Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Ι - Εισαγωγή
1 Το προδικαστικό ερώτημα της υπό κρίση υποθέσεως ανέκυψε στο πλαίσιο ποινικής δίκης κατά των Massimo και Paolo Romanelli, κατηγορουμένων ότι αποδέχθηκαν παρανόμως καταθέσεις του αποταμιευτικού κοινού, και αφορά την ερμηνεία της εννοίας «καταθέσεις» κατά το κοινοτικό τραπεζικό δίκαιο.
ΙΙ - Το νομικό και πραγματικό πλαίσιο
2 Η τέταρτη και η πέμπτη αιτιολογική σκέψη της πρώτης οδηγίας 77/780/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1977, περί του συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη και την άσκηση της δραστηριότητας πιστωτικού ιδρύματος (1) (στο εξής: πρώτη οδηγία), προβλέπουν:
«ότι τα μέτρα συντονισμού στον τομέα των πιστωτικών ιδρυμάτων πρέπει, τόσο για την προστασία της αποταμιεύσεως όσο και για τη δημιουργία ίσων όρων ανταγωνισμού μεταξύ αυτών των ιδρυμάτων, να εφαρμοσθούν στο σύνολό τους· (...)
ότι είναι από τώρα απαραίτητο το πεδίο εφαρμογής των ενεργειών συντονισμού να είναι όσο το δυνατόν ευρύτερο και να περιλαμβάνει όλα τα πιστωτικά ιδρύματα, η δραστηριότης των οποίων συνίσταται στη συγκέντρωση από το κοινό επιστρεπτέων κεφαλαίων, τόσο υπό μορφή καταθέσεων, όσο και υπό άλλες μορφές, όπως είναι η διαρκής έκδοση ομολόγων και άλλων παρεμφερών τίτλων, καθώς και στη χορήγηση πιστώσεων για ίδιο λογαριασμό· (...)».
Το άρθρο 1 της πρώτης οδηγίας ορίζει ως πιστωτικό ίδρυμα «επιχείρηση, η δραστηριότητα της οποίας συνίσταται στο να δέχεται καταθέσεις από το κοινό ή άλλα επιστρεπτέα κεφάλαια και να χορηγεί πιστώσεις για λογαριασμό της».
3 Η δεύτερη οδηγία 89/646/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1989, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη και άσκηση δραστηριότητας πιστωτικού ιδρύματος και για την τροποποίηση της οδηγίας 77/780/ΕΟΚ (2) (στο εξής: δεύτερη οδηγία), παραπέμπει, με το άρθρο 1, παράγραφος 1, αυτής, όσον αφορά τον ορισμό του πιστωτικού ιδρύματος, στον ορισμό της πρώτης οδηγίας. Το άρθρο 3 αυτής ορίζει τα ακόλουθα:
«Τα κράτη μέλη απαγορεύουν σε πρόσωπα ή επιχειρήσεις που δεν είναι πιστωτικά ιδρύματα να ασκούν, κατ' επάγγελμα, τη δραστηριότητα της αποδοχής καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων από το κοινό. Η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει για την αποδοχή καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων από ένα κράτος μέλος, από τις περιφερειακές ή τοπικές αρχές ενός κράτους μέλους ή από δημόσιους διεθνείς οργανισμούς στους οποίους είναι μέλη ένα ή περισσότερα κράτη μέλη καθώς και για τις περιπτώσεις που αναφέρονται ρητά από τις εθνικές ή κοινοτικές νομοθεσίες, υπό την προϋπόθεση ότι οι δραστηριότητες αυτές υπόκεινται σε κανόνες και ελέγχους που αφορούν την προστασία των καταθετών και των επενδυτών και εφαρμόζονται στις περιπτώσεις αυτές.»
