Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Αντικείμενο αυτής της προσφυγής λόγω παραβάσεως που άσκησε η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων κατά της Ιταλικής Δημοκρατίας είναι να αναγνωριστεί από το Δικαστήριο ότι η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ όχι λόγω της ενδεχομένως μη ορθής μεταφοράς της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη, αλλά λόγω του ότι δεν εφάρμοσε πλήρως και ορθώς, στη ζώνη της κοίτης του χειμάρρου San Rocco, τις διατάξεις των άρθρων 4, 5, 7, πρώτη περίπτωση, και 10 της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων (1), ή τις αντίστοιχες διατάξεις, όπως τροποποιήθηκαν με την οδηγία 91/156/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1991 (2).
2 Περαιτέρω, ανακύπτουν πολλά ενδιαφέροντα ζητήματα σχετικά με το παραδεκτό της προσφυγής αυτής, με την καθαυτή έννοια της παραβάσεως και με το βάρος αποδείξεως που βαρύνει την Επιτροπή.
Το νομικό πλαίσιο
3 Η οδηγία 75/442 σκοπεί την προσέγγιση των διατάξεων των κρατών μελών σε θέματα διαθέσεως των αποβλήτων.
4 Οι κρίσιμες για την υπόθεση αυτή διατάξεις της οδηγίας 75/442, ως είχε η οδηγία αυτή αρχικώς, έχουν ως εξής:
«Άρθρο 4
Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι τα στερεά απόβλητα θα διατίθενται χωρίς να θέτουν σε κίνδυνο την υγεία του ανθρώπου και χωρίς να βλάπτουν το περιβάλλον, και κυρίως:
- χωρίς να δημιουργούν κίνδυνο για το νερό, τον αέρα ή το έδαφος ούτε για την πανίδα ή χλωρίδα,
- χωρίς να προκαλούν ενοχλήσεις θορύβου και οσμών,
- χωρίς να επιφέρουν βλάβη στην τοποθεσία και στο τοπίο.
Άρθρο 5
Τα κράτη μέλη συνιστούν ή υποδεικνύουν την ή τις αρμόδιες αρχές τις επιφορτισμένες, εντός μιας καθoρισμένης ζώνης, να σχεδιάζουν, να οργανώνουν, να επιτρέπουν και να επιβλέπουν τις εργασίες διαθέσεως των στερεών αποβλήτων.
(...)
Άρθρο 7
Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου κάθε κάτοχος στερεών αποβλήτων:
- να τα παραδίδει σε ιδιωτικό ή δημόσιο φορέα περισυλλογής ή σε επιχείρηση διαθέσεως,
ή
- (...)
(...)
Άρθρο 10
Οι επιχειρήσεις οι οποίες εξασφαλίζουν τη μεταφορά, την περισυλλογή, την εναποθήκευση, την απόθεση ή την επεξεργασία των δικών τους στερεών, καθώς και εκείνες οι οποίες περισυλλέγουν ή μεταφέρουν για λογαριασμό τρίτων στερεά απόβλητα, εποπτεύονται από την αναφερομένη στο άρθρο 5 αρμόδια αρχή.»
5 Το άρθρο 1 της οδηγίας 91/156 προβλέπει ότι τα άρθρα 1 έως 12 της οδηγίας 75/442 αντικαταστάθηκαν από τα νέα άρθρα 1 έως 18 και τα παραρτήματα I, II A και II B.
6 Οι διατάξεις των άρθρων 4, 5, 7 και 10 της οδηγίας 75/442 αντικαταστάθηκαν από τις διατάξεις των νέων άρθρων 4, 6, 8 και 13 που έχουν ως εξής:
«Άρθρο 4
Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι η διάθεση ή η αξιοποίηση των αποβλήτων θα πραγματοποιείται χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η υγεία του ανθρώπου και χωρίς να χρησιμοποιούνται διαδικασίες ή μέθοδοι που ενδέχεται να βλάψουν το περιβάλλον, ιδίως δε :
- χωρίς να δημιουργείται κίνδυνος για το νερό, τον αέρα ή το έδαφος, ούτε για την πανίδα και τη χλωρίδα,
- χωρίς να προκαλούνται ενοχλήσεις από το θόρυβο ή τις οσμές,
- χωρίς να βλάπτονται οι τοποθεσίες και τα τοπία που παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Τα κράτη μέλη λαμβάνουν εξάλλου τα αναγκαία μέτρα για την απαγόρευση της εγκατάλειψης, της απόρριψης και της ανεξέλεγκτης διάθεσης των αποβλήτων.
(...)
Άρθρο 6
Τα κράτη μέλη συνιστούν ή ορίζουν αρμόδια αρχή ή αρχές που είναι επιφορτισμένες με την υλοποίηση της παρούσας οδηγίας.
(...)
Άρθρο 8
Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου κάθε κάτοχος αποβλήτων :
- να τα παραδίδει σε ιδιωτικό ή δημόσιο φορέα συλλογής ή σε επιχείρηση που διεξάγει τις εργασίες που προβλέπονται στο παράρτημα ΙΙ Α ή Β
ή
- (...)
(...)
Άρθρο 13
Οι εγκαταστάσεις ή επιχειρήσεις που αναλαμβάνουν τις εργασίες που προβλέπονται στα άρθρα 9 έως 12 υπόκεινται στους προσήκοντες περιοδικούς ελέγχους από τις αρμόδιες αρχές.»
7 Σύμφωνα με το άρθρο 2 της οδηγίας 91/156, τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για τη συμμόρφωσή τους προς την οδηγία αυτή το αργότερο την 1η Απριλίου 1993.
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
8 Στις 26 Ιουνίου 1990, η Επιτροπή απηύθυνε έγγραφο οχλήσεως στην Ιταλική Κυβέρνηση, με το οποίο επισήμανε την παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τα άρθρα 4, 5, 6, 7 και 10 της οδηγίας 75/442.
9 Με έγγραφο της 28ης Ιανουαρίου 1992, το ιταλικό Υπουργείο Περιβάλλοντος παρείχε στην Επιτροπή τις ακόλουθες πληροφορίες:
- από ορισμένα στοιχεία προκύπτει ότι στην κοιλάδα του San Rocco απορρίπτονταν κατά σύστημα βιολογικά και χημικά υλικά, προερχόμενα από τη δεύτερη πολυκλινική, πράγμα το οποίο έθετε σε σοβαρό κίνδυνο τον πληθυσμό που διέμενε σε ορισμένες συνοικίες·
- στην ίδια αυτή κοιλάδα, έχουν καταγραφεί σοβαρά υδρογεωλογικά προβλήματα οφειλόμενα στην παρουσία λατομείων πορώδους εδάφους·
- ένα από αυτά τα λατομεία έχει χρησιμοποιηθεί, στο παρελθόν, για παράνομη απόρριψη αποβλήτων·
- αφού αναστάληκε η άδεια λειτουργίας του στις 8 Μαου 1990, το λατομείο αυτό επαναχρησιμοποιήθηκε για απόρριψη αποβλήτων τον Μάιο του 1991. Κατά του έχοντος την εκμετάλλευση του λατομείου ασκήθηκε ποινική δίωξη για την επαναχρησιμοποίηση αυτή.
10 Μη έχοντας λάβει καμία ανακοίνωση σχετικά με τη θέση σε εφαρμογή των μέτρων που προορίζονταν να αποκαταστήσουν το περιβάλλον στην κοιλάδα του San Rocco, η Επιτροπή απηύθυνε στην Ιταλική Κυβέρνηση, με έγγραφο της 5ης Ιουλίου 1996, αιτιολογημένη γνώμη στην οποία κατέληγε ότι η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τα άρθρα 4, 5, 6, 7 και 10 της οδηγίας 75/442.
11 Στις 2 Ιανουαρίου 1997, η Επιτροπή έλαβε υπόμνημα της Μόνιμης Αντιπροσωπείας της Ιταλίας στην Ευρωπαϋκή Ένωση περί κοινοποιήσεως σχεδίου διαχειρίσεως του περιβάλλοντος σχετικά με ολόκληρη την περιφέρεια της Καμπανίας, στην οποία βρίσκεται η κοιλάδα του San Rocco.
12 Η ίδια αυτή Μόνιμη Αντιπροσωπεία κοινοποίησε μεταγενέστερα στην Επιτροπή, με έγγραφο της 21ης Απριλίου 1997, ανακοίνωση του Υπουργείου Περιβάλλοντος στο οποίο αναφέρονταν διάφορες πρωτοβουλίες για την αποκατάσταση του περιβάλλοντος στην κοιλάδα του San Rocco. Στην ανακοίνωση αυτή διευκρινίζονταν μεταξύ άλλων ότι:
- ο Δήμος Νεαπόλεως, σε συμφωνία με τη διεύθυνση περιβάλλοντος της επαρχίας, έχει θεσπίσει τα αναγκαία μέτρα για την επιτήρηση των ενδεχομένων παρανόμων απορρίψεων στερεών αποβλήτων στην κοιλάδα του San Rocco·
- η άδεια για το λατομείο, που βρίσκεται στο άνω τμήμα της κοιλάδας και έχει χρησιμοποιηθεί επανειλημμένα για την παράνομη απόρριψη αποβλήτων, έχει ανασταλεί εκ νέου από τον Σεπτέμβριο του 1996·
- τα λύματα από τη δεύτερη πολυκλινική διοχετεύονται πλέον οριστικά στον αποχετευτικό αγωγό του Δήμου·
- οι τοπικές αρχές έχουν λάβει μέτρα για την παύση της λειτουργίας έξι ιδιωτικών χώρων απορρίψεως αποβλήτων·
- τέλος, η υπηρεσία αποχετεύσεως του Δήμου Νεαπόλεως ενήργησε επιτυχώς επανειλημμένα για την προστασία της δημόσιας και ιδιωτικής ασφάλειας (στην ιταλική γλώσσα: incolumitΰ), για την εξάλειψη των στερεών αποβλήτων, τη διαρκή επιτήρηση και τον καθαρισμό της κοιλάδας·
- έχει οριστεί επιτροπή εμπειρογνωμόνων για να θέσει σε εφαρμογή σχέδιο πλήρους εξυγιάνσεως της κοίτης, τόσο από γεωμορφολογικής και υδρολογικής απόψεως όσο και από υγειονομικής.
