Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Με την αίτησή του εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, το Oberster Gerichtshof ζητεί από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει το άρθρο 70 της Πράξεως περί των όρων προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας και των προσαρμογών των Συνθηκών επί των οποίων βασίζεται η Ευρωπαϋκή Ένωση (1) (στο εξής: Πράξη Προσχωρήσεως). Ειδικότερα, ζητείται από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν η εισάγουσα παρέκκλιση ρήτρα που προβλέπει το προαναφερθέν άρθρο 70 έχει επίσης εφαρμογή σε μια νομοθεσία όπως αυτή της Δημοκρατίας της Αυστρίας περί δευτερευουσών κατοικιών, η οποία θεσπίστηκε μετά την προσχώρηση (2).
Το κανονιστικό πλαίσιο και το ιστορικό της διαφοράς της κύριας δίκης
Το εθνικό νομοθετικό πλαίσιο
2 Οι εν προκειμένω κρίσιμες ρυθμίσεις του ομοσπόνδου κράτους του Τυρόλου περί αγοράς ακινήτων περιγράφονται από το αιτούν δικαστήριο ως εξής.
Πρόκειται για διατάξεις που αναγνωρίζουν στις διοικητικές αρχές το δικαίωμα να βάλλουν κατά του κύρους των δικαιοπραξιών περί ακινήτων. Η διάταξη περί παραπομπής αναφέρει, συναφώς, τρεις νομοθετικές παρεμβάσεις. Η πρώτη συνίστατο στη θέσπιση ενός νόμου γνωστού ως «TGVG 1983» (3), ο οποίος προέβλεπε ότι για την αγορά ακινήτων από φυσικά πρόσωπα μη έχοντα την αυστριακή ιθαγένεια ή από νομικά πρόσωπα εδρεύοντα στην αλλοδαπή ή ευρισκόμενα υπό τον έλεγχο αλλοδαπών απαιτείται η χορήγηση αδείας από τις αρμόδιες διοικητικές αρχές. Η προβλεπόμενη κύρωση σε περίπτωση αγοράς ακινήτου χωρίς να έχει δοθεί η απαιτούμενη άδεια ήταν η ακυρότητα της πωλήσεως. Με τον γνωστό ως «TGVG 1991» (4) νόμο εισήχθη μια διάταξη που εξουσιοδοτούσε τον Landesgrundverkehrsreferent (περιφερειακό υπάλληλο επιφορτισμένο με τον έλεγχο της νομιμότητας των πράξεων αγοράς και πωλήσεως ακινήτων) «να ασκεί αγωγή για την αναγνώριση της ακυρότητας μιας δικαιοπραξίας, ιδίως όταν πρόκειται για εικονική ή καταστρατηγική δικαιοπραξία» (5).
Η δεύτερη παρέμβαση του νομοθέτη συνίστατο στη θέσπιση του «TGVG 1993» (6), ο οποίος αντικατέστησε την προγενέστερη ρύθμιση. Με το άρθρο 35, παράγραφος 2, διατηρήθηκε σε ισχύ το δικαίωμα του Landesgrundverkehrsreferent να προβάλλει την ακυρότητα των εικονικών ή καταστρατηγικών δικαιοπραξιών (7). Το άρθρο 40 επεξέτεινε τη νομιμοποίηση του Landesgrundverkehrsreferent σε όλες τις δικαιοπραξίες που υφίσταντο κατά τον χρόνο θέσεως του νόμου σε ισχύ. Η ίδια διάταξη προέβλεπε, ακόμη, ότι οι προγενέστερες της ημερομηνίας αυτής δικαιοπραξίες θα διέπονταν από τον TGVG 1983.
Τέλος, το 1996, ο νομοθέτης του Τυρόλου προέβη σε νέα τροποποίηση, θεσπίζοντας τον TGVG 1996 (8), ο οποίος άρχισε να ισχύει την 1η Οκτωβρίου 1996. Στη διάταξη περί παραπομπής παρατίθεται το άρθρο 35, παράγραφος 1, του νόμου αυτού, που επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της αντίστοιχης διατάξεως του TGVG 1993, καθώς και το άρθρο 40, που περιέχει τις μεταβατικές διατάξεις. Εν προκειμένω, κρίσιμη είναι, ειδικότερα, η παράγραφος 5 της τελευταίας αυτής διατάξεως, που έχει ως εξής: «Το δικαίωμα του Landesgrundverkehrsreferent για άσκηση αγωγής κατ' εφαρμογήν του άρθρου 35, παράγραφος 1, εκτείνεται επίσης στις εικονικές ή καταστρατηγικές δικαιοπραξίες που καταρτίστηκαν πριν από τη θέση σε ισχύ του παρόντος νόμου. Στις διαδικασίες που έχουν κινηθεί δυνάμει του άρθρου 35, παράγραφος 1, και έχουν ως αντικείμενο εικονικές ή καταστρατηγικές δικαιοπραξίες καταρτισθείσες πριν από την 1η Ιανουαρίου 1994 έχει εφαρμογή ο TGVG 1983» (9).
