει τις δαπάνες στις οποίες παρατύπως υποβλήθηκε ένα κράτος μέλος. Όπως το Δικαστήριο έχει ήδη επανειλημμένως κρίνει, το ΕΓΤΠΕ χρηματοδοτεί μόνον τις παρεμβάσεις που πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις κοινοτικές διατάξεις που ισχύουν στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών . Αυτό είναι το περιεχόμενο που πρέπει να προσδοθεί στα άρθρα 2 και 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70 , η εφαρμογή των οποίων εκτείνεται και σε άλλες περιπτώσεις πλην αυτής της τυχόν κακής χρησιμοποιήσεως του ποσού που παρακράτησε μια ΑΟΠ.
88. Όπως ορθώς υπενθύμισε η Επιτροπή, από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, αν ένα κράτος μέλος δεν ανακαλεί την αναγνώριση μιας οργανώσεως παραγωγών και εξακολουθεί να της χορηγεί ενισχύσεις και μετά τη διαπίστωση από τις αρμόδιες αρχές ότι η εν λόγω ΑΟΠ δεν πληροί ή δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την αναγνώρισή της, αυτό το κράτος μέλος διαπράττει, πέραν της παραβάσεως που συνίσταται στην παράλειψη ανακλήσεως της αναγνωρίσεως, και την παράβαση της καταβολής μη οφειλομένης ενισχύσεως. Αυτό συμβαίνει εν προκειμένω με το Βασίλειο της Ισπανίας.
iii) Η έκταση της συγκεκριμένης διορθώσεως που επιβλήθηκε στο Βασίλειο της Ισπανίας
89. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να οριστεί η έκταση της επίδικης δημοσιονομικής διορθώσεως. Προς τούτο, πρέπει να εξεταστεί το επιχείρημα της Ισπανικής Κυβερνήσεως ότι η διόρθωση αυτή πρέπει να περιοριστεί σε κάθε περίπτωση στην ενίσχυση που έλαβε η ΑΟΠ για τη λειτουργία της και να μην επεκταθεί σε όλους τους ελαιοκαλλιεργητές που είναι μέλη της. Η Ισπανική Κυβέρνηση επικαλέστηκε, πέραν της αρχής του προσωποπαγούς χαρακτήρα των ποινών, και την αρχή της αναλογικότητας διότι φρονεί ότι παραβιάζεται η εν λόγω αρχή αν επεκταθούν στους ίδιους τους παραγωγούς οι συνέπειες μιας παρατυπίας που πρέπει να καταλογιστεί σε μια ΑΟΠ. Επιπλέον, υποστηρίζει ότι είναι αυθαίρετες οι διορθώσεις στις οποίες προέβη η Επιτροπή.
90. Προκειμένου να διαπιστωθεί, ιδίως στον τομέα των κοινών οργανώσεων γεωργικών αγορών, αν διάταξη του κοινοτικού δικαίου συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας, πρέπει να εξετάζεται αν τα μέτρα που προβλέπει η διάταξη αυτή βαίνουν πέραν των ορίων αυτού που είναι πρόσφορο και αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού τον οποίο επιδιώκει η εν λόγω ρύθμιση. Ειδικότερα, πρέπει να εξακριβώνεται αν τα μέτρα που προβλέπει η εν λόγω διάταξη για την πραγματοποίηση του επιδιωκόμενου σκοπού είναι ανάλογα με τη σπουδαιότητά του και αν είναι αναγκαία για την επίτευξή του .
91. Ο κανόνας ο οποίος θα πρέπει να εξεταστεί βάσει της αρχής της αναλογικότητας είναι αυτός ο οποίος συνάγεται από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου στην οποία έχω αναφερθεί ανωτέρω . Σύμφωνα με τον κανόνα αυτό, η Επιτροπή μπορεί να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ μόνο με τα ποσά που καταβάλλονται σύμφωνα με τους κανόνες που έχουν θεσπιστεί στους διαφόρους τομείς γεωργικών προϊόντων, καταλογίζοντας στα κράτη μέλη κάθε άλλο καταβαλλόμενο ποσό όπως, μεταξύ άλλων, τα ποσά που οι εθνικές αρχές κακώς θεώρησαν ότι τους επιτρεπόταν να καταβάλουν στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των αγορών . Όπως προελέχθη, η μη εφαρμογή των σχετικών κανόνων από τις αρμόδιες ισπανικές αρχές είχε ως συνέπεια την επιβολή της επίδικης δημοσιονομικής διορθώσεως. Η άμεση συνέπεια της διορθώσεως αυτής ήταν να υποχρεωθεί το Βασίλειο της Ισπανίας να αποκλείσει από την κοινοτική χρηματοδότηση το σύνολο των ποσών που καταβλήθηκαν στις εν λόγω ΑΟΠ, περιλαμβανομένου του ποσού των ενισχύσεων που προορίζονταν για τους ίδιους τους παραγωγούς.
92. Σύμφωνα με την έβδομη αιτιολογική σκέψη του, σκοπός του κανονισμού 729/70 είναι η λήψη μέτρων για την πρόληψη και την πάταξη κάθε παρατυπίας και για την αναζήτηση των ποσών που απωλέσθηκαν λόγω των παρατυπιών αυτών.
93. Η χρηματοδότηση των παραγωγών μέσω των ΑΟΠ, αλλά και ο έλεγχός τους από τις οργανώσεις αυτές περιλαμβάνονται μεταξύ των ληφθέντων στον τομέα των λιπαρών ουσιών μέτρων. Η διενέργεια ανεπαρκών ελέγχων στερεί την Κοινότητα από τη δυνατότητα να βεβαιωθεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν τη χρηματοδότηση του εν λόγω γεωργικού τομέα. Ο αποκλεισμός της χρηματοδοτήσεως συνιστά το πλέον πρόσφορο μέτρο προκειμένου να αποτραπεί το ενδεχόμενο χρησιμοποιήσεως των ενισχύσεων για σκοπούς άσχετους με αυτούς που επιβάλλουν τη χορήγησή τους, εκτός και αν αποδεικνύεται ότι οι ελαιοκαλλιεργητές που είναι μέλη των ΑΟΠ δεν διέπραξαν καμία παρατυπία δυνάμενη να αποκλείσει εν όλω ή εν μέρει την κοινοτική χρηματοδότηση.
94. Συναφώς, η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας αποδεικνύεται από τους ελέγχους που διενεργήθηκαν στους ελαιοκαλλιεργητές που ήσαν μέλη των εν λόγω ΑΟΠ. Από τους ελέγχους αυτούς διαπιστώθηκε ότι η καταβολή των ποσών πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία δεδομένου ότι 22 από τους 26 ελεγχθέντες ελαιοκαλλιεργητές δεν είχαν διαπράξει καμία παρατυπία.
95. Φρονώ, όπως και η Επιτροπή, ότι τα στοιχεία δεν έχουν αποδεικτική αξία κυρίως λόγω του ότι οι έλεγχοι στους οποίους αναφέρονται οι εκθέσεις που προσκόμισε η Ισπανική Κυβέρνηση πραγματοποιήθηκαν κατά το 1995. Ωστόσο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή αμφισβητεί τη λειτουργία των ΑΟΠ και των παραγωγών που είναι μέλη τους, όπως αυτή διαπιστώθηκε κατά το έτος που αντιστοιχεί στην εκκαθάριση των επίδικων λογαριασμών. Επομένως, από τις παραβάσεις που εντοπίστηκαν στους κόλπους των ιδίων των οργανώσεων προκύπτουν ισχυρές ενδείξεις δυσλειτουργίας εις βάρος των παραγωγών που ήσαν μέλη τους κατά την περίοδο εμπορίας 1993. Οι εκθέσεις που περιλαμβάνονται στη δικογραφία δεν αναιρούν τις ενδείξεις αυτές, δεδομένου ότι οι διαπιστώσεις που περιέχουν μπορεί να οφείλονται σε βελτιώσεις που επήλθαν μετά την επίμαχη περίοδο.
96. Επιπλέον, πρέπει να υπομνηστεί ότι αποστολή των ΑΟΠ είναι ο έλεγχος της παραγωγής και, ως εκ τούτου, η διαπίστωση σοβαρών ελλείψεων κατά την άσκηση του ελέγχου αυτού καθιστά πολύ πιθανή την ύπαρξη σημαντικών δυσλειτουργιών στη δραστηριότητα των παραγωγών.
97. Βεβαίως, είναι δυνατόν να αποδειχθεί ότι ορισμένοι παραγωγοί δεν διέπραξαν παρατυπίες. Στο πλαίσιο του εγκαθιδρυθέντος συστήματος χρηματοδοτήσεως στον τομέα των λιπαρών ουσιών, η καταβολή των ενισχύσεων μπορεί να πραγματοποιείται και με άλλους τρόπους και όχι μόνο μέσω των ΑΟΠ . Επομένως, η εμπρόθεσμη ανάκληση της αναγνωρίσεως των ΑΟΠ θα είχε ενδεχομένως παράσχει τη δυνατότητα στους ελαιοκαλλιεργητές αυτούς να εισπράξουν τις ενισχύσεις μέσω μιας άλλης νόμιμης οδού, χωρίς να υποστούν τις αρνητικές συνέπειες από τις παραβάσεις των ΑΟΠ των οποίων ήσαν μέλη.
98. Στο σημείο αυτό πρέπει να διευκρινιστεί ότι η αχρεωστήτως πραγματοποιηθείσα χρηματοδότηση των δύο εν λόγω ΑΟΠ είναι συνέπεια της ανοχής που επέδειξαν οι ισπανικές αρχές έναντι αυτών. Οι ισπανικές αρχές αρνήθηκαν να προβούν στην ανάκληση της αναγνωρίσεως της APROL-JJAA· στην περίπτωση της OPROL, οι ισπανικές αρχές προέβησαν στην ανάκληση αυτή μετά την πάροδο χρονικού διαστήματος που υπερέβαινε τη διάρκεια μιας ολόκληρης περιόδου εμπορίας. Επομένως, οι ισπανικές αρχές ανέλαβαν την πρωτοβουλία να τις χρηματοδοτήσουν ακριβώς όπως και τις λοιπές ΑΟΠ, χωρίς να αγνοούν ότι εν λόγω ΑΟΠ εξακολουθούσαν να λειτουργούν κατά τρόπο που δεν νομιμοποιούσε πλέον την αναγνώρισή τους. Η απόδειξη για την ύπαρξη των παρατυπιών που προσάπτονται στις εν λόγω ΑΟΠ, σε συνδυασμό με την παράλειψη ανακλήσεως, υπό τους όρους του νόμου, της αναγνωρίσεως που διέθεταν, καθιστά νόμιμο τον καταλογισμό των ποσών που καταβλήθηκαν κατά το οικονομικό έτος 1993. Πράγματι, δεν είναι δυνατόν η Κοινότητα να ευθύνεται για τις ζημίες τις οποίες υπέστησαν οι ελαιοκαλλιεργητές, μέλη αυτών των δύο ΑΟΠ, και τις οποίες θα μπορούσε να αποτρέψει η παρέμβαση των ισπανικών αρχών.
99. Για τους ανωτέρω λόγους, φρονώ ότι η επίδικη δημοσιονομική διόρθωση ουδόλως παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας.
100. Βάσει της ίδιας συλλογιστικής, η Ισπανική Κυβέρνηση προέβαλε ότι το γεγονός ότι μία παρατυπία που αποκαλύφθηκε σε μια οργάνωση είχε συνέπειες επί της ενισχύσεως που εισέπραξαν όλα τα μέλη της δεν συνάδει ούτε προς το άρθρο 7 του κανονισμού 2988/95. Η Επιτροπή αμφισβητεί τη δυνατότητα εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού επί του οικονομικού έτους 1993.
101. Από το άρθρο 7 του κανονισμού 2988/95 προκύπτει ότι τα κοινοτικά διοικητικά μέτρα και κυρώσεις μπορούν να επιβάλλονται στα φυσικά ή νομικά πρόσωπα τα οποία διέπραξαν την παρατυπία, στα πρόσωπα που συνέπραξαν στην πραγμάτωση της παρατυπίας, καθώς και στα πρόσωπα εκείνα που φέρουν την ευθύνη για την παρατυπία ή που όφειλαν να αποτρέψουν τη διάπραξή της.
102. Πρέπει να υπομνηστεί ότι οι διαφορές με αντικείμενο την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών βάσει των δαπανών που χρηματοδοτεί το ΕΓΤΠΕ είναι διαφορές μεταξύ των κρατών μελών και της Κοινότητας υπό τη μορφή προσφυγών ακυρώσεως. Σκοπός της εκδικάσεως των διαφορών αυτών δεν είναι η κατανομή ευθυνών μεταξύ των ημεδαπών επιχειρηματιών, πλην της περιπτώσεως που αυτό εξυπηρετεί τη διαπίστωση των παρατυπιών που πρέπει να καταλογιστούν εις βάρος των αρμόδιων εθνικών αρχών. Πράγματι, τα δημοσιονομικά μέτρα που λαμβάνονται ενδεχομένως κατά ενός κράτους μέλους οφείλονται στις ελλείψεις των συστημάτων ελέγχου που κάθε κράτος μέλος εφαρμόζει . Τα μέτρα αυτά δεν προδικάζουν την τελική κατανομή ευθυνών για τη δημοσιονομική διόρθωση μεταξύ των εμπλεκομένων, η οποία σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να είναι σύμφωνη με την αρχή του άρθρου 7 του κανονισμού 2988/95 εφόσον η αρχή αυτή ίσχυε κατά τον χρόνο των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών.
103. Τέλος, κατά την Ισπανική Κυβέρνηση, οι διορθώσεις στις οποίες προέβη η Επιτροπή είναι αυθαίρετες δεδομένου ότι η επέκταση των δημοσιονομικών διορθώσεων στους ελαιοκαλλιεργητές δεν έγινε κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος, σε αντίθεση με το επίμαχο οικονομικό έτος.
104. Πρέπει να υπομνηστεί η πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν συνήγαγε τις δημοσιονομικές συνέπειες από τη διαπίστωση πλημμελειών κατά τη διάρκεια ενός οικονομικού έτους δεν μπορεί να της στερήσει το δικαίωμα να το πράξει στο πλαίσιο μεταγενέστερων οικονομικών ετών, ιδίως όταν οι εν λόγω πλημμέλειες εξακολουθούν να υφίστανται και εφόσον, επιπλέον, οι πλημμέλειες που διαπιστώνονται μεταγενεστέρως μπορούν και αυτές να ληφθούν υπόψη για τον καθορισμό του ύψους της κατ' αποκοπή διορθώσεως .
105. Πρέπει να τονιστεί ότι, όπως δήλωσε η Επιτροπή, η βαρύτητα και η σημασία των παρατυπιών που διαπιστώθηκαν στη λειτουργία και τη διαχείριση των ΑΟΠ μπορούν να δικαιολογήσουν την επέκταση της δημοσιονομικής διορθώσεως στο σύνολο των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν μέσω των οργανώσεων αυτών.
106. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο λόγος προσφυγής που στηρίζεται στον παράνομο χαρακτήρα της συγκεκριμένης δημοσιονομικής διορθώσεως των ενισχύσεων που καταβλήθηκαν στην OPROL και στην APROL-JJAA πρέπει να απορριφθεί.
2. Επί της κατ' αποκοπή δημοσιονομικής διορθώσεως ύψους 10 % επί των ενισχύσεων στην παραγωγή που καταβλήθηκαν κατά την περίοδο εμπορίας 1992/1993
107. Σύμφωνα με τη συνοπτική έκθεση, οι υπηρεσίες του ΕΓΤΠΕ διενήργησαν τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο του 1993 και τον Μάρτιο του 1994 δύο ελέγχους στον ΟΕ οι οποίοι αφορούσαν, μεταξύ άλλων, τις ενισχύσεις στην παραγωγή ελαιολάδου .
108. Οι έλεγχοι αυτοί, με κύριο αντικείμενο τη δραστηριότητα του ΟΕ, ολοκληρώθηκαν με την αποστολή που πραγματοποιήθηκε από 20 έως 24 Ιουνίου 1994 στις αυτόνομες κοινότητες της Ανδαλουσίας και της Εστρεμαδούρας, καθώς και με μια δεύτερη αποστολή του ΕΓΤΠΕ, που πραγματοποιήθηκε από τις 30 Ιανουαρίου έως τις 3 Φεβρουαρίου 1995, με αντικείμενο την ανάλυση των ελέγχων που είχε πραγματοποιήσει μεταξύ άλλων στα ελαιοτριβεία ο ΟΕ.
109. Μια επόμενη αποστολή που πραγματοποιήθηκε από τις 17 έως τις 21 Ιουνίου 1996, για τα οικονομικά έτη 1993 και επόμενα επέτρεψε την ολοκλήρωση των προηγουμένων διαπιστώσεων.
110. Από τους ανωτέρω ελέγχους καθώς και από τις διευκρινίσεις που παρέσχον οι ισπανικές αρχές το ΕΓΤΠΕ μπόρεσε να διευκρινίσει διάφορες ανεπάρκειες ή παρατυπίες.
111. Σύμφωνα με το ΕΓΤΠΕ, «το σύστημα διαχειρίσεως και ελέγχου των ενισχύσεων στην παραγωγή ελαιολάδου που ισχύει στην Ισπανία πάσχει από πολυάριθμες ελλείψεις οι οποίες αφορούν την εν γένει αποτελεσματικότητά του (ρόλος του FEGA, εφαρμογή των κυρώσεων που πρότεινε ο ΟΕ, καταβολή ποσών για τα ελαιόδενδρα που παράγουν επιτραπέζιες ελιές), καθώς και τους ελέγχους κλειδιά του μέτρου (ελαιοκομικό μητρώο, μηχανογραφημένα αρχεία, κατ' αποκοπή απόδοση που αναγνωρίζεται στους παραγωγούς, διενέργεια ελέγχων στα ελαιοτριβεία και τις ΑΟΠ).
Ειδικότερα, η έλλειψη βασικών ρυθμιστικών μέσων (μητρώο και αρχεία) και η αδυναμία του συνόλου των διαδικασιών ελέγχου που ισχύουν δεν είναι σε θέση, στην Ισπανία, να αντιμετωπίσουν συστηματικά τον κίνδυνο καταχρήσεων σε ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο τομέα» .
112. Η Επιτροπή, χρησιμοποιώντας τα στοιχεία της συνοπτικής εκθέσεως, προσάπτει στο Βασίλειο της Ισπανίας ότι οι σχέσεις μεταξύ του ΟΕ και των αυτόνομων κοινοτήτων ήσαν εξαιρετικά περιορισμένες, ότι δεν υπήρχε ελαιοκομικό μητρώο και μηχανογραφημένα αρχεία με τα ελαιοκομικά δεδομένα, ότι ο έλεγχος των ελαιοτριβείων και των αποδόσεων ήταν ανεπαρκής καθώς και ότι καταβάλλονταν μη οφειλόμενες ενισχύσεις στους παραγωγούς που διέθεταν στο εμπόριο ένα τμήμα της παραγωγής τους ως επιτραπέζιες ελιές.
113. Κατά συνέπεια, το Βασίλειο της Ισπανίας αμφισβητεί την επιβληθείσα σ' αυτό διόρθωση ύψους 5 939 261 511 ESP.
α) Επί των προϋποθέσεων που διέπουν την εφαρμογή της κατ' αποκοπή διορθώσεως ύψους 10 %
i) Επιχειρήματα των διαδίκων
114. Η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτή η ανεπάρκεια του ελέγχου των δαπανών, εξαιτίας της οποίας η Επιτροπή επέβαλε την επίδικη δημοσιονομική διόρθωση, παρά μόνον αν συντρέχουν τρεις προϋποθέσεις: πρέπει να αποδεικνύονται οι ελλείψεις στη γενική λειτουργία του συστήματος ελέγχου του κράτους μέλους, να διαπιστώνονται σοβαρές παραλείψεις και να αποδεικνύεται η συνδρομή αρκούντως σοβαρών λόγων προκειμένου να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η ανεπάρκεια του συστήματος ελέγχου είχε ως συνέπεια τη χρησιμοποίηση σημαντικών ποσών για σκοπούς αλλότριους από αυτούς που προβλέπει ο κοινοτικός νομοθέτης.
115. Κατά την Επιτροπή, τα κράτη μέλη ευθύνονται κυρίως για τον έλεγχο των δαπανών. Κατά συνέπεια, η μη εφαρμογή των μηχανισμών ελέγχου που επιβάλλει η κοινοτική νομοθεσία αποτελεί παράβαση η οποία την υποχρεώνει να προβεί στις απαιτούμενες δημοσιονομικές διορθώσεις.
ii) Εκτίμηση
116. Οι προϋποθέσεις τις οποίες επικαλείται η Ισπανική Κυβέρνηση δεν λαμβάνουν υπόψη την επί του θέματος νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία το ΕΓΤΠΕ χρηματοδοτεί μόνον τις παρεμβάσεις που πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις κοινοτικές διατάξεις στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών . Οσάκις η Επιτροπή αρνείται να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ με ορισμένες δαπάνες για τον λόγο ότι οι δαπάνες αυτές προκλήθηκαν από καταλογιστέες σε κράτος μέλος παραβάσεις των κοινοτικών ρυθμίσεων, σ' αυτό το κράτος εναπόκειται να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση της χρηματοδοτήσεως την οποία αρνήθηκε η Επιτροπή .
117. Αυτός ο μετριασμός του βάρους αποδείξεως εκ μέρους της Επιτροπής εξηγείται από το γεγονός ότι το κράτος είναι αυτό που μπορεί καλύτερα να συλλέξει και επαληθεύσει τα αναγκαία στοιχεία για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ και στο οποίο εναπόκειται, συνεπώς, να προσκομίσει την πλέον λεπτομερή και πλήρη απόδειξη του υποστατού των στοιχείων του και, ενδεχομένως, της ανακρίβειας των υπολογισμών της Επιτροπής . Σε περίπτωση αμφισβητήσεως, στην Επιτροπή απόκειται να αποδείξει την ύπαρξη παραβάσεως των κανόνων της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών και, εφόσον η Επιτροπή το αποδείξει, στο κράτος μέλος εναπόκειται να αποδείξει, ενδεχομένως, ότι η Επιτροπή έσφαλε ως προς τις συναφείς δημοσιονομικές συνέπειες .
118. Όπως μπορεί να διαπιστωθεί, η άρνηση του ΕΓΤΠΕ να αναλάβει ορισμένες δαπάνες του εν λόγω κράτους μέλους, στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθαρίσεως των λογαριασμών, ουδόλως εξαρτάται από την απόδειξη της βαρύτητας της παραβάσεως. Αρκεί το γεγονός ότι οι δαπάνες πραγματοποιήθηκαν κατά παράβαση της κοινοτικής ρυθμίσεως και ότι, ως εκ τούτου, ο κοινοτικός προϋπολογισμός εκτίθεται στον κίνδυνο επελεύσεως ζημιών.
119. Ως προς το αν οι διαπιστωθείσες ελλείψεις ήσαν επαρκείς προκειμένου να δικαιολογήσουν την εφαρμογή μιας κατ' αποκοπή διορθώσεως ύψους 10 %, πρέπει να υπομνηστεί ότι το κριτήριο που εφαρμόζεται είναι αυτό που ορίζεται στο σημείο Γ της εκθέσεως Belle. Στο σημείο αυτό διευκρινίζεται ότι ο συντελεστής 10 % για την κατ' αποκοπή διόρθωση των δαπανών πρέπει να εφαρμόζεται στην περίπτωση που η παράλειψη αφορά το σύνολο ή τα θεμελιώδη στοιχεία του συστήματος ελέγχου ή ακόμη τη διενέργεια ελέγχων που είναι βασικοί για τη διασφάλιση του νομότυπου χαρακτήρα της δαπάνης, οπότε μπορεί εύλογα να συναχθεί ότι υφίσταται υψηλός κίνδυνος γενικευμένων απωλειών εις βάρος του ΕΓΤΠΕ.
120. Βάσει των ανωτέρω εκτιμήσεων πρέπει να εξεταστούν τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η Ισπανική Κυβέρνηση προς αντίκρουση των διαπιστώσεων επί των οποίων η Επιτροπή στήριξε την προσβαλλόμενη απόφαση.
β) Επί των σχέσεων μεταξύ του ΟΕ και των αυτόνομων κοινοτήτων
i) Επιχειρήματα των διαδίκων
121. Κατά την Επιτροπή, από τη συνοπτική έκθεση προκύπτει ότι οι σχέσεις μεταξύ του ΟΕ, ένα από τα καθήκοντα του οποίου ήταν ο έλεγχος των ενισχύσεων στην παραγωγή, και των αυτόνομων κοινοτήτων, επιφορτισμένων με τη διαχείριση των ενισχύσεων, ήσαν εξαιρετικά περιορισμένες. Η κατάσταση αυτή εγκυμονεί τον κίνδυνο οι αποφάσεις περί διαχειρίσεως να λαμβάνονται χωρίς να είναι διαθέσιμα τα αποτελέσματα ελέγχων που πραγματοποίησε ο ΟΕ. Επιπλέον, θα υπήρχε ο κίνδυνος οι έλεγχοι να είναι αναποτελεσματικοί δεδομένου ότι ο ΟΕ δεν θα ήταν ενημερωμένος για ορισμένα θεμελιώδη στοιχεία σχετικά με τη διαχείριση. Τέλος, σύμφωνα με τη συνοπτική έκθεση, είτε πρόκειται για ελαιοτριβεία είτε για ΑΟΠ, ο ΟΕ δεν ενημερώνεται συστηματικά ως προς την τύχη της προτάσεώς του περί ανακλήσεως της αναγνωρίσεως και δεν παρεμβαίνει κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εκ των υστέρων ελέγχου που κινούν οι επιθεωρητές των αυτόνομων κοινοτήτων .
122. Η Ισπανική Κυβέρνηση αμφισβητεί τη βασιμότητα του ισχυρισμού ότι δεν υπήρχαν επαρκείς επαφές μεταξύ του ΟΕ και των αυτόνομων κοινοτήτων. Φρονεί ότι οι σχέσεις αυτές είναι διαρκείς και ευχερείς.
123. Η Επιτροπή ανταπαντά ότι ο ΟΕ δεν διαθέτει τα απαιτούμενα μέσα για την εκπλήρωση ορισμένων καθηκόντων τα οποία πρέπει να διαθέτουν, σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία, οι αρμόδιοι για το ελαιόλαδο φορείς τους οποίους έχουν ιδρύσει τα κράτη μέλη. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι αυτόνομες κοινότητες κοινοποιούσαν στον ΟΕ ένα μικρό μόνο τμήμα των πληροφοριών που διέθεταν καθώς και ότι οι κοινότητες αυτές ελάμβαναν μονομερώς τις αποφάσεις τους χωρίς προηγούμενη διαβούλευση με τον ΟΕ. Κατά την Επιτροπή, όλες οι προτάσεις του ΟΕ περί ανακλήσεως στηρίζονται στην ύπαρξη σοβαρών παρατυπιών και στη μη τήρηση των νόμιμων προϋποθέσεων για τη χορήγηση ενισχύσεων. Ωστόσο, χωρίς να αμφισβητούν το μεγαλύτερο μέρος των παρατυπιών, οι αυτόνομες κοινότητες δεν προέβαιναν στην ανάκληση της αναγνωρίσεως καθαρά για λόγους σκοπιμότητας.
ii) Εκτίμηση
124. Οι αιτιάσεις της Επιτροπής επιβεβαιώνονται τόσο από τη συνοπτική έκθεση όσο και από τις εκθέσεις που συνέταξαν οι υπηρεσίες ελέγχου του ΕΓΤΠΕ μετά το πέρας της επιτόπιας αποστολής που πραγματοποιήθηκε από τις 20 έως τις 24 Ιουνίου 1994 και του προπαρασκευαστικού ελέγχου των εγγράφων που αφορούσαν την εκκαθάριση των λογαριασμών του οικονομικού έτους 1993 .
125. Πράγματι, σύμφωνα με τη συνοπτική έκθεση, ο ΟΕ αγνοεί τα κριτήρια που χρησιμοποιούν οι αυτόνομες κοινότητες προκειμένου να εντοπίσουν τους παραγωγούς που είχαν ασυνήθη παραγωγή καθώς και τη μέθοδο και την έκταση των ελέγχων επί των ελαιοτριβείων στους οποίους προβαίνουν οι αυτόνομες κοινότητες προκειμένου να επιβεβαιώσουν τις διαπιστώσεις στις οποίες στηρίζεται η πρόταση περί ανακλήσεως της αναγνωρίσεως την οποία διατυπώνει ο ΟΕ . Οι υπηρεσίες ελέγχου του ΕΓΤΠΕ επισήμαναν «ένα έντονο πνεύμα αντιπαλότητας μεταξύ [του ΟΕ και των αυτόνομων κοινοτήτων], γεγονός που καθιστά σχεδόν αδύνατη τη συνεργασία και την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των δύο οργανισμών» . Ο SENPA, κεντρικός οργανισμός για την καταβολή των ενισχύσεων στην παραγωγή, δεν είναι μάλλον σε θέση να επιλύσει τις διαφωνίες μεταξύ του ΟΕ και των αυτόνομων κοινοτήτων. Οι υπηρεσίες του ΕΓΤΠΕ προτιμούν αναφανδόν τα πορίσματα επί των αποτελεσμάτων να συνάγονται σε κεντρικό επίπεδο . Η ανεπάρκεια των διαβιβασθέντων στοιχείων καταδεικνύεται από το γεγονός, π.χ. ότι «αφορούν τα αποτελέσματα των ελέγχων στα έγγραφα των παραγωγών που είχαν ασυνήθη παραγωγή» ή τις διαπιστωθείσες αποκλίσεις μεταξύ του αριθμού των δένδρων που αναφέρεται στη δήλωση για τη χορήγηση ενισχύσεων και του αριθμού των δένδρων που αναφέρεται στη δήλωση καλλιεργείας.
126. Οι διαπιστώσεις αυτές υποδηλώνουν την ύπαρξη δυσλειτουργιών και ανεπαρκούς συνεργασίας μεταξύ των βασικών εθνικών αρχών που έχουν την ευθύνη στον τομέα της παραγωγής ελαιολάδου, οι δε επεξηγήσεις της Ισπανικής Κυβερνήσεως δεν μπορούν, κατά την άποψή μου, να τις ανατρέψουν.
127. Η Ισπανική Κυβέρνηση περιγράφει τις διάφορες πληροφορίες που διαβίβασαν οι αυτόνομες κοινότητες στον ΟΕ για το οικονομικό έτος 1993. Ειδικότερα, πρόκειται για τα στοιχεία που αφορούν τις εκμεταλλεύσεις για τις οποίες υπήρχαν υπόνοιες για υπέρμετρα μεγάλες παραγωγές καθώς και την πρόοδο των υποθέσεων των οποίων είχαν επιληφθεί οι αυτόνομες κοινότητες στις οποίες είχε περιέλθει η πρόταση περί ανακλήσεως της αναγνωρίσεως. Εντούτοις, η Ισπανική Κυβέρνηση δεν προσκομίζει κανένα αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να αποδεικνύεται η ύπαρξη και η διάρκεια αυτών των σχέσεων συνεργασίας μεταξύ των διαφόρων οργάνων.
128. Η Ισπανική Κυβέρνηση επικαλείται την επιστολή της 13ης Σεπτεμβρίου 1995, με την οποία η αυτόνομη κοινότητα της Ανδαλουσίας διαβίβασε στον ΟΕ τα ονόματα των ελαιοκαλλιεργητών που είχαν παραγωγές ανώτερες αυτών που κατά κανόνα σημειώνονται στη ζώνη παραγωγής . Πέραν του αποσπασματικού χαρακτήρα του εγγράφου αυτού, το οποίο περιορίζεται στους ελαιοκαλλιεργητές που είχε καταγράψει μία και μόνη αυτόνομη κοινότητα, η επιστολή της 13ης Σεπτεμβρίου 1995 αφορά οικονομικό έτος μεταγενέστερο του επίδικου δεδομένου ότι πρόκειται για το οικονομικό έτος 1994/1995.
129. Αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι το γεγονός ότι οι αρμόδιες ισπανικές αρχές ανέλαβαν ορισμένες πρωτοβουλίες, κατά το 1995, για να αντιμετωπίσουν τις αδυναμίες στη συνεργασία μεταξύ του ΟΕ και των αυτόνομων κοινοτήτων αποδεικνύει την ύπαρξη ενός παλαιότερου διαρθρωτικού προβλήματος μεγάλης εκτάσεως.
Πράγματι, από την προπαρατεθείσα υπ' αριθ. 18759 επιστολή του FEGA, η οποία απεστάλη σε απάντηση της υπ' αριθ. 1482/3.4.1996 επιστολής του ΕΓΤΠΕ, προκύπτει ότι στις 10 Ιουλίου 1995 συνεστήθη ομάδα συντονισμού, αποτελούμενη από εκπροσώπους διαφόρων εθνικών οργάνων όπως ο ΟΕ και οι αυτόνομες κοινότητες, για την εκτέλεση των εργασιών διευθύνσεως, εποπτείας και συντονισμού σε θέματα ενισχύσεων στην παραγωγή . Αντικείμενο της ομάδας συντονισμού είναι «η διασφάλιση αρμονικών σχέσεων μεταξύ όλων των οργάνων που παρεμβαίνουν με οποιονδήποτε τρόπο στις ενισχύσεις που αφορούν το ελαιόλαδο, συντονίζοντας τη δράση τους και παρακολουθώντας σε τακτά διαστήματα τη διαχείρισή τους» . Δεν είναι άνευ σημασίας να τονιστεί ότι το πρώτο σχέδιο συμφωνίας που αφορούσε τη συνεργασία μεταξύ του ισπανικού Υπουργείου Γεωργίας, Αλιείας και Τροφίμων και των αυτόνομων κοινοτήτων για την εφαρμογή του συστήματος ελέγχου των ενισχύσεων στην παραγωγή ελαιολάδου επρόκειτο να υπογραφεί την 1η Ιουνίου 1996, ήτοι πολύ μετά το επίμαχο οικονομικό έτος. Συνδυαζόμενη με τις λοιπές διαπιστώσεις στις οποίες προέβησαν οι υπηρεσίες του ΕΓΤΠΕ οι οποίες καταγράφονται στα προπαρατεθέντα έγγραφα, η μεταρρύθμιση αυτή επιβεβαιώνει την ύπαρξη δυσχερειών στον συντονισμό των διαφόρων αρμόδιων εθνικών αρχών.
130. Η Επιτροπή αναφέρει επίσης ότι, σύμφωνα με τη συνοπτική έκθεση, οι αυτόνομες κοινότητες δεν ακολουθούν όλες τις συστάσεις περί ανακλήσεως της αδείας λειτουργίας των ελαιοτριβείων και της αναγνωρίσεως των ΑΟΠ στις οποίες προβαίνει ο ΟΕ μετά τη διαπίστωση σοβαρών παρατυπιών στη λειτουργία τους. Στην περίπτωση του ΑΟΠ, οι συστάσεις περί ανακλήσεως της αναγνωρίσεώς τους δεν ακολουθήθηκαν σε ποσοστό άνω του 50 %. Σε ποοσοστό 10 %, οι 66
προτάσεις περί ανακλήσεως της αδείας λειτουργίας των ελαιοτριβείων που υπέβαλε ο ΟΕ δεν εφαρμόστηκαν από τις διάφορες αυτόνομες κοινότητες.
131. Η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι αυτή η αιτίαση της Επιτροπής είχε ήδη προβληθεί προς στήριξη της προηγούμενης δημοσιονομικής διορθώσεως, γεγονός το οποίο αποδεικνύει ότι ένα και το αυτό επιχείρημα δικαιολογεί την επιβολή διπλής κυρώσεως.
132. Όπως τονίστηκε και ανωτέρω, η Ισπανική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί ότι η ανάκληση της αναγνωρίσεως που έχει χορηγηθεί στις ΑΟΠ δεν επέρχεται αυτομάτως . Επομένως, θα πρέπει να παραπέμψω στις επί του θέματος αναπτύξεις μου, υπενθυμίζοντας ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να προβαίνουν στην άμεση ανάκληση της αναγνωρίσεως οσάκις συντρέχει μια εκ των προϋποθέσεων της ανακλήσεως .
133. Ως προς τον ισχυρισμό της Ισπανικής Κυβερνήσεως ότι επιβλήθηκε διπλή κύρωση για τα ίδια πραγματικά περιστατικά, πρέπει να υπομνηστεί ότι η έλλειψη συστηματικών ανακλήσεων δεν έχει ως συνέπεια την επιβολή δύο δημοσιονομικών διορθώσεων για το ίδιο είδος παρατυπιών, αλλά για δύο είδη παρατυπιών. Οι παρατυπίες που εντοπίστηκαν εις βάρος της OPROL και της APROL-JJAA δικαιολογούν την επιβολή δημοσιονομικής διορθώσεως στη συγκεκριμένη περίπτωση. Οι παρατυπίες που προσάπτονται σε τέσσερις άλλες ΑΟΠ λαμβάνονται υπόψη ως συμπληρωματικό στοιχείο, σε σχέση με τις ανεπάρκειες του εθνικού συστήματος ελέγχου, για την επιβολή της παρούσας κατ' αποκοπή διορθώσεως. Επομένως, η Επιτροπή δεν επέβαλε δύο δημοσιονομικές διορθώσεις ως κύρωση για τα ίδια πραγματικά περιστατικά.
γ) Επί της ανυπαρξίας ελαιοκομικού μητρώου
134. Σύμφωνα με τη συνοπτική έκθεση, ο σκοπός που επιδιώκεται με τη δημιουργία ελαιοκομικού μητρώου, ήτοι ο συστηματικός εντοπισμός κάθε εσφαλμένης ή παραπλανητικής δηλώσεως και έτσι κάθε μη οφειλομένης ενισχύσεως, δεν επιτυγχάνεται από το ισπανικό ελαιοκομικό μητρώο (registro oleícolo español) . Οι εξονυχιστικοί διοικητικοί έλεγχοι των αιτήσεων για τη χορήγηση ενισχύσεων, μέσω του ελαιοκομικού μητρώου, δεν πραγματοποιούνται, γεγονός που εγκυμονεί αυξημένους κινδύνους για τη διάπραξη παρατυπιών. Επιπλέον, στο πλαίσιο της αποστολής που πραγματοποιήθηκε το 1996, διαπιστώθηκαν ορισμένες δυσχέρειες στην εκμετάλλευση του ΙΕΜ που καθιστούν αμφίβολη τη χρησιμότητά του. Τα κτηματολογικά στοιχεία των αποσπασμάτων που παρατίθενται στις δηλώσεις καλλιεργείας και στο ΙΕΜ δεν συμπίπτουν πάντοτε κατόπιν της ενημερώσεως των βιβλίων του κτηματολογίου που έγινε μεταξύ της ημερομηνίας καταθέσεως της πρώτης δηλώσεως καλλιεργείας και της ημερομηνίας πραγματοποιήσεως των εργασιών του μητρώου. Επιπλέον, δεν έχει διευκρινιστεί αν οι τροποποιητικές δηλώσεις που υποβάλλονται σε κάθε περίοδο εμπορίας είναι δηλώσεις οι οποίες ενσωματώνουν τις προηγούμενες δηλώσεις ή αν τις υποκαθιστούν. Τέλος, τα στοιχεία του ΙΕΜ δεν είχαν επικυρωθεί έως την ημερομηνία συντάξεως της συνοπτικής εκθέσεως. Ως εκ τούτου, δεν μπορούσαν να αντιταχθούν στους παραγωγούς.
i) Επιχειρήματα των διαδίκων
135. Η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι είναι υπερβολική η αιτίαση της Επιτροπής ότι το ΙΕΜ δεν παρέχει τη δυνατότητα συστηματικού εντοπισμού των εσφαλμένων ή παραπλανητικών δηλώσεων. Συγκεκριμένα, δεν είναι δυνατόν να επιβάλλονται κυρώσεις σε κράτος μέλος για τον λόγο ότι δεν επέτυχε ένα βαθμό τελειότητας κατά τη διενέργεια των ελέγχων επί των ενισχύσεων, ιδίως αν ληφθεί υπόψη η περιπλοκότητα του θέματος.
136. Κατά την Ισπανική Κυβέρνηση, η Επιτροπή επικαλείται την ανάγκη ελέγχου των ενισχύσεων που χορηγούνται βάσει του αριθμού των ελαιοδένδρων, μολονότι αυτό το είδος των ενισχύσεων χορηγείται, κατ' εφαρμογήν της κοινοτικής νομοθεσίας, αποκλειστικά στους μικρούς ελαιοκαλλιεργητές. Ωστόσο, στην Ισπανία, το 90 % των ενισχύσεων χορηγείται στους ελαιοκαλλιεργητές που παράγουν άνω των 500 χιλιογράμμων ελαιολάδου, και, ως εκ τούτου, το κριτήριο βάσει του οποίου χορηγείται η ενίσχυση πρέπει να είναι το παραγόμενο ελαιόλαδο και όχι ο αριθμός των ελαιοδένδρων.
137. Η Ισπανική Κυβέρνηση προσθέτει ότι η ανυπαρξία ή η ελλιπής λειτουργία του ελαιοκομικού μητρώου δεν αρκεί για να συναχθεί ότι δεν διενεργούνται έλεγχοι. Το γεγονός ότι το ΙΕΜ δεν είχε ολοκληρωθεί κατά την περίοδο εμπορίας 1992/1993 δεν μπορεί να δικαιολογήσει την επιβολή δημοσιονομικής διορθώσεως. Επιπλέον, το ΙΕΜ δεν αναμενόταν να είναι έτοιμο να λειτουργήσει κατά την ημερομηνία αυτή.
138. Ούτε και οι επιφυλάξεις που διατύπωσε το ΕΓΤΠΕ ως προς τη δυνατότητα χρησιμοποιήσεως του ΙΕΜ δικαιολογούν την επιβληθείσα διόρθωση. Συγκεκριμένα, η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι κανενός είδους μητρώο δεν μπορεί να αποδώσει συστηματικά την πραγματικότητα. Θα είχε κατ' ανάγκη μία κατά προσέγγιση ακρίβεια και θα αποτελούσε κυρίως ένα βοήθημα για τη διενέργεια των ελέγχων, χωρίς να διαθέτει την απόλυτη αποτελεσματικότητα που του προσδίδει η Επιτροπή.
139. Τέλος, η Ισπανική Κυβέρνηση κρίνει υπερβολική την αιτίαση που στηρίζεται στην ερμηνεία των τροποποιητικών δηλώσεων που υποβάλλονται σε κάθε περίοδο εμπορίας. Διευκρινίζει ότι οι δηλώσεις καλλιεργείας δεν τροποποιούνται σε κάθε περίοδο εμπορίας και ότι οι συμπληρωματικές δηλώσεις υποβάλλονται απλώς οσάκις έχουν επέλθει ορισμένες αλλαγές στην εκμετάλλευση. Χωρίς να αποκλείει το ενδεχόμενο να υπάρχουν σφάλματα στις δηλώσεις αυτές, φρονεί ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπό τις περιστάσεις αυτές προκαλούνται σοβαρές δυσχέρειες.
140. Η Επιτροπή απαντά ότι το άρθρο 1 του κανονισμού 154/75 απαιτεί τη δημιουργία του ΙΕΜ πριν από την 1η Νοεμβρίου 1992. Το ΙΕΜ θα έπρεπε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά την περίοδο εμπορίας που αντιστοιχεί στο οικονομικό έτος 1993. Επομένως, η παράβαση της κοινοτικής νομοθεσίας αποδεικνύεται διότι αυτό δεν συνέβη κατά την ανωτέρω ημερομηνία. Η ανυπαρξία ελαιοκομικού μητρώου αποτελεί αφεαυτής ουσιώδη παράλειψη του συστήματος ελέγχου των ενισχύσεων στην παραγωγή ελαιολάδου η οποία υποχρέωνε την Επιτροπή να επιβάλει ορισμένες δημοσιονομικές διορθώσεις.
141. Η Επιτροπή προσθέτει ότι, αντίθετα με όσα υποστηρίζει η Ισπανική Κυβέρνηση, οι διενεργούμενοι στην Ισπανία έλεγχοι είναι ανεπαρκείς και παρουσιάζουν σοβαρές ελλείψεις και, ως εκ τούτου δεν μπορούν να καλύψουν την ανυπαρξία και τη δυσλειτουργία του ΙΕΜ.
142. Επιπλέον, η Επιτροπή τονίζει ότι οι δυσχέρειες εκμεταλλεύσεως του ΙΕΜ που περιγράφονται στη συνοπτική έκθεση υπονομεύουν την ικανότητά του να λειτοργεί ως μέσο ελέγχου.
143. Η Ισπανική Κυβέρνηση απαντά ότι, με το να επικαλείται την προθεσμία για την εφαρμογή του ΙΕΜ, η Επιτροπή έρχεται σε καταφανή αντίθεση με τη διαδικασία δημιουργίας του ΙΕΜ την οποία ανέλαβε η ίδια μαζί με το Βασίλειο της Ισπανίας, βάσει ενός ακριβούς χρονοδιαγράμματος και σύμφωνα με το άρθρο 6β του κανονισμού 2276/79, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 586/88. Η Επιτροπή γνώριζε πολύ καλά την προθεσμία που είχε ταχθεί για το οριστικό πέρας των εργασιών, ήτοι το έτος 1998.
144. Κατά την Ισπανική Κυβέρνηση, δεν υπάρχει ένα απολύτως αποτελσματικό μητρώο το οποίο θα είχε τη δυνατότητα να εντοπίζει κατά τρόπο συστηματικό κάθε εσφαλμένη ή παραπλανητική δήλωση καλλιεργείας και, ως εκ τούτου, κάθε μη οφειλόμενη ενίσχυση. Επιπλέον, από τις παρατηρήσεις της Επιτροπής προκύπτει μια έμμεση αναγνώριση της χρησιμοποιήσεως του ΙΕΜ. Τέλος, η πρόσφατη ολοκλήρωση της διαδικασίας για την εγκατάσταση του ΙΕΜ θα ήταν ασυμβίβαστη με τον άμεσο εκσυγχρονισμό του.
145. Η Επιτροπή φρονεί ότι ο κανονισμός 2276/79, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 586/88, αφορά ένα πιλοτικό πρόγραμμα μεθοδολογικών προσπαθειών το οποίο ουδόλως αναιρεί την αναγκαιότητα δημιουργίας του ΙΕΜ εντός της προθεσμίας που προβλέπει η κοινοτική ρύθμιση. Κατά την Επιτροπή, η Ισπανική Κυβέρνηση δεν απέδειξε ότι η καθυστερημένη δημιουργία του ΙΕΜ οφείλεται σε απόλυτη αδυναμία. Προσθέτει ότι το γεγονός ότι βοήθησε, μετά τη λήξη της ταχθείσας προθεσμίας για την εγκατάσταση των ΙΕΜ, την Ισπανική Κυβέρνηση στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών της, δεν αίρει την προσαπτόμενη παράβαση ούτε αποδεικνύει την απόλυτη αδυναμία του Βασιλείου της Ισπανίας να τηρήσει την επίμαχη προθεσμία. Ακόμη λιγότερο δεν θα έπρεπε η στάση αυτή να ερμηνευθεί ως σιωπηρή αποδοχή της καθυστερήσεως και των συνεπειών της επί του συστήματος ελέγχου των ενισχύσεων.
146. Κατά την Επιτροπή, η ανυπαρξία ελαιοκομικού μητρώου αποτελεί αφεαυτής ουσιώδη ανεπάρκεια του συστήματος ελέγχου των ενισχύσεων στην παραγωγή ελαιολάδου η οποία δικαιολογεί την επιβολή δημοσιονομικής διορθώσεως κατά μείζονα λόγο αφού οι έλεγχοι τους οποίους διενεργεί το Βασίλειο της Ισπανίας δεν επιτυγχάνουν ούτε από ποιοτικής ούτε από ποσοτικής απόψεως το επίπεδο που απαιτείται για την άρση της ελλείψεως αυτής. Επομένως, ο κίνδυνος εξαπατήσεων είναι μεγάλος. Η Επιτροπή προσθέτει ότι, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 6α του κανονισμού 2276/79, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 586/88, τα κράτη μέλη οφείλουν να ενημερώνουν ετησίως το ελαιοκομικό μητρώο. Η υποχρέωση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αιτία των τρεχουσών δυσχερειών στην εκμετάλλευση του ΙΕΜ.
ii) Εκτίμηση
147. Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 154/75, τα κράτη μέλη παραγωγής ελαιολάδου καταρτίζουν ελαιοκομικό μητρώο για όλες τις ελαιοκομικές εκμεταλλεύσεις που βρίσκονται στο έδαφός τους. Από το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο β_, του κανονισμού αυτού, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 3788/85, προκύπτει ότι η δημιουργία του ελαιοκομικού μητρώου, σκοπός του οποίου είναι η παροχή των αναγκαίων στοιχείων σχετικά με το δυναμικό της παραγωγής και η βελτίωση της λειτουργίας του καθεστώτος των ενισχύσεων, έπρεπε να έχει ολοκληρωθεί πλήρως στο Βασίλειο της Ισπανίας την 1η Νοεμβρίου 1992.
148. Η Ισπανική Κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι η δημιουργία του ΙΕΜ δεν είχε ολοκληρωθεί κατά την ανωτέρω ημερομηνία . Προβάλλει το αναγνωριζόμενο από το Δικαστήριο δικαίωμα επικλήσεως απόλυτης αδυναμίας για την ορθή εκτέλεση μιας κοινοτικής αποφάσεως, χωρίς ωστόσο να προσκομίζει τα στοιχεία που αποδεικνύουν την ύπαρξη μιας τέτοιας αδυναμίας. Επιπλέον, η τεχνική βοήθεια που εισέφερε η Επιτροπή δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως απαλλαγή της Ισπανικής Κυβερνήσεως από την υποχρέωση τηρήσεως της νόμιμης προθεσμίας δεδομένου ότι καμία διάταξη της ισχύουσας κοινοτικής νομοθεσίας δεν παρέχει την εξουσία αυτή στην Επιτροπή. Κατά τα λοιπά, δεν αποδεικνύεται ότι η Επιτροπή άφησε να εννοηθεί ότι διέθετε την εξουσία να αποκλίνει από τους ισχύοντες κανόνες.
149. Το επιχείρημα της Ισπανικής Κυβερνήσεως ότι η χρησιμότητα του ελαιοκομικού μητρώου ως μέσου ελέγχου θα ήταν μικρότερη στην Ισπανία λόγω των χαρακτηριστικών του μέσου Ισπανού ελαιοκαλλιεργητή, πρέπει να απορριφθεί. Κατά την Ισπανική Κυβέρνηση, η ύπαρξη μιας πλειονότητας παραγωγών με μεγάλη παραγωγή ελαιολάδου οι οποίοι εισπράττουν, ως εκ τούτου, την ενίσχυση βάσει της ποσότητας του όντως παραχθέντος ελαιολάδου και όχι βάσει του αριθμού των ελαιοδένδρων και της αποδόσεώς τους, σύμφωνα με την ισχύουσα κοινοτική ρύθμιση, δικαιολογεί την προτεραιότητα που δίδεται στους ελέγχους στα ελαιοτριβεία.
150. Ωστόσο, όπως παρατηρεί η Επιτροπή, ανεξαρτήτως της εκτάσεώς του, ο έλεγχος των ελαιοτριβείων δεν μπορεί να αντισταθμίσει τη μη ολοκλήρωση του ελαιοκομικού μητρώου. Δεδομένου ότι οι κοινοτικές ενισχύσεις καταβάλλονται στους ελαιοκαλλιεργητές και όχι στα ελαιοτριβεία, δεν αρκούν οι έλεγχοι που αφορούν κυρίως αυτά. Η σπουδαιότητα των στοιχείων του ελαιοκομικού μητρώου είναι αναμφισβήτητη, ιδίως όσον αφορά τον αριθμό των ελαιοδένδρων δεδομένου ότι ο καθορισμός των παραχθεισών ποσοτήτων ελαιολάδου που μπορούν να λάβουν ενίσχυση εξαρτάται από τις αποδόσεις σε ελαιόκαρπο και σε ελαιολάδο που καθορίζονται κατ' αποκοπή, πράγμα που προϋποθέτει ακριβή γνώση του αριθμού των ελαιοδένδρων.
151. Προσθέτω ότι οι δυσχέρειες στην εκμετάλλευση του ΙΕΜ δεν αμφισβητούνται από την Ισπανική Κυβέρνηση η οποία αποδίδει την παράλειψη της κατ' έτος ενημερώσεως του ελαιοκομικού μητρώου, την οποία επιτάσσει το άρθρο 6α του κανονισμού 2276/79, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 586/88, στη διαδικασία εγκαταστάσεως του ΙΕΜ.
152. Επομένως, η Ισπανική Κυβέρνηση δεν απέδειξε αν τα στοιχεία που είχαν συλλέξει οι υπηρεσίες ελέγχου του ΕΓΤΠΕ ήσαν ανακριβή.
δ) Επί της ανυπαρξίας μηχανογραφημένων αρχείων με τα ελαιοκομικά δεδομένα
153. Από τη συνοπτική έκθεση προκύπτει ότι δεν υπήρχε κεντρικό μηχανογραφημένο αρχείο κατά τον χρόνο της διενέργειας των επιθεωρήσεων από τις υπηρεσίες του ΕΓΤΠΕ. Ως εκ τούτου, ήταν εύλογο να μην μπορεί να πραγματοποιηθεί καμία αποτελεσματική επαλήθευση, λαμβανομένου υπόψη του μεγάλου αριθμού των δικαιούχων. Σύμφωνα με τις υπηρεσίες του ΕΓΤΠΕ, ορισμένες βελτιώσεις τις οποίες παρουσίασαν οι αρμόδιες εθνικές αρχές το 1996 καθώς και ορισμένοι συμπληρωματικοί έλεγχοι παρήγαγαν τα αποτελέσματά τους μόνον κατά την περίοδο εμπορίας 1995/1996 και όχι κατά την περίοδο εμπορίας 1992/1993, που αποτελεί αντικείμενο της παρούσας διαφοράς.
i) Επιχειρήματα των διαδίκων
154. Η Επιτροπή τονίζει ότι η έλλειψη κεντρικού μηχανογραφημένου αρχείου, κατά παράβαση των άρθρων 16 του κανονισμού 2261/84 και 11 του κανονισμού 3061/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 98/89, καθιστά αδύνατο τον εκ των προτέρων συστηματικό έλεγχο όλων των δηλώσεων καλλιεργείας και όλων των αιτήσεων για τη χορήγηση ενισχύσεων. Κατά το άρθρο 11 του κανονισμού 3061/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 98/89, η εφαρμογή του συνόλου των στοιχείων του μηχανογραφημένου αρχείου έπρεπε να είναι επιχειρησιακή πριν από τις 31 Οκτωβρίου 1990, πράγμα το οποίο δεν συνέβη. Η σαφής αυτή παράβαση αποτελεί σοβαρή παράλειψη του συστήματος ελέγχου δεδομένου ότι αφορά ένα βασικό μέσο ελέγχου, οπότε δικαιολογείται η επιβολή κατ' αποκοπή δημοσιονομικής διορθώσεως.
155. Κατά την Ισπανική Κυβέρνηση, η έλλειψη μηχανογραφημένων αρχείων δεν είναι παντελής. Το περιεχόμενο των προβλεπομένων στο άρθρο 16 του κανονισμού 2261/84 αρχείων είχε ήδη περιληφθεί στα επί μέρους αρχεία που περιείχαν τα αποτελέσματα των διενεργηθέντων ελέγχων, τα στοιχεία των δηλώσεων καλλιεργείας καθώς και των στοιχείων που περιλαμβάνονταν στα προγράμματα ομοιογενών ζωνών. Επιπλέον, οι αυτόνομες κοινότητες ήσαν σε θέση να εντοπίσουν τις ασυνήθεις παραγωγές χάρη στα μηχανογραφημένα αρχεία τους. Στον βαθμό που ο κανονισμός 3061/84 προέβλε προθεσμία έξι ετών για τη δημιουργία μηχανογραφημένου αρχείου, είναι εύλογο το Βασίλειο της Ισπανίας να τύχει αντίστοιχης προθεσμίας από της προσχωρήσεώς του στην Κοινότητα. Τέλος, οι αυτόνομες κοινότητες διέθεταν, όσον αφορά το οικονομικό έτος 1993, όλα τα στοιχεία που έπρεπε να περιλαμβάνουν τα μηχανογραφημένα αρχεία στα οποία αναφέρεται ο κανονισμός 2261/84.
156. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι μηχανογραφημένες καταχωρίσεις των εκθέσεων σχετικά με τους ελέγχους που πραγματοποιήθηκαν κατά τις περιόδους εμπορίας 1992/1993 και 1993/1994, τις οποίες προσκόμισε το Βασίλειο της Ισπανίας προς στήριξη του τελευταίου αυτού στοιχείου, δεν μπορούν να αναιρέσουν την ύπαρξη των διαπιστωθεισών παραβάσεων. Οι καταχωρήσεις αυτές δεν παρέχουν τη δυνατότητα ελέγχου σχετικά με το αν πράγματι υπάρχουν όλα τα στοιχεία που πρέπει να είναι συγκεντρωμένα κατ' εφαρμογήν της ισχύουσας κοινοτικής νομοθεσίας. Κατά την Επιτροπή, τα όρια ανοχής των αρχείων των αυτόνομων κοινοτήτων είναι υπέρμετρα υψηλά και έχουν καθοριστεί χωρίς διαβούλευση είτε με το FEGA είτε με τον ΟΕ, όργανο το οποίο είναι εντούτοις επιφορτισμένο με τον έλεγχο των αποδόσεων.
ii) Εκτίμηση
157. Κατά το άρθρο 16 του κανονισμού 2261/84, κάθε κράτος μέλος παραγωγής υποχρεούται να δημιουργήσει και να ενημερώνει μηχανογραφημένα αρχεία των ελαιοκομικών στοιχείων. Κατά το άρθρο 11 του κανονισμού 3061/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 98/89, η εφαρμογή του συνόλου των στοιχείων του μηχανογραφημένου αρχείου πρέπει να είναι επιχειρησιακή πριν από τις 31 Οκτωβρίου 1990.
158. Η Ισπανική Κυβέρνηση αναγνώρισε ότι τα μηχανογραφημένα αρχεία ήσαν ημιτελή κατά τη λήξη της νόμιμης προθεσμίας. Πρέπει να τονιστεί ότι η προθεσμία αυτή προβλέπεται για όλα τα κράτη μέλη ανεξαρτήτως της ημερομηνίας προσχωρήσεώς τους στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Επομένως, το Βασίλειο της Ισπανίας διέθετε την ίδια προθεσμία όπως ακριβώς και τα λοιπά κράτη μέλη. Οι μηχανογραφημένες καταχωρίσεις που προσκόμισε η Ισπανική Κυβέρνηση δεν αφορούν παρά μόνον ένα τμήμα των στοιχείων που πρέπει να περιέχουν τα μηχανογραφημένα αρχεία, όπως απαιτεί η κοινοτική ρύθμιση. Όπως τόνισε η Επιτροπή, τα αρχεία αυτά δεν περιέχουν στοιχεία σχετικά με τη λογιστική αποθήκης. Κατά συνέπεια, τα στοιχεία αυτά, λόγω του ημιτελούς χαρακτήρα τους, δεν μπορούν να αναιρέσουν τα δεδομένα της συνοπτικής εκθέσεως σχετικά με την έλλειψη κεντρικού μηχανογραφημένου αρχείου σύμφωνου με τους ισχύοντες κοινοτικούς κανόνες.
ε) Επί της ανεπάρκειας των ελέγχων επί των ελαιοτριβείων
159. Από τη συνοπτική έκθεση προκύπτει ότι τα ανήκοντα στους συνεταιρισμούς ελαιοτριβεία, ως εκ των διαφόρων συμφερόντων και δραστηριοτήτων τους στον τομέα του ελαιολάδου, εμφανίζουν a priori υψηλότερο βαθμό κινδύνων έναντι των ελαιοτριβείων που ασκούν αποκλειστικά μια δραστηριότητα. Οι υπηρεσίες του ΕΓΤΠΕ επισήμαναν ότι οι διενεργηθέντες στα ελαιοτριβεία έλεγχοι ήσαν, ελλείψει διαθεσίμων μηχανογραφημένων αρχείων, ελλιπείς όσον αφορά τον προσδιορισμό των ελεγκτέων δειγματοληπτικώς ελαιοτριβείων. Εξίσου ανεπαρκείς ήταν και η προετοιμασία των ελέγχων δεδομένου ότι γινόταν αποκλειστικά βάσει των ελέγχων που είχε διενεργήσει παλαιότερα ο ΟΕ. Οι υπηρεσίες του ΕΓΤΠΕ φρονούν επίσης ότι οι διασταυρωμένοι έλεγχοι δεν είναι από αριθμητικής απόψεως επαρκείς, η δε προσφυγή σε αποδεικτικά στοιχεία προερχόμενα από άλλες πηγές συνιστά βασική αρχή του δημοσιονομικού ελέγχου και γενικότερα του κάθε είδους ελέγχου. Σύμφωνα με τη συνοπτική έκθεση, ελλείψει ελαιοκομικού μητρώου και μηχανογραφημένων αρχείων, το Βασίλειο της Ισπανίας θα έπρεπε να προβεί σε εντατικότερους ελέγχους των ελαιοτριβείων.
i) Επιχειρήματα των διαδίκων
160. Η Ισπανική Κυβέρνηση αμφισβητεί τη βασιμότητα του ισχυρισμού ότι ο κίνδυνος παρατυπιών είναι υψηλότερος στα συνεταιριστικά ελαιοτριβεία και υποστηρίζει ότι αυτή η νομική μορφή, αντιθέτως, αποτρέπει τον κίνδυνο διαπράξεως απατών. Ως προς τον προσδιορισμό των ελεγκτέων δειγματοληπτικώς ελαιοτριβείων, υποστηρίζει ότι τα κριτήρια επιλογής των ελεγκτέων ελαιοτριβείων καθορίζονται στα προγράμματα δραστηριότητας για κάθε περίοδο εμπορίας τα οποία διαβιβάζει η Επιτροπή. Κατά την άποψή της, τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται έχουν δευτερεύουσα σημασία οσάκις, όπως εν προκειμένω, ο συνολικός αριθμός των ελαιοτριβείων που ελέγχονται είναι σημαντικός και καταλήγει στον έλεγχο του συνόλου των ελαιοτριβείων ανά δύο ή τρία έτη. Η Επιτροπή, προβαίνοντας στον συσχετισμό των ποσοτήτων του ελαιοκάρπου που συνθλίβεται σε ένα ελαιοτριβείο με τον αριθμό των ελαιοδένδρων που δηλώνουν οι παραγωγοί, επέλεξε ένα απρόσφορο κριτήριο στον βαθμό που οι περισσότεροι παραγωγοί δεν συνθλίβουν το σύνολο του ελαιοκάρπου τους σε ένα και μόνον ελαιοτριβείο. Επιπλέον, οι ελαιοπαραγωγοί χρησιμοποιούν διαφορετικά ελαιοτριβεία σε κάθε περίοδο εμπορίας. Η Ισπανική Κυβέρνηση διευκρινίζει ότι όλα τα ελαιοτριβεία έχουν επιθεωρηθεί επιτοπίως άπαξ τουλάχιστον και ότι η προετοιμασία των ελέγχων είναι σχολαστική.
161. Όσον αφορά τους διασταυρωμένους ελέγχους, η Ισπανική Κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι η διενέργειά τους προσκρούει σε αντικειμενικά εμπόδια, όπως είναι, όσον αφορά την κατανάλωση ηλεκτρικής ενεργείας από τα ελαιοτριβεία, το γεγονός ότι η ηλεκτρική ενέργεια χρησιμοποιείται και για άλλες δραστηριότητες που δεν συνδέονται με τη σύνθλιψη του ελαιοκάρπου. Εντούτοις, αναγνωρίζει τη σημασία των διασταυρωμένων ελέγχων, ιδίως όσον αφορά τον έλεγχο του προορισμού του λαμβανομένου ελαιολάδου και, σε περίπτωση αμφιβολίας, των λογιστικών οικονομικών στοιχείων.