13 Βάσει των πληροφοριών αυτών, η Επιτροπή προέβη σε ελέγχους για την εξακρίβωση των συνεπειών των αναγγελθεισών πρωτοβουλιών για το περιβάλλον στην κοιλάδα του San Rocco, κατόπιν των οποίων έλαβε γνώση μιας αποφάσεως του δημοτικού συμβουλίου της Νεαπόλεως της 10ης Μαρτίου 1997, από την οποία προκύπτει ότι:
- η κοίτη του χειμάρρου του San Rocco χρήζει άμεσης υδρολογικής διευθετήσεως· η κατάσταση της ρυπάνσεως φαίνεται ότι έχει επιδεινωθεί κατόπιν νέων απορρίψεων λυμάτων·
- το σχέδιο σχετικά με τη νέα υδρολογική διευθέτηση μπορεί να εγκριθεί μόνο στο πλαίσιο συνθετότερης αποφάσεως, ώστε να επιλυθούν οριστικώς όλα τα περιβαλλοντικά προβλήματα στην εν λόγω ζώνη·
- προς τον σκοπό αυτό, έχει συσταθεί ομάδα ανεξαρτήτων από τη διοίκηση εμπειρογνωμόνων, η ουσιώδης αποστολή των οποίων είναι να επισημάνουν τις γενικές γραμμές της εξυγιάνσεως αυτής, βάσει των οποίων η τεχνική υπηρεσία του Δήμου θα πρέπει, στη συνέχεια, να εκπονήσει οριστικό σχέδιο υδρολογικής διευθετήσεως της κοιλάδας του San Rocco.
14 Η Επιτροπή, κρίνοντας ότι δεν είχαν ακόμη ληφθεί ή τεθεί σε εφαρμογή όλα τα μέτρα που ήταν αναγκαία για να καταστούν άνευ αντικειμένου οι αιτιάσεις που είχαν κοινοποιηθεί στην Ιταλική Δημοκρατία με την αιτιολογημένη γνώμη, άσκησε την παρούσα προσφυγή.
Ως προς το παραδεκτό της προσφυγής
15 Η καθής κυβέρνηση προβάλλει τέσσερις λόγους με τους οποίους αμφισβητεί το παραδεκτό της προσφυγής.
Ως προς τον πρώτο λόγο απαραδέκτου
16 Η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, μολονότι το έγγραφο οχλήσεως δεν πρέπει οπωσδήποτε να περιλαμβάνει λεπτομερή έκθεση της αμφισβητήσεως, εν προκειμένω, η αιτίαση που προβλήθηκε με το έγγραφο οχλήσεως της 26ης Ιουνίου 1990 δεν ήταν αρκετά σαφής ώστε να μπορέσει να αναπτύξει προσηκόντως τους αμυντικούς ισχυρισμούς της. Αυτό το έγγραφο οχλήσεως ανέφερε μόνον «μια γενική και υποθετική επίκληση των πραγματικών περιστατικών και μια επίσης γενική μνεία των άρθρων της οδηγίας, χωρίς να διευκρινίζει κατά το ελάχιστο τη σχέση μεταξύ των μεν και των δε». Συνεπώς, η Ιταλική Δημοκρατία, με την απάντησή της της 28ης Ιανουαρίου 1992, πληροφόρησε μόνον την Επιτροπή πλήρως για τις μεταβολές που είχαν επέλθει στην κοιλάδα του San Rocco.
17 Καταρχάς, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, κατά πάγια νομολογία (3), το έγγραφο οχλήσεως πρέπει να παρέχει στο κράτος μέλος τα απαραίτητα στοιχεία για την προετοιμασία της άμυνάς του και μπορεί να συνίσταται μόνον σε μια πρώτη σύντομη περίληψη των αιτιάσεων.
18 Σύμφωνα με την Επιτροπή, το έγγραφο οχλήσεως συγκεκριμενοποιούσε με αρκετή ακρίβεια την προσαπτομένη στην Ιταλική Κυβέρνηση παράβαση, εφόσον αναφερόταν στη ρύπανση που οφειλόταν σε ανεξέλεγκτες απορρίψεις αποβλήτων προερχομένων από τις υψηλότερες ζώνες της κοιλάδας του San Rocco και στη μη λήψη των απαραίτητων μέτρων για τον σχεδιασμό, την οργάνωση και τον έλεγχο των εργασιών διαθέσεως των αποβλήτων υπό την έννοια της οδηγίας 75/442. Περαιτέρω, η Επιτροπή παρατηρεί ότι, με το έγγραφο της 15ης Δεκεμβρίου 1988, είχε ήδη ζητήσει από την Ιταλική Κυβέρνηση να υποβάλει παρατηρήσεις επί της καταστάσεως του περιβάλλοντος στην κοιλάδα του San Rocco. Τέλος, από την απάντηση στο έγγραφο οχλήσεως προκύπτει ότι η Ιταλική Κυβέρνηση μπόρεσε να ασκήσει πλήρως το δικαίωμα άμυνάς της, εφόσον απάντησε σε όλα τα σημεία των προβληθεισών αιτιάσεων και δεν προέβαλε ότι έχουν διατυπωθεί γενικώς.
19 Ακόμη και αν δεν είναι δυνατόν, όπως έπραξε η Επιτροπή, να συναχθεί από την πλήρη άμυνα της Ιταλικής Κυβερνήσεως ότι η προβληθείσα με το έγγραφο οχλήσεως αιτίαση ήταν αρκετά σαφής, κρίνω, παρ' όλ' αυτά, ότι εν προκειμένω αυτό το έγγραφο οχλήσεως ανταποκρίνεται πλήρως στον βαθμό ακρίβειας που απαιτεί η ευστόχως αναφερθείσα από την Επιτροπή νομολογία. Πράγματι, ο προσδιορισμός της παραβάσεως, όπως υπενθύμισε ανωτέρω η Επιτροπή, και η ένδειξη ότι αυτή η πραγματική κατάσταση μπορεί να συνιστά παράβαση των άρθρων 4, 5, 6, 7 και 10 της οδηγίας 75/442 πρέπει να θεωρηθούν επαρκή για να μπορεί το εν λόγω κράτος μέλος να προβάλει την άμυνά του.
20 Συνεπώς, πρέπει να προτείνω την απόρριψη αυτού του πρώτου λόγου περί μη παραδεκτού.
Ως προς τον δεύτερο λόγο απαραδέκτου
21 Η καθής κυβέρνηση ισχυρίζεται, με τον δεύτερο αυτό λόγο, ότι υφίσταται απαράδεκτη διαφορά μεταξύ της αιτιολογημένης γνώμης και της προσφυγής. Οι προβληθείσες με την αιτιολογημένη γνώμη της 5ης Ιουλίου 1996 αιτιάσεις αφορούν μόνον την αρχική διατύπωση της οδηγίας 75/442, ενώ στην προσφυγή αναφέρονται και οι διατάξεις της οδηγίας 75/442, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156.
22 Η Επιτροπή παρατηρεί ότι η προσαπτομένη στην Ιταλική Δημοκρατία παράβαση αναφέρεται σε μια πραγματική κατάσταση - δηλαδή στη ρύπανση της κοιλάδας του San Rocco από απόβλητα - η οποία συνιστά κατάφωρη παράβαση της οδηγίας, τόσο ως αρχικώς είχε όσο και στην τροποποίησή της. Οι αρχικώς επιβληθείσες στα κράτη μέλη με την οδηγία υποχρεώσεις, μολονότι κατ' ουσίαν δεν μεταβλήθηκαν, κατέστησαν λεπτομερέστερες και αυστηρότερες. Οι υποχρεώσεις των άρθρων 4, 5, 7 και 10 της οδηγίας 75/442 επιβεβαιώθηκαν πλήρως με την οδηγία 91/156 και, επομένως, η κατάσταση του περιβάλλοντος στην κοιλάδα του San Rocco πρέπει κατά μείζονα λόγο να κριθεί αντίθετη προς τις νέες διατάξεις. Σύμφωνα με την Επιτροπή, από το γεγονός ότι η εφαρμοστέα κανονιστική ρύθμιση υπέστη τροποποιήσεις, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, δεν μπορεί να συναχθεί ότι η Επιτροπή τροποποίησε τις αιτιάσεις της κατά της Ιταλικής Κυβερνήσεως.
23 Προς στήριξη της επιχειρηματολογίας της, η Επιτροπή επικαλείται την απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 1992 (4), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι «η αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής και η προσφυγή πρέπει να στηρίζονται στις αυτές αιτιάσεις. Η επιταγή αυτή όμως δεν φτάνει μέχρι του σημείου να επιβάλλει, σε κάθε περίπτωση, πλήρη σύμπτωση μεταξύ των εθνικών διατάξεων που μνημονεύονται στην αιτιολογημένη γνώμη και εκείνων που διαλαμβάνονται στην προσφυγή. Ειδικότερα, οσάκις μεταξύ των δύο αυτών σταδίων της διαδικασίας επέρχεται νομοθετική μεταβολή, αρκεί το σύστημα εκείνο το οποίο είχε θεσπισθεί με τη νομοθεσία που εβάλλετο κατά την προ της ασκήσεως προσφυγής διαδικασία να διατηρήθηκε, στο σύνολό του, και με τα νέα μέτρα τα οποία θέσπισε το κράτος μέλος». Κατ' αναλογία, αυτή η συλλογιστική μπορεί να επεκταθεί στην περίπτωση που ένας κοινοτικός κανόνας αποτέλεσε αντικείμενο τροποποιήσεων.
24 Συναφώς, η Ιταλική Κυβέρνηση αντιτάσσει ότι ως αιτιολογία για τη διαφορά μεταξύ της αιτιολογημένης γνώμης και της προσφυγής δεν μπορεί να προβληθεί η τροποποίηση της οδηγίας κατά τη διάρκεια της προ της ασκήσεως προσφυγής διαδικασίας, διότι η τροποποίηση πραγματοποιήθηκε πλέον των τριών ετών πριν από την κοινοποίηση της αιτιολογημένης γνώμης. Επομένως, η Επιτροπή δεν μπορούσε, όταν συνέταξε την αιτιολογημένη γνώμη, να αποκρύψει το γεγονός ότι από την 1η Απριλίου 1993 δεν ίσχυε πλέον το αρχικό κείμενο της οδηγίας 75/442.
25 Περαιτέρω, σύμφωνα με την καθής κυβέρνηση, η διατύπωση της αιτιολογημένης γνώμης, καθόσον αναφέρεται αποκλειστικά στις διατάξεις της αρχικής οδηγίας, συνεπάγεται σιωπηρή αλλά σαφή οριοθέτηση της προσαπτομένης παραβάσεως υπό την έννοια ότι αφορά μόνον τα προ της 1ης Απριλίου 1993 γεγονότα.