3 Σε σχέση με τη νομοθεσία αυτή εκδόθηκαν δύο διαδοχικές αποφάσεις του Verfassungsgerichtshof (αυστριακού συνταγματικού δικαστηρίου). Με την πρώτη, της 28ης Σεπτεμβρίου 1996, κηρύχθηκαν αντισυνταγματικές οι διατάξεις του TGVG 1991 περί τροποποιήσεως του TGVG 1983, με αποτέλεσμα οι διατάξεις του να μην μπορούν πλέον να τύχουν εφαρμογής. Με τη δεύτερη απόφαση, της 10ης Δεκεμβρίου 1996, το Verfassungsgerichtshof κήρυξε αντισυνταγματικό τον TGVG 1993· κατά συνέπεια, οι οικείες διατάξεις του δεν μπορούσαν πλέον να εφαρμόζονται στις εκκρεμείς διαδικασίες, εξαιρουμένων των διατάξεων εκείνων των οποίων η εφαρμογή προβλεπόταν - όπως εκθέτει το αιτούν δικαστήριο - από το προαναφερθέν άρθρο 40, παράγραφος 4, του TGVG 1996.
Το ιστορικό της διαφοράς της κύριας δίκης
4 Το ιστορικό της διαφοράς της κύριας δίκης εντάσσεται στο πλαίσιο που περιγράφηκε ανωτέρω. Στις 14 Οκτωβρίου 1983, η εταιρία Beck Liegenschaftsverwaltungsgesellschaft mbH (στο εξής: Beck), που εδρεύει στο Fieberbrunn της Αυστρίας, και η εταιρία Bergdorf Wohnbau mbH, υπό εκκαθάριση (στο εξής: Bergdorf), που εδρεύει στο Zell am See, που βρίσκεται επίσης στο αυστριακό έδαφος, συνήψαν σύμβαση με αντικείμενο την πώληση οριζόντιων ιδιοκτησιών σε ακίνητο ευρισκόμενο στην περιφέρεια του Kitzbόhel.
5 Με αγωγή που άσκησε στις 28 Μαρτίου 1994 ενώπιον του Landesgericht Innsbruck, ο Landesgrundverkehrsreferent, στηριζόμενος στον TGVG 1983, ζήτησε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της συμβάσεως πωλήσεως που είχε συναφθεί μεταξύ της Beck και της Bergdorf, με την αιτιολογία ότι επρόκειτο για εικονική ή καταστρατηγική δικαιοπραξία. Ωστόσο, στη διάταξη περί παραπομπής δεν αναφέρονται οι ενδείξεις από τις οποίες προκύπτει ο εικονικός ή καταστρατηγικός χαρακτήρας της δικαιοπραξίας. Στις παρατηρήσεις που υπέβαλε στο Δικαστήριο, ο Landesgrundverkehrsreferent παρέσχε συναφώς μια διευκρίνιση: εξήγησε ότι, μετά την κατάρτιση της επίδικης δικαιοπραξίας, το κεφάλαιο της εταιρίας που είχε αγοράσει το ακίνητο περιήλθε στην κατοχή Γερμανών υπηκόων. Η εικονικότητα έγκειται, επομένως, στο ότι οι διαπραγματεύσεις για την αγορά του ακινήτου από την αυστριακή εταιρία και, ακολούθως, η απόκτηση των μεριδίων της εταιρίας αυτής από Γερμανούς υπηκόους σκοπούσε στην περιγραφή της νομοθεσίας του ομοσπόνδου κράτους του Τυρόλου όσον αφορά τις αγορές ακινήτων από αλλοδαπούς. Ωστόσο, το ζήτημα αυτό δεν αναπτύσσεται διεξοδικότερα - μάλιστα ούτε καν θίγεται - από το αιτούν δικαστήριο ή από τους λοιπούς διαδίκους που υπέβαλαν παρατηρήσεις.
Το Landesgericht Innsbruck δέχθηκε την αγωγή. Οι ηττηθέντες διάδικοι άσκησαν έφεση, με την οποία αμφισβήτησαν τη φερόμενη εικονικότητα καθώς και τη νομιμοποίηση του Landesgrundverkehrsreferent. Ωστόσο, με απόφαση της 28ης Ιουνίου 1995, το Oberlandesgericht Innsbruck επικύρωσε την απόφαση του πρωτοδικείου.
6 Κατά της εφετειακής αποφάσεως ασκήθηκε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου αναίρεση (Revision), η οποία αφορά, καταρχάς, το ζήτημα αν ο Landesgrundverkehrsreferent νομιμοποιούνταν να βάλει κατά του κύρους της επίμαχης στην κύρια δίκη δικαιοπραξίας.
