Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Με την παρούσα αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, το Tribunale civile e penale di Venezia (Ιταλία) ερωτά το Δικαστήριο αν οι διατάξεις των οδηγιών 75/362/ΕΟΚ και 75/363/ΕΟΚ , όπως τροποποιήθηκαν με την οδηγία 82/76/ΕΟΚ , που προβλέπουν ότι οι ειδικευόμενοι ιατροί δικαιούνται «δέουσας αμοιβής» κατά την περίοδο της εκπαιδεύσεως που πραγματοποιούν κατά πλήρη ή κατά μερική απασχόληση, έχουν άμεσο αποτέλεσμα.
2. Το Δικαστήριο έχει ήδη εν μέρει απαντήσει στο ερώτημα αυτό με την απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1999, C-131/97, Carbonari κ.λπ. . Στην υπόθεση αυτή επρόκειτο να κριθεί αν οι περί του δικαιώματος αμοιβής διατάξεις των προπαρατεθεισών οδηγιών ήσαν επαρκώς ακριβείς και απαλλαγμένες αιρέσεων ώστε να παρέχουν ευθέως δικαιώματα στους ιδιώτες που τις επικαλούνται, σε περίπτωση εκπαιδεύσεως πραγματοποιουμένης κατά πλήρη απασχόληση.
3. Από το Δικαστήριο ζητείται να εξετάσει αν η λύση που υιοθέτησε στο πλαίσιο της προπαρατεθείσας υποθέσεως Carbonari κ.λπ. μπορεί να μεταφερθεί σε μια περίπτωση όπου ορισμένοι από τους ενάγοντες παραγματοποιούν την εκπαίδευσή τους κατά μερική απασχόληση.
Ι Νομικό πλαίσιο
Α Κοινοτικό νομικό πλαίσιο
1. Οι σχετικές διατάξεις των προπαρατεθεισών οδηγιών
4. Η οδηγία περί αναγνωρίσεως αποσκοπεί στην αμοιβαία αναγνώριση των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και λοιπών τίτλων ιατρικής και περιλαμβάνει μέτρα προς διευκόλυνση της αποτελεσματικής ασκήσεως του δικαιώματος εγκαταστάσεως και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών .
5. Η οδηγία περί αναγνωρίσεως διακρίνει τα διπλώματα, πιστοποιητικά και λοιπούς τίτλους ειδικού ιατρού ανάλογα με το αν είναι κοινά σε όλα τα κράτη μέλη ή αν είναι κοινά μόνο σε δύο ή σε περισσότερα κράτη μέλη . Η αναγνώριση των πρώτων είναι αυτόματη αν, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 4 της οδηγίας περί αναγνωρίσεως, οι κάτοχοί τους ακολούθησαν εκπαίδευση πληρούσα τις ελάχιστες προϋποθέσεις που προβλέπει η οδηγία περί συντονισμού. Για τα δεύτερα, το άρθρο 6 προβλέπει ότι η αναγνώριση είναι αυτόματη μεταξύ των κρατών μελών αυτών, υπό την προϋπόθεση ωστόσο ότι οι κάτοχοί τους έχουν υποστεί εκπαίδευση ανταποκρινόμενη στις απαιτήσεις της οδηγίας περί συντονισμού.
6. Η οδηγία περί συντονισμού αποσκοπεί στον συντονισμό ορισμένων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν τις δραστηριότητες των ιατρών, αφήνοντας «[...] κατά τα λοιπά στα κράτη μέλη [την] ελευθερία οργανώσεως του εκπαιδευτικού συστήματος» .
7. Η οδηγία περί συντονισμού προβαίνει σε ορισμένη εναρμόνιση των προϋποθέσεων σχετικά με την εκπαίδευση και την πρόσβαση στις διάφορες ιατρικές ειδικότητες, « [...] ενόψει της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων ιατρικής ειδικότητας και προκειμένου να τοποθετηθεί το σύνολο των υπηκόων των κρατών μελών που ασκούν το επάγγελμα επί ίσης βάσεως εντός της Κοινότητος [...]» . Ωστόσο, αυτά τα «[...] ελάχιστα κριτήρια που [...] αφορούν την πρόσβαση την ειδίκευση, την ελάχιστη διάρκεια αυτής, τον τρόπο και τον τόπο όπου πρέπει να πραγματοποιείται, καθώς και τον έλεγχο στον οποίο πρέπει να υπόκειται [...] αφορούν μόνον τις ειδικότητες που είναι κοινές σε όλα τα κράτη μέλη ή σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη» .
8. Οι οδηγίες αυτές τροποποιήθηκαν με την οδηγία 82/76, της οποίας ο σαφώς διατυπούμενος στην τρίτη αιτιολογική σκέψη της σκοπός έγκειται στον ορισμό ενός νέου αυστηρότερου καθεστώτος εκπαιδεύσεως κατά μερική απασχόληση των ειδικευομένων ιατρών . Η οδηγία 82/76 επιφέρει εξάλλου στις οδηγίες περί αναγνωρίσεως και περί συντονισμού διάφορες τροποποιήσεις τεχνικής φύσεως, οι οποίες κατέστησαν αναγκαίες λόγω της εξελίξεως των εθνικών νομοθεσιών των κρατών μελών και της εμπειρίας που αποκτήθηκε κατά τα πρώτα έτη εφαρμογής .