162. Η Επιτροπή απαντά ότι η έλλειψη ελαιοκομικού μητρώου και μηχανογραφημένων αρχείων απαιτούσε τη διενέργεια πληρέστερων ελέγχων στα ελαιοτριβεία και, μεταξύ άλλων, ορισμένους διασταυρωμένους ελέγχους οι οποίοι δεν πραγματοποιήθηκαν. Η Επιτροπή εξηγεί ότι τα ελαιοτριβεία που ανήκουν σε συνεταιρισμούς εγκυμονούν περισσότερους κινδύνους, διότι ο παραγωγός και ο ιδιοκτήτης του ελαιοτριβείου είναι ένα και το αυτό πρόσωπο, γεγονός που συνεπάγεται ταυτότητα συμφερόντων η οποία ευνοεί την πλασματική διόγκωση των ποσοτήτων ελαιολάδου.
163. Η έλλειψη μηχανογραφημένων αρχείων στερεί από τις ισπανικές αρχές ορισμένα στοιχεία σχετικά με την παραγωγή του κάθε ελαιοτριβείου και καθιστά αδύνατη την αποτελεσματική επιλογή των ελαιοτριβείων που πρέπει να υποβληθούν σε έλεγχο. Τα κριτήρια τα οποία επικαλείται η Ισπανική Κυβέρνηση καθορίστηκαν για την περίοδο εμπορίας 1995/1996 και, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν προς αντίκρουση της επιχειρηματολογίας της Επιτροπής σχετικά με το οικονομικό έτος 1993. Όσον αφορά το επιχείρημα της Ισπανικής Κυβερνήσεως σχετικά με το εύρος των δειγματοληπτικών ελέγχων, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι δεν αποδεικνύεται ότι τα ελεγχόμενα ετησίως ελαιοτριβεία δεν είναι, σε σημαντικό βαθμό, τα ίδια με αυτά που έχουν ήδη ελεγχθεί. Η Επιτροπή προβάλλει και πάλι την ανάγκη ελέγχου βάσει αποδεικτικών στοιχείων προερχομένων από εξωτερική πηγή. Οι διασταυρωμένοι έλεγχοι επιβάλλονται, κατά την Επιτροπή, από την κοινοτική νομοθεσία. Το γεγονός ότι οι έλεγχοι αυτοί είναι περίπλοκοι δεν αναιρεί την αναγκαιότητα της διενέργειάς τους. Κατά την Επιτροπή, είναι πέραν πάσης αμφισβητήσεως ότι το Βασίλειο της Ισπανίας δεν προσκόμισε κατάλογο με τους διενεργηθέντες επιτοπίως από το ΟΕ διασταυρωμένους ελέγχους από την περίοδο 1992/1993 και εφεξής.
164. Η Ισπανική Κυβέρνηση απαντά ότι ο ημιτελής χαρακτήρας του ελαιοκομικού μητρώου και ορισμένων αρχείων αντισταθμίστηκε από την αύξηση των ελέγχων στους ελαιώνες και στα ελαιοτριβεία τόσο ως προς την ποιότητα όσο και ως προς τον αριθμό τους. Κατά την Ισπανική Κυβέρνηση, είναι εσφαλμένος ο ισχυρισμός ότι υπάρχουν σοβαρά κενά στους ελέγχους που διενεργούνται στα ελαιοτριβεία και ότι τα ελεγχόμενα ετησίως ελαιοτριβεία είναι πάντοτε τα ίδια.
165. Η Ισπανική Κυβέρνηση αμφισβητεί την ορθότητα της συλλογιστικής της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία ο έλεγχος των ελαιοτριβείων είναι δευτερεύων διότι αυτοί που εισπράττουν την ενίσχυση είναι οι ελαιοκαλλιεργητές και όχι τα ελαιοτριβεία. Η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, προκειμένου ένας ελαιοκαλλιεργητής να εισπράξει παρανόμως ενίσχυση, πρέπει οπωσδήποτε να συνεννοηθεί με το ελαιοτριβείο και να λάβει από αυτό βεβαίωση για ποσότητα ελαιολάδου η οποία δεν έχει παραχθεί. Επομένως, ο βασικός σκοπός του ελέγχου ενός ελαιοτριβείου δεν είναι να φέρει στην επιφάνεια τυχόν απάτες που έχουν διαπραχθεί σε αυτό, αλλά να ερευνήσει το ενδεχόμενο της διαπράξεως απατών από τους ελαιοκαλλιεργητές.
166. Όσον αφορά την υπόθεση ότι υπάρχει μεγαλύτερος κίνδυνος παρατυπιών συνδεομένων με το καθεστώς των συνεταιριστικών ελαιοτριβείων, η Ισπανική Κυβέρνηση εξηγεί ότι δεν είναι ακριβής ο ισχυρισμός ότι ο παραγωγός και ο ιδιοκτήτης του ελαιοτριβείου είναι το ίδιο πρόσωπο, διότι ο ιδιοκτήτης είναι ένωση παραγωγών και όχι ένας παραγωγός. Η διάπραξη απατών απαιτεί ως βασική προϋπόθεση την έλλειψη εμπιστοσύνης και εχεμύθειας, πράγμα απίθανο σε ένα συνεταιρισμό. Αν διαπραχθεί απάτη, η είδηση θα κυκλοφορήσει και διαδοθεί στο ευρύ κοινό. Η Ισπανική Κυβέρνηση τονίζει ότι, μολονότι στην Ανδαλουσία λειτουργούν ως επί το πλείστον συνεταιρισμοί, οι προτάσεις περί ανακλήσεως της αναγνωρίσεως σε αυτή την αυτόνομη κοινότητα δεν αφορούν παρά μόνον πολύ μικρό αριθμό συνεταιριστικών ελαιοτριβείων.
167. Η Επιτροπή φρονεί ότι η αύξηση του αριθμού των ελέγχων δεν μπορεί να καλύψει την κακή ποιότητά τους λόγω της ελλείψεως ελαιοκομικού μητρώου και μηχανογραφημένων αρχείων. Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι σκοπός της κοινοτικής νομοθεσίας σχετικά με τη διαδικασία εκκαθαρίσεως των λογαριασμών δεν είναι να περιοριστεί η άρνηση αναλήψεως των δαπανών από το ΕΓΤΠΕ μόνο στις περιπτώσεις όπου αποδεικνύεται σαφώς η ύπαρξη απάτης.
ii) Εκτίμηση
168. Ελλείψει ολοκληρωμένου ελαιοκομικού μητρώου και πλήρων μηχανογραφημένων αρχείων, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η ανάγκη διενέργειας ενός μεγαλύτερου αριθμού ελέγχων καθώς και αυξήσεως της αποτελεσματικότητας των ελέγχων αυτών.
169. Πράγματι, το ελαιοκομικό μητρώο και τα μηχανογραφημένα στοιχεία συγκεντρώνουν ένα μεγάλο αριθμό πληροφοριών τόσο σχετικά με τις ίδιες τις ελαιοκομικές εκμεταλλεύσεις όσο και σχετικά με τις ποσότητες ελαιοκάρπου και ελαιολάδου που παράγουν και αποτελούν αντικείμενο των αιτήσεων για τη χορήγηση ενισχύσεων καθώς και σχετικά με τους ήδη διενεργηθέντες ελέγχους. Η ποικιλία και το εύρος των πληροφοριών που συγκεντρώνουν, σε συνδυασμό με την ηλεκτρονική επεξεργασία τους, μπορεί να καταστήσει πολύ αποτελεσματικό τον έλεγχο και τον εντοπισμό παράνομων πρακτικών στο σύνολο του εθνικού εδάφους. Επομένως, αν δεν είναι διαθέσιμα τα μέσα αυτά, οι έλεγχοι πρέπει να διεξάγονται με πολύ μεγαλύτερη αυστηρότητα.
170. Αυτό επιβάλλεται κατά μείζονα λόγο στην περίπτωση όπου, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, η συνεταιριστική ως επί το πλείστον δομή των ισπανικών ελαιοτριβείων αυξάνει τον κίνδυνο διαπράξεως απατών. Μολονότι η Ισπανική Κυβέρνηση διαφωνεί ως προς το σημείο αυτό, το FEGA αναγνωρίζει ότι ο σκοπός ενός συνεταιριστικού ελαιοτριβείου, στον ελαιοκομικό τομέα, είναι εν γένει η σύνθλιψη του ελαιοκάρπου των μελών του συνεταιρισμού και η από κοινού πώληση του χύδην ελαιολάδου . Ως εκ τούτου, επιβεβαιώνεται ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι η ελαιοκαλλιέργεια, η παραγωγή και η πώληση ελαιολάδου συγκεντρώνονται στα χέρια ενός και του αυτού επιχειρηματία ή μιας ομάδας επιχειρηματιών. Φρονώ ότι ο αυτοέλεγχος μέσω των μελών του συνεταιρισμού δεν μπορεί, λόγω του αυστηρά εσωτερικού χαρακτήρα του σε σχέση με την ίδια την οικονομική μονάδα, να εξαλείψει τελείως τον αυξημένο κίνδυνο διαπράξεως απατών που είναι σύμφυτος με τη σώρευση δραστηριοτήτων. Επομένως, θεωρώ ότι η κατάσταση αυτή ευνοεί τη διάπραξη απατών μέσω της υποβολής δηλώσεων για ποσότητες μεγαλύτερες από τις πραγματικές.
171. Πρέπει να τονιστεί ότι η έλλειψη ελαιοκομικού μητρώου και μηχανογραφημένων αρχείων δεν μπορεί να αντισταθμιστεί παρά μόνο μερικώς από τη σημαντική αύξηση του αριθμού των ελέγχων.
172. Πράγματι, από διάφορα έγγραφα που συνέταξαν οι υπηρεσίες του ΕΓΤΠΕ κατόπιν επιτόπιων επισκέψεων προκύπτει ότι η έλλειψη ελαιοκομικού μητρώου και μηχανογραφημένων αρχείων καθιστά αδύνατο τον ακριβή προσδιορισμό των ελαιοτριβείων που πρέπει να ελεγχθούν δειγματοληπτικώς. Ο έλεγχος της πιθανολογούμενης ακρίβειας των δεδομένων χάρη στον οποίο οι εντεταλμένοι ελεγκτές μπορούν να εντοπίσουν τα ύποπτα ελαιοτριβεία δεν μπορεί να διενεργηθεί κατά τρόπον ικανοποιητικό ελλείψει πλήρων στοιχείων σχετικά με τις εκμεταλλεύσεις και τις δηλωθείσες παραγωγές .
173. Ομοίως, η προετοιμασία των ελέγχων από τον ΟΕ κρίθηκε ανεπαρκής από τις υπηρεσίες του ΕΓΤΠΕ. Ελλείψει κεντρικού μηχανογραφημένου αρχείου, η χρησιμοποίηση αποκλειστικά και μόνον παλαιοτέρων αποτελεσμάτων από προγενέστερους ελέγχους μειώνει αισθητά την αποτελεσματικότητα της διαδικασίας ελέγχου των ελαιοτριβείων .
174. Αν γίνει δεκτό ότι η αύξηση του αριθμού των ελέγχων καταλήγει, όπως υποστηρίζει η Ισπανική Κυβέρνηση, στον έλεγχο του συνόλου των ελαιοτριβείων ανά δύο ή τρία έτη, οι πλέον κατάφωρες παρατυπίες που θα είχαν επισημανθεί μέσω των συγκεντρωτικών στοιχείων ήδη από την πρώτη περίοδο εμπορίας υπάρχει κίνδυνος να μην εντοπιστούν. Ιδίως μάλιστα αφού η αύξηση των ελέγχων δεν παρουσιάζει τον επιθυμητό βαθμό εντατικοποιήσεως, όπως προκύπτει από τη διαπίστωση από την ίδια την Ισπανική Κυβέρνηση της αδυναμίας της όσον αφορά τους διασταυρωμένους ελέγχους τους οποίους θεωρεί άχρηστους ή ανέφικτους.
175. Ωστόσο, οι έλεγχοι αυτοί, οι οποίοι παρέχουν τη δυνατότητα να πιθανολογηθεί η ακρίβεια των δηλώσεων στις οποίες στηρίζονται οι αιτήσεις για τη χορήγηση ενισχύσεων μέσω της συγκρίσεως διαφορετικών στοιχείων, υπαγορεύονται από την ίδια την κοινοτική νομοθεσία. Τα άρθρα 13 του κανονισμού 2261/84 και 9 του κανονισμού 3061/84 καθορίζουν επακριβώς τα στοιχεία που πρέπει να διαβιβάζουν τα ελαιοτριβεία στο κράτος μέλος προκειμένου να λάβουν άδεια λειτουργίας .
176. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η Ισπανική Κυβέρνηση δεν απέδειξε την επάρκεια των διενεργουμένων στα ελαιοτριβεία ελέγχων.
στ) Επί του νομότυπου χαρακτήρα της ισπανικής πρακτικής της κατ' αποκοπή παραγωγής
177. Σύμφωνα με τη συνοπτική έκθεση, οι υπηρεσίες του ΕΓΤΠΕ φρονούν ότι η πρακτική των ισπανικών αρχών να επιτρέπουν την κατ' αποκοπή και στο τέλος της περιόδου εμπορίας αναγνώριση ποσοτήτων παραχθέντος ελαιολάδου ανά ελαιοκαλλιεργητή δεν είναι σύμφωνη με τα άρθρα 9, παράγραφος 2, και 5, παράγραφος 1, τελευταίο εδάφιο, του κανονισμού 3061/84. Η πρακτική αυτή, σε συνδυασμό με την έλλειψη ελαιοκομικού μητρώου και μηχανογραφημένων αρχείων, αντίκειται στον συστηματικό και αποτελεσματικό έλεγχο των ατομικών δεδομένων κάθε παραγωγού και στη διασταύρωση των πραγματικών στοιχείων του εδάφους με τα στοιχεία που αφορούν τις ημερήσιες λογιστικές καταχωρίσεις των ελαιοτριβείων, πράγμα το οποίο εγκυμονεί τον κίνδυνο της διαπράξεως σοβαρών απατών.
i) Επιχειρήματα των διαδίκων
178. Η Ισπανική Κυβέρνηση διευκρινίζει ότι η κατ' αποκοπή αναγνώριση σε κάθε ελαιοκαλλιεργητή ορισμένης ποσότητας παραχθέντος ελαιολάδου δεν επιτρέπεται παρά μόνο σε ελάχιστες περιπτώσεις τις οποίες προβλέπει το άρθρο 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 3061/84. Υποστηρίζει ότι η πλειονότητα των ελαιοτριβείων δεν αναγνωρίζουν τις ίδιες αποδόσεις στους παραγωγούς. Προσθέτει ότι, για τεχνικούς λόγους, η αναγνωριζόμενη παραγωγή δεν στηρίζεται στον αποχωρισμό κάθε παρτίδας ελαιοκάρπου και στη ζύγιση του ελαιολάδου που παράγεται από την εν λόγω παρτίδα. Κατά την Ισπανική Κυβέρνηση, η αντικειμενική αδυναμία διαπιστώσεως, βάσει του βάρους, της ποσότητας ελαιολάδου που περιέχει κάθε παρτίδα ελαιοκάρπου δεν σημαίνει ότι η συνολική απόδοση του ελαιοτριβείου κατανέμεται σε όλους τους παραγωγούς. Κατά την άποψή της, υπάρχει μια μέθοδος για τον πολύ ακριβή καθορισμό του ελαιολάδου που αντιστοιχεί σε κάθε παρτίδα και για την εξεύρεση διαφορετικής αποδόσεως για κάθε παραγωγό. Η Ισπανική Κυβέρνηση δηλώνει ότι οι αυτόνομες κοινότητες διαβιβάζουν στο ΟΕ τις περιπτώσεις ασυνήθους παραγωγής.
179. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι διαπίστωσε ότι οι διοικητικοί έλεγχοι των αποδόσεων ήσαν ανεπαρκείς. Εκφράζει τη δυσαρέσκειά της για το γεγονός ότι η πλειονότητα των ελαιοτριβείων δεν εκδίδουν το σύνολο των πιστοποιητικών συνθλίψεως παρά μόνο στο τέλος της περιόδου εμπορίας βάσει του συνολικώς παραχθέντος ελαιολάδου καθ' όλη την περίοδο αυτή, γεγονός που έχει ως συνέπεια να αναγνωρίζεται σε κάθε παραγωγό η ίδια παραγωγή. Οι υπηρεσίες ελέγχου του ΕΓΤΠΕ προέβησαν στις διαπιστώσεις αυτές επ' ευκαιρία πολλών επιθεωρήσεων. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν διαθέτει στοιχεία προκειμένου να εκτιμήσει τη σημασία της πρακτικής αυτής, επισημαίνει όμως ότι σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες ένα κοινοτικό όργανο έλεγξε τα λογιστικά βιβλία ενός ισπανικού ελαιοτριβείου, διαπίστωσε την ίδια κατάσταση.
180. Η Ισπανική Κυβέρνηση αμφισβητεί τον ισχυρισμό ότι η πλειονότητα των ελαιοτριβείων αναγνωρίζει την ίδια παραγωγή σε όλους τους καλλιεργητές. Υποστηρίζει ότι στην πλειονότητα των ελαιοτριβείων που ανήκουν σε παραγωγούς, η παραγωγή υπολογίζεται βάσει της εργαστηριακής αποδόσεως κάθε εισερχομένης παρτίδας, διορθωμένης βάσει ενός συντελεστή. Η Ισπανική Κυβέρνηση εκφράζει τη λύπη της για το γεγονός ότι τα έγγραφα που επικαλείται η Επιτροπή προς στήριξη της επιχειρηματολογίας της δεν της διαβιβάστηκαν. Ως εκ τούτου, η Ισπανική Κυβέρνηση φρονεί ότι η Επιτροπή παραβιάζει την αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως.
181. Η Επιτροπή υποστηρίζει και πάλι ότι, κατά την περίοδο εμπορίας που αντιστοιχεί στο οικονομικό έτος 1993, ορισμένα ισπανικά ελαιοτριβεία αναγνώρισαν την ίδια παραγωγή σε όλους τους παραγωγούς. Κατά την άποψή της, καμία περί του αντιθέτου απόδειξη δεν προσκομίστηκε. Η δημοσιονομική διόρθωση στηρίχθηκε μόνο σε στοιχεία και διαπιστώσεις που είχαν επισήμως και τηρουμένων όλων των απαιτουμένων τύπων διαβιβαστεί στις ισπανικές αρχές στο πλαίσιο της διαδικασίας προηγούμενης ακροάσεως, της είχαν γνωστοποιηθεί δε τα σημαντικότερα στοιχεία των εκθέσεων σχετικά με τις έρευνες.
ii) Εκτίμηση
182. Κατ' αρχάς, πρέπει να τονιστεί ότι από τα άρθρα 5, παράγραφος 1, στοιχείο δ_, και 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 3061/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 828/90 , προκύπτει ότι οι ποσότητες ελαιοκάρπου που εισέρχονται σε εγκεκριμένο ελαιοτριβείο και οι ποσότητες ελαιολάδου που παράγονται από τον ελαιόκαρπο αυτό πρέπει να προσδιορίζονται επακριβώς και να καταχωρούνται λογιστικώς ούτως ώστε κάθε παρτίδα ελαιοκάρπου να συνδέεται με την αντίστοιχη παρτίδα ελαιολάδου. Ως εκ τούτου, πρέπει να είναι εφικτή η αξιολόγηση των αποδόσεων για κάθε εμπλεκόμενο παραγωγό.
183. Το άρθρο 9, παράγραφος 2, στοιχείο ε_, του κανονισμού 3061/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 828/90, περιορίζει τις εξαιρέσεις από την ανωτέρω αρχή στις περιπτώσεις στις οποίες η ποσότητα του ελαιοκάρπου που έχει συνθλιβεί αποτελείται από περισσότερες παρτίδες μικρότερες από την ελάχιστη ποσότητα που είναι αναγκαία για το γέμισμα του πιεστηρίου, τόσο για τα ελαιοτριβεία παραδοσιακής παραγωγής όσο και για τα ελαιοτριβεία συνεχούς παραγωγής. Στις περιπτώσεις αυτές, η λογιστική αποθήκης πρέπει να περιλαμβάνει τη συνολική ποσότητα που εξέρχεται του ελαιοτριβείου, κατανεμημένη μεταξύ των παραληπτών ανάλογα με την ποσότητα που έχει συνθλιβεί για καθένα από αυτούς.
184. Πρέπει να τονιστεί ότι η Ισπανική Κυβέρνηση προβάλλει δύο είδη επιχειρημάτων που είναι προφανώς αντιφατικά μεταξύ τους.
Αφενός, υποστηρίζει ότι «η απόδοση δεν μπορεί [...] να κατανεμηθεί, σύμφωνα με τη γραμματική ερμηνεία της κοινοτικής ρυθμίσεως, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να αποχωρίζεται [...] κάθε παρτίδα ελαιοκάρπου και να ζυγίζεται το ελαιόλαδο που παράγεται από την εν λόγω παρτίδα» . Η Ισπανική Κυβέρνηση είχε εξάλλου απαντήσει στην Επιτροπή ότι «το σύστημα αυτό δεν προσθέτει [...] κανένα ουσιαστικό πληροφοριακό στοιχείο σε σχέση με τα μέσα που χρησιμοποιούνται επί του παρόντος» και ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, «δεν είναι πλέον δυνατό να διαπιστωθεί σε ποια γραμμή εξαγωγής ελαιολάδου βρίσκεται ο ελαιόκαρπος εκάστου ελαιοκαλλιεργητή ούτε από ποια συγκεκριμένη παρτίδα ελαιοκάρπου προέρχεται η ποσότητα ελαιολάδου που λαμβάνεται σε μια δεδομένη στιγμή» .
Αφετέρου, η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η αντικειμενική αδυναμία να διαπιστωθεί, βάσει του βάρους, η ποσότητα ελαιολάδου που περιέχεται σε κάθε παρτίδα ελαιοκάρπου δεν σημαίνει ότι η συνολικώς λαμβανόμενη απόδοση στο ελαιοτριβείο κατανέμεται σε όλους τους παραγωγούς. Η Ισπανική Κυβέρνηση περιγράφει τη μέθοδο που παρέχει τη δυνατότητα να καθοριστεί το ελαιόλαδο που αντιστοιχεί σε κάθε παρτίδα.
185. Όπως προελέχθη, τα ανωτέρω επιχειρήματα δεν ευσταθούν παρά μόνον εκ πρώτης όψεως. Από το πρώτο επιχείρημα προκύπτει η δυσχέρεια των ισπανικών αρχών να εφαρμόσουν την κοινοτική νομοθεσία δεδομένου ότι θεωρούν ότι ο ισπανικός ελαιοκομικός τομέας παρουσιάζει ορισμένες ιδιαιτερότητες. Δεύτερον, ως προς την περιγραφόμενη τεχνική, είναι πρόδηλο ότι αυτή αποτελούσε το περιεχόμενο της απαντήσεως που έδωσε το FEGA στις υπηρεσίες του ΕΓΤΠΕ με την οποία ουδόλως ισχυρίστηκε ότι η τεχνική αυτή, ακόμη και αν υποτεθεί λειτουργική, εφαρμόστηκε πράγματι από τις ισπανικές αρχές . Κατά τα λοιπά, πρέπει να σημειωθεί ότι η Ισπανική Κυβέρνηση δεν προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι δεν εφαρμόζονται στις περισσότερες περιπτώσεις οι συνολικές αποδόσεις που διαπίστωσαν οι υπηρεσίες ελέγχου του ΕΓΤΠΕ. Η έκθεση επί της επιθεωρήσεως που πραγματοποιήθηκε στο ελαιοτριβείο Pedro Valera Garía δεν αποτελεί ένα τέτοιο αποδεικτικό στοιχείο: αφενός, περιλαμβάνει στοιχεία που αφορούν την περίοδο εμπορίας 1993/1994 και όχι την περίοδο εμπορίας 1992/1993 και, αφετέρου, το στοιχείο αυτό που περιορίζεται στα δεδομένα ενός ελαιοτριβείου δεν είναι επαρκές για να αναιρέσει τις ευρύτερες διαπιστώσεις των υπηρεσιών του ΕΓΤΠΕ.
186. Πρέπει να προστεθεί ότι τα έγγραφα τα οποία συνέταξαν οι οικείες υπηρεσίες και τα οποία η Ισπανική Κυβέρνηση δηλώνει ότι δεν έλαβε δεν προσθέτουν ουσιώδη στοιχεία στο περιεχόμενο της συνοπτικής εκθέσεως ή της προπαρατεθείσας υπ' αριθ. 23271 επιστολής, με την οποία η Επιτροπή γνωστοποίησε στις ισπανικές αρχές τις λεπτομέρειες των βασικών αιτιάσεων που θα μπορούσαν να τους προσαφθούν. Ως εκ τούτου, τα έγγραφα αυτά μπορούν να μη ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση του υποστατού της αιτιάσεως την οποία προσάπτει η Επιτροπή στις ισπανικές αρχές.
ζ) Επί της καταβολής μη οφειλομένων ενισχύσεων στους παραγωγούς που διέθεσαν στην αγορά ένα τμήμα της παραγωγής τους ως επιτραπέζιες ελιές
187. Κατά τη συνοπτική έκθεση και κατά την προπαρατεθείσα υπ' αριθ. 23271 επιστολή, οι υπηρεσίες ελέγχου του ΕΓΤΠΕ διαπίστωσαν ότι η αυτόνομη κοινότητα της Ανδαλουσίας παρέχει τη δυνατότητα καταβολής ενισχύσεων στην παραγωγή ελαιολάδου στους μικρούς παραγωγούς οι οποίοι διέθεσαν στην αγορά ένα τμήμα της εσοδείας τους ως επιτραπέζιες ελιές. Κανένας έλεγχος των εγγράφων που αφορούν την ενδεχόμενη διάθεση στην αγορά επιτραπέζιων ελαιών δεν διενεργήθηκε. Επιπλέον, οι ισπανικές αρχές δεν προέβησαν, έναντι της αυτόνομης κοινότητας της Ανδαλουσίας και των λοιπών αυτόνομων κοινοτήτων που ενεργούν με τον ίδιο τρόπο, σε νέο υπολογισμό των ενισχύσεων που καταβλήθηκαν στους μικρούς παραγωγούς κατά τα έτη 1992, 1993 και 1994, ούτως ώστε να αναζητηθούν τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά βάσει των δηλώσεων καλλιεργείας και των δηλώσεων συνθλίψεως των ελαιοτριβείων. Ζητήθηκε επίσης από τις ισπανικές αρχές να τροποποιήσουν τις εθνικές οδηγίες, ούτως ώστε να καταστεί υποχρεωτική η αναγραφή του προορισμού της παραγωγής στη δήλωση καλλιεργείας.
i) Επιχειρήματα των διαδίκων
188. Η Ισπανική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι δεν είναι δυνατόν να καθοριστεί ο προορισμός της καλλιεργείας στη δήλωση καλλιεργείας διότι κατά τον χρόνο υποβολής των δηλώσεων αυτών οι ελαιοκαλλιεργητές δεν μπορούν να προβλέψουν τον προορισμό των ελαιών οι οποίες ενδέχεται να χρησιμοποιηθούν τόσο για την παραγωγή ελαιολάδου όσο και ως άρτυμα. Ούτε θα ήταν δυνατό να υπολογιστούν εκ νέου οι ενισχύσεις που καταβλήθηκαν στους μικρούς παραγωγούς δεδομένου ότι οι φάκελοι καταβολής των ενισχύσεων αυτών αναφέρουν μόνον τον αριθμό των ελαιοδένδρων και την εκτιμώμενη απόδοση της εν λόγω ζώνης. Η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι πρότεινε την τροποποίηση της κοινοτικής ρυθμίσεως προκειμένου το σύνολο των ελαιοκαλλιεργητών να εισπράττει ενίσχυση για το πράγματι παραχθέν ελαιόλαδο, δεδομένου ότι οι μικροί ελαιοκαλλιεργητές λαμβάνουν εν γένει μια «κατ' αποκοπή» ενίσχυση, σύμφωνα με την ισχύουσα ρύθμιση, ανεξάρτητα από την πραγματική παραγωγή τους. Προσθέτει ότι ο κίνδυνος της διαπράξεως απατών από τους μικρούς ελαιοκαλλιεργητές είναι αμελητέος στον βαθμό που η συγκομιδή των ελαιών που πωλούνται ως επιτραπέζιες προηγείται της συγκομιδής των ελαιών που προορίζονται για την παραγωγή ελαιολάδου καθώς και ότι μόνον οι τελευταίες είναι ακόμη στα δένδρα κατά τον χρόνο της εκτιμήσεως των αποδόσεων που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό της «κατ' αποκοπή» ενισχύσεως.
189. Για την Επιτροπή, με το να συμπεριλαμβάνεται το τμήμα της συγκομιδής που διατίθεται στο εμπόριο ως επιτραπέζιες ελιές στο ποσό της ενισχύσεως στην παραγωγή ελαιολάδου που χορηγείται από τις ισπανικές αρχές στους ελαιοκαλλιεργητές παραβιάζει τα άρθρα 2 του κανονισμού 2261/84, και 1, παράγραφος 5, του κανονισμού 3061/84. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι ισπανικές αρχές δεν διεξήγαγαν κανένα έλεγχο προκειμένου να διαπιστώσουν αν τηρούνται οι κοινοτικές αυτές διατάξεις. Οι έλεγχοι θα έπρεπε επίσης να αφορούν την παραγωγή των μεγάλων ελαιοκαλλιεργητών.
ii) Εκτίμηση
190. Από το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 2261/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 892/88 , και από το άρθρο 1, παράγραφος 5, του κανονισμού 3061/84 προκύπτει ότι η ενίσχυση στην παραγωγή ελαιολάδου δεν μπορεί να χορηγηθεί για την παραγωγή ελαιών οι οποίες δεν χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ελαιολάδου και ότι, στην περίπτωση αυτή, η ενίσχυση πρέπει να καταβάλλεται ανάλογα με την ποσότητα των ελαιών που προορίζονται αποκλειστικά για την παραγωγή ελαιολάδου. Το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 3061/84 προβλέπει ότι η πρώτη δήλωση καλλιεργείας πρέπει να περιλαμβάνει τον αριθμό των παραγωγικών ελαιοδένδρων των οποίων ο ελαιόκαρπος χρησιμοποιείται για την παραγωγή ελαιολάδου.
191. Συνεπώς, η κοινοτική ρύθμιση είναι απολύτως σαφής ως προς τη φύση των υποχρεώσεων που υπέχουν τα κράτη μέλη. Αυτά υποχρεούνται να επιβάλουν στους ενδιαφερόμενους επιχειρηματίες την υποχρέωση να δηλώνουν τον προορισμό των ελαιών που παράγονται στην εκμετάλλευσή τους. Επομένως, η Ισπανική Κυβέρνηση, υποστηρίζοντας ότι ο προορισμός των ελαιών δεν μπορεί να αναγράφεται σε κάθε δήλωση καλλιεργείας, παραβιάζει σαφώς την κοινοτική ρύθμιση. Ιδίως μάλιστα αφού η υποχρέωση αυτή επιβάλλεται ανεξάρτητα από το μέγεθος της εκμεταλλεύσεως.
192. Λόγω των διαπιστωθεισών αυτών παρατυπιών η Ισπανική Κυβέρνηση ήταν υποχρεωμένη να προβεί σε υπολογισμό ο οποίος θα παρείχε στις υπηρεσίες του ΕΓΤΠΕ τη δυνατότητα να εκτιμήσουν το μέρος των ενισχύσεων που είχε καταβληθεί αχρεωστήτως. Ωστόσο, η Ισπανική Κυβέρνηση δεν αρνείται το γεγονός ότι δεν προέβη στην αιτηθείσα αξιολόγηση, επικαλούμενη την αδυναμία καθορισμού του προορισμού των ελαιών που είχαν συλλεγεί.