Το αιτούν δικαστήριο περιγράφει το πρόβλημα ως εξής. Κατόπιν της εκδόσεως των προαναφερθεισών αποφάσεων του Verfassungsgerichtshof, ο TGVG 1983 και ο TGVG 1993 δεν μπορούσαν πλέον να τύχουν εφαρμογής στην υπό κρίση υπόθεση. Το αιτούν δικαστήριο συνήγαγε εντεύθεν ότι η νομιμοποίηση των διοικητικών αρχών μπορούσε να στηριχθεί μόνο στον TGVG 1996 και, συγκεκριμένα, στις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 40, οι οποίες, όσον αφορά ορισμένα ζητήματα, παραπέμπουν εκ νέου στην προγενέστερη νομοθεσία, ήτοι στους νόμους του 1983 και του 1993. Κατ' ουσίαν, η προγενέστερη νομοθεσία, μολονότι κρίθηκε αντίθετη προς το εθνικό σύνταγμα, εξακολουθεί να έχει εφαρμογή εν προκειμένω, χάρη στην παραπομπή στην οποία προβαίνει το προαναφερθέν άρθρο 40 του TGVG 1996. Εξάλλου, μόνο στις διατάξεις του νόμου αυτού θα μπορούσε να στηριχθεί η νομιμοποίηση του Landesgrundverkehrsreferent στην υπό κρίση υπόθεση. Ωστόσο, το αιτούν δικαστήριο θεωρεί πιθανό να αντιβαίνει η εφαρμογή των διατάξεων του TGVG 1996 προς το άρθρο 70 της Πράξεως Προσχωρήσεως. Πράγματι, η τελευταία αυτή διάταξη επιτρέπει, κατά παρέκκλιση, στη Δημοκρατία της Αυστρίας να διατηρεί σε ισχύ, κατά τη διάρκεια μιας μεταβατικής περιόδου, την υφιστάμενη νομοθεσία της σχετικά με τις δευτερεύουσες κατοικίες. Ωστόσο, το άρθρο αυτό προβλέπει ότι η παρέκκλιση ισχύει αποκλειστικά για την υφιστάμενη κατά την ημερομηνία της προσχωρήσεως νομοθεσία, ενώ ο TGVG 1996 - που περιέχει τις διατάξεις στις οποίες θα μπορούσε να στηριχθεί η νομιμοποίηση της διοικητικής αρχής για την άσκηση της αγωγής της κύριας δίκης - εκδόθηκε μεταγενέστερα. Κατά συνέπεια, το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο αν, υπό το φως των περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως, ο TGVG 1996 μπορεί τελικά να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της παρεκκλίσεως που προβλέπει το προαναφερθέν άρθρο 70 της Πράξεως Προσχωρήσεως. Το προδικαστικό ερώτημα έχει ως εξής:
«Έχει το άρθρο 70 της Πράξεως για τους όρους προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας και για τις προσαρμογές των Συνθηκών περί ιδρύσεως της Ευρωπαϋκής Ενώσεως, το οποίο προβλέπει ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας μπορεί, κατά παρέκκλιση από τις υποχρεώσεις της στο πλαίσιο των Συνθηκών περί ιδρύσεως της Ευρωπαϋκής Ενώσεως, να διατηρήσει σε ισχύ τις διατάξεις της υφισταμένης νομοθεσίας της σχετικά με τις δευτερεύουσες κατοικίες επί χρονικό διάστημα πέντε ετών από της προσχωρήσεώς της (1η Ιανουαρίου 1995), την έννοια ότι οι μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 40, παράγραφοι 2 και 5, του Tiroler Grundverkehrsgesetz 1996 (νόμου του Τυρόλου περί δικαιοπραξιών περί ακινήτων), που έχει δημοσιευθεί στο Landesgesetzblatt fόr Tirol 61/1996, εμπίπτουν στην έννοια της υφισταμένης νομοθεσίας ή πρέπει να θεωρηθούν ως νέες διατάξεις, λαμβανομένου υπόψη ότι το Verfassungsgerichtshof (αυστριακό συνταγματικό δικαστήριο) έχει κρίνει ότι οι διατάξεις των προγενέστερων νόμων του Τυρόλου περί δικαιοπραξιών περί ακινήτων δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής εν προκειμένω;».
Επί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου
7 H Αυστριακή Κυβέρνηση και η Επιτροπή συνομολογούν ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να απαντήσει στο ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο. Κατά την άποψή τους, η περιγραφή του πραγματικού και νομοθετικού πλαισίου που περιέχει η διάταξη περί παραπομπής είναι ελλιπής και δεν παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να κατανοήσει τη σημασία του ερωτήματος ή τη λυσιτέλειά του για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης. Αντιθέτως, ενόψει των ενδείξεων που παρέχει το αιτούν δικαστήριο, φαίνεται ότι το υποβληθέν ερώτημα είναι αμιγώς υποθετικό. Καταρχάς, η υπό κρίση περίπτωση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, στο μέτρο που η επίδικη δικαιοπραξία ανάγεται στο 1983 και, επομένως, σε ημερομηνία προγενέστερη της προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Αυστρίας στην Κοινότητα. Ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου ratione temporis. Επιπλέον, όλα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την υπό κρίση διαφορά εντοπίζονται στο εσωτερικό του ιδίου κράτους μέλους. Επομένως, πρόκειται για διαφορά που εκφεύγει πλήρως του πεδίου εφαρμογής των κοινοτικών κανόνων.