26 Προτού λάβω θέση επ' αυτού του λόγου απαραδέκτου, θεωρώ απαραίτητο να υπενθυμίσω το χρονικό της προ της ασκήσεως προσφυγής διαδικασίας καθώς και τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή ανέφερε τις διατάξεις, την παράβαση των οποίων επικαλείται.
27 Το έγγραφο οχλήσεως εστάλη στις 26 Ιουνίου 1990.
28 Η οδηγία 91/156 που τροποποίησε (και δεν αντικατέστησε) την οδηγία 75/442 εκδόθηκε στις 18 Μαρτίου 1991. Τα κράτη μέλη έπρεπε να συμμορφωθούν προς την οδηγία αυτή το αργότερο την 1η Απριλίου 1993.
29 Η αιτιολογημένη γνώμη έχει ημερομηνία την 5η Ιουλίου 1996. Στο διατακτικό μέρος της αναφέρονται τα άρθρα η παράβαση των οποίων προβάλλεται, κατά την παλαιά αρίθμησή τους, πράγμα το οποίο ασφαλώς δεν είναι ορθό.
30 Πάντως, και νομίζω ότι είναι σημαντικό, στο εισαγωγικό μέρος της αιτιολογημένης γνώμης αναφέρεται ρητώς το γεγονός ότι η οδηγία τροποποιήθηκε. Στο σημείο I, έκτο εδάφιο (τα προηγούμενα εδάφια εκθέτουν τις απορρέουσες από τα παλαιά άρθρα υποχρεώσεις), η αιτιολογημένη γνώμη αναφέρει, συγκεκριμένα, τα εξής:
«Η οδηγία 75/442/ΕΟΚ τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1991, ως προθεσμία για τη μεταφορά της οποίας στην εσωτερική έννομη τάξη καθορίστηκε η 1η Απριλίου 1993. Πάντως, κατ' ουσίαν, οι διατάξεις των άρθρων 4, 5, 7 και 10 της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ επαναλαμβάνονται στα άρθρα 4, 6, 7, 10 και 13 της οδηγίας 91/156/ΕΟΚ.»
31 Ως προς την προσφυγή, η Επιτροπή αναφέρει, στο διατακτικό της, τους αριθμούς των παλαιών άρθρων προσθέτοντας κάθε φορά, εντός παρενθέσεων, τον αριθμό που φέρει η ίδια διάταξη στην τροποποιημένη οδηγία, με τη διευκρίνιση «η οποία επαναλαμβάνει τη διάταξη αυτή κατά το ουσιώδες μέρος της».
32 Είναι σαφές ότι, από απόψεως αυστηρού δικαίου, η Επιτροπή έπρεπε, τόσο στο διατακτικό της αιτιολογημένης γνώμης όσο και της προσφυγής, να αναφέρει τους νέους αριθμούς των άρθρων, έστω και προσθέτοντας, εντός παρενθέσεων, τους παλαιούς αριθμούς.
33 Παρ' όλ' αυτά, πρέπει να συναγάγουμε ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη; Δεν νομίζω.
34 Ένα πρώτο επιχείρημα κατά μιας πολύ αυστηρής στάσεως συνίσταται στο γεγονός ότι δεν υφίστανται δύο οδηγίες εκ των οποίων η μία διαδέχθηκε την άλλη, αλλά μία οδηγία, ορισμένες διατάξεις της οποίας αντικαταστάθηκαν από παρεμφερή κατά το πλείστον κείμενα.
35 Δεύτερον, η αντιστοιχία μεταξύ παλαιών και νέων διατάξεων έχει αποδειχθεί με ακρίβεια στο εισαγωγικό μέρος της αιτιολογημένης γνώμης.
36 Τρίτον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι νέες διατάξεις δεν είναι ολιγότερο αυστηρές των παλαιών. Επομένως, στην Ιταλική Δημοκρατία δεν προσάπτονται πραγματικά περιστατικά που ήσαν επιλήψιμα βάσει της παλαιάς διατυπώσεως της οδηγίας, αλλά που δεν είναι πλέον βάσει της νέας διατυπώσεως.
37 Στη συνέχεια, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, μολονότι η νομολογία του Δικαστηρίου (5) περί της απαιτήσεως συμπτώσεως μεταξύ των προβαλλομένων με την αιτιολογημένη γνώμη αιτιάσεων και των αιτιάσεων που προβάλλονται με την προσφυγή είναι αυστηρή, δεν είναι παρ' όλ' αυτά αυστηρά τυπολατρική. Θα μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε μάλλον λειτουργική. Πράγματι, η νομολογία αυτή έχει σκοπό να διασφαλίσει τα δικαιώματα άμυνας του επιδίκου κράτους μέλους και, ειδικότερα, να εξασφαλίσει ότι το κράτος αυτό είχε, στο πλαίσιο της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας, τη δυνατότητα να προβάλει τις παρατηρήσεις του επί όλων των αιτιάσεων που περιέχονται τελικά στην προσφυγή.
38 Ξωρίς να φθάσουμε, όπως προτείνει η Επιτροπή, μέχρι του σημείου να επεκτείνουμε κατ' αναλογία, στο πρόβλημα μεταβολής της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως κατά τη διάρκεια της προ της ασκήσεως προσφυγής διαδικασίας, τη συλλογιστική του Δικαστηρίου στην προαναφερθείσα απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 1992, Επιτροπή κατά Ελλάδας, επ' ευκαιρία τροποποιήσεως εθνικών διατάξεων, φρονώ πάντως ότι μπορούμε να διακρίνουμε τη βούληση του Δικαστηρίου να μην προσεγγίσει τυπολατρικά το ζήτημα αυτό.
39 Τέλος, στο μέτρο που, σύμφωνα με την Επιτροπή, η οδηγία 91/156 απλώς ενίσχυσε ορισμένες διατάξεις της οδηγίας 75/442, είναι αυτονόητο ότι οι υποχρεώσεις που επιβάλλονταν στα κράτη μέλη από την αρχική οδηγία παραμένουν πάντοτε εφαρμοστέες υπό την τροποποιημένη οδηγία. Ουδέποτε έπαψαν να επιβάλλονται στην Ιταλική Κυβέρνηση οι υποχρεώσεις η μη τήρηση των οποίων της προσάπτεται.
40 Συνεπώς, η ταυτόχρονη αναφορά στα παλαιά και στα νέα άρθρα, με την πρόσθεση των λέξεων «η οποία επαναλαμβάνει τις διατάξεις αυτές κατά το ουσιώδες μέρος τους», σημαίνει ότι η Επιτροπή θεωρεί ότι οι διατάξεις στις οποίες αναφέρεται ταυτίζονται.
41 Επικουρικώς, η αναφορά αυτή πρέπει να νοείται ως ερμηνεύουσα τη βούληση της Επιτροπής να περιορίσει κάθε αιτίαση στο «corpus communis» των δύο διαδοχικών διατυπώσεων κάθε διατάξεως.
42 Επομένως, αρκεί το Δικαστήριο, τη στιγμή που θα κρίνει παραδεκτή μια συγκεκριμένη αιτίαση, να στοιχειοθετήσει την παραβίαση με τη διατύπωση αυτού του «corpus communis».
43 Συνεπώς, σας προτείνω να απορριφθεί ως αβάσιμο το επιχείρημα της Ιταλικής Κυβερνήσεως ότι η προσφυγή δεν μπορεί να αφορά πραγματικά περιστατικά μεταγενέστερα της 1ης Απριλίου 1993, ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος των τροποποιήσεων της οδηγίας.
Ως προς τον τρίτο λόγο απαραδέκτου
44 Η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η Επιτροπή στήριξε την προσφυγή της στα αποτελέσματα των νέων εξακριβώσεων που πραγματοποίησε αφού έλαβε την επιστολή της Ιταλικής Κυβερνήσεως της 21ης Απριλίου 1997. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή έπρεπε να ξαναρχίσει την προ της ασκήσεως προσφυγής διαδικασία αντί να ασκήσει την προσφυγή.
45 Η Επιτροπή παρατηρεί ότι οι νέες εξακριβώσεις δεν συνιστούν νέες αιτιάσεις διατυπωθείσες κατά της Ιταλικής Δημοκρατίας. Αντιθέτως, οι εξακριβώσεις αυτές πραγματοποιήθηκαν με τον μοναδικό σκοπό να εκτιμηθεί αν τα μέτρα που κοινοποίησε η Ιταλική Κυβέρνηση σε απάντηση στην αιτιολογημένη γνώμη μπορούν πράγματι να αποκαταστήσουν το περιβάλλον στην κοιλάδα του San Rocco κατά τρόπο συνάδοντα προς το κοινοτικό δίκαιο. Παρ' όλ' αυτά, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι τα μέτρα αυτά δεν μπορούν να βελτιώσουν την κατάσταση της εν λόγω κοιλάδας.
46 Η Ιταλική Κυβέρνηση απαντά ότι το επιχείρημα της Επιτροπής ότι οι νέες εξακριβώσεις δεν συνιστούν νέες αιτιάσεις δεν αρκεί για να απορριφθεί η ένσταση περί απαραδέκτου. Η απαίτηση απόλυτης συμπτώσεως μεταξύ της αιτιολογημένης γνώμης και της προσφυγής δεν αφορά μόνον το αντικείμενο της διαφοράς αλλά και τους προβληθέντες λόγους και επιχειρήματα. Πράγματι, με το υπόμνημα απαντήσεως, η ίδια η Επιτροπή δέχεται ότι στήριξε εν μέρει την προσφυγή της στην απόφαση του δημοτικού συμβουλίου της Νεαπόλεως της 10ης Μαρτίου 1997.
47 Εντούτοις, η προβληθείσα από την καθής κυβέρνηση επιχειρηματολογία επί του λόγου αυτού δεν με πείθει. Πράγματι, ούτε οι πραγματοποιηθείσες από την Επιτροπή εξακριβώσεις ούτε το γεγονός ότι η Επιτροπή επικαλείται την εν λόγω απόφαση του δημοτικού συμβουλίου μπορεί να θεωρηθούν ότι συνιστούν νέους λόγους ή νέα επιχειρήματα. Συνιστούν απλώς στοιχεία που οδήγησαν την Επιτροπή στο συμπέρασμα ότι η προβαλλομένη με την αιτιολογημένη γνώμη παράβαση υφίσταται, παρά την πάροδο της δίμηνης προθεσμίας και τις υποσχέσεις για ανάληψη δράσεων που διατύπωσαν οι ιταλικές αρχές σε απάντηση στην αιτιολογημένη γνώμη.