4 Η δεύτερη οδηγία μεταφέρθηκε στην Ιταλία με το νομοθετικό διάταγμα 385, της 1ης Σεπτεμβρίου 1993 (στο εξής: διάταγμα). Το άρθρο 11 του διατάγματος ορίζει ως «αποδοχή καταθέσεων» την «κτήση κεφαλαίων με υποχρέωση επιστροφής, είτε υπό μορφή καταθέσεων είτε υπό άλλη μορφή». Το άρθρο 130 του διατάγματος θέτει σε εφαρμογή το άρθρο 3 της δεύτερης οδηγίας, χαρακτηρίζοντας ως έγκλημα την παράνομη αποδοχή των καταθέσεων του αποταμιευτικού κοινού, έγκλημα για το οποίο κατηγορούνται ενώπιον του Tribunale civile e penale di Firenze (στο εξής: εθνικό δικαστήριο) οι Massimo και Paolo Romanelli (στο εξής: κατηγορούμενοι). Διώκονται λόγω της ιδιότητάς τους ως νομίμων εκπροσώπων της εταιρίας Romanelli Finanzaria SpA.
5 Όπως διευκρινίζει με τη διάταξή του περί παραπομπής το εθνικό δικαστήριο, στοιχειοθετεί έγκλημα:
«α) Η έκδοση τίτλων ενεγγύων πιστώσεων συνισταμένων στην πώληση σε τρίτους ενός πιστωτικού τίτλου και την παράλληλη εξαγορά του σε τιμή αυξημένη κατά τους συμφωνημένους τόκους,
β) η έκδοση warrants, ήτοι τίτλων παρεχόντων προνομιακό δικαίωμα εκλογής για την αγορά ομολογιών εκδιδομένων από την εταιρία Romanelli Finanzaria SpA».
Το εθνικό δικαστήριο προσθέτει ότι: «οι επίδικοι τίτλοι ενεγγύων πιστώσεων και οι warrants επί ομολογιών (...) δεν είναι χρηματοοικονομικά προϋόντα λόγω της φύσεώς τους αλλά αποκλειστικά και μόνο λόγω συμφωνίας». Διευκρινίζει ότι η έννοια της αποδοχής καταθέσεων, όπως παρατίθεται στο διάταγμα, επιδέχεται δύο ερμηνείες: είτε «κατά συσταλτική ερμηνεία (...), αφορά αποκλειστικά τα χρηματοοικονομικά προϋόντα που συνδέονται, λόγω της φύσεώς τους, με υποχρέωση επιστροφής», είτε «κατά διασταλτική ερμηνεία (...), περιλαμβάνει επιπλέον και τα χρηματοοικονομικά προϋόντα, το ζήτημα της επιστροφής των οποίων είναι απόρροια ρητής συμβάσεως». Για την άρση των αμφισβητήσεων επί της ακριβούς εννοίας κατά το διάταγμα, το εθνικό δικαστήριο υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα επί της ερμηνείας της δεύτερης οδηγίας:
«Ερωτάται αν η έκφραση "επιστρεπτέα κεφάλαια" της οδηγίας 89/646/ΕΟΚ, της 15ης Δεκεμβρίου 1989, αναφέρεται αποκλειστικώς στα χρηματοοικονομικά προϋόντα, ίδιο χαρακτηριστικό γνώρισμα των οποίων είναι η υποχρέωση επιστροφής τους, ή αν η έκφραση αυτή αναφέρεται και στα χρηματοοικονομικά εκείνα προϋόντα τα οποία, μολονότι δεν διαθέτουν το ίδιο αυτό χαρακτηριστικό γνώρισμα, αποτελούν αντικείμενο συμφωνίας προβλέπουσας την επιστροφή των καταβληθέντων ποσών.»
ΙΙΙ - Παρατηρήσεις
6 Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν οι κατηγορούμενοι, η Αυστριακή Δημοκρατία, το Βασίλειο του Βελγίου, η Φινλανδική Δημοκρατία και η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων. Προφορικώς ανέπτυξαν τις παρατηρήσεις τους οι εκπρόσωποι των κατηγορουμένων και της Επιτροπής.