8 Κατά την άποψή μου, η προεκτεθείσα άποψη πρέπει να γίνει δεκτή. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει σαφώς ότι «η ανάγκη μιας ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου η οποία θα είναι χρήσιμη για το εθνικό δικαστήριο επιβάλλει να καθορίζει το εθνικό δικαστήριο το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσονται τα ερωτήματα που υποβάλλει ή, τουλάχιστον, να εξηγεί τα πραγματικά περιστατικά στα οποία βασίζονται τα ερωτήματα αυτά» (10). Ο εθνικός δικαστής οφείλει να περιγράφει εξαντλητικά το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο που χαρακτηρίζει τη διαφορά τη κύριας δίκης. Τούτο εξυπηρετεί τον διττό σκοπό παροχής «στις κυβερνήσεις των κρατών μελών καθώς και στους λοιπούς ενδιαφερομένους που μετέχουν στη διαδικασία της δυνατότητας να υποβάλουν παρατηρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 20 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου» (11) και παροχής στο Δικαστήριο της δυνατότητας να διαπιστώσει αν έχει αρμοδιότητα για να απαντήσει στο υποβληθέντα από το εθνικό δικαστήριο ερωτήματα (12). Πράγματι, στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να αξιολογεί την αναγκαιότητα και τη λυσιτέλεια των προδικαστικών ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο· ωστόσο, το Δικαστήριο διατηρεί το δικαίωμα να ελέγχει την αξιολόγηση αυτή, προκειμένου να κρίνει αν η ερμηνεία του κοινοτικού κανόνα την οποία ζητεί το δικαστήριο αυτό έχει «σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς», ή αν «το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως και το Δικαστήριο δεν έχει στη διάθεσή του τα πραγματικά ή νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν» (13). Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο επιθυμεί να διατηρήσει σε ορισμένο βαθμό τη δυνατότητα να ελέγχει την ορθή εφαρμογή του μηχανισμού της προδικαστικής παραπομπής, ακριβώς προκειμένου να διασφαλίζει ότι η διαδικασία αυτή χρησιμοποιείται πράγματι ως μέσο δικαστικής συνεργασίας. Το σύστημα του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να συμβάλλει με την ερμηνεία του στην επίλυση διαφορών στις οποίες έχουν εφαρμογή κοινοτικοί κανόνες. Εντεύθεν απορρέει το απαράδεκτο των ερωτημάτων, τα οποία, δεδομένου ότι δεν παρουσιάζουν παρά μόνον αμιγώς θεωρητικό ή υποθετικό ενδιαφέρον, δεν είναι λυσιτελή για την επίλυση της διαφοράς.
9 Τούτου δοθέντος, φρονώ ότι οι αυστηρές προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία του Δικαστηρίου δεν πληρούνται εν προκειμένω. Πράγματι, το υποβληθέν ερώτημα αφορά το άρθρο 70 της Πράξεως Προσχωρήσεως και, συγκεκριμένα, το περιεχόμενο της χρονικής παρεκκλίσεως που χορηγήθηκε στη Δημοκρατία της Αυστρίας όσον αφορά τις δευτερεύουσες κατοικίες. Ωστόσο, η δυνατότητα εφαρμογής της επίμαχης παρεκκλίσεως εξαρτάται εμμέσως, πλην σαφώς, από την προϋπόθεση της συνδρομής παραβιάσεως της Συνθήκης εμπίπτουσας στο πεδίο εφαρμογής της παρεκκλίσεως. Πράγματι, αν δεν προβάλλεται καμία προσβολή των ελευθεριών που εγγυάται η Συνθήκη, δεν υπάρχει, φυσικά, κανένας λόγος επικλήσεως, σε σχέση με τη φερόμενη παράβαση των κοινοτικών υποχρεώσεων, της παρεκκλίσεως που προβλέπει το προαναφερθέν άρθρο 70. Ωστόσο, εν προκειμένω, το εθνικό δικαστήριο δεν ακολουθεί την προσέγγιση αυτή. Συγκεκριμένα, με τη διάταξη περί παραπομπής υποβάλλει το ερώτημα αν η παρέκκλιση που προβλέπει η Πράξη Προσχωρήσεως καλύπτει επίσης μια νομοθεσία όπως η εφαρμοζόμενη στη διαφορά της κύριας δίκης, πλην όμως ουδόλως διαλαμβάνει προσβολή των δικαιωμάτων που εγγυάται η κοινοτική έννομη τάξη. Ωστόσο, μόνον η φερόμενη προσβολή των δικαιωμάτων αυτών δικαιολογεί, από λογικής απόψεως, την ανάγκη εφαρμογής της επίμαχης παρεκκλίσεως. Πάντως, το αιτούν δικαστήριο δεν παρέχει καμία διευκρίνιση όσον αφορά τους λόγους για τους οποίους θεωρεί αναγκαία την εφαρμογή της παρεκκλίσεως που προβλέπει το άρθρο 70 και, συνακόλουθα, την υποβολή του εν λόγω προδικαστικού ερωτήματος.