48 Συνεπώς, αυτός ο λόγος απαραδέκτου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Ως προς τον τέταρτο λόγο απαραδέκτου
49 Με το υπόμνημα ανταπαντήσεως, η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η Επιτροπή απαραδέκτως προσέθεσε με το υπόμνημα απαντήσεως νέα πραγματικά στοιχεία ή χρησιμοποίησε νέα ή διαφορετική διατύπωση των αιτιάσεων, δηλαδή:
- ισχυριζόμενη ότι, μεταξύ των υπευθύνων για την παράνομη απόρριψη αποβλήτων στην κοιλάδα του San Rocco, συγκαταλέγονται πρόσωπα που υπόκεινται στην προβλεπόμενη στο άρθρο 10 της οδηγίας 75/442 επιτήρηση·
- ισχυριζόμενη ότι τα απορριφθέντα παρανόμως απόβλητα δημιούργησαν κινδύνους και προκάλεσαν ζημίες στο νερό, το έδαφος, τον αέρα, την πανίδα και τη χλωρίδα, καθώς και στο περιβάλλον·
- προσάπτοντας στην Ιταλική Κυβέρνηση, όσον αφορά την παράνομη απόρριψη αποβλήτων, ότι παρέβη την υποχρέωση αποκαταστάσεως του περιβάλλοντος κατά τρόπο συνάδοντα προς το κοινοτικό δίκαιο.
50 Όσον αφορά την πρώτη περίπτωση, πρέπει να επισύρω την προσοχή στο γεγονός ότι η Επιτροπή ουδόλως ισχυρίζεται ότι τα πρόσωπα αυτά δημιούργησαν τον χώρο της παράνομης απορρίψεως αποβλήτων, αλλά μόνον ότι τα πρόσωπα αυτά τον χρησιμοποίησαν. Πάντως, με την προσφυγή της, η Επιτροπή προβάλλει την παράβαση του άρθρου 10 της οδηγίας 75/442 λόγω του γεγονότος ότι «τα απόβλητα συνεχίζουν να απορρίπτονται στην εν λόγω κοιλάδα». Επειδή ο χώρος της παράνομης απορρίψεως βρίσκεται επίσης στην κοιλάδα του San Rocco, το στοιχείο αυτό πρέπει να θεωρηθεί ως αναπόσπαστο μέρος της προβαλλομένης παραβάσεως του άρθρου 10 της οδηγίας 75/442.
51 Όσον αφορά τη δεύτερη περίπτωση, αρκεί η διαπίστωση ότι ο αμφισβητούμενος ισχυρισμός συνιστά, στην πράξη, επεξήγηση του άρθρου 4 της οδηγίας 75/442. Επειδή η παράβαση της διατάξεως αυτής προβάλλεται επίσης στην προσφυγή, ο ισχυρισμός της Επιτροπής πρέπει να νοηθεί ως συναφής.
52 Τέλος, όσον αφορά την τρίτη περίπτωση, επισημαίνεται ότι ούτε η μομφή της Επιτροπής είναι νέα αιτίαση μη διατυπωθείσα με την προσφυγή. Πράγματι, με την επιφύλαξη της αναλύσεως του βασίμου των αιτιάσεων, πρέπει επίσης να νοηθεί ως στοιχείο της προβαλλομένης παραβάσεως του άρθρου 4 της οδηγίας 75/442, όπως ερμηνεύθηκε από την Επιτροπή.
53 Βάσει των προεκτεθέντων, σας προτείνω, επομένως, να κρίνετε την προσφυγή παραδεκτή.
Επί της ουσίας
54 Πριν προβούμε στην ανάλυση των αιτιάσεων της Επιτροπής, πρέπει να εξετάσουμε τα δύο επιχειρήματα που προέβαλε η Ιταλική Κυβέρνηση, εκ των οποίων το μεν ένα στρέφεται κατά του βασίμου της προσφυγής στο σύνολό της, το δε άλλο κατά του νομικού χαρακτηρισμού ενός μέρους των αναφερομένων από την Επιτροπή πραγματικών περιστατικών.
Η Επιτροπή μπορεί να ελέγχει την ακριβή εφαρμογή μιας οδηγίας;
55 Καταρχάς, η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η Επιτροπή, στην προκειμένη περίπτωση, θέλησε να προστατεύσει άμεσα το περιβάλλον. Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση όμως, «η αποστολή της Επιτροπής, σύμφωνα με το άρθρο 169 της Συνθήκης, πρέπει να περιορίζεται στον έλεγχο της μεταφοράς μιας οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο και στα κανονιστικά και διοικητικά μέσα που το κράτος μέλος θέτει συναφώς σε ισχύ». Συνεπώς, η προσφυγή της Επιτροπής δεν έχει κανένα έρεισμα στη Συνθήκη.
56 Περαιτέρω, η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι προσφυγή λόγω παραβάσεως δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης πρέπει να αφορά ένα σημαντικό μέρος της εθνικής επικράτειας. Εν προκειμένω, η Επιτροπή έλαβε ως στόχο μια μικρή περιφέρεια που δεν αντιστοιχεί στη διοικητική περιφέρεια που προβλέπεται από την εσωτερική νομική τάξη για την άσκηση διοικητικών καθηκόντων σε θέματα αποβλήτων και η οποία συνιστά ένα ελάχιστο τμήμα της ευρείας επικρατείας του Δήμου της Νεαπόλεως.
57 Κατά της επιχειρηματολογίας αυτής, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι υποχρεούται όχι μόνο να μεριμνά για τη μεταφορά των οδηγιών σε κάθε εθνική έννομη τάξη, αλλά και να εξακριβώνει αν οι επιδιωκόμενοι με τις οδηγίες αυτές σκοποί έχουν πράγματι και ορθώς επιτευχθεί στα κράτη μέλη, τα οποία υπόκεινται σε υποχρέωση επιτεύξεως ορισμένου αποτελέσματος.
58 Όσον αφορά το επιχείρημα της Ιταλικής Κυβερνήσεως ότι η εδαφική έκταση της κοιλάδας του San Rocco δεν αρκεί για να δικαιολογήσει την άσκηση προσφυγής λόγω παραβάσεως κατά της Ιταλικής Δημοκρατίας, η Επιτροπή τονίζει, αφενός, ότι το άρθρο 169 της Συνθήκης δεν καθορίζει ελάχιστο εδαφικό όριο και, αφετέρου, επικαλείται την απόφαση της 7ης Απριλίου 1992 (6) με την οποία το Δικαστήριο διαπίστωσε παράβαση σχετικά με την εξάλειψη των αποβλήτων στην περιοχή των Ξανίων στην Κρήτη και, ειδικότερα, σχετικά με την ύπαρξη απορρίψεων στις εκβολές ενός χειμάρρου.
59 Η Επιτροπή προσθέτει ότι το γεγονός ότι η περιοχή όπου έγινε η παράβαση δεν αντιστοιχεί σε διοικητική περιφέρεια δεν έχει σημασία. Πράγματι, ένα κράτος δεν μπορεί να επικαλείται διατάξεις, πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής του έννομης τάξης για να δικαιολογεί τη μη τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις οδηγίες.
60 Τι πρέπει να σκεφθούμε γι' αυτή την αντιδικία; Δεν σας κρύβω ότι κατά κάποιον τρόπο κατανοώ την αντίδραση της Ιταλικής Κυβερνήσεως. Εξάλλου, η ίδια η Επιτροπή δέχεται στο υπόμνημα ανταπαντήσεως ότι «δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό ότι η Επιτροπή υποχρεούται πράγματι να επεμβαίνει κάθε φορά που δεν πραγματοποιούνται οι τιθέμενοι με τους κανόνες σε θέματα περιβάλλοντος στόχοι», αλλά προσθέτει ότι «η Επιτροπή μπορεί αναμφισβήτητα να κινεί διαδικασία για αναγνώριση παραβάσεως κάθε φορά που κρίνει ότι υφίσταται κοινοτικό συμφέρον που στοιχειοθετεί παράβαση κράτους μέλους».
61 Κατά την άποψή μου, η Επιτροπή πρέπει γενικώς να αφήνει στις αρμόδιες εθνικές αρχές τη μέριμνα ώστε μια οδηγία, από τη στιγμή που μεταφερθεί ορθώς στην εσωτερική έννομη τάξη, να τεθεί πράγματι σε εφαρμογή σε όλη την επικράτεια της χώρας. Αν διαπιστωθούν παραβάσεις του απορρέοντος από την οδηγία εθνικού δικαίου, η δημόσια αρχή πρέπει να πράττει τα αναγκαία ώστε τα ανώτερα και κατώτερα δικαστήρια να επιβάλουν κυρώσεις για τις παραβάσεις αυτές. Οι ιδιώτες μπορούν να καταθέτουν καταγγελίες ή να ασκούν αγωγή αποζημιώσεως εάν φρονούν ότι έχουν υποστεί ζημία λόγω παραβιάσεως των κανόνων του εσωτερικού δικαίου που έχουν δημιουργηθεί κατ' εφαρμογήν της οδηγίας. Το Δικαστήριο θα ερμηνεύσει, ενδεχομένως, τις διατάξεις της οδηγίας κατόπιν αιτήσεως του εθνικού δικαστή.
62 Παρ' όλ' αυτά το άρθρο 155, πρώτη περίπτωση, της Συνθήκης ΕΚ αναθέτει στην Επιτροπή τη γενική αποστολή μέριμνας της εφαρμογής των διατάξεων της Συνθήκης,καθώς και των διατάξεων που θεσπίζονται δυνάμει αυτής από τα όργανα. Επιπλέον, το άρθρο 189 ορίζει ότι «η οδηγία δεσμεύει κάθε κράτος μέλος ως προς το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα». Επομένως, αν προκύψει ότι μια οδηγία έχει μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο μόνον σε επίπεδο νομοθετικών κειμένων, αλλά το κράτος μέλος δεν μεριμνά με την απαιτούμενη επιμέλεια για την τήρηση της οδηγίας, δεν μπορεί να μην αναγνωρίζεται στην Επιτροπή το δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής λόγω παραβάσεως.