7 Οι κατηγορούμενοι τάσσονται υπέρ της συσταλτικής ερμηνείας, η οποία περιορίζει το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3 της δεύτερης οδηγίας αποκλειστικά και μόνο στα προϋόντα, χαρακτηριστικό γνώρισμα των οποίων είναι η υποχρέωση επιστροφής. Τα «λοιπά επιστρεπτέα κεφάλαια», για τα οποία γίνεται λόγος στο άρθρο 3, πρέπει, κατ' αυτούς, να σημαίνουν επιστρεπτέα κεφάλαια παρεμφερή προς τις καταθέσεις. Οι δύο οδηγίες αφορούν την προστασία του αποκαλούμενου πιστωτικού και όχι του επιχειρηματικού κεφαλαίου. Το πιστωτικό κεφάλαιο περιέρχεται εξ ορισμού κυρίως στις τράπεζες μέσω καταθέσεων, οι οποίες, ως εκ της φύσεώς τους, είναι επιστρεπτέες. Αντίθετα, το επιχειρηματικό κεφάλαιο δεν επενδύεται με βάση την εγγυημένη επιστροφή του αλλά με σκοπό την επιδίωξη διά κερδοσκοπικών μέσων οφέλους.
8 Η Βελγική, η Αυστριακή και η Φινλανδική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, υποστηρίζουν από κοινού ότι το άρθρο 3 της δεύτερης οδηγίας πρέπει να ερμηνευθεί σε σχέση με τη φύση της συναφούς πράξεως στο σύνολό της. Θα έπρεπε να περιλαμβάνει, ανεξαρτήτως ερμηνείας, οποιαδήποτε πράξη ενέχουσα υποχρέωση επιστροφής των επενδυμένων κεφαλαίων. Το γεγονός ότι η υποχρέωση αυτή μπορεί να είναι απόρροια συμβάσεως, τύποις διακριτέας από το εν λόγω χρηματοοικονομικό προϋόν, είναι αλυσιτελές. Οι δύο οδηγίες πρέπει να τύχουν κοινής προσεγγίσεως (3). Ο ορισμός των καταθέσεων και άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων ενέχει ως εκ τούτου κεφαλαιώδη σημασία για τον ορισμό του πιστωτικού ιδρύματος σύμφωνα με αμφότερες τις οδηγίες. Το αντικείμενο των οδηγιών έγκειται, αφενός, στην προστασία της αποταμιεύσεως (4)· η επίτευξη του στόχου αυτού απαιτεί μέτρα ευρείας εμβέλειας, όπως αναφέρουν οι χρησιμοποιούμενοι όροι και η απαρίθμηση των χρηματοοικονομικών προϋόντων με την πέμπτη αιτιολογική σκέψη της πρώτης οδηγίας και με το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 94/19 (5). Τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα επινοούν αδιαλείπτως νέα προϋόντα και συνδυασμούς προϋόντων προκειμένου να προσελκύσουν επενδυτές. Αν γινόταν δεκτή η συσταλτική ερμηνεία, οι εν λόγω πρωτοβουλίες θα μπορούσαν να μην υπάγονται στη δεύτερη οδηγία μέσω της επινοήσεως πράξεων αποταμιεύσεως των οποίων οι συναφείς με την κατάθεση και την επιστροφή υποχρεώσεις θα ήσαν κατατμημένες μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προϋόντων ή συμβάσεων. Αυτό θα μπορούσε να στρεβλώσει τον ανταγωνισμό και να θέσει σε κίνδυνο τις καταθέσεις των αποταμιευτών.