193. Η άποψη αυτή της Ισπανικής Κυβερνήσεως δεν μπορεί να γίνει εξάλλου ευχερώς κατανοητή. Μολονότι θεωρεί αδύνατο τον καθορισμό του προορισμού αυτού κατά το στάδιο της δηλώσεως της συγκομιδής, η Ισπανική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι, στην Ισπανία, υπάρχει «υποχρέωση εκ του νόμου να δηλώνεται ο προορισμός - σε κάθε περίοδο εμπορίας - των ελαιών που έχουν συλλεγεί [η οποία] καλύπτει το σύνολο των παραγωγών και η οποία δεν ισχύει παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις» . Υπό τις συνθήκες αυτές, αδυνατώ να αντιληφθώ για ποιον λόγο δεν μπορούσε να υπολογιστεί η αχρεωστήτως καταβληθείσα ενίσχυση και για ποιον λόγο οι ισπανικές αρχές θεωρούν νόμιμη την παράλειψη αυτή.
194. Εν πάση περιπτώσει, είναι προφανές ότι η δημοσιονομική διόρθωση είναι δικαιολογημένη για τους ανωτέρω λόγους.
η) Επί της επελεύσεως ζημίας εις βάρος του κοινοτικού προϋπολογισμού
i) Επιχειρήματα των διαδίκων
195. Η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι ο έλεγχος δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά μέσο για την αποτροπή οικονομικών ζημιών εις βάρος της Κοινότητας. Υποστηρίζει ότι η έλλειψη ζημίας δεν επιτρέπει, εν προκειμένω, την επιβολή δημοσιονομικής διορθώσεως. Η συνολική ποσότητα ελαιολάδου που παρήχθη από τον ελαιόκαρπο που συνεθλίβη στα ελαιοτριβεία αντιστοιχεί στην ποσότητα για την οποία υποβλήθηκαν από τους παραγωγούς αιτήσεις για τη χορήγηση ενισχύσεων. Η ενίσχυση καταβλήθηκε για ποσό κατώτερο της συνολικής ποσότητας ελαιολάδου και ελαιοπυρήνα, γεγονός που αποκλείει οποιαδήποτε δυνατότητα διαπράξεως απατών και στερεί παντός ερείσματος τη δημοσιονομική διόρθωση που επιβλήθηκε εις βάρος του Βασιλείου της Ισπανίας.
196. Η Επιτροπή αντιτάσσει ότι τα αριθμητικά στοιχεία που επικαλείται η Ισπανική Κυβέρνηση της ζητήθηκαν στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθαρίσεως των λογαριασμών για το οικονομικό έτος 1994. Οι ισπανικές αρχές ήσαν υποχρεωμένες να υπολογίσουν τα αριθμητικά αυτά στοιχεία βάσει των στοιχείων που θα προσκόμιζαν, κατόπιν αιτήσεώς τους, τα ισπανικά ελαιοτριβεία. Η Επιτροπή θεωρεί ότι τα στοιχεία αυτά είναι αναξιόπιστα λόγω της χρησιμοποιηθείσας μεθόδου. Για τη γεωργική περίοδο εμπορίας που αντιστοιχεί στο οικονομικό έτος 1993, τα στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν είχαν ζητηθεί από τα ελαιοτριβεία τον Μάρτιο του 1997. Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατήγγειλε την έλλειψη προόδου των κρατών μελών ως προς την εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας στον τομέα του ελαιολάδου, ζήτησε δε από την Επιτροπή να εφαρμόσει όλα τα μέσα ελέγχου που διαθέτει και να αναστείλει την καταβολή των ενισχύσεων μέχρις ότου τα κράτη μέλη είναι σε θέση να διασφαλίσουν τη διεξαγωγή ικανοποιητικών ελέγχων εντός εύλογων προθεσμιών.
197. Η Ισπανική Κυβέρνηση δηλώνει ότι ερμηνεύει τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τις δημοσιονομικές διορθώσεις που επιβάλλονται εις βάρος των κρατών μελών, στο πλαίσιο των διαδικασιών εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ, κατά τρόπο διαφορετικό από αυτόν της Επιτροπής. Κατά την άποψή της, η επιβολή των διορθώσεων προϋποθέτει την ενεργητική παράβαση εκ μέρους του εμπλεκομένου κράτους μέλους και όχι την απλή ανεπάρκεια των ελέγχων. Επιπλέον, η άποψη της Επιτροπής ότι μπορεί να απορρίπτει το σύνολο των αντίστοιχων κοινοτικών δαπανών εφόσον ένα εθνικό μέτρο το οποίο αντιβαίνει στο κοινοτικό δίκαιο έχει ως συνέπεια την αύξηση των κοινοτικών δαπανών, χωρίς να είναι δυνατόν να καθοριστεί η σημασία της αυξήσεως αυτής, ισοδυναμεί με την αναγνώριση στην Επιτροπή απεριόριστης εξουσίας. Η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι απέδειξε ότι το σύνολο της ενισχύσεως καταβλήθηκε για ποσότητα κατώτερη της συνολικής ποσότητας ελαιολάδου και ελαιοπυρήνα. Εφιστά την προσοχή του Δικαστηρίου στο περιεχόμενο της υπ' αριθ. 25002/30.9.1997 επιστολής του FEGA, που περιέχει τα στοιχεία και τις διευκρινίσεις που δικαιολογούν την άποψή της. Παραπέμπει επίσης σε ψήφισμα του Κοινοβουλίου που εξαρτά την επιβολή δημοσιονομικών διορθώσεων από την αντικειμενική εκτίμηση της πραγματικής ζημίας που υπέστη ο προϋπολογισμός της Κοινότητας. Η Ισπανική Κυβέρνηση αμφισβητεί την ορθότητα της ερμηνείας που δίδει η Επιτροπή στη νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία τα στοιχεία που παρέχει ένα κράτος μέλος μετά την πάροδο της προθεσμίας που έχει τάξει η Επιτροπή δεν μπορούν πλέον να ληφθούν υπόψη.
198. Η Επιτροπή απαντά ότι η μη εφαρμογή ή η εσφαλμένη εφαρμογή των κανόνων και των μηχανισμών ελέγχου που επιβάλλει η κοινοτική γεωργική νομοθεσία θεωρείται από το Δικαστήριο ως παράβαση της κοινοτικής νομοθεσίας η οποία υποχρεώνει την Επιτροπή να προβεί στις αντίστοιχες δημοσιονομικές διορθώσεις. Σύμφωνα με τη νομολογία, στις περιπτώσεις που δεν είναι δυνατόν να καθοριστεί με ακρίβεια το ύψος της αυξήσεως των δαπανών του ΕΓΤΠΕ που προκλήθηκαν από τις καταλογιστέες στις εθνικές αρχές παρατυπίες, η Επιτροπή δικαιούται να αρνηθεί τη χρηματοδότηση του συνόλου των αντίστοιχων δαπανών. Η Επιτροπή αμφισβητεί την αξιοπιστία των αριθμητικών στοιχείων σχετικά με την παραγωγή ελαιολάδου τα οποία προσκόμισε η Ισπανική Κυβέρνηση. Κατά την άποψή της, σε καμία περίπτωση δεν συνιστούν τα στοιχεία αυτά επαρκή απόδειξη περί της μη επελεύσεως ζημίας. Όσον αφορά την προπαρατεθείσα υπ' αριθ. 25002 επιστολή, η Επιτροπή αντιτάσσει ότι το έγγραφο αυτό αφορά την εκκαθάριση των λογαριασμών που αντιστοιχούν στο οικονομικό έτος 1994 και, ως εκ τούτου, δεν έχει καμία σχέση με την επίδικη δημοσιονομική διόρθωση. Κατά την άποψή της, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη τα στοιχεία που αφορούν τη διαδικασία εκκαθαρίσεως των λογαριασμών που αντιστοιχούν στο οικονομικό έτος 1993 και τα οποία διαβιβάστηκαν μετά τις 29 Φεβρουαρίου 1996.
ii) Εκτίμηση
199. Έχω ήδη υπομνήσει την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να καταλογίσει εις βάρος του ΕΓΤΠΕ παρά μόνον τα ποσά που καταβλήθηκαν σύμφωνα με τους κανόνες που ισχύουν στους διάφορους τομείς γεωργικών προϊόντων, αφήνει δε στα κράτη μέλη να αναλάβουν τη χρηματοδότηση κάθε άλλου καταβληθέντος ποσού .
200. Γίνεται δεκτό από μακρού ότι η Επιτροπή δεν υποχρεούται να αποδείξει την ύπαρξη ζημίας, αλλά μπορεί να αρκεστεί στην προσκόμιση αποχρώντων συναφώς ενδείξεων. Αυτός ο μετριασμός του βάρους αποδείξεως εξηγείται από την κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ της Κοινότητας και των κρατών μελών στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής .
201. Πράγματι, η διαχείριση της χρηματοδοτήσεως του ΕΓΠΤΕ γίνεται κυρίως από τις εθνικές διοικητικές αρχές, οι οποίες οφείλουν να επαγρυπνούν για την αυστηρή τήρηση των κοινοτικών κανόνων. Το σύστημα, το οποίο βασίζεται στην αρχή της εμπιστοσύνης μεταξύ εθνικών και κοινοτικών αρχών, δεν προβλέπει κανένα συστηματικό έλεγχο εκ μέρους της Επιτροπής, πράγμα που θα ήταν, άλλωστε, ουσιαστικώς αδύνατο για την τελευταία. Μόνον το κράτος μέλος είναι σε θέση να γνωρίζει και να καθορίζει με ακρίβεια τα αναγκαία για την επεξεργασία των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ στοιχεία, ενώ η Επιτροπή δεν έχει την απαιτούμενη εγγύτητα για να λαμβάνει τις πληροφορίες που χρειάζεται από τους επιχειρηματίες .
202. Η περιορισμένη έκταση της υποχρεώσεως προσκομίσεως αποδεικτικών στοιχείων την οποία υπέχει η Επιτροπή επιβεβαιώνεται από τις κατευθυντήριες γραμμές της εκθέσεως Belle, κατά τις οποίες, για τις δύσκολες περιπτώσεις στις οποίες το ύψος της προκληθείσας ζημίας δεν μπορεί να υπολογισθεί με ακρίβεια, «η ζημία εις βάρος των κοινοτικών πόρων πρέπει να καθοριστεί με αξιολόγηση του κινδύνου στον οποίο εκτίθενται οι πόροι αυτοί από τις ανεπάρκειες του ελέγχου» .
203. Εντούτοις, μολονότι, σε περίπτωση αμφισβητήσεων, εναπόκειται στην Επιτροπή να αποδείξει την ύπαρξη παραβάσεως των κανόνων που διέπουν την κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών, άπαξ και αποδειχθεί η παράβαση αυτή, εναπόκειται στο κράτος μέλος να αποδείξει ότι ενδεχομένως η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη ως προς τις δημοσιονομικές συνέπειες που πρέπει να συναχθούν από την παράβαση . Στην περίπτωση αυτή, το κράτος μέλος υποχρεούται να προσκομίσει τα πλέον λεπτομερή και πλήρη αποδεικτικά στοιχεία του υποστατού των αριθμητικών στοιχείων και, ενδεχομένως, της ανακρίβειας των υπολογισμών της Επιτροπής .
204. Όσον αφορά τους λόγους που επικαλέστηκε η Επιτροπή προς στήριξη της επίδικης δημοσιονομικής διορθώσεως, πρέπει να υπομνήσω τις προηγούμενες αναπτύξεις μου σχετικά με τις ανεπάρκειες του συστήματος ελέγχου των ισπανικών αρχών ως προς τις ενισχύσεις στην παραγωγή ελαιολάδου στους τομείς που απαριθμώ στις παρούσες προτάσεις μου από τις οποίες προκύπτει η ύπαρξη σοβαρού κινδύνου επελεύσεως ζημιών εις βάρος του προϋπολογισμού της Κοινότητας.
205. Πρέπει να υπομνηστεί ότι, στην τελική έκθεσή του, η οποία διαβιβάστηκε στις ισπανικές αρχές με επιστολή της 3ης Μαρτίου 1997, το όργανο συνδιαλλαγής εξέδωσε γνωμοδότηση, σύμφωνα με την οποία η κατ' αποκοπή δημοσιονομική διόρθωση ύψους 10 % που πρότεινε το ΕΓΤΠΕ σχετικά με τις ενισχύσεις στην παραγωγή ελαιολάδου ήταν εύλογη και δεν υπήρχε κανένας λόγος που να δικαιολογεί την αμφισβήτησή της. Πράγματι, το όργανο συνδιαλλαγής επισήμανε ότι, παρά το γεγονός ότι είχαν επέλθει ορισμένες βελτιώσεις στη συνέχεια, των οποίων όμως τα θετικά αποτελέσματα άρχισαν να γίνονται αισθητά μόλις από το 1995/1996, «οι ισπανικές διαδικασίες ελέγχου των ενισχύσεων στην παραγωγή [...] δεν τηρούσαν πλήρως την κοινοτική ρύθμιση το 1993» . Αφού διόρθωσε ορισμένες εκτιμήσεις των υπηρεσιών του ΕΓΤΠΕ σχετικά με την επίδραση που είχαν οι επιθεωρήσεις του ΟΕ επί των παραγωγών, η οποία κατ' αυτό υποτιμήθηκε, το όργανο συνδιαλλαγής έκρινε ότι «η διόρθωση των εκτιμήσεων αυτών δεν ανατρέπει [..] το γενικό πόρισμα του ΕΓΤΠΕ ότι το ισπανικό σύστημα ελέγχου, έστω και αν παρουσιάζει ορισμένα θετικά στοιχεία, δεν καλύπτει πλήρως την μακροχρόνια έλλειψη εθνικού ελαιοκομικού μητρώου και μηχανογραφημένων αρχείων των παραγωγών» .
206. Η Ισπανική Κυβέρνηση αρνείται την επέλευση ζημίας στον κοινοτικό προϋπολογισμό στηριζόμενη στα στοιχεία που παρεσχέθησαν στην Επιτροπή με την υπ' αριθ. 14973/29.5.1997 επιστολή του FEGA , κατόπιν της συλλογής από τον ΟΕ στοιχείων προερχομένων από τα ελαιοτριβεία τα οποία αφορούσε η περίοδος εμπορίας 1992/1993, καθώς και στα εμπεριστατωμένα στοιχεία που παρατίθενται στην υπ' αριθ. 25002/30.9.1997 επιστολή του FEGA .
207. Πρέπει να τονιστεί ότι, με την απόφαση C (96) 153 τελικό, που κοινοποιήθηκε στο Βασίλειο της Ισπανίας στις 21 Ιανουαρίου 1996 με το έγγραφο SG (96) D/1598, η Επιτροπή όρισε ως προθεσμία για την αποστολή συμπληρωματικών στοιχείων σχετικών με την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ την 29η Φεβρουαρίου 1996. Η Ισπανική Κυβέρνηση δεν αρνείται την ύπαρξη της προθεσμίας αυτής. Ως εκ τούτου, δεδομένου ότι τα ως άνω έγγραφα γνωστοποιήθηκαν μετά τις 29 Φεβρουαρίου 1996, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση των ενστάσεων που προέβαλε η Ισπανική Κυβέρνηση.
208. Μολονότι δεν αρνείται την ύπαρξη της προθεσμίας που έταξε η Επιτροπή, η Ισπανική Κυβέρνηση, αντιθέτως, αμφισβητεί το κατά πόσον μπορεί να εφαρμοστεί εν προκειμένω η απόφαση του Δικαστηρίου την οποία επικαλείται η Επιτροπή προς στήριξη της αποσβεστικής προθεσμίας που της αντιτάσσει.
209. Πρέπει να τονιστεί ότι η απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 1996, C-41/94, Γερμανία κατά Επιτροπής , την οποία επικαλείται η Επιτροπή, δεν συνιστά ένα μεμονωμένο παράδειγμα, αλλά εντάσσεται σε μια πάγια νομολογιακή γραμμή. Σύμφωνα με τη νομολογία αυτή, η Επιτροπή έχει εκ του άρθρου 1, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1723/72 , όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 422/86 , τη δυνατότητα να τάσσει καταληκτική ημερομηνία για τη διαβίβαση των συμπληρωματικών πληροφοριών που ζητούνται από τα κράτη μέλη. Αν οι πληροφορίες αυτές δεν διαβιβαστούν εντός της ταχθείσας προθεσμίας, η Επιτροπή εκδίδει την απόφασή της βάσει των πληροφοριακών στοιχείων που έχει στη διάθεσή της κατά την ταχθείσα καταληκτική ημερομηνία, πλην της περιπτώσεως που η εκπρόθεσμη διαβίβαση των πληροφοριών δικαιολογείται από εξαιρετικές περιστάσεις . Όσον αφορά την εξουσία της Επιτροπής να τάσσει καταληκτική ημερομηνία, η πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 422/86 αναφέρεται στην ανάγκη ταχείας εξετάσεως των λογαριασμών και διευκρινίζει ότι η Επιτροπή πρέπει να λαμβάνει υπόψη την πρόοδο των εργασιών για την εκκαθάριση των λογαριασμών .
210. Όπως προελέχθη, η Επιτροπή όρισε την 29η Φεβρουαρίου 1996 ως ημερομηνία αναφοράς, όπως προβλέπει το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού 1723/72, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 422/86. Δεδομένου ότι η Ισπανική Κυβέρνηση δεν επικαλέστηκε τη συνδρομή εξαιρετικών περιστάσεων, εξυπακούεται ότι οι συμπληρωματικές πληροφορίες που προσκόμισε μετά την ανωτέρω ημερομηνία πρέπει να θεωρηθούν εκπρόθεσμες.
211. Το επιχείρημα της Ισπανικής Κυβερνήσεως ότι η προπαρατεθείσα απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 1996, Γερμανία κατά Επιτροπής, δεν μπορεί να εφαρμοστεί εν προκειμένω για τον λόγο ότι η Επιτροπή αρνήθηκε όλες τις διευκρινίσεις που παρέσχε η εν λόγω κυβέρνηση, υποχρεώνοντάς την να προβάλει νέα αποδεικτικά στοιχεία, πρέπει να απορριφθεί.
212. Πρέπει να υπομνηστεί ότι, με την προπαρατεθείσα απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 1996, Γερμανία κατά Επιτροπής, το Δικαστήριο έκρινε ως εκπρόθεσμη, ελλείψει εξαιρετικών περιστάσεων δικαιολογουσών την καθυστέρηση αυτή, την προσκόμιση των αποτελεσμάτων μιας έρευνας που είχε πραγματοποιηθεί πριν από τη λήξη της προθεσμίας που είχε τάξει η Επιτροπή για την προσκόμιση συμπληρωματικών πληροφοριών, τα οποία όμως η προσφεύγουσα κυβέρνηση επικαλέστηκε μετά τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας.
213. Αυτά τα διαδικαστικής φύσεως στοιχεία δεν διαφέρουν ουσιαστικά από αυτά που επισημαίνονται στις λοιπές αποφάσεις του Δικαστηρίου που ερμηνεύουν το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού 1723/72, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 422/86. Εν πάση περιπτώσει, η επίμαχη απόφαση δέχεται, όπως και όλες οι συναφείς αποφάσεις του Δικαστηρίου, ότι η ταχθείσα από την Επιτροπή προθεσμία δεν τηρήθηκε από την προσφεύγουσα κυβέρνηση κατά το χρονικό σημείο που είχε την πρόθεση να προβάλει αποδεικτικά στοιχεία των οποίων επίκληση δεν είχε γίνει μέχρι τότε.
214. Ως εκ περισσού, πρέπει να τονιστεί ότι η υπ' αριθ. 14973 επιστολή του FEGA παρουσιάζεται ως περιέχουσα τα στοιχεία, τα οποία παρέσχον οι ισπανικές αρχές, που αποδεικνύουν ότι η συνολική ποσότητα ελαιολάδου αντιστοιχεί στην ποσότητα που αποτελεί αντικείμενο των αιτήσεων για τη χορήγηση ενισχύσεων τις οποίες υπέβαλαν οι παραγωγοί, στοιχεία τα οποία παρατίθενται ήδη στο υπ' αριθ. 4047/12.2.1997 έγγραφο του FEGA το οποίο διαβιβάστηκε στο όργανο συνδιαλλαγής . Ωστόσο, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι το τελευταίο αυτό έγγραφο, το οποίο διαβιβάστηκε εντός της ταχθείσας προθεσμίας, δεν μετέβαλε τη θέση του οργάνου αυτού σχετικά με την επικύρωση της επίδικης δημοσιονομικής διορθώσεως.
215. Όπως διαπιστώθηκε ανωτέρω, τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η Ισπανική Κυβέρνηση σχετικά με τις ενισχύσεις στην παραγωγή δεν μπορούσαν να ανατρέψουν το πόρισμα της Επιτροπής ότι οι έλεγχοι των ισπανικών αρχών ήσαν ανεπαρκείς. Ως εκ τούτου, η προσαπτόμενη στην Επιτροπή άρνηση να λάβει υπόψη της τις παρασχεθείσες κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εξηγήσεις δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι πλήττει τα δικαιώματα άμυνας της προσφεύγουσας κυβερνήσεως.
216. Από το σύνολο των ανωτέρω εκτιμήσεων προκύπτει ότι πρέπει να απορριφθεί ο λόγος ακυρώσεως που στηρίζεται στον μη σύννομο χαρακτήρα της κατ' αποκοπή δημοσιονομικής διορθώσεως της ενισχύσεως στην παραγωγή ελαιολάδου.
Γ - Επί των δημοσιονομικών διορθώσεων που δικαιολογούνται από το γεγονός ότι το ΕΓΤΠΕ δεν ανέλαβε ορισμένες δαπάνες σχετικά με το ελαιοκομικό μητρώο
217. Από τη συνοπτική έκθεση προκύπτει ότι το σύνολο των δαπανών που αφορούν το ελαιοκομικό μητρώο περιλαμβάνει συντελεστή γενικών εξόδων που ισούται με το 15 % του συνολικού προϋπολογισμού. Το ποσοστό αυτό είναι κατά πολύ ανώτερο από το αναγνωριζόμενο κατά κανόνα γι' αυτό το είδος δαπανών στο πλαίσιο άλλων εργασιών που εκτελούνται είτε επ' ονόματι είτε για λογαριασμό της Επιτροπής. Η Tragsa είναι η εργολήπτρια εταιρία, ενώ η Tragsatec είναι η επιχείρηση που ανέλαβε υπεργολαβικώς την εκτέλεση των εργασιών. Η Tragsatec δεν τηρούσε αναλυτικές λογιστικές καταστάσεις για κάθε πρόγραμμα. Παρά τα επανειλημμένα διαβήματα της Επιτροπής, ουδείς έλεγχος των τιμολογήσεων μεταξύ της Tragsatec και των λοιπών εταιριών που ενεργούσαν ως υπεργολάβοι, αφενός, και της Tragsa, αφετέρου, διενεργήθηκε προκειμένου να εξακριβωθεί αν τυχόν υπήρξαν πρόσθετες επιβαρύνσεις στις εργασίες υπεργολαβίας.
218. Οι δηλωθείσες για το οικονομικό έτος 1993 δαπάνες περιλαμβάνουν ευεργέτημα ίσο προς το 10 % του συμβατικώς συμφωνηθέντος ποσού, πράγμα το οποίο δεν επιτρέπεται σύμφωνα με την κοινοτική ρύθμιση και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να χρηματοδοτηθεί από το ΕΓΤΠΕ. Ο δημόσιος χαρακτήρας της επιχειρήσεως στην οποία ανατέθηκε η εκτέλεση των εργασιών καθώς και το γεγονός ότι δεν προηγήθηκε πρόσκληση για την υποβολή προσφορών επιτείνουν τον παράνομο χαρακτήρα της καταστάσεως.
219. Βάσει της συνοπτικής εκθέσεως, η Επιτροπή πρότεινε την επιβολή δημοσιονομικής διορθώσεως 217 007 368 ESP επί των σχετικών με το ελαιοκομικό μητρώο δαπανών.
Η δημοσιονομική αυτή διόρθωση περιλαμβάνει τρία τμήματα:
- την άρνηση της χρηματοδοτήσεως των γενικών εξόδων πέραν του 2 % του συνολικού προϋπολογισμού,
- την άρνηση της χρηματοδοτήσεως των κερδών της εργολήπτριας εταιρίας, ήτοι ποσοστό 10 % του συνολικού προϋπολογισμού, και
- δημοσιονομική διόρθωση ύψους 10 % του συνόλου των επιλέξιμων δαπανών λόγω του ότι οι εργασίες ανατέθηκαν χωρίς να προηγηθεί πρόσκληση για την υποβολή προσφορών.
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
220. Η Ισπανική Κυβέρνηση αμφισβητεί την ανωτέρω διόρθωση.
221. Όσον αφορά το ποσό των γενικών εξόδων, η Ισπανική Κυβέρνηση φρονεί ότι το ποσοστό ύψους 15 % δεν είναι υπέρμετρα υψηλό και αντιστοιχεί στο επιτρεπόμενο γι' αυτό το είδος εργασιών ποσοστό. Το γεγονός ότι δεν τηρούνταν για κάθε πρόγραμμα λογιστικές καταστάσεις δεν δικαιολογεί την απόρριψη του ποσοστού διότι η εν λόγω επιχείρηση δεν είχε μια τέτοια υποχρέωση.
222. Η Ισπανική Κυβέρνηση αρνείται το γεγονός ότι οι δαπάνες για τη δημιουργία του ελαιοκομικού μητρώου εκκαθαρίζονται σύμφωνα με τη συνήθη διαδικασία εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ. Η δαπάνη αυτή δεν αποτελεί ενίσχυση της οποίας η καταβολή εξαρτάται από την τήρηση εκ μέρους του αποδέκτη της των κριτηρίων που τάσσει η κοινοτική ρύθμιση. Πρόκειται για την πληρωμή μίας προκαθορισθείσας υπηρεσίας η οποία παρέχεται σε συγκεκριμένη τιμή. Η κοινοτική ρύθμιση δεν προβλέπει καμία ειδική διαδικασία. Αντιθέτως, οι αναγκαίες για τη δημιουργία του ελαιοκομικού μητρώου δαπάνες είναι επιλέξιμες υπό την προϋπόθεση ότι γνωστοποιούνται προηγουμένως στην Επιτροπή οι συμβάσεις, η συγγραφή υποχρεώσεων ή οι εκτιμήσεις σχετικά με το κόστος των εργασιών. Τα στοιχεία αυτά γνωστοποιήθηκαν στην Επιτροπή προκειμένου να εγκρίνει την εκτέλεση των εργασιών και τις σχετικές δαπάνες. Η έγκριση, που παρασχέθηκε για το οικονομικό έτος 1993, επιβεβαίωνε ότι οι προταθείσες δαπάνες πληρούν τα κριτήρια του άρθρου 3, παράγραφος 5, του κανονισμού 154/75, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1794/79. Στην έγκριση δεν γίνεται καμία νύξη σχετικά με το ύψος των γενικών εξόδων. Η ιδιαιτερότητα αυτού του είδους των εξόδων αναγνωρίζεται στο άρθρο 3, παράγραφος 6, του κανονισμού 154/75, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1794/79, το οποίο προβλέπει τη δυνατότητα καθορισμού των λεπτομερειών εφαρμογής των εφαρμοστέων εν προκειμένω διατάξεων. Η Ισπανική Κυβέρνηση διατείνεται ότι αγνοεί τους λόγους για τους οποίους δεν ελήφθησαν τα μέτρα αυτά. Φρονεί ότι θα έπρεπε να εξεταστεί η λήψη τους προκειμένου να ρυθμιστούν αυτού του είδους τα προβλήματα που ανακύπτουν επί του παρόντος.
223. Όσον αφορά την άποψη ότι οι δημόσιες επιχειρήσεις στις οποίες έχει ανατεθεί η δημιουργία του ελαιοκομικού μητρώου είναι διοικητικές υπηρεσίες, η Ισπανική Κυβέρνηση προβάλλει ότι, έστω και αν το κεφάλαιό τους προέρχεται από δημόσιους πόρους, η Tragsa και και η Tragsatec είναι ανώνυμες εταιρίες των οποίων η λειτουργία διέπεται από το εμπορικό δίκαιο. Ως εκ τούτου, οι συμβάσεις που συνάπτονται με τις επιχειρήσεις αυτές για την εκτέλεση των εργασιών πρέπει να καταλογίζονται εξ ολοκλήρου στα κονδύλια που προορίζονται για τη δημιουργία του ελαιοκομικού μητρώου.
224. Όσον αφορά την άρνηση χρηματοδοτήσεως των ευεργετημάτων που απολαύει η εργολήπτρια εταιρία, η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η επί του θέματος άποψη της Επιτροπής εξηγείται από το γεγονός ότι η εργολήπτρια εταιρία είναι επιχείρηση που ελέγχεται από τη δημόσια διοίκηση. Κατά την άποψή της, η άρνηση της Επιτροπής οφείλεται στην απευθείας ανάθεση της εκτελέσεως των εργασιών στην εργολήπτρια εταιρία.
225. Εντούτοις, οι λόγοι που οδήγησαν την Ισπανική Κυβέρνηση να μην διοργανώσει διαδικασία προσκλήσεως για την υποβολή προσφορών σχετικά με τη δημιουγία του ελαιοκομικού μητρώου είναι απολύτως νόμιμη υπό το πρίσμα του κοινοτικού δικαίου. Η προσφεύγουσα κυβέρνηση διευκρινίζει ότι οι επιχειρήσεις μηχανοργανώσεως των άλλων κρατών μελών υπέβαλαν προσφορές σε τιμές δύο και τρεις φορές μεγαλύτερες από αυτές που ζητούνται στην Ισπανία για την εκτέλεση παρεμφερών εργασιών. Επιπλέον, ο απόρρητος χαρακτήρας των συλλεγομένων για το ελαιοκομικό μητρώο στοιχείων, η αναγνωριζόμενη από την ισπανική νομοθεσία δυνατότητα εκτελέσεως των εργασιών χωρίς προηγούμενη πρόσκληση για την υποβολή προσφορών, καθώς και η άριστη τεχνική γνώση του αντικειμένου από την επιχείρηση Tragsa οδήγησαν την Ισπανική Κυβέρνηση στην απόφαση να αναθέσει απευθείας την εκτέλεση των εργασιών στην επιχείρηση αυτή. Προηγουμένως, η Επιτροπή είχε ενημερωθεί για τη σύμβαση και για τη χρησιμοποιηθείσα διαδικασία.
226. Τέλος, η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να αρνηθεί ένα μέρος της κοινοτικής χρηματοδοτήσεως με τη δικαιολογία ότι η ανάθεση της εκτελέσεως των εν λόγω εργασιών ήταν παράνομη. Αντιθέτως, η Επιτροπή θα έπρεπε να μετέλθει τα μέσα που διαθέτει προκειμένου να αποτρέψει την κατάσταση αυτή αντί να επιβάλει μια παράνομη κύρωση.
227. Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με την ισχύουσα κοινοτική νομοθεσία, ένα τμήμα της ενισχύσεως που χορηγείται στους παραγωγούς αφορά τις ενέργειες που είναι αναγκαίες για τη δημιουργία του μητρώου. Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 5, του κανονισμού 154/75, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1794/79, οσάκις το κράτος μέλος αναθέτει την εκτέλεση των εργασιών στις υπηρεσίες του, επιλέξιμες είναι μόνον οι εντεύθεν προκύπτουσες δαπάνες, όχι όμως και οι δαπάνες που αφορούν τη διαχείριση και τον έλεγχο των εργασιών. Σύμφωνα με την ίδια αυτή διάταξη, το κράτος μέλος οφείλει να ενημερώσει προηγουμένως την Επιτροπή σχετικά με το περιεχόμενο των συμβάσεων ή της συγγραφής υποχρεώσεων ή σχετικά με το εκτιμώμενο κόστος των εργασιών. Η κοινοτική ρύθμιση δεν προβλέπει ωστόσο κάποιο ειδικό λογιστικό και δημοσιονομικό καθεστώς για τις δαπάνες οι οποίες συνεπώς εκκαθαρίζονται σύμφωνα με τη συνήθη διαδικασία εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ.
228. Η Επιτροπή φρονεί ότι η χρηματοδότηση των γενικών εξόδων πέραν του 2 % του συνολικού προϋπολογισμού είναι απορριπτέα διότι το ποσοστό των γενικών εξόδων που δήλωσε η Ισπανική Κυβέρνηση είναι υπέρμετρα υψηλό και αδικαιολόγητο.