10 Αυτό όμως δεν είναι το μόνο πρόβλημα. Απ' όσα εκτίθενται στη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι η υπό κρίση υπόθεση δεν έχει καμία σχέση με το κοινοτικό δίκαιο: το ακίνητο το οποίο αφορά η διαφορά που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου βρίσκεται στην Αυστρία και ο αγοραστής και ο πωλητής είναι αμφότεροι Αυστριακοί υπήκοοι. Επομένως, πρόκειται για υπόθεση που αναπτύσσει όλα τα αποτελέσματά της αποκλειστικά στο εσωτερικό κράτους μέλους και η οποία εκφεύγει, κατά συνέπεια, της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου (14). Υπ' αυτές τις συνθήκες, η ενδεχόμενη απάντηση του Δικαστηρίου στο ερώτημα που του έχει υποβληθεί θα είχε αμιγώς υποθετικό χαρακτήρα, αφού είναι δεδομένο ότι η διάταξη της οποίας την ερμηνεία θα αφορούσε δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην υπόθεση της κύριας δίκης.
Η διαφορετική αξιολόγηση του ζητήματος θα ήταν ενδεχομένως δυνατή αν γινόταν δεκτό ότι η αγωγή περί αναγνωρίσεως ακυρότητας, που ασκήθηκε στην κύρια δίκη, στηρίζεται στη φερόμενη εικονικότητα της δικαιοπραξίας ή, εν πάση περιπτώσει, στον καταστρατηγικό της χαρακτήρα. Στην περίπτωση αυτή θα μπορούσε να γίνει δεκτό - όπως υποστηρίζει, με τις γραπτές του παρατηρήσεις, ο Landesgrundverkehrsreferent (15) - ότι η σκοπούμενη εικονικότητα έγκειται, στην πραγματικότητα, στη σύναψη της δικαιοπραξίας με παρένθετο πρόσωπο, προς απόκρυψη, σε τελική ανάλυση, του ότι ο πραγματικός αγοραστής δεν είναι Αυστριακός υπήκοος, αλλά υπήκοος άλλου κράτους μέλους. ςΟπως όμως προαναφέρθηκε, πρόκειται για ένα ζήτημα που θίγεται - χωρίς να εξετάζεται διεξοδικά - αποκλειστικά και μόνο στις παρατηρήσεις που υπέβαλε ο Landesgrundverkehrsreferent και στο οποίο ουδόλως αναφέρεται το αιτούν δικαστήριο. Αντιθέτως, η νομολογία του Δικαστηρίου απαιτεί να προβαίνει το αιτούν δικαστήριο, στην απόφαση με την οποία ζητεί την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, σε σαφή και εξαντλητική περιγραφή των πραγματικών και νομικών στοιχείων της υποθέσεως της κύριας δίκης, δεδομένου ότι μόνον οι αποφάσεις αυτές κοινοποιούνται στους ενδιαφερόμενους διαδίκους, καθώς και στις κυβερνήσεις των κρατών μελών (16). Φρονώ ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, το Δικαστήριο δεν δικαιολογείται να προβεί σε υποθετικές κατασκευές οι οποίες δεν βρίσκουν έρεισμα στη διάταξη περί παραπομπής και σχετικά με τις οποίες οι ενδιαφερόμενες κυβερνήσεις δεν είχαν τη δυνατότητα να διατυπώσουν την άποψή τους. Πολλώ μάλλον που το ίδιο το Δικαστήριο επιδεικνύει περίσκεψη οσάκις διατρέχει τον κίνδυνο να δώσει απάντηση σε υποθετικά ερωτήματα, τούτο δε προκειμένου να διασφαλίσει την πρακτική αποτελεσματικότητα του μηχανισμού της προδικαστικής παραπομπής, του οποίου η λειτουργία, άλλως, θα αλλοιωνόταν.
11 Κατά συνέπεια, φρονώ ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο: πράγματι, η ενδεχόμενη ερμηνευτική απόφαση του Δικαστηρίου θα αφορούσε - ενόψει του περιεχομένου της διατάξεως περί παραπομπής - μια αμιγώς εσωτερική υπόθεση, δεδομένου ότι η υπόθεση της κύριας δίκης ουδόλως φαίνεται να θίγει συμφέροντα που πρέπει να τύχουν της προστασίας του κοινοτικού δικαίου (17). Υπό το πρίσμα αυτό, η απάντηση στο υποβληθέν από το αιτούν δικαστήριο ερμηνευτικό ερώτημα δεν φαίνεται να είναι - όπως απαιτεί η νομολογία του Δικαστηρίου - «αντικειμενικώς αναγκαία για την απόφαση που καλείται να λάβει ο εθνικός δικαστής» (18). ηΟταν όμως δεν υφίσταται τέτοια ανάγκη, το Δικαστήριο αρνείται απερίφραστα την αρμοδιότητά του να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα που του έχει υποβάλει το εθνικό δικαστήριο (19).