9 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η έκδοση των επιδίκων ενεγγύων τίτλων δεν χωρεί αμφιβολία ότι αποτελεί μορφή αποδοχής επιστρεπτέων κεφαλαίων εφόσον αυτά μπορούν να εξαγοραστούν οποτεδήποτε σε τιμή περιλαμβάνουσα, εκτός του αρχικού ποσού, και τους τόκους (6). Αφετέρου, υποστηρίζει ότι η έκδοση των warrants, ήτοι των τίτλων που παρέχουν προνομιακό δικαίωμα εκλογής για την αγορά ομολογιών υπό προθεσμία και σε καθορισμένη τιμή, δεν θα έπρεπε κατά κανόνα να αποτελεί αποδοχή επιστρεπτέων κεφαλαίων. Πάντως, αν η αξία των warrants καθοριζόταν κατά τρόπον ώστε ο αγοραστής να οδηγείται αναπόφευκτα στην άσκηση του προνομιακού δικαιώματός του να αγοράσει ομολογίες, στην περίπτωση αυτή η σχετική πράξη θα ενέπιπτε στο άρθρο 3 της δεύτερης οδηγίας.
IV - Αξιολόγηση
10 Κατά την άποψή μου, δεν απαιτείται ευθέως η εξέταση του χαρακτήρα των μορφών επενδύσεων που προτείνουν οι κατηγορούμενοι. Το Δικαστήριο διαθέτει συναφώς ελάχιστα πληροφοριακά στοιχεία και το εθνικό δικαστήριο υπέβαλε ένα σαφώς διατυπωμένο ερώτημα αρχής, η απάντηση του οποίου, εφαρμοζόμενη επί των πραγματικών περιστατικών, θα έπρεπε να του επιτρέψει να αποφανθεί επί της ενώπιόν του αχθείσας διαφοράς.
11 Είναι σαφές ότι ένας από τους στόχους τόσο της πρώτης όσο και της δεύτερης οδηγίας είναι η προστασία των αποταμιευτών. Τούτο προκύπτει όχι μόνο από τη ρητή αναφορά στις προαναφερθείσες αιτιολογικές σκέψεις της πρώτης οδηγίας αλλά και από το σύστημα της ίδιας της δεύτερης οδηγίας, συμπεριλαμβανομένου του άρθρου 3. Τα πιστωτικά ιδρύματα υπόκεινται σε προϋποθέσεις που αφορούν την έγκριση και την άσκηση των δραστηριοτήτων τους που εγγυώνται ως ένα βαθμό την εναρμόνιση της προστασίας των καταθετών. Ειδικότερα, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η απαγόρευση του άρθρου 3 σχετικά με την αποδοχή από πρόσωπα ή επιχειρήσεις, πλην των πιστωτικών ιδρυμάτων, καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων του αποταμιευτικού κοινού υπόκειται σε μία εξαίρεση σε περιπτώσεις ρητώς προβλεπόμενες από την εθνική ή την κοινοτική νομοθεσία, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω δραστηριότητες διέπονται από ρυθμίσεις και ελέγχους με σκοπό την προστασία των καταθετών και επενδυτών.
12 Συμφωνώ με τους κατηγορουμένους ότι η απαγόρευση του άρθρου 3 της δεύτερης οδηγίας και ο ορισμός των πιστωτικών ιδρυμάτων του άρθρου 1 της πρώτης οδηγίας, με μνεία της αποδοχής των καταθέσεων και των λοιπών επιστρεπτέων κεφαλαίων, καθώς και της χορηγήσεως πίστεως, βρίσκουν έρεισμα, τόσον η πρώτη όσο και ο δεύτερος, σε σιωπηρή διάκριση μεταξύ πιστωτικού και επιχειρηματικού κεφαλαίου. Η εν λόγω διάκριση είναι απόρροια της επιταγής τα επενδυόμενα κεφάλαια να είναι επιστρεπτέα. Πλην όμως, δεν συμφωνώ με το συμπέρασμα των κατηγορουμένων ότι η διάκριση μεταξύ πιστωτικού και επιχειρηματικού κεφαλαίου μεταφράζεται στην πράξη, για τους σκοπούς των οδηγιών, σε περαιτέρω διάκριση μεταξύ χρηματοοικονομικών προϋόντων που είναι ως εκ της φύσεώς τους επιστρεπτέα και εκείνων που δεν είναι. Το αν συγκεκριμένη