229. Η Επιτροπή προσθέτει ότι η κοινοτική ρύθμιση δεν προβλέπει τη χρηματοδότηση επιχειρηματικού κέρδους σε ποσοστό ίσο προς το 10 % του συμβατικώς συμφωνηθέντος ποσού και ότι η δήλωση του ευεργετήματος αυτού ως δαπάνης είναι παράτυπη, κατά μείζονα λόγο διότι η εν λόγω επιχείρηση είναι δημόσια και ανέλαβε την εκτέλεση των εργασιών χωρίς προηγούμενη πρόσκληση για την υποβολή προσφορών.
230. Για τον τελευταίο αυτό λόγο, έπρεπε να επιβληθεί δημοσιονομική διόρθωση ύψους 10 % επί του συνόλου των επιλέξιμων δαπανών. Συγκεκριμένα, πρέπει να θεωρηθεί ότι η έλλειψη ανταγωνισμού συνεπάγεται αυτομάτως αύξηση των τιμών.
231. Κατά την Επιτροπή, από την εξέταση του νομικού καθεστώτος το οποίο διέπει την Tragsa στο πλαίσιο της ισπανικής έννομης τάξεως προκύπτει ότι η επιχείρηση αυτή είναι δημόσιος διοικητικός φορέας. Η Επιτροπή προσθέτει ότι, αν, όπως υποστηρίζει η Ισπανική Κυβέρνηση, η Tragsa είναι ανεξάρτητη επιχείρηση, δεν δικαιολογείται η απευθείας ανάθεση σε αυτήν των εργασιών εγκαταστάσεως του ελαιοκομικού μητρώου.
232. Η Ισπανική Κυβέρνηση φρονεί ότι το επιχείρημα το οποίο συνάγεται από το γεγονός ότι η Επιτροπή θεωρεί την Tragsa ως κρατική υπηρεσία περιέχει μια αντίφαση: είτε η Tragsa ανήκει στην ισπανική διοίκηση είτε δεν ανήκει. Στην πρώτη περίπτωση, την οποία υποστηρίζει η Επιτροπή, δεν είναι δυνατόν να προβάλλεται ότι η σύμβαση έπρεπε να ανατεθεί μέσω προσκλήσεως για την υποβολή προσφορών, άνευ της οποίας το κράτος μέλος ευθύνεται για τις ζημίες που προκλήθηκαν από την παρατυπία αυτή.
233. Εντούτοις, η προσφεύγουσα κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η Tragsa και η Tragsatec δεν ανήκουν στην ισπανική διοίκηση, έστω και αν το κεφάλαιό τους προέρχεται από δημόσιους πόρους. Η απευθείας επιλογή τους δεν έγινε κατά παράβαση της κοινοτικής νομοθεσίας σχετικά με τις δημόσιες συμβάσεις, αλλά κατ' εφαρμογή των εξαιρέσεων που προβλέπει η νομοθεσία αυτή. Κατά την άποψή της, η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι παραβιάστηκαν οι εφαρμοστέες εν προκειμένω διατάξεις της κοινοτικής νομοθεσίας. Η Ισπανική Κυβέρνηση φρονεί ότι η συνδρομή εξαιρετικών περιστάσεων δικαιολογούσε τη μη εφαρμογή μιας σύμφωνης με τους κανόνες του ανταγωνισμού διαδικασίας.
234. Η Επιτροπή φρονεί ότι η επιχειρηματολογία της δεν είναι αντιφατική. Το γεγονός ότι η Tragsa είναι μια διοικητική υπηρεσία δεν σημαίνει ότι τηρήθηκε η κοινοτική νομοθεσία σχετικά με τις δημόσιες συμβάσεις. Απαντώντας σε ερώτηση του Δικαστηρίου, η Επιτροπή τόνισε ότι η οδηγία 77/62/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1976, περί συντονισμού των διαδικασιών συνάψεως συμβάσεων κρατικών προμηθειών , εφαρμοζόταν επί των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως και ότι η Ισπανική Κυβέρνηση δεν συμμορφώθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 9 της ανωτέρω οδηγίας .
235. Η Ισπανική Κυβέρνηση δεν τήρησε ούτε το άρθρο 3, παράγραφος 5, τελευταίο εδάφιο, του κανονισμού 154/75, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1794/79, σύμφωνα με το οποίο το κράτος μέλος ενημερώνει προηγουμένως την Επιτροπή σχετικά με το περιεχόμενο των συμβάσεων ή της συγγραφής υποχρεώσεων ή σχετικά με το εκτιμώμενο κόστος των εργασιών.
2. Εκτίμηση
α) Εισαγωγικές παρατηρήσεις
236. Οι εκτιμήσεις στις οποίες στηρίζονται οι τρεις επίδικες δημοσιονομικές διορθώσεις έχουν διαφορετικό χαρακτήρα δεδομένου ότι, κατά περίπτωση, αφορούν, κατ' ουσίαν, τη μη προβολή από την Ισπανική Κυβέρνηση δικαιολογιών, τη σιωπή της κοινοτικής ρυθμίσεως που ισοδυναμεί με απαγόρευση ή ακόμη τη μη τήρησή της.
237. Παρά τις διαφορετικές αυτές αιτιολογίες, φρονώ ότι προέχει η απάντηση στο ερώτημα σχετικά με τον δημόσιο ή ιδιωτικό χαρακτήρα της εργολήπτριας εταιρίας, ήτοι της Tragsa, η οποία μπορεί να διευκολύνει, σε διαφορετικό βαθμό, την αναζήτηση στοιχείων για την εκτίμηση των ερεισμάτων της προσβαλλομένης αποφάσεως και των στρεφομένων κατ' αυτής αιτιάσεων της Ισπανικής Κυβερνήσεως, όσο διαφορετικές και αν είναι οι αιτιάσεις αυτές.
238. Είτε πρόκειται για την ανάληψη από τον κοινοτικό προϋπολογισμό ορισμένων αυξημένων γενικών εξόδων, είτε για την ανάληψη του κέρδους της εργολήπτριας εταιρίας, είτε για την υποχρέωση της αναθέτουσας αρχής να εφαρμόζει τις κοινοτικές διαδικασίες για τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων, η απάντηση στα ανωτέρω ερωτήματα εξαρτάται, εν όλω ή εν μέρει, από τον νομικό χαρακτηρισμό που θα πρέπει να προσδοθεί στην Tragsa, κατ' εφαρμογή του άρθρου 3, παράγραφος 5, του κανονισμού 154/75, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1794/79.
239. Υπενθυμίζω ότι η διάταξη αυτή ορίζει τις δαπάνες που θεωρούνται επιλέξιμες, ανάλογα με τον δημόσιο ή ιδιωτικό χαρακτήρα της επιχειρήσεως στην οποία έχει ανατεθεί η εκτέλεση των εργασιών για τη δημιουργία ελαιοκομικού μητρώου. Ως εκ τούτου, μπορούν να χρηματοδοτηθούν είτε οι δαπάνες που προκύπτουν από τις συμβάσεις που συνάπτονται με τις ιδιωτικές επιχειρήσεις είτε τα λοιπά έξοδα πλην αυτών που αφορούν τη διαχείριση και τον έλεγχο των εργασιών οσάκις οι εργασίες αυτές εκτελούνται από την ίδια τη διοίκηση.
β) Επί του νομικού χαρακτήρα της Tragsa
240. Πρέπει να καθοριστεί, βάσει των στοιχείων της δικογραφίας, αν η Tragsa είναι «φυσικό ή νομικό πρόσωπο επιφορτισμένο με την εκτέλεση των εργασιών», κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 5, του κανονισμού 154/75, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1749/79, ή «υπηρεσία του κράτους μέλους» που έχει αναλάβει την εκτέλεση αυτή, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως.
241. Στην πρώτη περίπτωση, είναι επιλέξιμες «οι δαπάνες που προκύπτουν από τις συμβάσεις που συνάπτονται» με το κράτος μέλος. Στη δεύτερη περίπτωση, είναι επιλέξιμες οι «δαπάνες που προκύπτουν πλην των δαπανών διαχειρίσεως και ελέγχου των εργασιών».
242. Δεδομένου ότι η εν λόγω διάταξη δεν περιέχει κάποια ένδειξη συναφώς, φρονώ ότι ο λόγος υπάρξεως αυτής της διακρίσεως μεταξύ των δαπανών, ανάλογα με το αν ο φορέας που εκτελεί τα έργα είναι ή όχι κρατική υπηρεσία, εδράζεται στην πρόθεση του κοινοτικού νομοθέτη να μην επιβαρύνει τον κοινοτικό προϋπολογισμό με το σύνολο των δαπανών στις οποίες προβαίνουν οι δημόσιοι διοικητικοί φορείς κατά την εκτέλεση των τρεχουσών αποστολών δημοσίου συμφέροντος που τους έχουν ανατεθεί. Η εκτέλεση των αποστολών αυτών συνεπάγεται, σε κάθε περίπτωση, ορισμένα έξοδα τα οποία πρέπει να καταλογίζονται στις πράξεις διαχειρίσεως και ελέγχου των δραστηριοτήτων που ασκούνται παραδοσιακά από τους δημόσιους διοικητικούς φορείς. Στην περίπτωση αυτή, δηλώνονται ως επιλέξιμες μόνον οι συμπληρωματικές δαπάνες τις οποίες συνεπάγεται άμεσα η εκτέλεση των προγραμμάτων αυτών, μεταξύ των οποίων μπορεί, ως εκ τούτου, να περιλαμβάνεται και η δημιουργία του ελαιοκομικού μητρώου.
243. Επομένως, φρονώ ότι θα πρέπει να χαραχθεί μια διαχωριστική γραμμή μεταξύ των αποστολών, η εκτέλεση των οποίων ανατίθεται σε τρίτους, και εκείνων τις οποίες οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους αποφασίζουν να εκτελέσουν οι ίδιες. Η ερμηνεία αυτή επιρρωννύεται από τη διατύπωση του άρθρου 3, παράγραφος 5, του κανονισμού 154/75, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1794/79, το οποίο διακρίνει μεταξύ των φυσικών και νομικών προσώπων και των υπηρεσιών του κράτους μέλους. Το γράμμα της διατάξεως αναφέρεται επίσης στην ύπαρξη συμβάσεως, υπονοώντας με τον τρόπο αυτό τη σύμπτωση της βουλήσεως δύο διαφορετικών φορέων με δικαιοπρακτική ικανότητα.
244. Όπως προελέχθη, τα στοιχεία που προσκόμισαν η Ισπανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή είναι ελλιπή και τα συμπεράσματα που συνάγουν εξ αυτών είναι αντιφατικά. Εντούτοις, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφανθεί βάσει των στοιχείων αυτών.
245. Βάσει των στοιχείων αυτών, τα κύρια χαρακτηριστικά της Tragsa είναι τα ακόλουθα.
246. Η Tragsa συνεστήθη με τη μορφή ανώνυμης εταιρίας διεπόμενης από τους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου και συγκεκριμένα του εμπορικού δικαίου. Το κεφάλαιό της σχηματίστηκε από δημόσιους πόρους. Από το άρθρο 88 του ισπανικού νόμου 66/97, της 30ής Δεκεμβρίου 1997 , ο οποίος αφορά τη λήψη φορολογικών, διοικητικών και κοινωνικού χαρακτήρα μέτρων, προκύπτει ότι η Tragsa θεωρείται ως «όργανο» και «τεχνική υπηρεσία της διοικήσεως» . Η Tragsa «υποχρεούται να εκτελεί, αποκλειστικά, είτε αφεαυτής είτε μέσω των θυγατρικών της, τις εργασίες που της αναθέτει η γενική διοίκηση του κράτους, οι αυτόνομες κοινότητες και οι δημόσιοι φορείς που εξαρτώνται από αυτές [...]» . Όπως τόνισε η Επιτροπή με το υπόμνημά της αντικρούσεως, χωρίς να υπάρξει αντίκρουση ως προς το σημείο αυτό από την Ισπανική Κυβέρνηση, αυτή η πρόσφατη διάταξη επιβεβαιώνει το ειδικό νομικό καθεστώς στο οποίο υπάγεται η επιχείρηση από της συστάσεώς της .
247. Φρονώ ότι δεν είναι κρίσιμο το αν ο επιφορτισμένος με την εκτέλεση των εργασιών φορέας έχει στενές σχέσεις με τη δημόσια διοίκηση και αν συγκεντρώνει ορισμένα από τα χαρακτηριστικά ενός κατατεμαχισμού της διοικήσεως αυτής. Το καθεστώς της ανώνυμης εταιρίας που έχει η Tragsa της παρέχει, κατ' αρχήν, οικονομική και λογιστική αυτοτέλεια, λόγω της ανάγκης να αναλαμβάνει τυπικώς το σύνολο των δαπανών που συνεπάγεται η εκτέλεση των εργασιών που της ανατίθενται, καθώς και δικαιοπρακτική ικανότητα προκειμένου να επιχειρεί δικαιοπραξίες ιδίω ονόματι.
248. Επομένως, ορισμένες συνέπειες προκύπτουν από το γεγονός ότι η εταιρία Tragsa πρέπει να θεωρηθεί ως αντισυμβαλλόμενος στον οποίο οι ισπανικές αρχές ανέθεσαν τη δημιουργία του ελαιοκομικού μητρώου και όχι ως μία από τις υπηρεσίες της ισπανικής διοικήσεως. Η πλέον ορατή συνέπεια του χαρακτηρισμού αυτού αφορά τη δυνατότητα εφαρμογής της κοινοτικής νομοθεσίας σχετικά με τις δημόσιες συμβάσεις.
γ) Επί της κατ' αποκοπή διορθώσεως ύψους 10 % επί των επιλέξιμων δαπανών λόγω της αναθέσεως των εργασιών χωρίς προηγούμενη πρόσκληση για την υποβολή προσφορών
249. Η Ισπανική Κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι δεν υπήρξε πρόσκληση για την υποβολή προσφορών. Η Ισπανική Κυβέρνηση, εκτιμώντας ότι «δεν παρέλειψε να εφαρμόσει [την κοινοτική] νομοθεσία [περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων, αλλά ότι] στηρίχθηκε, προκειμένου να επιλέξει απευθείας την εν λόγω επιχείρηση, στις προβλεπόμενες εξαιρέσεις, δικαιολογώντας δεόντως την επιλογή της» , δεν αμφισβητεί ούτε και τη δυνατότητα εφαρμογής της κοινοτικής νομοθεσίας περί δημοσίων συμβάσεων.
250. Το ερώτημα στο οποίο θα πρέπει να απαντήσει το Δικαστήριο είναι αν η Ισπανική Κυβέρνηση μπορούσε πράγματι να στηρίξει την απευθείας ανάθεση της εκτελέσεως των εργασιών στην Tragsa σε μία από τις εξαιρέσεις που προβλέπει η οδηγία 77/62, μολονότι η δυνατότητα εφαρμογής της οδηγίας αυτής δεν έχει εξεταστεί αφεαυτής .
251. Η Ισπανική Κυβέρνηση δικαιολόγησε την απευθείας ανάθεση των εργασιών στην Tragsa επικαλούμενη τον απόρρητο χαρακτήρα των δεδομένων που λαμβάνονται για τη δημιουργία του ελαιοκομικού μητρώου.
252. Μολονότι δεν παραθέτει, προς στήριξη του επιχειρήματος αυτού, καμία συγκεκριμένη διάταξη του κοινοτικού δικαίου, μπορώ να θεωρήσω ότι πρόθεση της Ισπανικής Κυβερνήσεως ήταν να εκλάβει ως θεμέλιο το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο ζ_, της οδηγίας 77/62. Το άρθρο αυτό επιτρέπει στις αναθέτουσες αρχές να μην εφαρμόζουν τις διαδικασίες που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, «όταν οι προμήθειες χαρακτηρίζονται απόρρητες ή όταν η παράδοσή τους πρέπει να συνοδεύεται από ειδικό μέτρο ασφαλείας σύμφωνα με τις εν ισχύι νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, ή όταν το απαιτεί η προστασία ουσιωδών συμφερόντων ασφαλείας του εν λόγω κράτους».
253. Πρέπει να υππομνηστεί ότι οι διατάξεις του άρθρου 6 της οδηγίας 77/62, που επιτρέπει ορισμένες παρεκκλίσεις από τους κανόνες που αποσκοπούν στην εξασφάλιση της αποτελεσματικής ασκήσεως των αναγνωριζομένων από τη Συνθήκη δικαιωμάτων στον τομέα των συμβάσεων δημοσίων έργων και προμηθειών, πρέπει να ερμηνεύονται στενά . Για την ταυτότητα του λόγου, πρέπει να θεωρηθεί ότι οι διατάξεις αυτές προβλέπουν περιοριστικά τις περιπτώσεις στις οποίες επιτρέπεται η σύναψη συμβάσεως με απευθείας ανάθεση .
254. Επιπλέον, η Ισπανική Κυβέρνηση δεν εξήγησε τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι ο απόρρητος χαρακτήρας των στοιχείων που διαβιβάζονται για την κατάρτιση του ελαιοκομικού μητρώου θα διασφαλιζόταν σε μικρότερο βαθμό αν η δημιουργία του είχε ανατεθεί σε άλλες εταιρίες, είτε ισπανικές είτε προερχόμενες από άλλα κράτη μέλη της Κοινότητας.
255. Με την απόφασή του της 5ης Δεκεμβρίου 1989, C-3/88, Επιτροπή κατά Ιταλίας , το Δικαστήριο έκρινε ότι θα πρέπει να είναι πρόσφορα τα μέσα που μετέρχεται ένα κράτος μέλος για να διασφαλίσει την τήρηση του απόρρητου χαρακτήρα των στοιχείων που υποβάλλονται σε επεξεργασία μέσω ηλεκτρονικών υπολογιστών, υπό το πρίσμα του δικαιώματος της ελεύθερης εγκαταστάσεως, της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και της κοινοτικής νομοθεσίας περί δημοσίων συμβάσεων. Φρονώ ότι τα συμπεράσματα της ανωτέρω αποφάσεως πρέπει να μεταφερθούν, mutatis mutandis, στην παρούσα υπόθεση. Πράγματι, όπως παρατήρησε το Δικαστήριο, ο απόρρητος χαρακτήρας των στοιχείων μπορεί να διασφαλιστεί με μέσα που πλήττουν σε μικρότερο βαθμό τις αρχές που διέπουν τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς σε σχέση με τα μέσα εκείνα τα οποία αποκλείουν κάθε είδους ανταγωνισμό από άλλες επιχειρήσεις . Το Δικαστήριο έφερε ως παράδειγμα την υποχρέωση εχεμύθειας που επιβάλλεται στο προσωπικό των εταιριών αυτών, η παράβαση της οποίας ενδέχεται να επισύρει ποινικές κυρώσεις . Είναι προφανές ότι η υποχρέωση αυτή θα μπορούσε να εισαχθεί στις ρήτρες της συμβάσεως τις οποίες υποχρεούνται να τηρούν οι επιχειρήσεις που υποβάλλουν προσφορά στο πλαίσιο της προσκλήσεως για την υποβολή προσφορών.
256. Ως προς τα λοιπά κριτήρια επιλογής τα οποία επικαλείται η Ισπανική Κυβέρνηση, ήτοι το ύψος των τιμών, η εξειδίκευση, η τεχνική ικανότητα και η αξιοπιστία της επιλεγείσας επιχειρήσεως, αρκεί να υπομνηστεί ότι τα κριτήρια αυτά συμπίπτουν ακριβώς με αυτά τα οποία η οδηγία 77/62 επιτρέπει στις αναθέτουσες αρχές να χρησιμοποιούν προκειμένου να προβαίνουν στη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων . Ως εκ τούτου, η εφαρμοστέα κοινοτική ρύθμιση παρείχε στις ισπανικές αρχές τη δυνατότητα να επιτύχουν τους νομίμως επιδιωκόμενους σκοπούς τους τηρώντας τις αρχές του ελεύθερου ανταγωνισμού και της ελεύθερης κυκλοφορίας.
257. Πρέπει να προσθέσω ότι, όπως ορθώς προέβαλε η Επιτροπή, η παράλειψη εφαρμογής της κοινοτικής νομοθεσίας περί δημοσίων συμβάσεων και η εντεύθεν μη εφαρμογή των κανόνων του ανταγωνισμού αποτελούν τεκμήριο σχετικά με την ύπαρξη αδικαιόλογητης αυξήσεως της τιμής.
258. Για τους ανωτέρω λόγους, πρέπει να απορριφθεί η στρεφόμενη κατά της Επιτροπής αιτίαση της Ισπανικής Κυβερνήσεως και να θεωρηθεί ότι η απευθείας ανάθεση της επίδικης συμβάσεως στην Tragsa, κατά παράβαση των διαδικαστικών κανόνων που προβλέπει η οδηγία 77/62, δικαιολογεί την εφαρμογή μιας κατ' αποκοπή διορθώσεως ύψους 10 % επί των επιλέξιμων δαπανών.
δ) Επί της αρνήσεως να χρηματοδοτηθεί το σύνολο των γενικών εξόδων
259. Πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατ' εφαρμογή του άρθρου 3, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού 154/75, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1794/79, ένα τμήμα της ενισχύσεως στην παραγωγή προορίζεται για τη χρηματοδότηση της καταρτίσεως του ελαιοκομικού μητρώου.
260. Η χρηματοδότηση πραγματοποιείται σύμφωνα με τη διαδικασία που ακολουθείται για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ, δεδομένου ότι, κατ' εφαρμογή του άρθρου 3, παράγραφος 3, του ανωτέρω κανονισμού, εφαρμοστέα είναι η διαδικασία που προβλέπεται για τις κατά τα άρθρα 2 και 3 του κανονισμού 729/70 δαπάνες.
261. Όπως υπενθυμίζεται και με την έκθεση Belle, η διαδικασία εκκαθαρίσεως πρέπει να στηρίζεται στην «εύλογη εγγύηση ότι οι δαπάνες τις οποίες εξοφλούν οι διενεργούντες τις πληρωμές επ' ονόματι του ΕΓΤΠΕ οργανισμοί και οι οποίες περιλαμβάνονται στην ετήσια δήλωση των κρατών μελών πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες και δεν είναι αισθητά υπερτιμημένες. Επιπλέον, τα ποσά πρέπει να προκύπτουν από πραγματικές πράξεις και να έχουν εισπραχθεί από τους νόμιμους δικαιούχους ή τους δικαιοδόχους τους» .
262. Η ιδιότητα της Tragsa ως αντισυμβαλλομένης και όχι ως υπηρεσίας της ισπανικής διοικήσεως δικαιολογεί την ανάληψη από το ΕΓΤΠΕ των γενικών εξόδων που ανέκυψαν κατά την εκτέλεση του προγράμματος καταρτίσεως του ελαιοκομικού μητρώου. Επομένως, κακώς προσάπτεται στην Επιτροπή ότι εξήρτησε τη χρηματοδότηση των δαπανών που διενεργήθηκαν προς τούτο από την προσκόμιση των αντίστοιχων δικαιολογητικών.
263. Από τη συνοπτική έκθεση προκύπτει ότι το ποσοστό του προϋπολογισμού που καταβάλλεται για τα γενικά έξοδα υπερβαίνει αισθητώς το τμήμα των γενικών εξόδων άλλων εργασιών, την εκτέλεση των οποίων ζητεί η Επιτροπή. Η Ισπανική Κυβέρνηση δεν πιθανολόγησε το ύψος των επίδικων γενικών εξόδων του προγράμματος. Η Ισπανική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί την έλλειψη αναλυτικών λογιστικών στοιχείων ανά πρόγραμμα εκ μέρους της Tragsatec, υπεργολάβου εταιρίας η οποία διαχειρίζεται περίπου 200 προγράμματα. Η Ισπανική Κυβέρνηση δεν διαβίβασε κάποια συγκεκριμένα στοιχεία δυνάμενα να δικαιολογήσουν τα εν λόγω γενικά έξοδα.
264. Η υπ' αριθ. 34278/18.10.1993 επιστολή , με την οποία η Επιτροπή γνωστοποίησε στις ισπανικές αρχές ότι η μελετώμενη από αυτές δαπάνη ήταν σύμφωνη με τα κριτήρια του άρθρου 3, παράγραφος 5, του κανονισμού 154/75, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1794/79, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εκ των προτέρων έγκριση η οποία απαλλάσσει την Ισπανική Κυβέρνηση να αποδείξει στη συνέχεια με λεπτομερή στοιχεία το υποστατό και τη φύση των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν.
265. Η απαίτηση αυτή συνιστά την αναγκαία εγγύηση για τη χρηστή διαχείριση των κοινοτικών ενισχύσεων στον εν λόγω τομέα.
266. Ως εκ τούτου, η άρνηση χρηματοδοτήσεως των γενικών εξόδων πέραν του 2 % του συνολικού προϋπολογισμού είναι δικαιολογημένη.
ε) Επί της αρνήσεως χρηματοδοτήσεως των κερδών της Tragsa
267. Υπενθυμίζω ότι, σύμφωνα με τα πορίσματα της συνοπτικής εκθέσεως, τα οποία αποδέχθηκε πλήρως η Επιτροπή, το ΕΓΤΠΕ δεν μπορεί να χρηματοδοτήσει το επιχειρηματικό κέρδος σε ποσοστό ύψους 10 % επί του συμβατικώς σμφωνηθέντος ποσού δεδομένου ότι αυτό δεν προβλέπεται από την κοινοτική ρύθμιση.
268. Κατά την άποψή μου, οι λόγοι τους οποίους προβάλλει η Επιτροπή για να αρνηθεί κάθε σχετική χρηματοδότηση δεν είναι απολύτως σαφείς.
269. Το άρθρο 3, παράγραφος 5, του κανονισμού 154/75, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1794/79, ορίζει τις δαπάνες που θεωρούνται επιλέξιμες σε συνάρτηση με τον νομικό χαρακτηρισμό που μπορεί να προσδοθεί στον επιφορτισμένο με την εκτέλεση των εργασιών καταρτίσεως του ελαιοκομικού μητρώου φορέα ο οποίος μπορεί να είναι είτε ένας αντισυμβαλλόμενος της διοικήσεως είτε η ίδια η διοίκηση.
270. Η άρνηση χρηματοδοτήσεως του κέρδους της εργολήπτριας επιχειρήσεως δεν είναι νοητή, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, παρά μόνο στην περίπτωση που αποδεικνύεται ότι η επιχείρηση αυτή αποτελεί ιδία υπηρεσία της ισπανικής δημόσιας διοικήσεως, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 5, του κανονισμού 154/75, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1794/79. Στην περίπτωση αυτή και μόνον η διάταξη περιορίζει τις επιλέξιμες δαπάνες αποκλειστικά στις δαπάνες των εργασιών και, πιο συγκεκριμένα, σε ορισμένες από τις δαπάνες αυτές. Ως εκ τούτου, θα αποτελούσε μια υπέρμετρα συσταλτική ερμηνεία της κοινοτικής διατάξεως η ερμηνεία της εννοίας των δαπανών «που προκύπτουν από τις συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους παραγωγής και των φυσικών ή νομικών προσώπων που είναι επιφορτισμένα με την εκτέλεση των εργασιών» ως περιοριζόμενη αποκλειστικά στις δαπάνες στις οποίες υποβάλλονται τα πρόσωπα αυτά, αποκλειομένων των κερδών προς επίτευξη ακριβώς των οποίων ασκούν την οικονομική τους δραστηριότητα.
271. Δεν αντιλαμβάνομαι ποιο επιχείρημα θα μπορούσε να αντιταχθεί, βάσει της κοινοτικής ρυθμίσεως ως έχει, στην αρχή της χρηματοδοτήσεως του κέρδους που πραγματοποιεί ένας επιχειρηματίας ο οποίος ανταποκρίνεται, όπως εν προκειμένω, στον ορισμό του «φυσικού ή νομικού προσώπου που είναι επιφορτισμένο με την εκτέλεση των εργασιών», κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 5, του κανονισμού 154/75, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1794/79.
272. Θα πρέπει να προσθέσω ότι είναι δυσχερές να καθοριστεί, βάσει των στοιχείων της δικογραφίας, αν η παρατυπία που επισημαίνει η Επιτροπή προέρχεται από το γεγονός ότι ο κοινοτικός προϋπολογισμός δεν μπορεί να αναλάβει το κέρδος, όποιο και αν είναι αυτό, που πραγματοποιεί η εργολήπτρια επιχείρηση ή αν η χρηματοδότηση του κέρδους σε ποσοστό 10 % είναι αυτή που θεωρείται ότι υπερβαίνει τη χρηματοδότηση που μπορεί ευλόγως να αναλάβει η Κοινότητα. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, εναπέκειτο στην Επιτροπή να αποδείξει επακριβώς ότι το ποσοστό αυτό υπερβαίνει προδήλως το ποσοστό που προβλέπεται γι' αυτό το είδος των συμβάσεων.
273. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο συγκεκριμένος λόγος προσφυγής της Ισπανικής Κυβερνήσεως, ελλείψει ασφαλούς νομικής βάσεως και επαρκών αιτιολογιών εκ μέρους της Επιτροπής. Κατόπιν αυτού, η προσβαλλομένη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί ως προς το σημείο αυτό.
IV - Η ενίσχυση στην κατανάλωση ελαιολάδου
Α - Νομικό πλαίσιο
274. Οι γενικοί κανόνες που διέπουν τις ενισχύσεις στην κατανάλωση ελαιολάδου περιλαμβάνονται στον κανονισμό 3089/78 . Το άρθρο 1 του ανωτέρω κανονισμού ορίζει ότι η ενίσχυση στην κατανάλωση ελαιολάδου χορηγείται μόνο στα εγκεκριμένα συσκευαστήρια ελαιολάδου. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, η έγκριση δίδεται από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος μόνο στις επιχειρήσεις που έχουν μία ελάχιστη καθορισθησόμενη ικανότητα συσκευασίας, ασκούν τις εργασίες συσκευασίας κατά τη διάρκεια μιας ελάχιστης καθορισθησόμενης περιόδου, τηρούν λογιστικά βιβλία αποθήκης σύμφωνα με τις διατάξεις που πρόκειται να θεσπισθούν και που αποδέχονται την υποβολή τους σε όλους τους ελέγχους που προβλέπονται στο πλαίσιο της εφαρμογής του καθεστώτος ενισχύσεων. Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, η έγκριση ανακαλείται, πλην της περιπτώσεως ανωτέρας βίας, εφόσον δεν πληρούται πλέον κάποια από τις προϋποθέσεις εγκρίσεως που προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 1. Κατά την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος αποφασίζει την προσωρινή ανάκληση της εγκρίσεως για κάθε συσκευαστήριο που ζήτησε ενίσχυση για ποσότητα ελαιολάδου μεγαλύτερη από εκείνη για την οποία έχει αναγνωριστεί το δικαίωμα ενισχύσεως.
275. Κατά το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 3089/78, τα κράτη μέλη καθιερώνουν σύστημα ελέγχου, το οποίο εγγυάται ότι το προϊόν για το οποίο έχει ζητηθεί η ενίσχυση πληροί τους όρους για τη χορήγησή της. Κατά το δεύτερο εδάφιο της ιδίας διατάξεως, με τον έλεγχο αυτό πρέπει, μεταξύ άλλων, να εξακριβώνεται αν η ποσότητα του ελαιόλαδου για την οποία ζητείται η ενίσχυση αντιστοιχεί στην ποσότητα ελαιολάδου κοινοτικής καταγωγής που έχει εισαχθεί στην επιχείρηση συσκευασίας και στην ποσότητα ελαιολάδου κοινοτικής καταγωγής που έχει εξαχθεί από την επιχείρηση μετά τη συσκευασία του, σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο β_, του ιδίου κανονισμού, και έχει διατεθεί στην αγορά εντός της Κοινότητας.