Επί της ουσίας
12 Για την περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο θα κρίνει ότι οφείλει, παρά ταύτα, να απαντήσει στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα, θεωρώ σκόπιμο να εξετάσω την ουσία του ερωτήματος.
Το βασικό πρόβλημα που περιγράφει το αιτούν δικαστήριο έχει ήδη υποβληθεί στην κρίση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Konle. Κατά συνέπεια, θα επαναλάβω απλώς όσα εξέθεσα ήδη στην υπόθεση αυτή (20). Το πρόβλημα έγκειται, κατ' ουσίαν, στο αν μια νομοθεσία προγενέστερη της προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Αυστρίας στην Κοινότητα μπορεί, στο μέτρο που παραπέμπει σε κανονιστικές διατάξεις προγενέστερες της προσχωρήσεως, να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εισάγουσας παρέκκλιση ρήτρας του άρθρου 70 της Πράξεως Προσχωρήσεως. Πράγματι, η διάταξη αυτή προβλέπει ότι, «παρά τις υποχρεώσεις της δυνάμει των Συνθηκών επί των οποίων βασίζεται η Ευρωπαϋκή Ένωση, η Δημοκρατία της Αυστρίας δύναται να διατηρήσει την υφισταμένη νομοθεσία της περί δευτερεύουσας κατοικίας επί πενταετία μετά την προσχώρηση». Επομένως, πρέπει να εξεταστεί αν μια νομοθεσία όπως ο TGVG 1996 - που είναι σαφώς προγενέστερη της προσχωρήσεως - μπορεί, παρά ταύτα, να θεωρηθεί ότι συγκαταλέγεται μεταξύ των διατάξεων των οποίων τη διατήρηση σε ισχύ επιτρέπει το προαναφερθέν άρθρο 70.
Κατά την άποψή μου, στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση. Όπως διευκρίνισα ήδη με τις προτάσεις μου επί της υποθέσεως Konle, πρόκειται για μια εισάγουσα παρέκκλιση ρήτρα, η οποία, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, πρέπει να ερμηνεύεται στενά (21). Η εν λόγω ρήτρα σκοπεί να απαλλάξει το αυστριακό κράτος από την ευθύνη του σε περίπτωση διατηρήσεως σε ισχύ, κατά τη διάρκεια της προθεσμίας που του χορηγείται, της νομοθεσίας του περί δευτερευουσών κατοικιών. Επομένως, η παρέκκλιση προβλέπεται σε σχέση με τις διατάξεις που υφίστανται κατά την ημερομηνία της προσχωρήσεως. Τούτο σημαίνει ότι οι διατάξεις που θεσπίζει ο νομοθέτης του ομοσπόνδου κράτους του Τυρόλου μετά την ημερομηνία αυτή εκφεύγουν του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 70 και πρέπει, επομένως, κατ' ανάγκη, να τηρούν όλες τις κοινοτικές υποχρεώσεις από τις οποίες θα απαλλασσόταν η Δημοκρατία της Αυστρίας αν η παρέκκλιση μπορούσε να τύχει εφαρμογής. Όμως, ο TGVG 1996 είναι, αναμφισβήτητα, χρονικά προγενέστερος της προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Αυστρίας στην Κοινότητα. Κατά την άποψή μου, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ούτε ότι ο νόμος αυτός προβλέπει τυπικές μόνον τροποποιήσεις του καθεστώτος που ίσχυε προγενέστερα, αφήνοντας άθικτη την ουσία των διατάξεών του. Πράγματι, ο TGVG 1996 εισάγει τη γενική υποχρέωση κατοχής αδείας για την αγορά ακινήτων και παρέχει επιπλέον στην αρμόδια διοικητική αρχή τη δυνατότητα να εκδίδει άδεια αγοράς των επίμαχων ακινήτων μέσω σύντομης διαδικασίας, μια δυνατότητα η οποία δεν προβλεπόταν κατά το χρονικό σημείο της προσχωρήσεως (22). Επιπλέον, η κατάργηση της διαδικασίας δηλώσεως που προέβλεπε προγενέστερα ο TGVG 1993 και η καθιέρωση μιας υποχρεωτικής για όλους διαδικασίας χορηγήσεως αδείας περιόρισε ακόμη περισσότερο τη δυνατότητα μεταβιβάσεως των ακινήτων. Κατά συνέπεια, από χρονικής απόψεως και ενόψει του ρυθμιστικού του περιεχομένου, ο TGVG 1996 δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μέρος της εθνικής νομοθεσίας που ίσχυε κατά την ημερομηνία της προσχωρήσεως και η οποία εμπίπτει στην παρέκκλιση που επιτρέπει το άρθρο 70.
Πρόταση
13 Ενόψει των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο:
να κηρύξει απαράδεκτη την αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε, με διάταξη της 28ης Αυγούστου 1997, το Oberster Gerichtshof.
(1) - ΕΕ 1994, C 241, σ. 21.