δραστηριότητα έγκειται στην «αποδοχή καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων από το κοινό» δεν πρέπει, κατ' εμέ, να εξαρτάται από τη μορφή του χρηματοοικονομικού προϋόντος που χρησιμοποιήθηκε αν οι πράξεις, στο σύνολό τους, γεννούν υποχρέωση επιστροφής κατόπιν σχετικής αιτήσεως ή σε συγκεκριμένη ημερομηνία ή σε ημερομηνία καθοριζόμενη από τον επενδυτή. Όπως επισήμαναν η Επιτροπή και τα κράτη μέλη που υπέβαλαν παρατηρήσεις, η πέμπτη αιτιολογική σκέψη της πρώτης οδηγίας δίδει έμφαση στην ανάγκη μέτρων με ευρύ πεδίο εφαρμογής προκειμένου να τύχει προστασίας η αποταμίευση. Επιπλέον, η αποτελεσματικότητα του άρθρου 3 της δεύτερης οδηγίας θα μπορούσε να τεθεί υπό αμφισβήτηση από τυχόν τυπολατρική επιμονή στο στοιχείο τα χρηματοοικονομικά προϋόντα που χρησιμοποιούνται σε πράξη, συνεπαγόμενη στην πραγματικότητα την αποδοχή καταθέσεων, να είναι ως εκ της φύσεώς τους επιστρεπτέα. Επομένως, το άρθρο 3 θα έπρεπε καταρχήν να τυγχάνει εφαρμογής οσάκις ένα πρόσωπο ή μια επιχείρηση που δεν είναι πιστωτικό ίδρυμα ασκεί υπό παρόμοιες περιστάσεις τη δραστηριότητα της αποδοχής κεφαλαίων από το κοινό.
V - Συμπέρασμα
13 Εν όψει της ανωτέρω εκτιμήσεως, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το Tribunale civile e penale di Firenze:
Το άρθρο 3 της δεύτερης οδηγίας 89/646/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1989, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη και άσκηση δραστηριότητας πιστωτικού ιδρύματος και για την τροποποίηση της οδηγίας 77/780/ΕΟΚ, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύει σε κάθε πρόσωπο ή επιχείρηση, πλην των πιστωτικών ιδρυμάτων, να ασκεί δραστηριότητες συνιστάμενες στην αποδοχή καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων από το κοινό ακόμη και όταν η υποχρέωση της επιστροφής προκύπτει όχι από τον εγγενή χαρακτήρα της υποχρεώσεως επιστροφής των χρησιμοποιηθέντων προϋόντων αλλά από σύμβαση.
(1) - ΕΕ ειδ. έκδ. 06/002, σ. 3.
(2) - ΕΕ L 386, σ. 1.
(3) - Η δεύτερη αιτιολογική σκέψη της δεύτερης οδηγίας αναφέρει ότι «η παρούσα οδηγία εντάσσεται στο ήδη ισχύον κοινοτικό δίκαιο που αποτελούν ιδίως η πρώτη οδηγία 77/780/ΕΟΚ (...)».
(4) - Τέταρτη αιτιολογική σκέψη της προαναφερθείσας πρώτης οδηγίας· απόφαση της 9ης Ιουλίου 1997 στην υπόθεση C-222/95, Parodi (Συλλογή 1997, σ. Ι-3899, σκέψεις 22 και 23)· βλ. επίσης την πρώτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 94/19/ΕΚ του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαου 1994, περί των συστημάτων εγγυήσεως των καταθέσεων (ΕΕ L 135, σ. 5), η οποία αναφέρεται στην ενίσχυση της προστασίας των καταναλωτών.
(5) - Παρατεθείσα στην υποσημείωση 4.
(6) - Βλ. άρθρο 12 της οδηγίας 86/635/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Δεκεμβρίου 1986, για τους ετήσιους και ενοποιημένους λογαριασμούς των τραπεζικών και λοιπών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων (ΕΕ L 372, σ. 1), το οποίο αφορά τη λογιστική αντιμετώπιση των «πράξεων προσωρινής εκχωρήσεως» (εκχώρηση και εκδοχή).
Full & Egal Universal Law Academy