276. Με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2677/85, της 24ης Σεπτεμβρίου 1985, η Επιτροπή καθόρισε τις λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος ενισχύσεων στην κατανάλωση ελαιολάδου . Το άρθρο 1 ορίζει ότι για να λάβει την έγκριση, κάθε επιχείρηση συσκευασίας πρέπει να έχει ικανότητα συσκευασίας τουλάχιστον ίση με 6 τόνους ελαιολάδου ανά ημέρα εργασίας 8 ωρών. Το άρθρο 2 διευκρινίζει τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη χορήγηση της εγκρίσεως. Τα άρθρα 9 και 11 καθορίζουν τις λεπτομέρειες υποβολής των αιτήσεων και της καταβολής των ενισχύσεων. Έτσι, κατά το άρθρο 9, παράγραφος 3, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 643/93 της Επιτροπή, της 19ης Μαρτίου 1993 , το κράτος μέλος καταβάλλει το ποσό της ενισχύσεως εντός 150 ημερών από την υποβολή της αιτήσεως για τις ποσότητες για τις οποίες αναγνωρίσθηκε το δικαίωμα καταβολής ενισχύσεως μετά από επιτόπιους ελέγχους. Εντούτοις, η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί αν, κατόπιν των ελέγχων, απαιτείται η διενέργεια συμπληρωματικής έρευνας.
277. Το άρθρο 12 του κανονισμού 2677/85, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 571/91, της Επιτροπής, της 8ης Μαρτίου 1991 , αφορά το περιεχόμενο των ελέγχων. Η παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του άρθρου αυτού προβλέπει ότι, στο πλαίσιο των ελέγχων που επιβάλλει το άρθρο 7 του κανονισμού 3089/78, τα κράτη μέλη προβαίνουν στην επαλήθευση της λογιστικής αποθήκης όλων των εγκεκριμένων επιχειρήσεων. Επαληθεύουν επίσης δειγματοληπτικά τα δικαιολογητικά έγγραφα οικονομικού περιεχομένου τα οποία αφορούν τις πράξεις που πραγματοποιήθηκαν από τις επιχειρήσεις αυτές. Κατά την ίδια παράγραφο 1, τέταρτο εδάφιο, σε περίπτωση αμφιβολίας ως προς την ακρίβεια των στοιχείων που εμφαίνονται στην αίτηση για τη χορήγηση ενισχύσεων, τα κράτη μέλη επαληθεύουν και την οικονομική λογιστική των εγκεκριμένων επιχειρήσεων.
278. Το άρθρο 12, παράγραφος 6, του κανονισμού 2677/85, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 571/91, προβλέπει ότι, οσάκις διαπιστώνεται με απόφαση της αρμόδιας αρχής ότι η αίτηση για τη χορήγηση ενισχύσεων αφορά ποσότητα μεγαλύτερη από εκείνη για την οποία έχει αναγνωριστεί το δικαίωμα χορηγήσεως ενισχύσεων, το κράτος μέλος ανακαλεί αμέσως την έγκριση για περίοδο βαίνουσα από ένα έως πέντε έτη, λαμβανομένης υπόψη της σοβαρότητας της παραβάσεως, υπό την επιφύλαξη της επιβολής και άλλων ενδεχομένων κυρώσεων. Η ανωτέρω διάταξη τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 643/93. Στη νέα μορφή του, το άρθρο 12, παράγραφος 6, προβλέπει ότι η επιβαλλόμενη στην επιχείρηση κύρωση ανέρχεται στο τριπλούν έως οκταπλούν του ποσού της αχρεωστήτως αιτηθείσας ενισχύσεως ή, οσάκις η ποσότητα για την οποία ζητήθηκε αχρεωστήτως ενίσχυση υπερβαίνει κατά 20 % τουλάχιστον την ελεγχθείσα ποσότητα για την οποία αναγνωρίστηκε το δικαίωμα χορηγήσεως ενισχύσεων, το κράτος μέλος, πέραν της επιβολής χρηματικής ποινής, ανακαλεί και την έγκριση για περίοδο βαίνουσα από ένα έως τρία έτη, λαμβανομένης υπόψη της σοβαρότητας της παραβάσεως.
Β - Επί της δημοσιονομικής διορθώσεως των ενισχύσεων που καταβλήθηκαν συγκεκριμένα σε δύο εγκεκριμένες επιχειρήσεις συσκευασίας ελαιολάδου
279. Από τη συνοπτική έκθεση προκύπτει ότι, σύμφωνα με τη θέση που έλαβε το ΕΓΤΠΕ για το οικονομικό έτος 1992 και σύμφωνα με τα όσα είχαν ανακοινωθεί στις ισπανικές αρχές για το ίδιο οικονομικό έτος, προτάθηκε δημοσιονομική διόρθωση που αφορούσε δύο συγκεκριμένες επιχειρήσεις, μεταξύ των δεκαπέντε φακέλων που εξετάστηκαν για το 1992, των οποίων όμως οι αιτήσεις αφορούσαν ενισχύσεις που καταβλήθηκαν το 1993.
280. Για τον λόγο αυτό, επιβλήθηκε στο Βασίλειο της Ισπανίας, κατ' εφαρμογή της προσβαλλομένης αποφάσεως, διόρθωση ύψους 26 849 245 ESP.
281. Κατά την Επιτροπή, διαπιστώθηκαν διάφορες παραβάσεις κατά την εφαρμογή του καθεστώτος ενισχύσεων στην κατανάλωση ελαιολάδου λόγω των οποίων επιβλήθηκε δημοσιονομική διόρθωση η οποία αφορούσε το οικονομικό έτος 1992. Μετά τη διόρθωση αυτή, το ΕΓΤΠΕ εξέδωσε σειρά συστάσεων απευθυνομένων προς το Βασίλειο της Ισπανίας με την υπ' αριθ. 22798/13.6.1995 επιστολή του. Εντούτοις, μια αποστολή που πραγματοποιήθηκε από το ΕΓΤΠΕ από τις 22 έως τις 26 Ιανουαρίου 1996, προκειμένου να ελέγξει την εφαρμογή του κανονισμού 4045/89, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι διαδικασίες ελέγχου δεν είχαν βελτιωθεί.
282. Από την προπαρατεθείσα επιστολή της 13ης Ιουνίου 1995 προκύπτει ότι οι υπηρεσίες ελέγχου του ΕΓΤΠΕ πρότειναν να επιβληθούν δημοσιονομικές κυρώσεις σε δεκαπέντε επιχειρήσεις που είχαν λάβει ενισχύσεις στην κατανάλωση ελαιολάδου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν και οι επιχειρήσεις F. Fernández και N. Sevillano .
1. Η επιχείρηση F. Fernández
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
283. Κατά την επιστολή της 13ης Ιουνίου 1995, τα στοιχεία που παρέσχε ο ΟΕ δεν επιτρέπουν να εξακριβωθεί αν διενεργήθηκε ο έλεγχος της αντιστοιχίας μεταξύ των αποθεμάτων ελαιολάδου και των συσκευασιών και, ενδεχομένως, ποιό ήταν το αποτέλεσμα του ελέγχου αυτού. Το ΕΓΤΠΕ φρονεί ότι η ενίσχυση καταβλήθηκε χωρίς να διενεργηθεί αποτελεσματικός έλεγχος και προτείνει την επιβολή δημοσιονομικής διορθώσεως ύψους 10 %.
284. Η Ισπανική Κυβέρνηση αμφισβητεί την ορθότητα της επιβολής δημοσιονομικής διορθώσεως από την Επιτροπή. Κατά την Ισπανική Κυβέρνηση, διενεργήθηκε έλεγχος της αντιστοιχίας μεταξύ των πραγματικών 4και λογιστικών αποθεμάτων. Η Ισπανική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι η μεγαλύτερη απόκλιση που διαπιστώθηκε αφορούσε τις άδειες συσκευασίες των 25 λίτρων, αλλά ότι οι συσκευασίες αυτές δεν χρησιμοποιούνται για το ελαιόλαδο για το οποίο καταβάλλονται ενισχύσεις, πράγμα το οποίο εξηγεί για ποιό λόγο δεν είχαν καταχωριστεί λογιστικώς. Οι λοιπές αποκλίσεις, οι οποίες ήσαν ήσσονος σημασίας, δεν δικαιολογούσαν την κίνηση διοικητικής διαδικασίας για την αναζήτηση των εν λόγω ποσών. Στο πλαίσιο μιας επακόλουθης επιθεωρήσεως στην επιχείρηση, η κατάσταση χαρακτηρίστηκε καλή.
285. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, κατόπιν των επιθεωρήσεων του ΕΓΤΠΕ στον ΟΕ, διαπιστώθηκαν ιδιαίτερα σοβαρές παρατυπίες σε δεκαπέντε επιχειρήσεις μεταξύ των είκοσι επτά που ελέγχθηκαν. Δημοσιονομικές διορθώσεις επιβλήθηκαν στις ενισχύσεις που χορηγήθηκαν κατά το οικονομικό έτος 1992. Στις επιχειρήσεις F. Fernández και N. Sevillano, οι παρατυπίες εξακολούθησαν και κατά το οικονομικό έτος 1993. Όσον αφορά την επιχείρηση F. Fernández, διαπιστώθηκαν πλημμέλειες στη λογιστική αποθήκης οι οποίες καθιστούσαν ανέφικτη την εξακρίβωση της αντιστοιχίας των αποθεμάτων με τις συσκευασίες και όταν διορθώθηκαν οι πλημμέλειες αυτές αποκαλύφθηκαν ορισμένες παρατυπίες. Υπό τις συνθήκες αυτές, η ενίσχυση δεν έπρεπε να χορηγηθεί.
286. Η Ισπανική Κυβέρνηση απαντά ότι η αποστολή του ΕΓΤΠΕ που αφορούσε τον έλεγχο της δραστηριότητας το οικονομικού έτους 1993 δεν μπορούσε να έχει ως αντικείμενο τις συστάσεις που γνωστοποιήθηκαν στον ΟΕ τον Ιούνιο του 1995. Προσθέτει ότι απεκαλύφθη μία μόνον παρατυπία, ήτοι η αναντιστοιχία μεταξύ των πραγματικών αποθεμάτων και των λογιστικών αποθεμάτων των άδειων συσκευασιών. Πάντως, η εν λόγω ποσότητα ελαιολάδου δεν αντιπροσώπευε παρά μόνον 0,01 % των ενισχύσεων που καταβλήθηκαν στην επιχείρηση για την περίοδο εμπορίας 1992/1993, πράγμα το οποίο δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως τόσο σοβαρή παρατυπία ώστε να δικαιολογείται ο αποκλεισμός της επιχειρήσεως από το καθεστώς των ενισχύσεων.
287. Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι προσάπτει στις ισπανικές αρχές τον τρόπο διενεργείας των ελέγχων, ο οποίος δεν είναι ικανοποιητικός, οπότε τα παρασχεθέντα στοιχεία δεν επιτρέπουν να εξακριβωθεί αν έγινε η σύγκριση των αποθεμάτων και των συσκευασιών και ποιο ήταν το αποτέλεσμά της.
β) Εκτίμηση
288. Επιβάλλεται να υπομνηστεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 3089/78, τα κράτη μέλη καθιερώνουν σύστημα ελέγχου το οποίο εγγυάται ότι το προϊόν για το οποίο έχει ζητηθεί η εγγύηση πληροί τους όρους για τη χορήγηση της ενισχύσεως.
289. Το άρθρο 12, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 2677/85, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 571/91, προβλέπει ότι, στο πλαίσιο των ελέγχων που επιβάλλει το άρθρο 7 του κανονισμού 3089/78, τα κράτη μέλη προβαίνουν στην επαλήθευση της λογιστικής αποθήκης όλων των εγκεκριμένων επιχειρήσεων. Επαληθεύουν επίσης δειγματοληπτικά τα δικαιολογητικά έγγραφα οικονομικού περιεχομένου που εκδίδουν οι επιχειρήσεις αυτές.
290. Το ίδιο άρθρο 12, παράγραφος 1, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο εδάφιο, προβλέπει ότι, στο πλαίσιο των επιθεωρήσεων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, τα κράτη μέλη επαληθεύουν την αντιστοιχία μεταξύ, αφενός, των συνολικών ποσοτήτων χύδην και συσκευασμένου ελαιολάδου, καθώς και των κενών συσκευασιών που βρίσκονται πράγματι μέσα στον περίβολο της επιχειρήσεως και στους αποθηκευτικούς χώρους της κατά την έννοια του άρθρου 7 και, αφετέρου, τα στοιχεία τα οποία προκύπτουν από τη λογιστική αποθήκης. Σε περίπτωση αμφιβολιών ως προς την ακρίβεια των στοιχείων που εμφαίνονται στην αίτηση για τη χορήγηση ενισχύσεως, τα κράτη μέλη επαληθεύουν και την οικονομική λογιστική των εγκεκριμένων επιχειρήσεων. Το κράτος μέλος μπορεί να προβεί σε αιφνιδιαστικούς ελέγχους των εγκεκριμένων επιχειρήσεων της ιδίας φύσεως με αυτούς που αναφέρονται ανωτέρω.
291. Πρέπει επίσης να υπομνηστεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, στοιχεία α_, β_ και στ_, του κανονισμού 2677/85, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 571/91, κάθε επιχείρηση συσκευασίας τηρεί καθημερινή λογιστική αποθήκης η οποία περιλαμβάνει στοιχεία σχετικά με τα αποθέματα ελαιολάδου, κατανεμημένα ανάλογα με την καταγωγή τους και την παρουσίασή τους, που υπάρχουν κατά την ημερομηνία εγκρίσεως καθώς και στην αρχή της εκάστοτε περιόδου εμπορίας, σχετικά με την ποσότητα και την ποιότητα της κάθε παρτίδας ελαιολάδου που εισέρχεται στην επιχείρηση, κατανεμημένες ανάλογα με την καταγωγή τους και την παρουσίασή τους, καθώς και σχετικά με την ποσότητα και την ποιότητα του ελαιολάδου που έχει συσκευασθεί.
292. Από την ανωτέρω ρύθμιση προκύπτει ότι η λογιστική αποθήκης πρέπει να περιέχει τα στοιχεία εκείνα βάσει των οποίων θα είναι δυνατόν να καθοριστούν επακριβώς τα αποθέματα των εμπορευμάτων.
293. Εν προκειμένω, η Ισπανική Κυβέρνηση δεν αρνείται ότι η αντίστοιχη στήλη της λογιστικής αποθήκης δεν περιελάμβανε λεπτομερώς μνεία των αποθεμάτων στην αρχή κάθε μήνα, γεγονός το οποίο προκάλεσε την υποβολή αιτήματος στην επιχείρηση προκειμένου να γνωστοποιήσει τα στοιχεία αυτά. Μετά τη διαβίβαση των στοιχείων αυτών, αποκαλύφθηκαν ορισμένες παρατυπίες, οι οποίες, μολονότι ήσαν περιορισμένης σημασίας, έρχονταν να προστεθούν στις παρατυπίες που οφείλονταν στην πλημμελή τήρηση της λογιστικής αποθήκης. Εξάλλου, η Ισπανική Κυβέρνηση δεν αρνείται την ύπαρξη αναντιστοιχίας μεταξύ των πραγματικών και των λογιστικών αποθεμάτων των άδειων συσκευασιών. Ως εκ τούτου, η λογιστική αποθήκης δεν ήταν σύμφωνη με την κοινοτική ρύθμιση.
294. Η παρατυπία αυτή είναι αφεαυτής αρκούντως σοβαρή προκειμένου να δικαιολογήσει τη δημοσιονομική διόρθωση ύψους 10 % που επιβλήθηκε εν προκειμένω.
2. Η επιχείρηση N. Sevillano
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
295. Σύμφωνα με την επιστολή της 13ης Ιουνίου 1995, τα έγγραφα που παρέσχε ο ΟΕ δεν επιτρέπουν να εξακριβωθεί αν πραγματοποιήθηκε στην επιχείρηση αυτή ο έλεγχος της αντιστοιχίας των πραγματικών και λογιστικών αποθεμάτων και, ενδεχομένως, ποιο ήταν το αποτέλεσμα. Επιπλέον, οι υπηρεσίες ελέγχου του ΕΓΤΠΕ παρατήρησαν ότι ο ΟΕ είχε διαπιστώσει ότι μια αίτηση για τη χορήγηση ενισχύσεων αφορούσε ποσότητα ελαιολάδου μεγαλύτερη από την επιλέξιμη ποσότητα. Η παράβαση αυτή δικαιολογούσε την ανάκληση της αναγνωρίσεως που είχε χορηγηθεί στην επιχείρηση αυτή. Το ΕΓΤΠΕ φρονεί ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, η είσπραξη της ενισχύσεως ήταν παράνομη και, ως εκ τούτου, έπρεπε να επιβληθεί δημοσιονομική διόρθωση ύψους 100 %.
296. Η Ισπανική Κυβέρνηση αμφισβητεί την ορθότητα της δημοσιονομικής διορθώσεως που επέβαλε η Επιτροπή. Υποστηρίζει ότι διενεργήθηκε ο έλεγχος της αντιστοιχίας των πραγματικών και των λογιστικών αποθεμάτων. Η διόρθωση που επέφερε ο ΟΕ αφορούσε την αίτηση για τη χορήγηση ενισχύσεων του Φεβρουαρίου 1992 για την ποσότητα ελαιολάδου για την οποία είχε διαπιστωθεί ότι δεν υπήρχε δικαίωμα καταβολής της ενισχύσεως. Ο ΟΕ έκρινε στην περίπτωση αυτή ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για την επιβολή στην επιχείρηση N. Sevillano της κυρώσεως της ανακλήσεως της αναγνωρίσεως, δεδομένου ότι η επιχείρηση αυτή δεν είχε προβεί εκ προθέσεως ή εκ βαρείας αμελείας στην υποβολή ανακριβούς δηλώσεως. Η Ισπανική Κυβέρνηση επικαλείται την εφαρμογή του άρθρου 12, παράγραφος 6, του κανονισμού 2677/85, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 643/93. Φρονεί ότι χάρη σε μια μεταγενέστερη επιθεώρηση της εν λόγω επιχειρήσεως κατέστη δυνατό να διαπιστωθεί ότι τα πραγματικά αποθέματα συνέπιπταν με τα λογιστικά. Κατά την άποψή της, η προταθείσα δημοσιονομική διόρθωση παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας.
297. Κατά την Επιτροπή, η επιχείρηση N. Sevillano διέπραξε σωρεία παρατυπιών. Μεταξύ άλλων ήταν η υποβολή αιτήσεως για τη χορήγηση ενισχύσεων που αφορούσε ποσότητα ελαιολάδου μεγαλύτερη από την επιτρεπόμενη ποσότητα, γεγονός το οποίο θα έπρεπε να έχει ως συνέπεια την αναστολή ή την αυτόματη ανάκληση της εγκρίσεως που είχε λάβει η επιχείρηση αυτή. Τα έγγραφα που προσκόμισαν οι ισπανικές αρχές σχετικά με την επιχείρηση αυτή δεν παρέχουν τη δυνατότητα να εξακριβωθεί αν διενεργήθηκε έλεγχος προκειμένου να διαπιστωθεί αν τα πραγματικά συνέπιπταν με τα λογιστικά αποθέματα ούτε ποιο ήταν το αποτέλεσμά του. Η Επιτροπή προσθέτει ότι, κατά τον χρόνο διαπιστώσεως της παρατυπίας της αιτήσεως για τη χορήγηση ενισχύσεων, δεν είχε αρχίσει να ισχύει η τροποποίηση του άρθρου 12, του κανονισμού 2677/85. Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβαλλόταν να ανακληθεί αμελλητί και άνευ όρων η έγκριση για ορισμένο χρονικό διάστημα. Τέλος, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας λόγω της μεγάλης σοβαρότητας των διαπιστωθεισών παρατυπιών.
298. Για την Ισπανική Κυβέρνηση, υπάρχει μόνο μία σημαντική παρατυπία, ήτοι το γεγονός ότι η αίτηση για τη χορήγηση ενισχύσεως αφορούσε ποσότητα ελαιολάδου μεγαλύτερη από την ποσότητα που παρείχε δικαίωμα εισπράξεως των ενισχύσεων. Ωστόσο, στον βαθμό που πρόκειται για σφάλμα το οποίο αφορά αμελητέα ποσότητα, το άρθρο 12, παράγραφος 6, του κανονισμού 2677/85, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 643/93, το οποίο αφορά τις περιπτώσεις υποβολής ανακριβών δηλώσεων εκ προθέσεως ή εκ βαρείας αμελείας, εκτός και αν πρόκειται για λάθη εκ παραδρομής, απαγορεύει την άμεση και αυτόματη επιβολή κυρώσεων.
299. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι διαπιστώθηκαν εις βάρος της επιχειρήσεως N. Sevillano σωρεία σοβαρών παρατυπιών πέραν εκείνων τις οποίες αναφέρει η Ισπανική Κυβέρνηση. Κατά την άποψή της, ο κανονισμός 2677/85 τροποποιήθηκε αρκετούς μήνες μετά τη διαπίστωση της παραβάσεως.
β) Εκτίμηση
300. Όσον αφορά την αίτηση για την καταβολή ενισχύσεων η οποία αφορούσε ποσότητα ανώτερη από αυτήν που παρείχε δικαίωμα εισπράξεως ενισχύσεων στην κατανάλωση, δεν αμφισβητείται ότι η ποσότητα για την οποία ζητήθηκε ενίσχυση χωρίς να υπάρχει αντίστοιχο δικαίωμα ανέρχεται σε 278 χιλιόγραμμα.
301. Με την προπαρατεθείσα απόφαση της 6ης Ιουλίου 2000, Ισπανία κατά Επιτροπής, το Δικαστήριο αποφάνθηκε βάσει παρεμφερών στοιχείων. Η εφαρμογή του άρθρου 12, παράγραφος 6, του κανονισμού 2677/85 ετέθη εν αμφιβόλω λόγω της επικλήσεως της αρχής της αναλογικότητας. Σχετικά με τη δυνατότητα εφαρμογής της διατάξεως αυτής, ως έχει κατόπιν της τροποποιήσεώς της, προβλήθηκαν τα ίδια επιχειρήματα. Δεν αντιλαμβάνομαι για ποιο λόγο θα έπρεπε το Δικαστήριο να παρεκκλίνει από την πρόσφατη αυτή νομολογία του.
302. Από την προπαρατεθείσα απόφαση προκύπτει, αφενός, ότι το άρθρο 12, παράγραφος 6, του κανονισμού 2677/85, υπό την αρχική μορφή του, δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας και, αφετέρου, ότι το άρθρο αυτό, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 643/99, τυγχάνει εφαρμογής επί των πραγματικών περιστατικών που διαπιστώθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του.
303. Πράγματι, κρίθηκε ότι, κατά το άρθρο 12, παράγραφος 6, υπό την αρχική διατύπωσή του, η αρμόδια αρχή, η οποία οφείλει να λάβει υπόψη τη σοβαρότητα της διαπραχθείσας παραβάσεως, υποχρεούται εξ αυτού του λόγου να τηρεί την αρχή της αναλογικότητας .
304. Όσον αφορά τη νέα διατύπωσή του, κατόπιν της τροποποιήσεώς του με τον κανονισμό 643/93, το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο αυτό περιορίζεται στο να διευκρινίσει τα κριτήρια τα οποία, κατά την Επιτροπή, πρέπει να διέπουν την εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας σε περίπτωση επιβολής των προβλεπομένων κυρώσεων, όπως προκύπτει από την τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 643/93 .
305. Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί τον ισχυρισμό της Ισπανικής Κυβερνήσεως ότι η ποσότητα για την οποία ζητήθηκε αχρεωστήτως η καταβολή ενισχύσεως ανέρχεται στο 1,81 % του συνόλου των αιτήσεων που υπέβαλε η εν λόγω επιχείρηση. Ωστόσο, όπως ορθώς έκρινε το Δικαστήριο, έστω και αν θεωρηθεί ότι, σύμφωνα με την εν λόγω τροποποιηθείσα διάταξη, η κύρωση που συνίσταται στην ανάκληση της αναγνωρίσεως, η οποία επιβάλλεται μόνον όταν η ποσότητα για την οποία ζητήθηκε αχρεωστήτως η καταβολή ενισχύσεως υπερβαίνει τουλάχιστον κατά 20 % την ελεγχθείσα ποσότητα για την οποία αναγνωρίστηκε το δικαίωμα για την καταβολή ενισχύσεως, συνοδεύεται από ένα σύστημα χρηματικών ποινών εφαρμοζόμενο σε κάθε περίπτωση που η αίτηση για την καταβολή ενισχύσεως είναι παράτυπη και το οποίο δεν προβλεπόταν προηγουμένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η υπέρβαση κατά 1,81 % της ποσότητας για την οποία αναγνωρίστηκε ότι υπάρχει δικαίωμα για την καταβολή ενισχύσεως δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, να δικαιολογήσει την ανάκληση της αναγνωρίσεως .
306. Στον βαθμό που η δημοσιονομική διόρθωση κατά 100 % των δηλωθεισών ενισχύσεων στηρίζεται ουσιαστικά στον εσφαλμένο ισχυρισμό της Επιτροπής ότι η παρατυπία της αιτήσεως για τη χορήγηση ενισχύσεων σχετικά με τα 278 χιλιόγραμμα έπρεπε να επισύρει ως κύρωση την ανάκληση της αναγνωρίσεως της επιχειρήσεως N. Sevillano, πρέπει να ακυρωθεί η προσβαλλομένη απόφαση ως προς το σημείο αυτό.
Γ - Επί της κατ' αποκοπή δημοσιονομικής διορθώσεως ύψους 2 % των συνολικών δαπανών που δήλωσε το Βασίλειο της Ισπανίας ως ενισχύσεις στην κατανάλωση ελαιολάδου κατά την περίοδο εμπορίας 1992/1993
307. Από τη συνοπτική έκθεση και από την υπ' αριθ. 14826 προπαρατεθείσα επιστολή προκύπτει ότι οι υπηρεσίες ελέγχου του ΕΓΤΠΕ διαπίστωσαν, στο πλαίσιο της αποστολής που πραγματοποίησαν από τις 22 έως τις 26 Ιανουαρίου 1996, ότι δεν βελτιώθηκαν οι εθνικές διαδικασίες διαχειρίσεως και ελέγχου των επιχειρήσεων που λαμβάνουν ενισχύσεις στην κατανάλωση ελαιολάδου, παρά το γεγονός ότι οι υπηρεσίες αυτές πρότειναν με την υπ' αριθ. 22798 προπαρατεθείσα επιστολή τους ορισμένες τροποποιήσεις. Οι υπηρεσίες του ΕΓΤΠΕ διαπίστωσαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά.
308. Οι έλεγχοι των εθνικών αρχών περιορίζονταν στον δειγματοληπτικό έλεγχο των εμπορικών εγγράφων της λογιστικής αποθήκης, χωρίς να εκτείνονται στην καταχώριση των εγγράφων αυτών στην οικονομική λογιστική. Το γεγονός ότι μια παρατυπία της οικονομικής λογιστικής μπορεί να διαφύγει από τους ελέγχους του ΟΕ αποδεικνύει την ανάγκη να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα των ελέγχων.
309. Οι ανακρίβειες και τα κενά της λογιστικής αποθήκης των επιχειρήσεων που ελέγχθηκαν έπρεπε να οδηγήσει τους ελεγκτές του ΟΕ στην εφαρμογή του άρθρου 12 του κανονισμού 2677/85, το οποίο ορίζει ότι, σε περίπτωση αμφιβολιών ως προς την ακρίβεια των στοιχείων που εμφαίνονται στην αίτηση ενισχύσεως, τα κράτη μέλη ελέγχουν επίσης την οικονομική λογιστική των εγκεκριμένων επιχειρήσεων.
310. Οι ισπανικές αρχές δεν διαθέτουν τα μέσα και τους δείκτες βάσει των οποίων οι ελεγκτές θα μπορούσαν να εντοπίσουν τις περιπτώσεις όπου η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς τη νομότυπη λειτουργία της επιχειρήσεως δικαιολογεί την επέκταση των ελέγχων.
311. Επιπλέον, δεδομένου ότι οι έλεγχοι στις επιχειρήσεις συσκευασίας που έχουν και άλλες εμπορικές δραστηριότητες, λόγω του περίπλοκου χαρακτήρα τους, πρέπει να διενεργούνται σε βάθος και να είναι παρατεταμένοι, όπως προβλέπει η ισχύουσα κοινοτική ρύθμιση.
312. Όσον αφορά τον έλεγχο που πραγματοποίησε ο ΟΕ στην επιχείρηση Corporación Industrial Andaluza SA, οι υπηρεσίες του ΕΓΤΠΕ θεώρησαν απαράδεκτο το γεγονός ότι οι επιθεωρητές περιορίστηκαν να σημειώσουν στην έκθεσή τους τον τόπο όπου, σύμφωνα με τα λεγόμενα των υπευθύνων της επιχειρήσεως, βρισκόταν η οικονομική λογιστική, χωρίς να απαιτήσουν η εν λόγω λογιστική να είναι διαθέσιμη κατά τη διάρκεια των ελέγχων.
313. Το επίπεδο και η ποιότητα των διασταυρωμένων ελέγχων που πραγματοποίησε ο ΟΕ είναι ασυνήθιστα χαμηλά. Έτσι, σύμφωνα με τη συνοπτική έκθεση, ο ΟΕ κατέληξε μετά την επιθεώρησή του στο συμπέρασμα ότι η θεωρητική ικανότητα συνθλίψεως και αποθηκεύσεως μίας εκ των ελεγχθεισών επιχειρήσεων ήταν συμβατή με την μηνιαία παραγωγή που αναφερόταν στη λογιστική αποθήκης, δεχόμενος με τον τρόπο αυτό ότι η επιχείρηση λειτουργούσε και πέραν των οκτώ ωρών ημερησίως. Ωστόσο, το στοιχείο αυτό καθώς και η μέγιστη ικανότητα συσκευασίας έπρεπε να ελεγχθούν συστηματικά και να επιβεβαιωθούν, ιδίως μέσω της συγκρίσεως με τις καταστάσεις μισθοδοσίας των εργατών.
314. Σύμφωνα με τη συνοπτική έκθεση, οι έλεγχοι των ενισχύσεων στην κατανάλωση ελαιολάδου στην Ισπανία εξακολουθούν να είναι απαράδεκτα ανεπαρκείς. Η χρησιμοποιούμενη διαδικασία ελέγχου επικεντρώνεται σε σημεία καθαρώς τυπικά και δεν έχει το απαιτούμενο βάθος ούτως ώστε να είναι επαρκώς αποτελεσματική. Οι δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε το Βασίλειο της Ισπανίας προκειμένου να ενισχύσει την κατανάλωση και τις οποίες δήλωσε κατά το οικονομικό έτος 1993 πραγματοποιήθηκαν υπό το καθεστώς ενός συστήματος ελέγχου με πολλές ελλείψεις ως προς αρκετά σημεία τα οποία είναι σημαντικά για τον καθορισμό του νομότυπου χαρακτήρα της δαπάνης.
315. Ως εκ τούτου, επιβλήθηκε στο Βασίλειο της Ισπανίας, κατ' εφαρμογή της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δημοσιονομική διόρθωση ύψους 811 514 867 ESP.
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
316. Η Ισπανική Κυβέρνηση αμφισβητεί τη διόρθωση υπενθυμίζοντας ότι το όργανο συνδιαλλαγής είχε κρίνει ότι οι έλεγχοι, λόγω του ότι είχαν πραγματοποιηθεί σε δύο μόνον επιχειρήσεις εμφιαλώσεως, δεν συνιστούσαν επαρκώς σταθερή βάση για την επιβολή κατ' αποκοπή δημοσιονομικής διορθώσεως η οποία, από χρηματικής απόψεως, αντιπροσωπεύει άνω του διπλασίου του ποσού της διορθώσεως του 1992.
317. Κατόπιν αυτού, η Επιτροπή μείωσε τη διόρθωση από 5 % του συνολικώς καταβληθέντος ποσού στο 2 % του ποσού αυτού.