(2) - Το άρθρο 70 προβλέπει τα εξής: «Παρά τις υποχρεώσεις της δυνάμει των Συνθηκών επί των οποίων βασίζεται η Ευρωπαϋκή Ένωση, η Δημοκρατία της Αυστρίας δύναται να διατηρήσει την υφισταμένη νομοθεσία της περί δευτερεύουσας κατοικίας επί πενταετία μετά την προσχώρηση.»
(3) - Tiroler Grundverkehrsgesetz της 18ης Οκτωβρίου 1983.
(4) - Tiroler Grundverkehrsgesetz της 3ης Ιουλίου 1991.
(5) - Άρθρο 16a, παράγραφος 1. Κατά τις τελικές διατάξεις του, ο νόμος αυτός είχε επίσης εφαρμογή στις «εικονικές ή καταστρατηγικές δικαιοπραξίες που υφίστανται κατά τον χρόνο θέσεως του παρόντος νόμου σε ισχύ».
(6) - Tiroler Grundverkehrsgesetz της 7ης Ιουλίου 1993.
(7) - Η διάταξη αυτή προβλέπει ότι «ο Landesrundverkehrsreferent μπορεί (...) να ζητεί τη δικαστική αναγνώριση της ακυρότητας μιας δικαιοπραξίας, ιδίως όταν πρόκειται για εικονική ή καταστρατηγική δικαιοπραξία».
(8) - Tiroler Grundverkehrsgesetz της 3ης Ιουλίου 1996.
(9) - Kατά τα λοιπά, η διάταξη αυτή προβλέπει τα εξής: «2. Στις σχετικές με δικαιοπραξίες περί ακινήτων διοικητικές διαδικασίες που εκκρεμούσαν την 1η Ιανουαρίου 1994 εξακολουθεί να εφαρμόζεται, ως προς την ουσία, ο TGVG 1983. οΟσον αφορά τις αρμόδιες αρχές και τη διαδικασία ισχύουν οι διατάξεις του παρόντος νόμου. 3. Σε δικαιοπραξίες προγενέστερες της 1ης Ιανουαρίου 1994 εξακολουθεί να εφαρμόζεται, ως προς την ουσία, ο TGVG 1983. οΟσον αφορά τις αρμόδιες αρχές και τη διαδικασία ισχύουν οι διατάξεις του παρόντος νόμου. 4. Κυρώσεις για παραβάσεις του TGVG 1983 που διαπράχθηκαν πριν από την 1η Ιανουαρίου 1994 επιβάλλονται σύμφωνα με τον TGVG 1983. Κυρώσεις για παραβάσεις οριζόμενες από τον TGVG που έχει δημοσιευθεί στο LGBl. 82/1993 και διαπραχθείσες πριν από τη θέση σε ισχύ του παρόντος νόμου επιβάλλονται σύμφωνα με τον TGVG που έχει δημοσιευθεί στο LGBl. 82/1993. (...) 6. Τα άρθρα 34 και 35 ισχύουν επίσης για τις δικαιοπραξίες που έχουν ήδη καταχωριστεί στο κτηματολόγιο και για τις οποίες θα απαιτούνταν άδεια, σύμφωνα με τον Grundverkehrsgesetz 1983.»
(10) - Βλ. απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 1993, C-320/90 έως C-322/90, Telemarsicabruzzo κ.λπ. (Συλλογή 1993, σ. I-393, σκέψη 6)· διατάξεις της 19ης Μαρτίου 1993, C-157/92, Banchero (Συλλογή 1993, σ. I-1085, σκέψη 4)· της 30ής Ιουνίου 1997, C-66/97, Banco de Fomento e Exterior (Συλλογή 1997, σ. I-3757, σκέψη 7)· της 30ής Απριλίου 1998, C-128/97 και C-137/97, Testa και Modesti (Συλλογή 1998, σ. I-2181, σκέψη 5), και της 8ης Ιουλίου 1998, C-9/98, Agostini (Συλλογή 1998, σ. I-4261, σκέψη 4).
(11) - Βλ., μεταξύ άλλων, την προαναφερθείσα διάταξη Testa και Modesti, σκέψη 6.
(12) - Βλ. απόφαση της 16ης Ιουλίου 1992, C-83/91, Meilicke (Συλλογή 1992, σ. I-4871, σκέψη 25).
(13) - Απόφαση της 16ης Ιανουαρίου 1997, C-134/95, USSL αριθ. 47 di Biella (Συλλογή 1997, σ. I-195, σκέψη 12).
(14) - Το ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε αμιγώς εσωτερικές καταστάσεις απορρέει από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου. Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 23ης Απριλίου 1991, C-41/90, Hφfner και Elser (Συλλογή 1991, σ. I-1979, σκέψη 37)· της 28ης Ιανουαρίου 1992, C-332/90, Steen (Συλλογή 1992, σ. I-341, σκέψη 9)· της 16ης Φεβρουαρίου 1995, C-29/94 έως C-35/94, Aubertin κ.λπ. (Συλλογή 1995, σ. I-301, σκέψη 9), και την προαναφερθείσα απόφαση USSL αριθ. 47 di Biella (σκέψη 19).