9. Οι οδηγίες αυτές καταργήθηκαν και αντικαταστάθηκαν από την οδηγία 93/16/ΕΟΚ η οποία δεν τροποποιεί τις κύριες διατάξεις των προπαρατεθεισών οδηγιών, αλλ' αποσκοπεί, «για λόγους ορθολογισμού και σαφήνειας, [στο] να κωδικοποιηθούν οι εν λόγω οδηγίες» και να συγκεντρωθούν σε ένα ενιαίο κείμενο .
10. Το άρθρο 1 της οδηγίας περί συντονισμού επιβάλλει στα κράτη μέλη να εξαρτούν την ανάληψη και την άσκηση των ιατρικών δραστηριοτήτων από την κατοχή διπλώματος, πιστοποιητικού ή άλλου τίτλου ιατρικής, κατά την έννοια του άρθρου 3 της οδηγίας περί αναγνωρίσεως, που θα παρέχει την εγγύηση ότι ο ενδιαφερόμενος έχει αποκτήσει, κατά τη συνολική διάρκεια της εκπαιδεύσεώς του, τις ελάχιστες γνώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχεία α_ έως δ_, της οδηγίας περί συντονισμού.
11. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας περί συντονισμού, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 82/76 , καθορίζει τις προϋποθέσεις τις οποίες πρέπει να πληροί η εκπαίδευση η οποία οδηγεί στην απόκτηση διπλώματος, πιστοποιητικού ή άλλου τίτλου ειδικού ιατρού. Η εκπαίδευση αυτή πρέπει, μεταξύ άλλων, να πραγματοποιείται κατά πλήρη απασχόληση και υπό την εποπτεία των αρμοδίων αρχών ή οργανισμών, σύμφωνα με το σημείο 1 του παραρτήματος . Η εκπαίδευση αυτή πρέπει επίσης να πραγματοποιείται σε πανεπιστημιακό κέντρο, σε πανεπιστημιακή κλινική ή, κατά περίπτωση, σε νοσηλευτικό ίδρυμα εγκεκριμένο για τον σκοπό αυτό από τις αρμόδιες αρχές ή οργανισμούς .
12. Σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 3, της οδηγίας περί συντονισμού, τα κράτη μέλη ορίζουν τις αρμόδιες αρχές ή οργανισμούς που είναι αρμόδιοι για τη χορήγηση των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων που αναφέρονται στην παράγραφό του 1.
13. Το άρθρο 3 της οδηγίας περί συντονισμού, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 82/76 , προβλέπει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν εκπαίδευση ειδικεύσεως κατά μερική απασχόληση. Ωστόσο, το άρθρο αυτό επιβάλλει την τήρηση ορισμένων προϋποθέσεων. Η εκπαίδευση κατά μερική απασχόληση επιτρέπεται μόνον εφόσον, για ατομικούς και αποχρώντες λόγους, η εκπαίδευση κατά πλήρη απασχόληση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί . Επιπλέον, αυτή η κατά μερική απασχόληση εκπαίδευση πρέπει να διεξάγεται σύμφωνα με το σημείο 2 του παραρτήματος Ι και να είναι ποιοτικά ισότιμη με την εκπαίδευση κατά πλήρη απασχόληση . Επιπλέον, το επίπεδο αυτό δεν μπορεί να διακυβευθεί ούτε λόγω του ότι η εκπαίδευση συντελείται κατά μερική απασχόληση ούτε λόγω της παράλληλης ασκήσεως ιδιωτικής, αμειβόμενης επαγγελματικής δραστηριότητας . Τέλος, η συνολική διάρκεια της ειδικεύσεως δεν μπορεί να μειωθεί από το γεγονός ότι πραγματοποιείται κατά μερική απασχόληση .
14. Τα σημεία 1 και 2 του παραρτήματος το οποίο προσέθεσε στην οδηγία περί συντονισμού η οδηγία 82/76 ορίζουν τα εξής:
«Χαρακτηριστικά της εκπαιδεύσεως κατά πλήρη απασχόληση και της εκπαιδεύσεως κατά μερική απασχόληση
1. Ειδίκευση κατά πλήρη απασχόληση
ραγματοποιείται σε ατομικές θέσεις αποκτήσεως ειδικότητας αναγνωρισμένες από τις αρμόδιες αρχές.