318. Κατά την Ισπανική Κυβέρνηση, ο έλεγχος του ΟΕ πραγματοποιήθηκε σε μια επιχείρηση η οποία δεν είχε λάβει ενισχύσεις για το οικονομικό έτος 1993, γεγονός το οποίο δεν αρκεί για να συναχθεί η ανεπάρκεια των ελέγχων που διενεργεί η αρχή αυτή στον τομέα των ενισχύσεων στην κατανάλωση. Η επιχείρηση δεν θα έπρεπε να μνημονευθεί στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών για το οικονομικό έτος 1993. Εν πάση περιπτώσει, τα δικαιολογητικά χρηματοοικονομικού περιεχομένου των πράξεων που καταχωρίζονται στη λογιστική αποθήκης εξετάστηκαν κανονικά και τα αποτελέσματα των ελέγχων αυτών θεωρούνταν ανέκαθεν επαρκή για τον καθορισμό της αντιστοιχίας μεταξύ της ποσότητας ελαιολάδου για την οποία υποβλήθηκε αίτηση για τη χορήγηση ενισχύσεων και των ποσοτήτων που εισήλθαν και εξήλθαν από την επιχείρηση, γεγονός το οποίο καθιστούσε άνευ αντικειμένου τους περαιτέρω ελέγχους της οικονομικής λογιστικής. Η ισχύουσα εν προκειμένω κοινοτική ρύθμιση δεν απαιτεί τον έλεγχο της οικονομικής λογιστικής των επιχειρήσεων συσκευασίας παρά μόνο στην περίπτωση που υπάρχουν αμφιβολίες.
319. Η Ισπανική Κυβέρνηση προσθέτει ότι είναι αβάσιμες οι παραβάσεις τις οποίες εντόπισαν οι υπηρεσίες της Επιτροπής σχετικά με την κατάσταση γενικής εγκαταλείψεως της επιχειρήσεως Corporación Industrial Andaluza SA και το «άσπιλον» της καθαριότητας των εγκαταστάσεων συσκευασίας. Κατά την Ισπανική Κυβέρνηση, η ανωτέρω επιχείρηση δεν λειτουργούσε ήδη ένα έτος και πλέον κατά τον χρόνο της επιθεωρήσεως. Η δε κατάσταση των χώρων ήταν αυτή στην οποία βρίσκονται οι χώροι κάθε επιχειρήσεως συσκευασίας, δεδομένου ότι οι εγκαταστάσεις συσκευασίας είναι εν γένει καθαρές λόγω της φύσεως της δραστηριότητας καθώς και της ανάγκης να γίνονται συχνοί καθαρισμοί.
320. Όσον αφορά την ικανότητα συσκευασίας της επιχειρήσεως, η οποία ετέθη εν αμφιβόλω βάσει των καταστάσεων μισθοδοσίας, η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η χρησιμοποίηση έκτακτου προσωπικού για την παράταση της δραστηριότητας της επιχειρήσεως είναι πιθανή, αλλά δεν πρόκειται να αναγνωριστεί από τον ιδιοκτήτη, γεγονός το οποίο εξηγεί την αναντιστοιχία των δεδομένων αυτών. Η ικανότητα αποθηκεύσεως της επιχειρήσεως κρίθηκε επαρκής από τους επιθεωρητές του ΟΕ. Το πόρισμα αυτό δεν μπορεί να αναιρεθεί από τις λοιπές υπηρεσίες επιθεωρήσεως δεδομένου ότι οι υπηρεσίες αυτές «απετράπησαν από το να εισέλθουν στο σύνολο των εγκαταστάσεων».
321. Κατά την Ισπανική Κυβέρνηση, το γεγονός ότι το ΕΓΤΠΕ δεν πραγματοποίησε καμία επιτόπου επιθεώρηση στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών για το οικονομικό έτος 1993 στερεί τον οργανισμό αυτό από κάθε νομική βάση για την επιβολή της ορισθείσας κυρώσεως.
322. Προσθέτει ότι οι διενεργηθέντες από τον ΟΕ έλεγχοι προκειμένου να επιβεβαιωθεί η ακρίβεια των στοιχείων που αναγράφονταν στις αιτήσεις για τη χορήγηση ενισχύσεων στην κατανάλωση τις οποίες υπέβαλαν οι επιχειρήσεις συσκευασίας δεν μπορούν να είναι του επιπέδου ενός πλήρους δημοσιονομικού ελέγχου της οικονομικής λογιστικής των επιχειρήσεων συσκευασίας προς εξακρίβωση των στοιχείων εκάστης των υποβληθεισών αιτήσεων για τη χορήγηση ενισχύσεων.
323. Τέλος, η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η Επιτροπή είχε λάβει γνώση των προ του 1993 ληφθέντων από τον ΟΕ μέτρων των διαδικασιών που ακολουθήθηκαν για τη συμπλήρωση του συστήματος ελέγχου. Χάρη σε μια αποστολή της Επιτροπής που πραγματοποιήθηκε από τις 22 έως τις 26 Μα_ου 1995 κατέστη δυνατό να διαπιστωθεί η αποτελεσματικότητα των γνωστοποιηθέντων μέτρων. Δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί οι φόβοι της Επιτροπής για τον ενδεχόμενο κίνδυνο που διατρέχει το ΕΓΤΠΕ λόγω των ελλείψεων που επισημάνθηκαν κατά τις προηγούμενες εκκαθαρίσεις λογαριασμών ενόσω εξακολουθεί να εκκρεμεί η διαδικασία που αφορά τις τυχόν αυτές ελλείψεις και μολονότι τα μέτρα που ελήφθησαν βάσει των εκτιμήσεων που αναφέρονται σε ένα συγκεκριμένο οικονομικό έτος πρέπει να θεωρούνται περαιωμένα και να μην μεταφέρονται διαρκώς στα επόμενα οικονομικά έτη.
324. Η Επιτροπή απαντά ότι, ενόψει της σωρείας σοβαρών παρατυπιών που διαπιστώθηκαν στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθαρίσεως για το οικονομικό έτος 1992 στο ισπανικό σύστημα ενισχύσεων στην κατανάλωση ελαιολάδου, οι υπηρεσίες του ΕΓΤΠΕ τόνισαν στις ισπανικές αρχές την ανάγκη να προβούν σε συνολικές διορθώσεις των δαπανών που δηλώθηκαν στα μετέπειτα οικονομικά έτη εφόσον οι διαπιστωθείσες ελλείψεις δεν μπορούσαν να αρθούν μέσω ενός αποτελεσματικού συστήματος ελέγχου.
325. Με την αποστολή που πραγματοποιήθηκε στην Ισπανία από τις 22 έως τις 26 Ιανουαρίου 1996 στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως για το οικονομικό έτος 1993, οι υπηρεσίες ελέγχου του ΕΓΤΠΕ διαπίστωσαν ότι καμία μεταβολή δεν είχε επέλθει στους μηχανισμούς ελέγχου. Επιπλέον, έγινε έλεγχος σε δύο επιχειρήσεις, πράγμα το οποίο παρέσχε τη δυνατότητα να επιβεβαιωθεί η αναποτελεσματικότητα και η ανεπάρκεια των ελέγχων που πραγματοποιεί ο ΟΕ, όπως αυτό εκτίθεται εν συντομία στη συνοπτική έκθεση.
326. Η πρόταση μειώσεως του συντελεστή της αρχικής δημοσιονομικής διορθώσεως, την οποία υπέβαλε το όργανο συνδιαλλαγής, δεν θέτει εν αμφιβόλω τη διαπίστωση της Επιτροπής σχετικά με τις ελλείψεις του ισπανικού συστήματος ελέγχου, αλλά μόνον το ύψος του συντελεστή αυτού που κρίθηκε υπέρμετρα υψηλός λόγω του ότι το ΕΓΤΠΕ στηρίχθηκε στον έλεγχο δύο μόνον επιχειρήσεων εμφιαλώσεως.
327. Η Επιτροπή αρνείται το γεγονός ότι οι υπηρεσίες του ΕΓΤΠΕ πραγματοποίησαν επισκέψεις ελέγχου κατά το 1993. Προσθέτει ότι οι διαπιστώσεις για την ύπαρξη παραβάσεων και οι δημοσιονομικές διορθώσεις πρέπει, ως εκ τούτου, να στηριχθούν στα στοιχεία που παρέσχον οι εθνικές αρχές. Επιπλέον, σύμφωνα με τη νομολογία, το καθεστώς του ΕΓΤΠΕ δεν περιλαμβάνει συστηματικούς ελέγχους από την Επιτροπή για την οποία θα ήταν εξάλλου πρακτικώς αδύνατη η διενέργειά τους. Οι μεμονωμένες περιπτώσεις συνιστούν απλώς ένα επιπλέον στοιχείο το οποίο δικαιολογεί την αιτίαση της Επιτροπής ότι δεν υπάρχει ένα σύνολο μέτρων εποπτείας και ελέγχου.
328. Η Επιτροπή διευκρινίζει επιπλέον ότι μια δημοσιονομική διόρθωση εξακολουθεί να είναι δικαιολογημένη και στην περίπτωση ακόμη που η ελεγχθείσα επιχείρηση δεν έλαβε ενισχύσεις στην κατανάλωση κατά τη διάρκεια της περιόδου εμπορίας που αντιστοιχεί στο οικονομικό έτος για το οποίο διενεργούνται έλεγχοι. Συγκεκριμένα, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι θα πρέπει να ανακαλείται η αναγνώριση της επιχειρήσεως αυτής και ότι παρέρχεται πάντοτε ένα ορισμένο χρονικό διάστημα από τη στιγμή που ζητείται η ενίσχυση μέχρι την καταβολή της.
329. Κατά την Επιτροπή, οι παρατυπίες που διαπιστώθηκαν στον τρόπο διενέργειας των εθνικών ελέγχων αποτελεί γενική παράβαση του συστήματος ελέγχου η οποία μπορεί να διαπιστωθεί σε κάθε επιχείρηση που έτυχε της εγκρίσεως. Η εν λόγω διόρθωση είναι κατ' αποκοπή και δεν επιβάλλεται σε συγκεκριμένη επιχείρηση.
330. Τέλος, η Επιτροπή εξηγεί ότι οι ελλείψεις των μηχανισμών ελέγχου που έχουν θεσπίσει τα κράτη μέλη απαιτούν την επιβολή δημοσιονομικών διορθώσεων ενόσω οι ελλείψεις αυτές δεν αίρονται. Κατά την άποψή της, η Ισπανική Κυβέρνηση δεν προσκόμισε ούτε το ελάχιστο αποδεικτικό στοιχείο προκειμένου να αντικρούσει τις διαπιστώσεις της.
331. Η Ισπανική Κυβέρνηση φρονεί ότι το μόνο συγκεκριμένο επιχείρημα στο οποίο στηρίζεται η Επιτροπή είναι η επιθεώρηση που πραγματοποίησε σε μια επιχείρηση συσκευασίας, γεγονός το οποίο δεν αρκεί για να καταδείξει την ύπαρξη σοβαρών ελλείψεων στο ισπανικό σύστημα ελέγχου. Όσον αφορά τις παρατυπίες που δεν εντόπισαν οι υπηρεσίες της, η Ισπανική Κυβέρνηση προσθέτει ότι η προϊσχύσασα κοινοτική ρύθμιση περιόριζε τους συστηματικούς ελέγχους της οικονομικής λογιστικής. Εξάλλου, οι κρατικές υπηρεσίες ελέγχου διενήργησαν τον έλεγχο αυτό και διαπίστωσαν την ύπαρξη παρατυπιών.
332. Κατά την Επιτροπή, τα επιχειρήματα υπέρ της επίδικης κατ' αποκοπή διορθώσεως είναι πολλά και ποικίλα και δεν περιορίζονται στο αποτέλεσμα του ελέγχου μίας και μόνης επιχειρήσεως συσκευασίας. Εντούτοις, ο ΟΕ είχε την υποχρέωση να ελέγξει την οικονομική λογιστική της επιχειρήσεως αυτής διότι υπήρχαν υπόνοιες σχετικά με την ύπαρξη παρατυπιών.
2. Εκτίμηση
333. Όπως υπενθύμισα επανειλημμένως κατά την εξέταση των προηγούμενων επίδικων δημοσιονομικών διορθώσεων, μολονότι απόκειται στην Επιτροπή να αποδείξει την παραβίαση των κανόνων της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών, ωστόσο, η Επιτροπή δεν υποχρεούται να αποδείξει κατά τρόπο εξαντλητικό την ανεπάρκεια των διεξαχθέντων από τις εθνικές διοικητικές αρχές ελέγχων ή τον μη σύννομο χαρακτήρα των εκ μέρους τους διαβιβασθέντων στοιχείων, αλλά να προσκομίσει αποδεικτικό στοιχείο περί της σοβαρής και εύλογης αμφιβολίας με την οποία αντιμετωπίζει τους εν λόγω ελέγχους ή τα εν λόγω στοιχεία.
334. Κατά τα λοιπά, σύμφωνα με την ίδια νομολογία, οσάκις η Επιτροπή προσάπτει σε κράτος μέλος ότι δεν έχει θέσει σε εφαρμογή αποτελεσματικό σύστημα εποπτείας και ελέγχου, ο εντοπισμός των κατ' ιδίαν περιπτώσεων, στις οποίες η Επιτροπή διαπιστώνει τη μη τήρηση της εφαρμοστέας γεωργικής κανονιστικής ρυθμίσεως, δεν αποτελεί παρά ένα μόνο στοιχείο για την αιτιολόγηση της αιτιάσεώς της περί της αποτελεσματικότητας του εφαρμοζομένου από το κράτος μέλος συστήματος εποπτείας και ελέγχου .
335. Η Επιτροπή αποφάσισε να συνοδεύσει τη διαπίστωση σχετικά με την ύπαρξη παρατυπιών στο ισπανικό σύστημα ελέγχου, στην οποία προέβη στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθαρίσεως των λογαριασμών για το οικονομικό έτος 1992, από ορισμένες συστάσεις οι οποίες αφορούσαν τη βελτίωση των ελέγχων. Ελλείψει βελτιώσεων, προβλεπόταν ότι θα επιβαλλόταν κατ' αποκοπή διόρθωση για το οικονομικό έτος 1993 .
336. Από τη δικογραφία προκύπτει ότι οι έρευνες που διεξήγαγε η Επιτροπή προκειμένου να εκτιμήσει τον βαθμό βελτιώσεως των ισπανικών διαδικασιών ελέγχου στον τομέα των ενισχύσεων στην κατανάλωση ελαιολάδου περιορίστηκαν στην επίσκεψη δύο επιχειρήσεων, ήτοι της Corporación Industrial Andaluza SA και της Olior Porcuna SA.
337. Το στοιχείο αυτό προκύπτει από την από 3 Μαρτίου 1997 οριστική έκθεση του οργάνου συνδιαλλαγής , το οποίο στήριξε εξάλλου στο γεγονός αυτό την αρνητική εκτίμησή του σχετικά με τον συντελεστή διορθώσεως που επέλεξε η Επιτροπή . Η προπαρατεθείσα υπ' αριθ. 14826 επιστολή του ΕΓΤΠΕ αρκείται να διευκρινίσει ότι καμία από τις επιθυμητές βελτιώσεις δεν ελήφθη υπόψη από τις ισπανικές αρχές και ότι δεν υπήρξε καμία αλλαγή της διαδικασίας παρά τις ποικίλες και μεγάλες ελλείψεις που διαπιστώθηκαν κατά την εκκαθάριση λογαριασμών του 1992 . Ωστόσο, η επιστολή δεν μνημονεύει κανένα άλλο στοιχείο δυνάμενο να στηρίξει την ανωτέρω διαπίστωση πέραν των στοιχείων που προέρχονται από τις προαναφερθείσες επισκέψεις σε δύο επιχειρήσεις. Η συνοπτική έκθεση παρουσιάζει τις ίδιες ανεπάρκειες. Οι μόνες ελλείψεις που περιγράφονται διεξοδικά αφορούν τους ελέγχους στις δύο επιχειρήσεις. Τέλος, με τις γραπτές παρατηρήσεις της, η Επιτροπή αρνείται την αιτίαση που της προσάπτεται ως προς το σημείο αυτό από την Ισπανική Κυβέρνηση χωρίς να τεκμηριώνει τους ισχυρισμούς της μέσω ενός πρώτου αποδεικτικού στοιχείου. Αρκείται στην εξήγηση ότι το ΕΓΤΠΕ «επισκέφθηκε επιπλέον» τις δύο αυτές επιχειρήσεις, χωρίς να διευκρινίζει τη φύση και τον αριθμό των άλλων ερευνών που υποτίθεται ότι διενήργησε. Η Επιτροπή δεν απέδειξε ούτε ότι οι σοβαρές παρατυπίες που περιγράφονται στη συνοπτική έκθεση διαπιστώθηκαν στο πλαίσιο των επισκέψεων που πραγματοποιήθηκαν στους περιφραγμένους χώρους πέραν αυτών των εν λόγω επιχειρήσεων. Οι έλεγχοι τους οποίους η Επιτροπή ισχυρίζεται, με το υπόμνημά της αντικρούσεως, ότι πραγματοποίησε δεν αποδεικνύονται από κανένα έγγραφο.
338. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί μία κατ' αποκοπή δημοσιονομική διόρθωση να στηριχθεί σ' αυτούς τους δύο και μόνον ελέγχους, όσο πλούσια και αν ήσαν τα εξ αυτών συμπεράσματα. Δεν συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής και του οργάνου συνδιαλλαγής ότι οι περιορισμένοι έλεγχοι αρκούν προκειμένου να αποδειχθεί, ελλείψει παντός άλλου συγκλίνοντος στοιχείου σχετικά με το οικονομικό έτος 1993, η εξακολούθηση ενός ανεπαρκούς εθνικού συστήματος ελέγχου.
339. Η επί του θέματος νομολογία του Δικαστηρίου είναι σαφής.
340. Μολονότι η Επιτροπή απαλλάσσεται, κατά τρόπο νόμιμο βεβαίως, από την υποχρέωση να προσκομίσει εξαντλητικές αποδείξεις σχετικά με την ανεπάρκεια των διεξαχθέντων από τις εθνικές διοικητικές αρχές ελέγχων, ωστόσο δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση να προσκομίσει στοιχεία σχετικά με τις σοβαρές και εύλογες επιφυλάξεις ως προς τους ελέγχους αυτούς.
341. Φρονώ ότι ο έλεγχος δύο επιχειρήσεων δεν αρκεί προκειμένου να αποδειχθεί, για το σύνολο μιας περιόδου εμπορίας, η, έστω και μερική, ανεπάρκεια ολόκληρου του συστήματος ελέγχου. Ελλείψει άλλων αμέσων ελέγχων, θα έπρεπε τουλάχιστον να διενεργηθούν πλέον εκτεταμένοι έλεγχοι των εγγράφων, ούτως ώστε να μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα αυτό και να προσκομισθούν τα έγγραφα με τις διαπιστώσεις αυτές.
342. Όσον αφορά τις κατ' ιδίαν περιπτώσεις, στις οποίες η νομολογία του Δικαστηρίου προσδίδει δεδομένη αξία για τη θεμελίωση της αιτιάσεως περί αναποτελεσματικότητας την οποία προσάπτει η Επιτροπή σε ένα σύστημα εποπτείας και ελέγχου, πρέπει να υπομνηστεί ότι οι περιπτώσεις αυτές συνιστούν ένα μόνο στοιχείο, μεταξύ άλλων, προκειμένου να θεμελιωθεί η αιτίαση αυτή. Φρονώ ότι από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, μολονότι δεν απαιτείται οι κατ' ιδίαν περιπτώσεις να αντιπροσωπεύουν ένα απολύτως αντιπροσωπευτικό δείγμα των επιχειρήσεων που ελέγχθηκαν προκειμένου, σε συνδυασμό και με άλλα αποδεικτικά στοιχεία, να ενισχύσουν τις αποδείξεις της Επιτροπής σχετικά με τις ανεπάρκειες του εθνικού συστήματος ελέγχου, πρέπει, αντιθέτως, να συνοδεύονται από τα συμπληρωματικά αυτά στοιχεία προκειμένου να έχουν πλήρη αποδεικτική δύναμη. Ειδάλλως, οι κατ' ιδίαν αυτές περιπτώσεις δεν μπορούν παρά να θεωρηθούν ως μεμονωμένα παραδείγματα επιχειρήσεων που παρανομούν, χωρίς να είναι δυνατόν από τα παραδείγματα αυτά να συναχθούν άλλα συμπεράσματα ως προς το σημείο αυτό.
343. Για λόγους πληρότητας, προσθέτω ότι οι διαπιστώσεις που αφορούν το οικονομικό έτος 1992 πρέπει, προκειμένου να δικαιολογηθεί μια νέα διόρθωση βάσει της ακόλουθης περιόδου εμπορίας, να συμπληρωθούν με στοιχεία που αφορούν ειδικά αυτήν, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει εν προκειμένω.
344. Για τους ανωτέρω λόγους, φρονώ ότι η επίδικη κατ' αποκοπή δημοσιονομική διόρθωση δεν είναι δικαιολογημένη. Επομένως, η προσβαλλομένη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί ως προς το σημείο αυτό.
V - Οι ενισχύσεις στην παραγωγή αποξηραμένων ζωοτροφών
Α - Νομικό πλαίσιο
345. Με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1117/78, της 22ας Μα_ου 1978, το Συμβούλιο θέσπισε κοινή οργάνωση αγορών στον τομέα των αποξηραμένων ζωοτροφών . Εκ των προϊόντων στα οποία αναφέρεται ο ανωτέρω κανονισμός, το άρθρο 1, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3996/87 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1987 , διακρίνει μεταξύ εκείνων που αποτελούν αντικείμενο τεχνητής αποξηράνσεως και των προϊόντων τα οποία αποξηραίνονται με άλλους τρόπους, ήτοι με έκθεση στον ήλιο, στα τελευταία δε αυτά προϊόντα αναφέρεται το άρθρο 1, στοιχείο β_, δεύτερη και τέταρτη περίπτωση. Για τα προϊόντα που αποτελούν αντικείμενο τεχνητής αποξηράνσεως, το άρθρο 5, παράγραφος 1, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1960/87 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουλίου 1987 , προβλέπει τη χορήγηση ενισχύσεων όταν η τιμή στόχος που καθορίζεται για κάθε περίοδο εμπορίας είναι ανώτερη της μέσης τιμής της διεθνούς αγοράς. Δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 3996/87, η ενίσχυση αυτή είναι ίση με το καθορισθέν ποσοστό της διαφοράς μεταξύ των δύο αυτών τιμών. Για τα προϊόντα που αποξηραίνονται με έκθεση στον ήλιο, η ενίσχυση μειώνεται κατά ένα ποσό το οποίο καθορίζεται βάσει της διαφοράς του κόστους παραγωγής των προϊόντων που αποξηραίνονται με τεχνητά μέσα και του κόστους παραγωγής των προϊόντων που αποξηραίνονται με έκθεση στον ήλιο (παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο).
346. Το άρθρο 4, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1528/78 της Επιτροπής, περί λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος ενισχύσεως για τις αποξηραμένες ζωοτροφές , όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2334/87 της Επιτροπής, της 31ης Ιουλίου 1987 , καθόρισε το ύψος της κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1117/78 αποκλίσεως σε 43 ECU ανά τόνο. Το κόστος παραγωγής των προϊόντων αυτών είχε μία συγκλίνουσα εξέλιξη και η διαφορά μειώθηκε προοδευτικά στα 25 ECU .
347. Εντούτοις, όσον αφορά την κατάσταση στην Ισπανία, το Συμβούλιο επισήμανε με την τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΟΚ) 2275/89, της 24ης Ιουλίου 1989, περί τροποποιήσεως του κανονισμού 1117/78 , ότι η εφαρμογή του άρθρου 120 της Πράξεως σχετικά με τους όρους προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και σχετικά με τις προσαρμογές των Συνθηκών οδήγησε την Ισπανία στη μείωση του ύψους της τιμής στόχου για τις αποξηραμένες ζωοτροφές σε σχέση με την τιμή που ισχύει στα άλλα κράτη μέλη και ότι η αφαίρεση από την εν λόγω κατώτερη τιμή του ποσού που καθορίζεται για την Κοινότητα οδηγεί στη μείωση του ύψους των ενισχύσεων για τις αποξηραμένες με έκθεση στον ήλιο ζωοτροφές σε σχέση με το ύψος των ενισχύσεων που είναι αναγκαίο για να διασφαλιστεί η ανταγωνιστικότητα των εν λόγω προϊόντων έναντι των αφυδατωμένων με τεχνητή αποξήρανση ζωοτροφών. Στην τέταρτη αιτιολογική σκέψη, το Συμβούλιο διαπίστωσε ότι, λόγω της καταστάσεως αυτής, οι Ισπανοί επιχειρηματίες άρχισαν να μετατρέπουν τις εγκαταστάσεις τους αυξάνοντας σε μεγάλο βαθμό την παραγωγή αφυδατωμένων με τεχνητή αποξήρανση ζωοτροφών και μειώνοντας την παραγωγή αποξηραμένων με άλλους τρόπους ζωοτροφών και ότι η τάση αυτή είναι επιζήμια για τον προϋπολογισμό της Κοινότητας, διότι αυξάνει την αναλογία των προϊόντων που λαμβάνουν μεγαλύτερες ενισχύσεις. Ως εκ τούτου, το Συμβούλιο, προκειμένου να αποτρέψει κάθε κίνδυνο διαταράξεως της αγοράς των αποξηραμένων ζωοτροφών, προσέθεσε στο άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1117/78, ένα τρίτο εδάφιο, το οποίο προβλέπει τα εξής:
«Για τις αποξηραμένες ζωοτροφές που παράγονται στην Ισπανία και μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1992, το ποσό που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο μειώνεται κατά ένα ποσό που ισούται με τη διαφορά μεταξύ της τιμής στόχου που εφαρμόζεται στο εν λόγω κράτος μέλος και εκείνης που εφαρμόζεται στα άλλα κράτη μέλη.»
348. Σύμφωνα με το άρθρο 5, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α_, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1417/78 του Συμβουλίου, της 19ης Ιουνίου 1978, περί του καθεστώτος ενισχύσεως στις αποξηραμένες ζωοτροφές , όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2256/88 του Συμβουλίου, της 19ης Ιουλίου 1988 , η ενίσχυση που αναφέρεται στο άρθρο 5 του κανονισμού 1117/78 χορηγείται, κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου, για τις αποξηραμένες ζωοτροφές οι οποίες εξέρχονται από τη μεταποιητική επιχείρηση και των οποίων η μέγιστη περιεκτικότητα υγρασίας κυμαίνεται μεταξύ 11 και 14 % και μπορεί να διαφέρει ανάλογα με τους τρόπους παρουσιάσεως του προϊόντος. Το τροποποιηθέν άρθρο 6 προβλέπει ότι η ενίσχυση χορηγείται μόνο στις μεταποιητικές επιχειρήσεις οι οποίες:
«α) τηρούν λογιστική αποθήκης, περιλαμβάνουσα τουλάχιστον την ένδειξη:
- ποσοτήτων νωπών ζωοτροφών και, κατά περίπτωση, αποξηραμένων στον ήλιο· πάντως, δύναται να γίνει αποδεκτό, όπου η ειδική κατάσταση της επιχειρήσεως το απαιτεί, οι ποσότητες να υπολογίζονται βάσει των σπαρμένων εκτάσεων,
- ποσοτήτων αποξηραμένων ζωοτροφών που έχουν παραχθεί, καθώς και των ποσοτήτων και της ποιότητας των εν λόγω ζωοτροφών οι οποίες έχουν εξέλθει από την επιχείρηση·
β) [προσκομίζουν], κατά περίπτωση, τα άλλα αναγκαία δικαιολογητικά έγγραφα για τον έλεγχο του δικαιώματος ενισχύσεως».
Β - Επί της κατ' αποκοπή διορθώσεως που αφορά τις ενισχύσεις στην παραγωγή αποξηραμένων ζωοτροφών
349. Από τη συνοπτική έκθεση προκύπτει ότι διάφορα στοιχεία που αφορούσαν την αγορά αποξηραμένων ζωοτροφών στην Ισπανία ώθησαν τις υπηρεσίες του ΕΓΤΠΕ να συνειδητοποιήσουν την ανάγκη της διενέργειας ελέγχων σχετικά με την εφαρμογή της συναφούς κοινοτικής νομοθεσίας στο εν λόγω κράτος μέλος. Συγκεκριμένα, παρατηρήθηκε θεαματική αύξηση των ποσοτήτων παραγωγής που αποτελούσε αντικείμενο των αιτήσεων για τη χορήγηση ενισχύσεων στην παραγωγή κατά τις τελευταίες περιόδους εμπορίας, μολονότι το ζωικό κεφάλαιο στην Ισπανία δεν γνώρισε την ίδια εξέλιξη, καθώς και η ταχεία εξαφάνιση των αποξηραμένων με έκθεση στον ήλιο ζωοτροφών υπέρ των τεχνητώς αφυδατωμένων προϊόντων και η εμφάνιση νέων επιχειρήσεων αφυδατώσεως ιδιαιτέρως ευημερουσών κατά τα τελευταία έτη.
350. Σύμφωνα με τη συνοπτική έκθεση, το εθνικό σύστημα ελέγχου, το οποίο στηρίζεται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα δελτία ζυγίσεως τα οποία εκδίδει η ίδια η επιχείρηση δεν επέτρεψε να περιοριστεί ο υψηλός κίνδυνος διαπράξεως παρατυπιών οι οποίες διαπιστώθηκαν σε σχέση με τις δηλωθείσες κατά την είσοδο ποσότητες, ως εκ του ότι στην Ισπανία γίνεται χρήση των συμβάσεων με βάση την έκταση. Συγκεκριμένα, ο έλεγχος του γενεσιουργού της ενισχύσεως γεγονότος, ήτοι της εξόδου των ζωοτροφών από την επιχείρηση, περιοριζόταν στο αν υπάρχει τιμολόγιο αγοράς και στο δελτίο ζυγίσεως το οποίο εξέδιδε η ίδια η επιχείρηση.
351. Σύμφωνα με τις υπηρεσίες του ΕΓΤΠΕ, ένας αποτελεσματικός έλεγχος δεν μπορεί να περιορίζεται στη διαπίστωση της υπάρξεως των εμπορικών εγγράφων, αλλά πρέπει να εκτείνεται κατ' ανάγκη και στο αν πράγματι καταχωρίστηκαν τα εν λόγω έγγραφα.
352. Ο ισχυρισμός των ισπανικών αρχών ότι διενεργήθηκαν οι έλεγχοι στις αποδόσεις ανά σύμβαση συγκρινόμενες με τις αποδόσεις των περιοχών παραγωγής δεν επιβεβαιώνεται από τα ελεγχθέντα έγγραφα.
353. Στο πλαίσιο πολλών επιτόπιων ελέγχων, οι υπηρεσίες του ΕΓΤΠΕ διαπίστωσαν ότι το ποσοστό υγρασίας των αποξηραμένων ζωοτροφών, υπολογιζόμενο κατά τον χρόνο της εισόδου τους στη μεταποιητική επιχείρηση κυμαινόταν μεταξύ 20 και 25 %, τρέχουσα πρακτική στην Ισπανία. Επρόκειτο για προϊόντα τα οποία είχαν, από γεωπονικής και χημικής απόψεως, τα χαρακτηριστικά αποξηραμένων με έκθεση στον ήλιο ζωοτροφών. Η ύπαρξη ενός πίνακος τιμών ο οποίος καθορίζει τις εκπτώσεις λόγω ελαττωμάτων και τα οφέλη σε σχέση με ένα σταθερό ποσοστό υγρασίας της τάξεως των 25 % ενθαρρύνει, μεταξύ άλλων, την πρακτική της εισαγωγής στις εγκαταστάσεις αποξηράνσεως ενός ήδη αποξηραμένου στην πράξη προϊόντος.
354. Κατά τη συνοπτική έκθεση, οι ισπανικές αρχές έπρεπε να θεωρήσουν ότι τα προϊόντα αυτά αποξηράνθηκαν με έκθεση στον ήλιο και να καταβάλουν τις αντίστοιχες ενισχύσεις και όχι τις ενισχύσεις που καταβάλλονται για τις ζωοτροφές που έχουν αποξηρανθεί με τεχνητό τρόπο. Στη συνοπτική έκθεση τονίζεται ότι οι μεταποιητικές επιχειρήσεις έχουν οικονομικό συμφέρον να δηλώνουν ως αποξηρανθείσες με τεχνητό τρόπο τις ζωοτροφές οι οποίες στην πραγματικότητα έχουν αποξηρανθεί με έκθεση στον ήλιο, δεδομένου ότι το ποσό της ενισχύσεως φθάνει μέχρι το διπλάσιο. Η έκθεση τονίζει επίσης ότι οι κλιματολογικές συνθήκες της Ισπανίας ευνοούν ιδιαιτέρως αυτό το είδος παρατυπίας. Αν ελαμβάνοντο υπόψη τα στοιχεία αυτά, σε συνδυασμό με τη θεαματική αύξηση της παραγωγής, οι ισπανικές αρχές θα έπρεπε να λάβουν τα αποτελεσματικά μέτρα ελέγχου τα οποία προβλέπει η κοινοτική νομοθεσία προκειμένου να μειωθεί ο απορρέων από τις πρακτικές αυτές κίνδυνος για τους κοινοτικούς πόρους. Το ΕΓΤΠΕ αναγνωρίζει ότι η παράλειψη αυτή οφείλεται εν μέρει και σε ορισμένες ερμηνευτικές δυσχέρειες των κοινοτικών νομοθετημάτων.