(15) - Πάντως, ο Landesgrundverkehrsreferent δεν αντλεί από την παρατήρηση αυτή τις αναγκαίες συνέπειες, δεδομένου ότι και ο ίδιος υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να απαντήσει στο ερώτημα, προβάλλοντας, ορθώς, ότι η επίδικη δικαιοπραξία περί ακινήτου αφορά δύο αυστριακές εταιρίες και αποτελεί, κατά συνέπεια, αμιγώς εσωτερική υπόθεση κράτους μέλους.
(16) - Πράγματι, κατά τη νομολογία, «στο Δικαστήριο εναπόκειται να μεριμνά για τη διασφάλιση της δυνατότητας αυτής, λαμβανομένου υπόψη ότι (...) μόνον οι περί παραπομπής αποφάσεις κοινοποιούνται στους ενδιαφερόμενους διαδίκους»· βλ. απόφαση της 1ης Απριλίου 1982, 141/81 έως 143/81, Holdijk κ.λπ. (Συλλογή 1982, σ. 1299, σκέψη 6)· διατάξεις της 23ης Μαρτίου 1995, C-458/93, Saddik (Συλλογή 1995, σ. I-511, σκέψη 13)· της 7ης Απριλίου 1995, C-167/94, Grau Gomis κ.λπ. (Συλλογή 1995, σ. I-1023, σκέψη 10)· της 21ης Δεκεμβρίου 1995, C-307/95, Max Mara (Συλλογή 1995, σ. I-5083, σκέψεις 8 και 20), και της 20ής Μαρτίου 1996, C-2/96, Sunino και Data (Συλλογή 1996, σ. I-1543, σκέψη 5).
(17) - Φρονώ ότι ο λόγος αυτός είναι τόσο βασικός ώστε να είναι πλέον άνευ σημασίας ο λόγος που προέβαλαν η Αυστριακή Κυβέρνηση και η Επιτροπή, ότι δηλαδή το κοινοτικό δίκαιο δεν μπορεί να εφαρμοστεί ratione temporis στην υπό κρίση υπόθεση. Πράγματι, κατά την άποψή μου, είναι αδιαμφισβήτητο ότι τα ζητήματα που εγείρει η διαφορά της κύριας δίκης είναι προγενέστερα της προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Αυστρίας στην Κοινότητα. Βέβαια, σε μια υπόθεση αφορώσα παρόμοιο πρόβλημα, το Δικαστήριο δέχθηκε, με την απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 1997, C-122/96, Saldanha και MTS (Συλλογή 1997, σ. I-5325, σκέψη 14), ότι το κοινοτικό δίκαιο μπορεί να εφαρμοστεί ακόμη και σε πραγματικές καταστάσεις προγενέστερες της προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Αυστρίας, εφόσον εξακολουθούν να υφίστανται (και να παράγουν αποτελέσματα) μετά την προσχώρηση, γεγονός το οποίο, στην υπό κρίση υπόθεση, καθιστά προβληματική την αποδοχή της απόψεως ότι η εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου είναι αδύνατη ratione temporis. Εν πάση περιπτώσει, πρόκειται - κατά την άποψή μου - για λόγο στερούμενο λυσιτέλειας, εν προκειμένω, δεδομένου ότι όσα προεκτέθηκαν σχετικά με την έλλειψη δυνατότητας εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου ratione materiae αρκούν για να δικαιολογήσουν, αφ' εαυτών, το απαράδεκτο της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως.
(18) - Βλ. προαναφερθείσα διάταξη Testa και Modesti, σκέψη 17.
(19) - Βλ. απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 1997, C-291/96, Grado και Bashir (Συλλογή 1997, σ. I-5531, σκέψεις 16 και 17), και διάταξη της 16ης Μαου 1994, C-428/93, Monin Automobiles (Συλλογή 1994, σ. I-1707, σκέψεις 15 και 16).
(20) - Βλ. προτάσεις της 23ης Φεβρουαρίου 1999 στην υπόθεση C-302/97, Konle, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 1ης Ιουνίου 1999 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή).
(21) - Βλ. απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 1998, C-233/97, KappAhl (Συλλογή 1998, σ. Ι-8069, σκέψεις 15 και 21).
(22) - Ο TGVG 1993, προέβλεπε, κατ' ουσίαν, υποχρέωση κατοχής αδείας αγοράς, από την οποία απαλλάσσονταν, ωστόσο, οι Αυστριακοί υπήκοοι που δήλωναν ότι δεν επιθυμούσαν να χρησιμοποιούν το οικείο ακίνητο ως δευτερεύουσα κατοικία. Όσον αφορά τους αλλοδαπούς, προβλεπόταν ότι η άδεια χορηγούνταν μόνον εάν η αγορά δεν έθιγε τα οικονομικά συμφέροντα του αυστριακού κράτους και ανταποκρινόταν σε συμφέροντα οικονομικής, κοινωνικής ή πολιτιστικής φύσεως.
Full & Egal Universal Law Academy