63 Η κατάσταση αυτή θεωρείται ασφαλώς δεδομένη, αν η Επιτροπή διαπιστώσει πλείστες περιπτώσεις μη εφαρμογής της οδηγίας, κατανεμημένες σε μια ορισμένη χρονική περίοδο.
64 Ποια πρέπει όμως να είναι η αντίδρασή της ενώπιον μιας μεμονωμένης παραβάσεως; Πρέπει, λοιπόν, να πρόκειται για πρόδηλη και ιδιαιτέρως οφθαλμοφανή περίπτωση, οι δε προσπάθειες της Επιτροπής να παροτρύνει το κράτος μέλος προς ενέργεια να έχουν αποτύχει. Ο χώρος παράνομης απορρίψεως που βρίσκεται στην Κρήτη, ο οποίος απετέλεσε αντικείμενο της προαναφερθείσας αποφάσεως της 7ης Απριλίου 1992, Επιτροπή κατά Ελλάδας, εμπίπτει αναμφισβήτητα στην κατηγορία αυτή.
65 Ομοίως, το γεγονός ότι η αρμόδια αρχή έχει επιτρέψει την κατασκευή νέου τμήματος, θερμικής ισχύος 500 MW, θερμοηλεκτρικού σταθμού, χωρίς να έχει προβεί σε προηγούμενη εκτίμηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον, που προβλέπεται από την οδηγία, δικαιολογεί επίσης, κατ' αρχήν, την άσκηση εκ μέρους της Επιτροπής προσφυγής λόγω παραβάσεως. Συναφώς, το Δικαστήριο οδηγήθηκε να κρίνει ότι, «ενόψει του ρόλου της ως θεματοφύλακα της Συνθήκης, η Επιτροπή είναι (...) η μόνη αρμόδια να αποφασίζει αν είναι σκόπιμο να κινήσει τη διαδικασία αναγνωρίσεως παραβάσεως κράτους μέλους, και κατά ποιας πράξεως ή παραλείψεως καταλογιστέας στο οικείο κράτος μέλος πρέπει να κινηθεί η διαδικασία αυτή. Επομένως, μπορεί να ζητήσει από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει παράβαση η οποία συνίσταται στο ότι δεν επιτεύχθηκε, σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, το επιδιωκόμενο από την οδηγία αποτέλεσμα» (7).
66 Η κατάσταση που αποτελεί αντικείμενο της παρούσας υποθέσεως περιγράφεται ως ακολούθως στο υπόμνημα αντικρούσεως της Ιταλικής Κυβερνήσεως: «η κοιλάδα του San Rocco βρίσκεται στο πίσω μέρος αστικής (8) περιοχής του δήμου της Νεαπόλεως. Η κοιλάδα αυτή έχει τη διαμόρφωση φαραγγιού. Πράγματι, πρόκειται για βαθιά τομή του εδάφους που ακολουθεί μια ελικοειδή διαδρομή και είναι μήκους 6 χιλιομέτρων. Η κλίση μεταξύ του βάθους της κοιλάδας και της κορυφογραμμής ποικίλλει από 20 έως 30 μέτρα. Ένας ποταμός κυλά στο βάθος της κοιλάδας και τροφοδοτείται όχι από πηγές αλλά αποκλειστικά από όμβρια ύδατα (9) που συρρέουν από μια λεκάνη περίπου 10 km2. Στο τέλος της κοιλάδας, ο ποταμός δεν εισρέει σε άλλον ποταμό αλλά πίπτει πλήρως στην εκβολή του αποχετευτικού αγωγού του Δήμου της Νεαπόλεως».
67 Η ύπαρξη παράνομης απορρίψεως αποβλήτων και χειμάρρου που αποτελείται κατ' ουσίαν από ύδατα που προέρχονται από αποχετεύσεις νοσοκομείων και ιδιωτικών κατοικιών, στο έδαφος μεγάλης κατοικημένης περιοχής, αποτελεί κατάσταση ως προς την οποία είναι πλήρως κατανοητό ότι η Επιτροπή αισθάνεται υποχρεωμένη να αντιδράσει.
68 Περαιτέρω πρέπει τα επικρινόμενα πραγματικά περιστατικά να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της προβαλλομένης οδηγίας. Τούτο όμως αμφισβητείται εν μέρει από την Ιταλική Κυβέρνηση.
Εμπίπτουν στην οδηγία όλα τα επικρινόμενα περιστατικά;
69 Η Ιταλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή διαφωνούν ως προς το αν, πλέον των αντικειμένων που απορρίπτονται στον χώρο παράνομης απορρίψεως, η ύπαρξη του οποίου δεν αμφισβητείται, έχουν απορριφθεί άλλα απόβλητα υπό την έννοια της οδηγίας στην κοιλάδα.
70 Η Επιτροπή επικαλείται το γεγονός ότι οι ιταλικές αρχές έχουν αναγνωρίσει ότι βιολογικά και χημικά υλικά προερχόμενα από τη δεύτερη πολυκλινική έχουν απορριφθεί στην κοιλάδα αυτή κατά τον χρόνο απoστολής της αιτιολογημένης γνώμης.
71 Η Ιταλική Κυβέρνηση επιβεβαιώνει ότι οι ισχυρισμοί της Επιτροπής στηρίζονται αποκλειστικά σε πληροφορίες που η ίδια η Ιταλική Κυβέρνηση παρέσχε με την επιστολή που απηύθυνε στην Επιτροπή στις 28 Ιανουαρίου 1992. Οι πληροφορίες αυτές προέρχονται από έκθεση που συνέταξε ο Nucleo Operativo Ecologico dei Carabinieri (Πυρήνας οικολογικών παρεμβάσεων της Ιταλικής Ξωροφυλακής, στο εξής: NOE) (10). Με το πόρισμα αυτό όμως δεν εξακριβώνεται καμία ρύπανση προερχόμενη από απόβλητα, εκτός από τον χώρο της παράνομης απορρίψεως. Αντιθέτως, από το πόρισμα αυτό προκύπτει ότι «τα απορρίμματα των νοσοκομείων, μιας κλινικής και άλλων εγκαταστάσεων συρρέουν προς τον χείμαρρο της κοιλάδας». Επομένως, δεν πρόκειται για απόρριψη στερεών ή υγρών ουσιών που συνιστούν απόβλητα εφόσον η χρησιμοποίηση της εκφράσεως «συρρέουν» υποδεικνύει σαφώς ότι πρόκειται για λύματα που αποκλείονται του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας. Η Ιταλική Κυβέρνηση προσθέτει ότι τα σοβαρά περιβαλλοντικά προβλήματα που επηρέαζαν και επηρεάζουν πάντα ένα μέρος της κοιλάδας του San Rocco έγκεινται όχι μόνον σε απορρίψεις υδάτων αλλά και σε φαινόμενα υδρογεωλογικής επιδεινώσεως, που επίσης αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός ότι η απόφαση του δημοτικού συμβουλίου της Νεαπόλεως της 10ης Μαρτίου 1997 αποδεικνύει ότι τα αναγγελθέντα από το Υπουργείο Περιβάλλοντος μέτρα ήσαν ανεπαρκή είναι επίσης εσφαλμένος, εφόσον η απόφαση αυτή απλώς επιβεβαιώνει το πόρισμα του NOE, χωρίς να προσθέτει τίποτε.
72 Σύμφωνα με την Ιταλική Κυβέρνηση, το μόνο στοιχείο που τονίζει τη σχέση μεταξύ της καταστάσεως του περιβάλλοντος στην κοιλάδα του San Rocco και της επιτόπιας εφαρμογής της οδηγίας έγκειται στο γεγονός ότι ο χώρος της παράνομης απορρίψεως βρίσκεται στην περιοχή της κοιλάδας. Πάντως, όσον αφορά την παράνομη απόρριψη, το γεγονός αυτό καταλογίζεται σε ιδιώτες που έδρασαν κατά παράβαση των εθνικών διατάξεων θέσεως σε εφαρμογή της οδηγίας. Οι διατάξεις αυτές θα είχαν τύχει συγκεκριμένης εφαρμογής χάρη στα προαναφερθέντα μέτρα αναστολής της άδειας λειτουργίας. Σύμφωνα με την καθής κυβέρνηση, η αναστολή της άδειας λειτουργίας «εμποδίζει την εναπόθεση νέων απορριμμάτων στον χώρο παράνομης απορρίψεως και την περισυλλογή καθώς και κάθε επεξεργασία των ήδη απορριφθέντων εκεί απορριμμάτων».
73 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Επιτροπή παρατηρεί μόνον ότι «τα βιολογικά και χημικά υλικά που ρυπαίνουν την κοιλάδα δεν μπορούν ασφαλώς να εξομοιωθούν με τα λύματα», αλλά δεν προσκομίζει καμία απόδειξη βάσει της οποίας να μπορεί να αμφισβητηθεί ο ισχυρισμός της Ιταλικής Κυβερνήσεως ότι δεν πρόκειται για απόβλητα σε υγρή κατάσταση, αλλά για λύματα, που αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.
74 Τι αναφέρουν τα κρίσιμα συναφώς νομοθετικά κείμενα;
75 Το τροποποιηθέν άρθρο 2 της οδηγίας 75/442, που ταυτίζεται επί του σημείου αυτού με το άρθρο 2 της αρχικής οδηγίας, ορίζει ότι αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας «τα λύματα, εξαιρέσει των αποβλήτων σε υγρή κατάσταση».
76 Η οδηγία 91/271/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαου 1991, για την επεξεργασία των αστικών λυμάτων (11), ορίζει στο άρθρο 2 ότι νοούνται:
«1. "Αστικά λύματα" : τα οικιακά λύματα ή το μείγμα οικιακών με βιομηχανικά λύματα (12) ή/και όμβρια ύδατα.
2. "Οικιακά λύματα": τα λύματα από περιοχές κατοικίας και υπηρεσιών που προέρχονται κυρίως από τον ανθρώπινο μεταβολισμό και τις εμπορικές δραστηριότητες.
3. "Βιομηχανικά λύματα": οποιαδήποτε λύματα που απορρίπτονται από κτίρια και χώρους που χρησιμοποιούνται για οποιαδήποτε εμπορική ή βιομηχανική δραστηριότητα, και τα οποία δεν είναι οικιακά λύματα ή όμβρια ύδατα».