355. Ως εκ τούτου, επιβλήθηκε, κατ' εφαρμογή της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δημοσιονομική διόρθωση ύψους 384 545 035 ESP, ήτοι ποσοστό 2 % των δαπανών που δήλωσε το Βασίλειο της Ισπανίας.
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
356. Η Ισπανική Κυβέρνηση αμφισβητεί τη διόρθωση, δεδομένου ότι θεωρεί ότι, στον βαθμό που η κοινοτική ρύθμιση δεν όριζε ελάχιστο ποσοστό υγρασίας κατά την είσοδο των ζωοτροφών στη μεταποιητική επιχείρηση, η απαίτηση αυτή δεν μπορεί να επιβληθεί μονομερώς από τον ισπανικό οργανισμό που διενεργεί τις πληρωμές. Κατά την άποψή της, η Επιτροπή δημιουργεί μια απαίτηση προκειμένου να προσάψει στη συνέχεια στο κράτος μέλος τη μη τήρησή της, κατά παράβαση της αρχής της ασφαλείας δικαίου. Η Ισπανική Κυβέρνηση φρονεί ότι η ανωτέρω εκτίμηση είναι σύμφωνη με τη γνωμοδότηση που εξέδωσε το όργανο συνδιαλλαγής.
357. Η Επιτροπή παρατηρεί ότι, μολονότι το όργανο συνδιαλλαγής δεν συμμερίζεται την άποψή της ως προς την ύπαρξη μίας από τις παραβάσεις που επισημαίνει, εντούτοις επιβεβαιώνει πλήρως την ύπαρξη των λοιπών παραβάσεων καθώς και την κατ' αποκοπή δημοσιονομική διόρθωση. Η Επιτροπή φρονεί, εν πάση περιπτώσει, ότι η παράλειψη καθορισμού από τις ισπανικές αρχές ενός ελάχιστου ποσοστού υγρασίας των ζωοτροφών συνιστά παράβαση της κοινοτικής νομοθεσίας, όπως προκύπτει από τον σκοπό και τον λόγο υπάρξεως των ενισχύσεων στην παραγωγή αυτών των ζωοτροφών. Η έλλειψη κατώτατου ορίου υγρασίας καθιστά άνευ περιεχομένου το καθεστώς των ενισχύσεων στην παραγωγή αποξηραμένων ζωοτροφών και προκαλεί σοβαρή στρέβλωση του ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρηματιών των κρατών μελών στα οποία απαιτείται ένα ορισμένο κατώφλιο προκειμένου να είναι δυνατή η είσπραξη της ενισχύσεως και των κρατών μελών στα οποία δεν υπάρχει η απαίτηση αυτή ούτε κάποιος σχετικός έλεγχος. Η Επιτροπή αρνείται ότι επιβάλλει προϋπόθεση η οποία δεν υφίσταται. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, προκειμένου να μην καταστεί άνευ περιεχομένου το καθεστώς των ενισχύσεων στην παραγωγή αποξηραμένων ζωοτροφών, επιβάλλεται οι εθνικοί οργανισμοί ελέγχου να ορίζουν ένα τέτοιο κατώφλιο.
2. Εκτίμηση
358. Πρέπει να υπομνηστεί ότι η κοινοτική ρύθμιση διακρίνει μεταξύ των ζωοτροφών που αποξηραίνονται με τεχνητό τρόπο και των ζωοτροφών που αποξηραίνονται με έκθεση στον ήλιο. Η ενίσχυση που χορηγείται για τα τελευταία αυτά προϊόντα ισούται με την ενίσχυση που χορηγείται για τα προϊόντα τα οποία αποξηραίνονται με τεχνητό τρόπο, μειωμένη κατά ένα ποσό στο οποίο συνεκτιμάται η διαφορά κόστους παραγωγής που αντιστοιχεί στα δύο αυτά είδη προϊόντων.
359. Σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της πραγματοποιήσεως και του νομότυπου χαρακτήρα των χρηματοδοτουμένων από το ΕΓΤΠΕ πράξεων, για την πρόληψη και την ποινική δίωξη των παρατυπιών και για την αναζήτηση των ποσών που διασπαθίστηκαν λόγω παρατυπιών ή αμελειών.
360. Το σύστημα ελέγχου το οποίο θεσπίζουν τα κράτη μέλη πρέπει, επομένως, να είναι σε θέση να εντοπίζει τις μεθόδους εξαπατήσεως τις οποίες μετέρχονται οι μεταποιητικές επιχειρήσεις και οι οποίες συνίστανται στην είσπραξη ενισχύσεων στην παραγωγή ζωοτροφών που έχουν αποξηρανθεί με τεχνητό τρόπο, ενώ οι παραχθείσες ζωοτροφές αποξηράνθηκαν με έκθεση στον ήλιο, οπότε η πράξη της τεχνητής αποξηράνσεως ήταν προσχηματική, ή και ανύπαρκτη, όπως ακριβώς και τα έξοδα που προκάλεσε η πράξη αυτή.
361. Ο καθορισμός ενός ελάχιστου κατωφλίου υγρασίας, προκειμένου να καταστεί ευχερέστερος ο εντοπισμός των παράνομων αυτών πρακτικών μέσω του καθορισμού ενός αντικειμενικού κριτηρίου, υλικώς μετρήσιμου, δεν συνιστά παρά ένα μόνο μέσο, μεταξύ άλλων, για την αντιμετώπιση του κινδύνου χορηγήσεως μη οφειλομένων ενισχύσεων στην παραγωγή αποξηραμένων ζωοτροφών.
362. Βεβαίως, φρονώ ότι η έλλειψη ρητής διατάξεως στην ισχύουσα νομοθεσία, επιβάλλουσας τη θέσπιση ενός τέτοιου κατωφλίου, απαγορεύει, όπως ορθώς διέγνωσε το όργανο συνδιαλλαγής, να συναχθεί εκ της διαπιστώσεως και μόνον της ελλείψεως κατωφλίου το συμπέρασμα ότι η ισπανική παραγωγή αποτελείται εν μέρει από αποξηραμένες με έκθεση στον ήλιο ζωοτροφές για τις οποίες καταβλήθηκαν μη οφειλόμενες ενισχύσεις, οι οποίες θα έπρεπε καλώς εχόντων των πραγμάτων να καταβληθούν στην παραγωγή αποξηραμένων με τεχνητό τρόπο ζωοτροφών.
363. Έχω εξηγήσει σε άλλη ευκαιρία τους λόγους για τους οποίους φρονώ ότι αντιβαίνει στην αρχή της ασφαλείας δικαίου το να προσδοθεί σε αυτή τη διάταξη του κοινοτικού δικαίου, απλώς και μόνο λόγω του σκοπού που επιδιώκει η σχετική κοινοτική νομοθεσία, νόημα το οποίο σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να έχει η απολύτως σαφής διατύπωση της εν λόγω διατάξεως .
364. Εν προκειμένω, ωστόσο, η Επιτροπή ήταν σε θέση να προσκομίσει άλλα στοιχεία σχετικά με τις σοβαρές και εύλογες επιφυλάξεις της ως προς το ισπανικό σύστημα ελέγχου τα οποία θα δικαιολογούσαν, ελλείψει αποδείξεων περί του αντιθέτου εκ μέρους της Ισπανικής Κυβερνήσεως, δημοσιονομική διόρθωση ύψους 2 %.
365. Πρέπει να υπομνηστεί ότι, όπως εξάλλου τόνισε το όργανο συνδιαλλαγής, ένα μέρος των εν λόγω ζωοτροφών διατέθηκε πράγματι, απευθείας ή αναμεμιγμένο με αφυδατωμένες ζωοτροφές, χωρίς να έχει αποτελέσει αντικείμενο τεχνητής αφυδατώσεως . Κατά την άποψη του οργάνου συνδιαλλαγής, ο κίνδυνος διαπράξεως απατών δεν είναι αμελητέος .
366. Η διαπίστωση αυτή προκύπτει τόσο από τη συνοπτική έκθεση όσο και από το παράρτημα 2 της υπ' αριθ. 48369/13.12.1996 επιστολής την οποία απέστειλε το όργανο συνδιαλλαγής στο Βασίλειο της Ισπανίας .
367. Πράγματι, πρέπει να σημειωθεί ότι η αύξηση των παράνομων πρακτικών τις οποίες καταγγέλλει η Επιτροπή είναι πιθανή δεδομένου ότι παρατηρήθηκε αισθητή αύξηση της παραγωγής που αποτελεί αντικείμενο των αιτήσεων για τη χορήγηση ενισχύσεων χωρίς παράλληλη αύξηση του αριθμού των ζώων , καθώς και η ταχεία εξαφάνιση των αποξηραμένων με έκθεση στον ήλιο ζωοτροφών υπέρ των τεχνητώς αφυδατωμένων προϊόντων και η εμφάνιση νέων επιχειρήσεων αφυδατώσεως οι οποίες ευημερούν κατά τα τελευταία έτη.
368. Η Ισπανική Κυβέρνηση δεν αμφισβήτησε με τα υπομνήματά της τα πραγματικά περιστατικά που κατέγραψαν οι υπηρεσίες του ΕΓΤΠΕ, όπως είναι ο κεντρικός χαρακτήρας στο εθνικό σύστημα ελέγχου της χρησιμοποιήσεως δελτίων ζυγίσεως εκδιδομένων από την ίδια την επιχείρηση ή, κατά την έξοδο των προϊόντων, δελτίων ζυγίσεως και τιμολογίων εκδιδομένων από τη μεταποιητική επιχείρηση, ή έλλειψη ελέγχου σχετικά με το αν πράγματι έχουν καταχωριστεί τα εμπορικά έγγραφα, τα αποτελέσματα των επιτόπιων ελέγχων τους οποίους πραγματοποίησαν οι υπηρεσίες του ΕΓΤΠΕ και βάσει των οποίων διαπιστώθηκε ότι οι ζωοτροφές έχουν πολύ χαμηλό ποσοστό υγρασίας, εμφανίζουν τα χαρακτηριστικά ζωοτροφών που έχουν αποξηρανθεί με έκθεση στον ήλιο, ο δε πίνακας τιμών που εφαρμόζεται ευνοεί την πρακτική της εισαγωγής στις εγκαταστάσεις αποξηράνσεως προϊόντων τα οποία έχουν ήδη αποξηρανθεί στην πράξη.
369. Τα στοιχεία αυτά, τα οποία αποτελούν μια δέσμη συγκλινουσών ενδείξεων, τα οποία, και τούτο είναι το σημαντικότερο, δεν διέψευσε η προσφεύγουσα κυβέρνηση, με οδηγούν στο να προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει τον λόγο ακυρώσεως που στηρίζεται στην παράβαση της κοινοτικής νομοθεσίας σχετικά με τις ενισχύσεις στην παραγωγή αποξηραμένων ζωοτροφών. Επιπλέον, φρονώ ότι δικαιολογείται το ποσοστό του 2 % των δαπανών, λαμβανομένων υπόψη των κριτηρίων που θέτει η έκθεση Belle .
VI - Επί της παραβιάσεως ορισμένων αρχών του κοινοτικού δικαίου
Α - Επιχειρήματα των διαδίκων
370. Η Ισπανική Κυβέρνηση φρονεί ότι η προσβαλλομένη απόφαση στηρίζεται σε εσφαλμένες και υποκειμενικές εκτιμήσεις. Η προσβαλλομένη απόφαση παραβιάζει, κατά την άποψή της, τις ακόλουθες αρχές του κοινοτικού δικαίου:
- την αρχή της ακροάσεως, μολονότι η αρχή αυτή τηρήθηκε τυπικά, παραβιάστηκε στην πράξη, δεδομένου ότι ουδέποτε ελήφθησαν υπόψη οι δοθείσες από την Ισπανική Κυβέρνηση εξηγήσεις. Παρά τις εξηγήσεις και τα επιχειρήματα που παρέθεσαν οι ισπανικές αρχές, η Επιτροπή περιορίστηκε σε μια στάση εμμονής στα ίδια σημεία, χωρίς να αντικρούει ή να καταρρίπτει τα προταθέντα επιχειρήματα, γεγονός το οποίο ισοδυναμεί με στέρηση του δικαιώματος άμυνας από την Ισπανική Κυβέρνηση·
- την παράλειψη αποδείξεως των αιτιάσεων που προσάπτονται στο κράτος μέλος. Η Επιτροπή στήριξε τις επιβληθείσες διορθώσεις είτε σε ενδείξεις είτε σε υπόνοιες είτε σε στοιχεία τα οποία αντέκρουσαν ή διόρθωσαν οι ισπανικές αρχές, ιδίως όσον αφορά τις ενισχύσεις στην κατανάλωση·
- την αρχή της χρηστής διοικήσεως, η οποία παραβιάστηκε σε όλες τις περιπτώσεις, δεδομένου ότι οι εξηγήσεις τις οποίες επανειλημμένως έδωσαν οι ισπανικές αρχές δεν ελήφθησαν επαρκώς υπόψη ούτε αξιολογήθηκαν δεόντως, ιδίως όσον αφορά τις ενισχύσεις στην κατανάλωση. Η διόρθωση ύψους 2 % η οποία επιβλήθηκε για τον λόγο αυτό βασίστηκε σε επισκέψεις και επιθεωρήσεις προγενέστερες του οικονομικού έτους 1993, στηρίχθηκε στις υποτιθέμενες παραλείψεις μιας επιχειρήσεως η οποία δεν έλαβε ενισχύσεις κατ' αυτή την περίοδο εμπορίας·
- την αρχή της νομιμότητας των κυρώσεων, η οποία παραβιάστηκε κυρίως όσον αφορά τις ενισχύσεις στην παραγωγή ελαιολάδου και τις ενισχύσεις στην παραγωγή αποξηραμένων ζωοτροφών. Η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να επιβληθεί δημοσιονομική διόρθωση παρά μόνον αν διαπιστωθεί ότι οι παραλείψεις των ελέγχων ήσαν σοβαρές και αν μπορεί ευλόγως να αναμένονται σοβαρές ζημίες εις βάρος του κοινοτικού προϋπολογισμού. Η δημοσιονομική διόρθωση χρησιμοποιήθηκε για να επιβληθούν κυρώσεις για πραγματικά περιστατικά για τα οποία δεν προβλέπεται ότι μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο μιας τέτοιας διορθώσεως ή για να καλυφθούν τα κενά της κοινοτικής νομοθεσίας, και
- επικουρικώς, την αρχή της αναλογικότητας. Αν η επιχειρηματολογία της Ισπανικής Κυβερνήσεως είχε ληφθεί υπόψη, οι δημοσιονομικές διορθώσεις θα ήσαν κατά πολύ μικρότερες από τις επιβληθείσες. Αποδείχθηκε ότι δεν υπάρχει στην Ισπανία ανεπαρκές σύστημα ελέγχου, τουλάχιστον στον βαθμό που ισχυρίζεται η Επιτροπή.
371. Η Επιτροπή αρνείται τις αιτιάσεις που προβάλλει η Ισπανική Κυβέρνηση.
372. Όσον αφορά την αρχή της ακροάσεως και την αρχή της χρηστής διοικήσεως, στις οποίες η Ισπανική Κυβέρνηση, σύμφωνα με την Επιτροπή, προσδίδει το ίδιο περιεχόμενο, οι αρχές αυτές διασφαλίζονται πλήρως, δεδομένου ότι η προσφεύγουσα κυβέρνηση είχε τη δυνατότητα να διατυπώσει τις απόψεις της. Κατά την Επιτροπή, το θεμελιώδες δικαίωμα της ακροάσεως δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να γίνονται δεκτά τα επιχειρήματα και οι ισχυρισμοί του ενδιαφερομένου. Η Επιτροπή προσθέτει ότι ενδέχεται η Ισπανική Κυβέρνηση να συγχέει το δικαίωμα ακροάσεως με την υποχρέωση αιτιολογήσεως. Συναφώς, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, κατά πάγια νομολογία, η υποχρέωση αιτιολογήσεως δεν απαιτεί να δίδεται ρητή απάντηση σε όλους τους ισχυρισμούς του ενδιαφερομένου. Η νομολογία αυτή μετριάζει, επιπλέον, την υποχρέωση αιτιολογήσεως όσον αφορά τις διαδικασίες εκκαθαρίσεως των λογαριασμών, δεδομένου ότι γίνεται δεκτό ότι δεν απαιτείται η διεξοδική αιτιολογία εφόσον το εν λόγω κράτος μέλος, το οποίο είχε ενεργό συμμετοχή στη διαδικασία λήψεως της αποφάσεως, γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους ελήφθη η απόφαση.
373. Όσον αφορά την αιτίαση που στηρίζεται στην παράλειψη προσκομίσεως αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με τις προσαπτόμενες στο Βασίλειο της Ισπανίας παρατυπίες, η Επιτροπή φρονεί ότι προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία με επαρκή αποδεικτική δύναμη βάσει της νομολογίας του Δικαστηρίου τα οποία δεν ανέτρεψαν, κατά τα λοιπά, τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η Ισπανική Κυβέρνηση.
374. Επιπλέον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η αρχή της νομιμότητας των κυρώσεων δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω, δεδομένου ότι οι δημοσιονομικές διορθώσεις δεν έχουν τον χαρακτήρα κυρώσεως.
375. Ως προς την αρχή της αναλογικότητας, η Επιτροπή φρονεί ότι, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, εναπόκειται στο εν λόγω κράτος μέλος να αποδείξει ότι, κατόπιν της προσαπτομένης παραβάσεως, οι επιβαρύνσεις του ΕΓΤΠΕ αυξήθηκαν με ποσό μικρότερο από αυτό το οποίο υπολόγισε η Επιτροπή, πράγμα το οποίο δεν έπραξε η Ισπανική Κυβέρνηση εν προκειμένω.
376. Η Ισπανική Κυβέρνηση έχει επιφυλάξεις ως προς το κατά πόσον είναι ορθή η ταύτιση από την Επιτροπή της αρχής της ακροάσεως, την οποία επικαλείται η Ισπανική Κυβέρνηση, με την αρχή της αιτιολογήσεως. Φρονεί ότι η Επιτροπή τήρησε, όλως τυπικώς, την τελευταία αυτή αρχή, πράγμα το οποίο δεν συνέβη και με την αρχή της ακροάσεως. Η αρχή αυτή παραβιάστηκε δεδομένου ότι οι ισχυρισμοί της Ισπανικής Κυβερνήσεως δεν ελήφθησαν υπόψη υπό την έννοια ότι ούτε αμφισβητήθηκαν ούτε αντικρούστηκαν.
377. Η Επιτροπή αμφισβητεί επίσης την παραβίαση της αρχής αυτής.
378. Οι ανωτέρω αιτιάσεις πρέπει να εξεταστούν μία προς μία.
Β - Εκτίμηση
1. Επί της μη προσκομίσεως αποδεικτικών στοιχείων
379. Δεν απαιτείται η πλέον του αναγκαίου ανάλυση αυτής της αιτιάσεως. Πράγματι, οι παρούσες προτάσεις μου παραπέμπουν επανειλημμένως στους κανόνες που έχει διαμορφώσει το Δικαστήριο όσον αφορά την απόδειξη, τόσο ως προς το περιεχόμενο της αποδείξεως όσο και ως προς την κατανομή του βάρους αποδείξεως .
380. Πέραν των λόγων ακυρώσεως τους οποίους προτείνει η Ισπανική Κυβέρνηση και οι οποίοι, όπως φρονώ, δικαιολογούν τη μερική ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, ισχυριζόμενη με αυτό τον τρόπο ότι η Επιτροπή δεν προσκόμισε ή προσκόμισε ανεπαρκή αποδεικτικά στοιχεία, η προσφυγή δεν περιέχει αποδείξεις δυνάμενες να κλονήσουν το κύρος της προσβαλλομένης αποφάσεως της οποίας η αιτιολογία προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου τον οποίο κατήρτισε προς τούτο η Επιτροπή. Οι λόγοι που αναπτύσσονται στις παρούσες προτάσεις προς απόρριψη των εν λόγω αιτιάσεων στηρίζονται στην προδιαληφθείσα νομολογία προκειμένου να διαπιστωθεί η παράλειψη προσκομίσεως ή η προσκόμιση ανεπαρκών αποδεικτικών στοιχείων από την Ισπανική Κυβέρνηση.
381. Επομένως, αρκούμαι στο να καλέσω το Δικαστήριο να ανατρέξει στις αναπτύξεις που αφιερώνω για το ζήτημα αυτό στο πλαίσιο της εξετάσεως εκάστου λόγου ακυρώσεως τον οποίο προβάλλει η Ισπανική Κυβέρνηση.
2. Επί των αρχών της ακροάσεως και της χρηστής διοικήσεως
382. Όπως παρατήρησε η Επιτροπή, χωρίς να υπάρξει αντίκρουση ως προς το σημείο αυτό, η Ισπανική Κυβέρνηση συγχέει τις δύο αρχές όταν διατυπώνει την αιτίαση ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη της τις παρασχεθείσες από αυτήν εξηγήσεις. Κατά τα λοιπά, η Ισπανική Κυβέρνηση δεν διευκρίνισε ποιο είναι το αντίστοιχο περιεχόμενο των αρχών που επικαλείται.
383. Επομένως, θα εξετάσω από κοινού αυτούς τους δύο λόγους ακυρώσεως που αφορούν την έκταση της υποχρεώσεως της Επιτροπής να λαμβάνει υπόψη της την επιχειρηματολογία ενός κράτους μέλους το οποίο εγκαλείται στο πλαίσιο διαδικασίας εκκαθαρίσεως λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ, έχοντας κατά νου ότι, σύμφωνα με την Ισπανική Κυβέρνηση, δεν αμφισβητείται εν προκειμένω η υποχρέωση αιτιολογήσεως την οποία υπέχει η Επιτροπή.
384. Φρονώ ότι δύο είναι τα σημεία αναφοράς τα οποία οριοθετούν την αποστολή της Επιτροπής συναφώς: όπως ορθώς τονίζει η Επιτροπή, το δικαίωμα του κράτους μέλους εις βάρος του οποίου επιβάλλονται δημοσιονομικές διορθώσεις, στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ, να προβάλλει τα επιχειρήματά του και τα αποδεικτικά του στοιχεία προκειμένου να αμφισβητήσει τις επιβληθείσες διορθώσεις δεν μπορεί να καταλήγει στο να επιβάλλεται στην Επιτροπή η υποχρέωση να δέχεται τα επιχειρήματά του· αντιστρόφως, εναπόκειται στην Επιτροπή να τα εξετάζει σχολαστικά προκειμένου να ελέγχει, υπό το φως των προσκομισθέντων στοιχείων, το βάσιμο της αποφάσεως που πρόκειται να λάβει.
385. Εν πάση περιπτώσει, εναπόκειται στο Δικαστήριο να αποφαίνεται επί των αιτιάσεων τις οποίες προβάλλει το κράτος μέλος κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως καθώς επίσης και επί των αντίστοιχων αποδεικτικών στοιχείων. Τα στοιχεία αυτά ταυτίζονται, κατά πάσα πιθανότητα, με αυτά τα οποία υπέβαλε ενώπιον της Επιτροπής το εν λόγω κράτος μέλος. Κατά συνέπεια, η αδικαιολόγητη άρνηση της Επιτροπής να λάβει υπόψη της τα αποδεικτικά στοιχεία που της υποβλήθηκαν υπόκειται εμμέσως στον έλεγχο του Δικαστηρίου, το οποίο πρέπει να εκτιμά αυτό το ίδιο την αποδεικτική τους δύναμη. Επομένως, ο λυσιτελής χαρακτήρας του προβαλλομένου λόγου ακυρώσεως συνδέεται στενά με την τύχη της προσφυγής περί ακυρώσεως. Πράγματι, η ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως προϋποθέτει ότι η Επιτροπή δεν έλαβε, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, επαρκώς υπόψη της τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η προσφεύγουσα κυβέρνηση, ενώ η απόρριψη της προσφυγής μαρτυρεί περί του αντιθέτου.
386. Ως εκ τούτου, όπως προανέφερα κατά την εξέταση του λόγου ακυρώσεως σχετικά με την παράλειψη προσκομίσεως αποδεικτικών στοιχείων, πλην ορισμένων σημείων που δικαιολογούν την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να απορριφθούν οι αιτιάσεις τις οποίες προβάλλει η Ισπανική Κυβέρνηση. Κατά συνέπεια, ως προς τους λόγους ακυρώσεως των οποίων προτείνω την απόρριψη, δεν προκύπτει ότι η συμπεριφορά της Επιτροπής ήταν επιλήψιμη.
387. Επομένως, αυτός ο λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
3. Επί της αρχής της νομιμότητας των κυρώσεων
388. Και πάλι παραπέμπω στην πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, την οποία ήδη έχω παραθέσει στις παρούσες προτάσεις μου , σύμφωνα με την οποία οι διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του κανονισμού 729/70 επιτρέπουν στην Επιτροπή να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ μόνο με τα ποσά που έχουν καταβληθεί σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες. Επομένως, όταν η κοινοτική αυτή κανονιστική ρύθμιση επιτρέπει την καταβολή ενισχύσεως μόνον υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις σχετικά με τη διενέργεια ελέγχων, ενίσχυση καταβληθείσα χωρίς να πληρούται η προϋπόθεση αυτή δεν είναι σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο .
389. Η ισχύουσα επί του θέματος νομολογία δεν εξαρτά την άρνηση της αναλήψεως των αμφισβητουμένων δαπανών από τη διαπίστωση σοβαρών ελλείψεων στο σύστημα ελέγχου, όπως αυτό επιβεβαιώνεται από τις κατηγορίες δημοσιονομικών διορθώσεων οι οποίες καταρτίστηκαν σε συμφωνία με τα κράτη μέλη με την έκθεση Belle, για τις οποίες η διόρθωση ύψους 2 % των δαπανών αντιστοιχεί σε «αμέλεια που περιορίζεται σε ήσσονος σημασίας στοιχεία του συστήματος ελέγχου ή στη διενέργεια ελέγχων που δεν είναι βασικοί για τη διασφάλιση της κανονικότητας της δαπάνης, οπότε μπορεί εύλογα να συναχθεί ότι ο κίνδυνος ζημίας εις βάρος του ΕΓΤΠΕ είναι ελάχιστος» .
390. Όσον αφορά το προαπαιτούμενο, το οποίο επικαλείται η Ισπανική Κυβέρνηση, να αποδεικνύεται το ενδεχόμενο σοβαρής ζημίας εις βάρος του κοινοτικού προϋπολογισμού, θα πρέπει, και στην περίπτωση αυτή, να υπομνήσω την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου. Η Επιτροπή δεν υποχρεούται να αποδείξει την ύπαρξη ζημίας, αλλά μπορεί να αρκεστεί στην προσκόμιση σοβαρών ενδείξεων σχετικώς. Ακολούθως, εναπόκειται στο εν λόγω κράτος μέλος να αποδείξει, αν παρίσταται ανάγκη, ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη ως προς τις συνέπειες τις οποίες έπρεπε να συναγάγει από τις ενδείξεις αυτές .
391. Κατά την εκτίμηση των αιτιάσεων αυτών τις οποίες προβάλλει η προσφεύγουσα κυβέρνηση έλαβα υπόψη μου τον ανωτέρω σαφή προσανατολισμό της νομολογίας του Δικαστηρίου. Αυτές οι αιτιάσεις, οι οποίες, όπως φρονώ, πρέπει να απορριφθούν, δεν μπορούν να κλονήσουν το κύρος της προσβαλλομένης αποφάσεως για λόγους αναγόμενους στην έλλειψη νομιμότητας της αρνήσεως του ΕΓΤΠΕ να καταβάλει τις αναληφθείσες δαπάνες.
4. Επί της αρχής της αναλογικότητας
392. Η Ισπανική Κυβέρνηση εξηγεί ότι, αν η επιχειρηματολογία της είχε ληφθεί υπόψη, οι δημοσιονομικές διορθώσεις θα ήσαν κατά πολύ κατώτερες από αυτές που επιβλήθηκαν.
393. Αρκεί να υπομνηστεί ότι, βάσει της προπαρατεθείσας νομολογίας, μολονότι εναπόκειται στην Επιτροπή να αποδείξει την ύπαρξη παραβάσεως των κοινοτικών κανόνων, εναπόκειται στο κράτος μέλος να αποδείξει, αν παραστεί ανάγκη, ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη ως προς τις δημοσιονομικές συνέπειες που έπρεπε να συναγάγει.
394. Εν προκειμένω, από τις παρούσες προτάσεις προκύπτει ότι, πλην των αιτιάσεων τις οποίες προτείνω να γίνουν δεκτές, η Επιτροπή απέδειξε ότι το Βασίλειο της Ισπανίας παρέβη διάφορους κοινοτικούς κανόνες στον τομέα της γεωργίας.
395. Από την πλευρά της, η Ισπανική Κυβέρνηση δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι η συμπεριφορά η οποία της προσάπτεται δεν προκάλεσε αύξηση των δαπανών στον τομέα του ΕΓΤΠΕ .
396. Έχω εξάλλου ήδη διατυπώσει την άποψή μου σχετικά με την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας, όσον αφορά τις ενισχύσεις στην παραγωγή οι οποίες καταβάλλονται σε δύο ΑΟΠ, καθώς και σε μια επιχείρηση εμφιαλώσεως, όσον αφορά τις ενισχύσεις στην κατανάλωση. Δεν υπάρχει λόγος να επανέλθω στο σημείο αυτό .
397. Όσον αφορά τους λοιπούς λόγους ακυρώσεως, που αφορούν τόσο τις ενισχύσεις στην παραγωγή όσο και τις ενισχύσεις στην κατανάλωση ελαιολάδου ή στην παραγωγή αποξηραμένων ζωοτροφών, πρέπει να τονιστεί ότι, λαμβανομένης υπόψη της σημασίας των επιταγών που παραβιάστηκαν καθώς και των πιθανών απωλειών ή ακόμη των πιθανών περιπτώσεων απάτης εις βάρος του κοινοτικού προϋπολογισμού, τα ποσά τα οποία δεν αναγνώρισε η Επιτροπή, τα οποία κυμαίνονται, κατά περίπτωση, από 2 % έως 10 % των οικείων δαπανών, δεν μπορούν να θεωρηθούν υπέρμετρα υψηλά ή δυσανάλογα.
398. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο λόγος ακυρώσεως που στηρίζεται στην παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.
VII - Επί των δικαστικών εξόδων
399. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε να καταδικαστεί το Βασίλειο της Ισπανίας, αυτό δε ηττήθηκε κατά το ουσιώδες, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Πρόταση
400. Βάσει των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να κρίνει ως εξής:
«1) Ακυρώνει την απόφαση 97/608/ΕΚ της Επιτροπής, της 30ής Ιουλίου 1997, για τροποποίηση της αποφάσεως 97/333/ΕΚ σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών στο πλαίσιο των δαπανών που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1993, κατά το τμήμα που αφορά το Βασίλειο της Ισπανίας, στον βαθμό που με την απόφαση αυτή η Επιτροπή αρνείται να καταλογίσει στο ΕΓΤΠΕ την καταβολή των κερδών που πραγματοποίησε η επιχείρηση Tragsa, το σύνολο της ενισχύσεως στην κατανάλωση ελαιολάδου που χορηγήθηκε στην επιχείρηση N. Sevillano και το σύνολο των δαπανών τις οποίες δήλωσε το Βασίλειο της Ισπανίας ως ενισχύσεις στην κατανάλωση ελαιολάδου κατά την περίοδο εμπορίας 1992/1993.
2) Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά.
3) Καταδικάζει το Βασίλειο της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα.»
Full & Egal Universal Law Academy