77 Το άρθρο 3 της οδηγίας αυτής ορίζει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε όλοι οι οικισμοί να διαθέτουν δίκτυα αποχέτευσης αστικών λυμάτων:
- ως τις 31 Δεκεμβρίου 2000 το αργότερο, για τους οικισμούς με ισοδύναμο πληθυσμό (ι.π.) άνω των 15 000 και
- ως τις 31 Δεκεμβρίου 2005 το αργότερο, για τους οικισμούς με ι.π. μεταξύ 2 000 και 15 000.
Για τα αστικά λύματα των οποίων η απόρριψη πραγματοποιείται σε ύδατα υποδοχής που θεωρούνται "ευαίσθητες ζώνες", σύμφωνα με το άρθρο 5, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να υπάρχουν δίκτυα αποχέτευσης το αργότερο έως τις 31 Δεκεμβρίου 1998 για τους οικισμούς με ι.π. άνω των 10 000».
78 Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, ακόμη και για τα μείγματα «οικιακών με βιομηχανικά λύματα» τα κράτη μέλη δεν είχαν υποχρέωση θεσπίσεως ενός συστήματος συλλογής πριν από την 31η Δεκεμβρίου 1988, δηλαδή ημερομηνία μεταγενέστερη της διαβιβάσεως της αιτιολογημένης γνώμης. Γι' αυτόν τον λόγο αναμφίβολα η Επιτροπή δεν επικαλέστηκε την οδηγία αυτή.
79 Ασφαλώς, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου (13), όταν η Επιτροπή έχει προσκομίσει επαρκή στοιχεία από τα οποία προκύπτει η παράβαση, το επίδικο κράτος μέλος δεν μπορεί απλώς να αρνηθεί την ύπαρξή τους, αλλά πρέπει να αμφισβητήσει, ουσιαστικώς και λεπτομερώς, τα προσκομισθέντα στοιχεία και τις επιπτώσεις τους, ειδάλλως τα προβαλλόμενα από την Επιτροπή πραγματικά περιστατικά πρέπει να θεωρηθούν ως δεδομένα.
80 Οι προϋποθέσεις αυτές πάντως δεν πληρούνται εν προκειμένω, εφόσον η Επιτροπή δεν προσκόμισε επαρκή στοιχεία για να αποδείξει ότι η πολυκλινική απέρριψε «απορρίμματα σε υγρή κατάσταση» και όχι, απλώς, «αστικά λύματα».
81 Αντιθέτως, η Επιτροπή, δεχόμενη, στο σημείο 11 της προσφυγής της, ότι «τα απορριφθέντα από τη δεύτερη πολυκλινική ύδατα κατευθύνονται στο εξής οριστικά προς τον αποχετευτικό αγωγό του Δήμου», αναγνωρίζει σιωπηρώς ότι πρόκειται σαφώς για λύματα.
82 Ασφαλώς, θα ήταν δελεαστική η επίκληση «του μεγάλου κινδύνου για τους γειτνιάζοντες πληθυσμούς», στον οποίο αναφέρεται το έγγραφο του Υπουργείου Περιβάλλοντος της 28ης Ιανουαρίου 1992, για να συναχθεί ότι δεν μπορεί να πρόκειται για απλές απορρίψεις λυμάτων. Από μια άλλη άποψη όμως είναι αναμφισβήτητο ότι η κοιλάδα του San Rocco, ακόμα και αν απορρίπτονται μόνον οικιακά λύματα, συνιστά ως εκ τούτου ένα είδος ανοιχτού αποχετευτικού αγωγού που δημιουργεί οπωσδήποτε κίνδυνο για τον πληθυσμό. Επιπλέον, δεν νομίζω ότι οι απορρίψεις μπορούν να χαρακτηρισθούν αλλιώς ανάλογα με τον βαθμό βλαβερότητάς τους. Ο χαρακτηρισμός τους ως λύματα ή απορρίμματα εξαρτάται εξ ολοκλήρου από τη φύση των επιδίκων απορρίψεων.
83 Συναφώς, θα μπορούσε να αναμένει κανείς εκ μέρους της Επιτροπής να υποβάλει στο Δικαστήριο φάκελο με ακριβή και αναμφισβήτητη περιγραφή των χημικών ουσιών που περιλαμβάνονται στις εν λόγω απορρίψεις. Αντιλαμβάνομαι πλήρως ότι τίθεται ένα πρόβλημα μεταξύ, αφενός, της αποστολής επιτηρήσεως που αναθέτει στην Επιτροπή το άρθρο 155 της Συνθήκης και, αφετέρου, των περιορισμένων μέσων που διαθέτει η Επιτροπή για να εκπληρώσει την αποστολή αυτή. Δεν μπορεί όμως να γίνεται επίκληση αυτής της ελλείψεως μέσων για να απαλλάσσεται η Επιτροπή από το βάρος αποδείξεως στο πλαίσιο προσφυγής λόγω παραβάσεως.
84 Η κατάσταση του περιβάλλοντος που δημιουργήθηκε από τις «απορρίψεις βιολογικών και χημικών υλικών» της πολυκλινικής δεν μπορεί επομένως να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής λόγω παραβάσεως, εφόσον δεν έχει αποδειχθεί αν αυτές οι απορρίψεις εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 75/442. Μπορεί μόνον να γίνει επίκληση της καταστάσεως που προκύπτει από την ύπαρξη του χώρου παράνομης απορρίψεως αποβλήτων.
Επί της αιτιάσεως που αντλείται από τη μη τήρηση των υποχρεώσεων που επιβάλλονται από το άρθρο 4 της οδηγίας 75/442
85 Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να κρίνει ότι, στο μέτρο που η Ιταλική Δημοκρατία δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσει ότι τα στερεά απόβλητα θα διατίθενται χωρίς να θέτουν σε κίνδυνο την υγεία του ανθρώπου και χωρίς να βλάπτουν το περιβάλλον, και κυρίως χωρίς να δημιουργούν κίνδυνο για το νερό, τον αέρα ή το έδαφος, ή για την πανίδα ή τη χλωρίδα, χωρίς να προκαλούν ενοχλήσεις θορύβου και οσμών, και χωρίς να επιφέρουν βλάβη στην τοποθεσία και στο τοπίο, το κράτος μέλος αυτό παρέβη το άρθρο 4 της οδηγίας 75/442 (ή το άρθρο 4 της οδηγίας 75/442, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156 η οποία επαναλαμβάνει κατ' ουσίαν το ίδιο περιεχόμενο).
86 Με την επιφύλαξη των κατωτέρω ως προς το τελευταίο εδάφιο του νέου άρθρου 4, μπορεί να θεωρηθεί ότι οι δύο διατυπώσεις κατ' ουσίαν ταυτίζονται.
87 Στη συνέχεια, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν τήρησε την υποχρέωση αποτελέσματος που της επιβάλλει το άρθρο αυτό.
88 Η Ιταλική Κυβέρνηση απαντά ότι το επιχείρημα αυτό είναι και απαράδεκτο, λόγω του ότι δεν προβλήθηκε με την προσφυγή, και έχει καταρριφθεί με την απόφαση Comitato di coordinamento per la difesa della Cava κ.λπ. (14). Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο προέβη σε διάκριση μεταξύ των προγραμματικών στόχων οι οποίοι προβλέπονται στο άρθρο 4 της οδηγίας και τους οποίους πρέπει να σέβονται τα κράτη μέλη και των υποχρεώσεων που πρέπει να εκπληρώνουν τα κράτη αυτά. Καταρχήν, από το μη συμβατό μιας πραγματικής καταστάσεως προς τους καθοριζόμενους στο άρθρο 4 της οδηγίας στόχους δεν μπορεί να συναχθεί αυτομάτως παράβαση των υποχρεώσεων που επιβάλλονται με το άρθρο αυτό.
89 Κατά την άποψή μου, η Ιταλική Κυβέρνηση αδίκως υποστηρίζει ότι, εν προκειμένω, πρόκειται για νέα αιτίαση. Από την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία, όλη η δράση της Επιτροπής βασίζεται στην άποψη ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν τήρησε τις υποχρεώσεις αποτελέσματος που θεσπίζονται με την οδηγία.
90 Αντιθέτως, πιστεύω ότι το επιχείρημα που αντλεί η Ιταλική Κυβέρνηση από την απόφαση Comitato di coordinamento per la difesa della Cava κ.λπ. είναι πειστικό. Πράγματι, μολονότι μπορεί να σκεφθεί κανείς, διαβάζοντας μεμονωμένα το άρθρο 4, ότι επιβάλλει στα κράτη μέλη ανεξάρτητη υποχρέωση αποτελέσματος, δεν πρόκειται περί αυτού. Στη σκέψη 12 της αποφάσεως αυτής, το Δικαστήριο πράγματι έκρινε ότι:
«Εάν θεωρηθεί μέσα στο γενικότερο πλαίσιό του, το άρθρο 4 της οδηγίας, το οποίο ουσιαστικά επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της τρίτης αιτιολογικής της σκέψεως, έχει προγραμματικό χαρακτήρα και εξαγγέλλει τους στόχους τους οποίους οφείλουν να επιδιώκουν τα κράτη μέλη κατά την εκτέλεση των ειδικοτέρων υποχρεώσεων που τους επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 5 έως 11 της οδηγίας ως προς τον σχεδιασμό, την επίβλεψη και τον έλεγχο των ενεργειών διαθέσεως των αποβλήτων».
91 Στη σκέψη 14, η απόφαση συνεχίζει:
«Συνεπώς, η εν λόγω διάταξη πρέπει να θεωρηθεί ότι καθορίζει το πλαίσιο εντός του οποίου πρέπει να αναπτύσσεται η δραστηριότητα των κρατών μελών ως προς το ζήτημα της επεξεργασίας των αποβλήτων και όχι ότι επιβάλλει καθεαυτή την υιοθέτηση συγκεκριμένων μέτρων (...)».
92 Το συμπέρασμα που προκύπτει από τα δύο αυτά αποσπάσματα είναι σαφές: το άρθρο 4 δεν μπορεί να αποτελεί μόνο του τη βάση παραβάσεως της οδηγίας. Για να συμβαίνει αυτό, πρέπει συγχρόνως να μπορεί να διαπιστωθεί παράβαση άλλης πιο συγκεκριμένης διατάξεως.
93 Είναι αληθές ότι στην προαναφερθείσα απόφαση το Δικαστήριο ερμήνευσε το άρθρο 4 ως αρχικώς είχε και το άρθρο αυτό συμπληρώθηκε το 1991 με την ακόλουθη φράση:
«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν εξάλλου τα αναγκαία μέτρα για την απαγόρευση της εγκαταλείψεως, της απορρίψεως και της ανεξέλεγκτης διαθέσεως των αποβλήτων».
Τούτο συνιστά υποχρέωση βαίνουσα πέραν του καθορισμού ενός στόχου.
94 Εντούτοις, η Επιτροπή δεν προσήψε ρητώς στην Ιταλική Δημοκρατία ότι δεν θέσπισε τέτοια απαγόρευση. Επιπλέον, το γεγονός ότι ο Δήμος της Νεαπόλεως μπόρεσε να αναστείλει την άδεια λειτουργίας του χώρου παράνομης απορρίψεως αποδεικνύει ότι μπορούσε να στηριχθεί σε νομική βάση απαγορεύουσα την ανεξέλεγκτη εγκατάλειψη των απορριμμάτων.
Επί της αιτιάσεως που αντλείται από τη μη τήρηση των υποχρεώσεων που επιβάλλει το άρθρο 5 (ή το νέο άρθρο 6) της οδηγίας 75/442
95 Το άρθρο 5 της οδηγίας ορίζει ότι:
«Τα κράτη μέλη συνιστούν ή υποδεικνύουν την ή τις αρμόδιες αρχές τις επιφορτισμένες, εντός μιας καθoρισμένης ζώνης, να σχεδιάζουν, να οργανώνουν, να επιτρέπουν και να επιβλέπουν τις εργασίες διαθέσεως των στερεών αποβλήτων».
96 Το νέο άρθρο 6, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 5, έχει ως εξής:
«Τα κράτη μέλη συνιστούν ή ορίζουν αρμόδια αρχή ή αρχές που είναι επιφορτισμένες με την υλοποίηση της παρούσας οδηγίας».
97 Με την προσφυγή της, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις της στο μέτρο που, όσον αφορά την κοιλάδα του San Rocco, «οι αρμόδιες αρχές, που καθορίστηκαν σύμφωνα με το άρθρο 5 της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ (ή το άρθρο 6 της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156/ΕΟΚ που επαναλαμβάνει κατά το ουσιώδες μέρος το περιεχόμενό της), δεν εκπλήρωσαν τις υποχρεώσεις τους σε θέματα οργανώσεως, εγκρίσεως και επιβλέψεως των εργασιών διαθέσεως των αποβλήτων στην εν λόγω περιοχή, κατά παράβαση του άρθρου 5 της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ (άρθρο 6 της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156/ΕΟΚ)».
98 Η Επιτροπή εξηγεί περαιτέρω ότι κρίνει θετική τη δράση προγραμματισμού που αναλήφθηκε στο γενικότερο πλαίσιο σχεδίου διαχειρίσεως που ανακοινώθηκε από τις ιταλικές αρχές στις 2 Ιανουαρίου 1997 και φρονεί, κατά συνέπεια, ότι η μη τήρηση των υποχρεώσεων προγραμματισμού, για την οποία είχε διατυπωθεί αιτίαση με την αιτιολογημένη γνώμη της 5ης Ιουλίου 1996, έπαυσε.
99 Συγκρίνοντας τα προαναφερθέντα άρθρα 5 και 6, διαπιστώνεται ότι το μόνο κοινό σημείο τους είναι το ότι επιβάλλεται στα κράτη μέλη να καθορίζουν ή να υποδεικνύουν μια «αρμόδια αρχή». Για τους προεκτεθέντες λόγους ως προς το παραδεκτό της παρούσας προσφυγής, η υποχρέωση αυτή, συνεπώς, είναι η μόνη ως προς την οποία μπορεί παραδεκτώς να προσαφθεί στην Ιταλική Δημοκρατία ότι δεν συμμορφώθηκε. Από τον τρόπο όμως που η Επιτροπή διατύπωσε την προσφυγή της προκύπτει ότι η Ιταλική Δημοκρατία συμμορφώθηκε προς την υποχρεώση αυτή. Επομένως, νομίζω ότι η αιτίαση αυτή καταρρίπτεται από μόνη της.
100 Στηριζόμενη όμως στη διατύπωση του παλαιού άρθρου 5, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι οι «αρμόδιες αρχές» δεν τήρησαν τις υποχρεώσεις αποτελέσματος σε θέματα οργανώσεως, εγκρίσεως και επιβλέψεως των εργασιών διαθέσεως των αποβλήτων που συνεπάγονται επίσης από τα άρθρα 5 και 6. Παρά την πεποίθησή μου ότι η Επιτροπή σφάλλει επ' αυτού, θα εξετάσω σύντομα το βάσιμο των συναφών ισχυρισμών της.
101 Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι ο χώρος παράνομης απορρίψεως συνέχισε να δέχεται απόβλητα παρά την αναστολή της αδείας λειτουργίας του το 1990, εφόσον από την απάντηση της Ιταλικής Κυβερνήσεως στην αιτιολογημένη γνώμη προκύπτει ότι, τον Σεπτέμβριο του 1996, ο εν λόγω χώρος παράνομης απορρίψεως αποτέλεσε αντικείμενο νέας αναστολής της αδείας λειτουργίας. Τούτο καταδεικνύει σαφώς τον αναποτελεσματικό χαρακτήρα των ληφθέντων μέτρων. Αφετέρου, αυτά τα μέτρα αναστολής της αδείας λειτουργίας είναι ανεπαρκή εφόσον, λόγω της υποχρεώσεως αποτελέσματος που επιβάλλεται με την οδηγία, η Ιταλική Δημοκρατία υποχρεούται όχι μόνον να επιβάλει κυρώσεις για τις καταχρήσεις, αλλά και να αποκαταστήσει μια υγιή κατάσταση του περιβάλλοντος, συνάδουσα προς το κοινοτικό δίκαιο.
102 Η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η αιτίαση αυτή δεν είναι βάσιμη για τους ακόλουθους λόγους. Πρώτον, οι επικληθείσες διατάξεις προβλέπουν μόνον υποχρέωση καθορισμού των αρχών που είναι επιφορτισμένες με διοικητικά καθήκοντα σε θέματα διαχειρίσεως αποβλήτων. Η Ιταλική Δημοκρατία έχει τηρήσει την υποχρέωση αυτή μεταφέροντας την οδηγία στο εσωτερικό δίκαιο. Δεύτερον, η τήρηση της προβαλλομένης υποχρεώσεως δεν μπορεί να εκτιμηθεί από μια μόνον ιδιαίτερη περίπτωση. Τέλος, η Επιτροπή, για να αποδείξει την παράβαση, στηρίχθηκε σε μη αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά.
103 Εφόσον κατέληξα ανωτέρω στο συμπέρασμα ότι οι απορρίψεις βιολογικών και χημικών υλικών δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 75/442, η αιτίαση σχετικά με τα άρθρα 5 και 6 περιορίζεται, κατά τη γνώμη μου, στο ζήτημα αν η ύπαρξη μόνον του χώρου παράνομης απορρίψεως μπορεί να αποδείξει ότι οι εν λόγω αρχές δεν τήρησαν τις υποχρεώσεις τους οργανώσεως, εγκρίσεως και επιβλέψεως των εργασιών διαθέσεως των αποβλήτων. Κατά τη γνώμη μου, τούτο δεν συμβαίνει εν προκειμένω.
104 Η Επιτροπή δεν απέδειξε κι ούτε καν ισχυρίστηκε ότι δεν υφίσταται στη Νεάπολη δημόσια υπηρεσία περισυλλογής απορριμμάτων και αποβλήτων. Δεν ισχυρίστηκε εξάλλου ότι η δημιουργία χώρων παράνομων απορρίψεων αποβλήτων απαγορεύεται στην πόλη αυτή. Το γεγονός ότι ανεστάλη η άδεια λειτουργίας του χώρου απορρίψεως και κινήθηκαν ποινικές διώξεις κατά του υπευθύνου αποδεικνύει, αντιθέτως, ότι υφίστανται οι απαραίτητες νομικές βάσεις.
105 Η ενδεχόμενη μη τήρηση των υποχρεώσεων της αρμόδιας αρχής σε θέματα «εγκρίσεως» δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εφόσον δεν είχε χορηγηθεί καμία άδεια.
106 Τέλος, η υποχρέωση «επιβλέψεως» μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να αφορά μόνον τις νόμιμες εργασίες διαθέσεως αποβλήτων. Η δραστηριότητα παράνομης απορρίψεως δεν μπορεί, εξ ορισμού, να αποτελέσει αντικείμενο «επιβλέψεως» της αρχής που έχει συσταθεί βάσει του άρθρου 5 (παλαιού) ή του άρθρου 6 (νέου) της οδηγίας.
107 Επομένως, το πρόβλημα περιορίζεται στο ζήτημα αν η αρμόδια αρχή επέδειξε την απαιτούμενη επιμέλεια ή αποτελεσματικότητα για να σταματήσει η εναπόθεση αποβλήτων στην κοιλάδα. Το ζήτημα αυτό όμως εμπίπτει στην αιτίαση που αντλείται από τα άρθρα 7 (παλαιό) και 8 (νέο) της οδηγίας που θα εξεταστεί κατωτέρω.
108 Συνεπώς, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η αιτίαση αυτή δεν είναι βάσιμη, ακόμα και στην υποθετική περίπτωση που γίνει δεκτό ότι τα άρθρα 5 (παλαιό) και 6 (νέο) δημιουργούν υποχρεώσεις βαίνουσες πέραν του καθορισμού της «αρμόδιας αρχής».
Επί της αιτιάσεως που αντλείται από τη μη τήρηση των υποχρεώσεων που επιβάλλονται από το άρθρο 10 (παλαιό) ή το άρθρο 13 (νέο) της οδηγίας 75/442
109 Η Επιτροπή θεωρεί ότι:
«Οι αρμόδιες αρχές δεν τήρησαν την υποχρέωση επιβλέψεως των επιχειρήσεων που εξασφαλίζουν τη μεταφορά, την περισυλλογή, την εναποθήκευση, την απόθεση ή την επεξεργασία των δικών τους στερεών αποβλήτων ή που περισυλλέγουν ή μεταφέρουν για λογαριασμό τρίτων στερεά απόβλητα, κατά παράβαση του άρθρου 10 της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ (ή του άρθρου 13 της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156/ΕΟΚ, η οποία επαναλαμβάνει τις διατάξεις αυτές κατά το ουσιώδες μέρος τους)».
110 Η διατύπωση της αιτιάσεως αυτής επαναλαμβάνει το κείμενο του παλαιού άρθρου 10. Το νέο άρθρο 13 ορίζει ότι: «Οι εγκαταστάσεις ή οι επιχειρήσεις που αναλαμβάνουν τις εργασίες που προβλέπονται στα άρθρα 9 έως 12 υπόκεινται στους προσήκοντες περιοδικούς ελέγχους από τις αρμόδιες αρχές».
111 Από τα άρθρα 9 έως 12 (νέα) δεν προκύπτει ότι υφίσταται ουσιώδης διαφορά μεταξύ του άρθρου 10 και του άρθρου 13.
112 Σύμφωνα με την Ιταλική Κυβέρνηση, η αιτίαση αυτή στερείται ερείσματος, μεταξύ άλλων, διότι το άρθρο 10 προβλέπει επίβλεψη όσον αφορά τα πρόσωπα στα οποία έχει δοθεί άδεια να πραγματοποιούν τα διάφορα στάδια της διαχειρίσεως των αποβλήτων. Η Επιτροπή όμως δεν απέδειξε ότι τα πρόσωπα που υπόκεινται στην επίβλεψη αυτή ήσαν υπεύθυνα για τη δημιουργία του χώρου παράνομης απορρίψεως.
113 Με το υπόμνημα απαντήσεως, η Επιτροπή δέχεται ότι δεν «μπορεί να αποδείξει συγκεκριμένα ότι οι ιδιώτες που χρησιμοποίησαν τον μη επιτρεπόμενο χώρο απορρίψεως πρέπει να υπόκεινται στην προβλεπόμενη με τον κανόνα αυτό επίβλεψη. Παρ' όλ' αυτά δύσκολα γίνεται πιστευτό ότι τα απόβλητα δεν προέρχονται, τουλάχιστον εν μέρει, από αυτούς τους ιδιώτες».
114 Συναφώς, νομίζω ότι αρκεί να υπενθυμιστεί η πάγια νομολογία (15) που αφορά το βάρος αποδείξεως στο πλαίσιο προσφυγής λόγω παραβάσεως και σύμφωνα με την οποία η Επιτροπή «πρέπει να προσκομίζει στο Δικαστήριο τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για την εξακρίβωση εκ μέρους της της υπάρξεως της παραβάσεως αυτής, χωρίς να μπορεί να στηριχθεί σε οποιαδήποτε υπόθεση».
115 Επομένως, εφόσον δεν υπάρχουν στοιχεία αποδεικνύοντα ότι τα απορριφθέντα παρανόμως απόβλητα προέρχονταν από επιχειρήσεις, που υπόκεινταν στην προβλεπόμενη στο άρθρο 10 επίβλεψη, πρέπει να θεωρήσω ότι η αιτίαση αυτή δεν είναι βάσιμη.
Επί της αιτιάσεως που αντλείται από τη μη τήρηση των υποχρεώσεων που επιβάλλονται με το άρθρο 7 (παλαιό) ή το άρθρο 8, πρώτη περίπτωση (νέο), της οδηγίας 75/442
116 Σύμφωνα με την Επιτροπή, η Ιταλική Δημοκρατία «δεν θέσπισε τις αναγκαίες διατάξεις ώστε, όσον αφορά ένα λατομείο πορώδους εδάφους εντός της ζώνης της κοίτης του χειμάρρου San Rocco, το οποίο στο παρελθόν είχε χρησιμεύσει παρανόμως στην απόρριψη αποβλήτων, ο έχων την εκμετάλλευση του λατομείου να παραδώσει τα απόβλητα σε ιδιωτικό ή δημόσιο φορέα συλλογής ή σε επιχείρηση που διεξάγει τις εργασίες διαθέσεως των αποβλήτων, κατά παράβαση του άρθρου 7, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ (ή του άρθρου 8, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 91/156/ΕΟΚ, που επαναλαμβάνει τις διατάξεις αυτές κατά το ουσιώδες μέρος τους)».
117 Η αιτίαση αυτή επαναλαμβάνει το κείμενο του άρθρου 7. Το νέο άρθρο 8, αντί της εκφράσεως «επιχείρηση που διεξάγει εργασίες διαθέσεως αποβλήτων», χρησιμοποιεί την έκφραση «επιχείρηση που διεξάγει τις εργασίες που προβλέπονται στο παράρτημα II A ή II B». Συνεπώς, μπορεί να θεωρηθεί ότι οι δύο διατάξεις ταυτίζονται.
118 Η Επιτροπή τονίζει ότι δεν προκύπτει ότι οι ιταλικές αρχές έλαβαν τα αναγκαία μέτρα για να υποχρεώσουν τον έχοντα την εκμετάλλευση του χώρου της παράνομης απορρίψεως να παραδώσει τα απόβλητα σε ιδιωτικό ή δημόσιο φορέα συλλογής ή σε επιχείρηση που διεξάγει εργασίες διαθέσεως των αποβλήτων. Συνεπώς, η Ιταλική Δημοκρατία δεν συμμορφώθηκε προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 7, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 75/442.
119 Η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η αιτίαση αυτή δεν είναι βάσιμη. Σύμφωνα με την Ιταλική Κυβέρνηση, το γεγονός ότι το λατομείο έχει χρησιμοποιηθεί παρανόμως για απόρριψη αποβλήτων δεν αποδεικνύει ότι η Ιταλική Δημοκρατία παραβίασε την εν λόγω διάταξη, αλλά μόνον ότι παραβιάστηκαν οι ιταλικοί συναφείς κανόνες. Αναστέλλοντας την άδεια λειτουργίας του χώρου παράνομης απορρίψεως, οι ιταλικές αρχές έλαβαν τα αναγκαία μέτρα για να θέσουν τέρμα στην κατάχρηση.
120 Πάντως, νομίζω ότι δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι ο έχων την εκμετάλλευση του χώρου της παράνομης απορρίψεως, δεχόμενος τα απόβλητα στον χώρο αυτό, καθίσταται κάτοχος των αποβλήτων αυτών. Επομένως, το άρθρο 7 επιβάλλει στην Ιταλική Δημοκρατία μια συγκεκριμένη υποχρέωση, δηλαδή να θεσπίσει, ως προς τον έχοντα αυτή την εκμετάλλευση, από τη στιγμή που έλαβε γνώση της υπάρξεως της παράνομης απορρίψεως και εφόσον το επιτρέπουν οι επιταγές της ποινικής δικονομίας, τις αναγκαίες διατάξεις ώστε τα απόβλητα που έχουν αποβληθεί παρανόμως να παραδοθούν σε ιδιωτικό ή δημόσιο φορέα συλλογής ή σε επιχείρηση που διεξάγει εργασίες διαθέσεως αποβλήτων, εάν ο έχων αυτή την εκμετάλλευση δεν μπορεί ο ίδιος να εξασφαλίσει την αξιοποίηση της διάθεσης των αποβλήτων.
121 Διατάσσοντας μόνον την αναστολή της αδείας λειτουργίας του χώρου παράνομης απορρίψεως και κινώντας ποινική διαδικασία κατά του έχοντος την εκμετάλλευση του χώρου της εν λόγω παράνομης απορρίψεως, η Ιταλική Δημοκρατία δεν τήρησε τη συγκεκριμένη υποχρέωση που της επιβάλλει το άρθρο 7 (παλαιό) το άρθρο 8 (νέο) της οδηγίας 75/442.
Επί των δικαστικών εξόδων
122 Ακόμη και αν καταλήξω στο συμπέρασμα ότι μόνον ένας από τους λόγους που προβάλλει η Επιτροπή μπορεί να γίνει δεκτός, προτείνω η καθής να καταδικαστεί στο σύνολο των δικαστικών εξόδων. Πράγματι, από τον φάκελο της υποθέσεως προκύπτει ότι η διαδικασία που κίνησε η Επιτροπή έπαιξε σημαίνοντα ρόλο για τη λήψη, εκ μέρους της Ιταλικής Δημοκρατίας, σειράς μέτρων για την αποκατάσταση μιας εξόχως κρίσιμης καταστάσεως από απόψεως προστασίας του περιβάλλοντος.
Συμπέρασμα
Κατόπιν της αναλύσεως αυτής, προτείνω στο Δικαστήριο:
- να διαπιστώσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, μη λαμβάνοντας τα αναγκαία μέτρα ώστε τα απορριφθέντα παρανόμως απόβλητα να παραδοθούν σε ιδιωτικό ή δημόσιο φορέα συλλογής ή σε επιχείρηση που διεξάγει εργασίες διαθέσεως των αποβλήτων, παρέβη τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 7 της αρχικής οδηγίας ή το άρθρο 8 της τροποποιημένης οδηγίας 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων·
- να απορρίψει την προσφυγή κατά τα λοιπά·
- να καταδικάσει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
(1) - ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 86.
(2) - ΕΕ L 78, σ. 32.
(3) - Συναφώς, η Επιτροπή αναφέρει την απόφαση της 28ης Μαρτίου 1985, 274/83, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1985, σ. 1077).
(4) - Υπόθεση C-105/91, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 1992, σ. I-5871).
(5) - Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 20ής Φεβρουαρίου 1986, 309/84, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1986, σ. 599)· της 28ης Απριλίου 1993, C-306/91, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1993, σ. I-2133), και της 12ης Ιανουαρίου 1994, C-296/92, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1994, σ. I-1).
(6) - Υπόθεση C-45/91, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 1992, σ. I-2509).
(7) - Υπόθεση της 11ης Αυγούστου 1995, C-431/92, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1995, σ. I-2189, σκέψη 22), η υπογράμμιση δική μου.
(8) - Η υπογράμμιση δική μου.
(9) - Η υπογράμμιση δική μου.
(10) - Πρόκειται για ειδικό οργανισμό επιφορτισμένο με αποστολή ερευνών και διαπιστώσεως παραβάσεων στον τομέα του περιβάλλοντος.
(11) - ΕΕ L 135, σ. 40.
(12) - Η υπογράμμιση δική μου.
(13) - Απόφαση της 22ης Σεπτεμβρίου 1988, 272/86, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 1988, σ. 4875).
(14) - Απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1994, C-236/92 (Συλλογή 1994, σ. I-483).
(15) - Βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 25ης Μαου 1982, 96/81, Επιτροπή κατά Κάτω Ξωρών (Συλλογή 1982, σ. 1791).
Full & Egal Universal Law Academy