ροϋποθέτει τη συμμετοχή στο σύνολο των ιατρικών δραστηριοτήτων του τμήματος όπου πραγματοποιείται η εκπαίδευση, συμπεριλαμβανομένων των εφημεριών, ούτως ώστε ο ειδικευόμενος ιατρός ν' αφιερώνει σ' αυτήν την πρακτική και θεωρητική εκπαίδευση όλη την επαγγελματική του δραστηριότητα καθ' όλη τη διάρκεια της εβδομάδας εργασίας και κατά τη διάρκεια όλου του έτους σύμφωνα με τον καθοριζόμενο από τις αρμόδιες αρχές τρόπο. Κατά συνέπεια, οι θέσεις αυτές είναι δεόντως αμειβόμενες.
Η εκπαίδευση αυτή δύναται να διακοπεί για λόγους όπως η στρατιωτική θητεία, [επιστημονικές] αποστολές, κύηση, ασθένεια. Η διακοπή δεν δύναται να συντομεύσει τη συνολική διάρκεια της εκπαιδεύσεως.
2. Ειδίκευση κατά μερική απασχόληση
Ανταποκρίνεται στις ίδιες απαιτήσεις με την ειδίκευση κατά πλήρη απασχόληση, από την οποία διακρίνεται μόνον από τη δυνατότητα περιορισμού της συμμετοχής στις ιατρικές δραστηριότητες σε διάρκεια τουλάχιστον ίση με το ήμισυ αυτής που προβλέπεται στο σημείο 1, δεύτερο εδάφιο.
Οι αρμόδιες αρχές μεριμνούν ώστε η συνολική διάρκεια και η ποιότητα της ειδικεύσεως κατά μερική απασχόληση των ειδικευομένων ιατρών να μην είναι κατώτερες αυτών της ειδικεύσεως κατά πλήρη απασχόληση.
Κατά συνέπεια, οι θέσεις αυτές είναι δεόντως αμειβόμενες.»
15. Τα άρθρα 4 και 5 της οδηγίας περί συντονισμού καθορίζουν την ελάχιστη διάρκεια των ειδικεύσεων που οδηγούν στην απόκτηση διπλωμάτων, πιστοποιητικών ή άλλων τίτλων προβλεπομένων στα άρθρα 5 και 7 της οδηγίας περί αναγνωρίσεως και τα οποία είναι κοινά σε όλα τα κράτη μέλη ή σε δύο ή περισσότερα από αυτά.
16. Τέλος, το άρθρο 16 της οδηγίας 82/76 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα μέτρα που είναι αναγκαία για να συμμορφωθούν προς την οδηγία μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1982.
2. Η νομολογία του Δικαστηρίου
17. Όσον αφορά τους κατόχους των δικαιωμάτων που αναγνωρίζουν οι οδηγίες περί αναγνωρίσεως και περί συντονισμού, όπως τροποποιήθηκαν με την οδηγία 82/76, ειδικότερα δε όσον αφορά το δικαίωμα για αμειβόμενη εκπαίδευση των ειδικευομένων ιατρών, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως κρίνει ότι «η υποχρέωση αμοιβής των περιόδων εκπαιδεύσεως για την απόκτηση ιατρικής ειδικότητας, την οποία προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο γ_, της οδηγίας για τον "συντονισμό" επιβάλλεται μόνο για τις ιατρικές ειδικότητες που είναι κοινές σε όλα τα κράτη μέλη ή σε δύο ή περισσότερα από αυτά και που μνημονεύονται στο άρθρο 5 ή 7 της οδηγίας για την "αναγνώριση"» .
Β Το εθνικό νομικό πλαίσιο
1. Η ιταλική ρύθμιση
18. Οι οδηγίες περί αναγνωρίσεως και περί συντονισμού μεταφέρθηκαν στο εσωτερικό δίκαιο της Ιταλικής Δημοκρατίας με τον νόμο 217, της 22ας Μα_ου 1978 .
19. Αντιθέτως, με την απόφαση της 7ης Ιουλίου 1987, 49/86, Επιτροπή κατά Ιταλίας , το Δικαστήριο έκρινε ότι η Ιταλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας εντός της ταχθείσας προθεσμίας τις αναγκαίες διατάξεις για να συμμορφωθεί προς την οδηγία 82/76, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη.
20. Κατόπιν της δικαστικής αυτής αποφάσεως, η οδηγία 82/76 μεταφέρθηκε στο εσωτερικό δίκαιο με το decreto legislativo 257, της 8ης Αυγούστου 1991 .
21. Το άρθρο 4 του νομοθετικού διατάγματος 257 καθορίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των ιατρών που ακολουθούν εκπαίδευση για την απόκτηση ειδικότητας και το άρθρο του 6 προβλέπει υπέρ αυτών μια υποτροφία σπουδών.
22. Σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, του εν λόγω νομοθετικού διατάγματος, «Όσοι γίνονται δεκτοί στις σχολές ειδικεύσεως εντός των ορίων που καθορίζει ο προγραμματισμός του άρθρου 2, δεύτερο εδάφιο, σε σχέση με πλήρη απασχόληση για την εκπαίδευσή τους, λαμβάνουν για όλη τη διάρκεια της εκπαιδεύσεως, εκτός των περιόδων κατά τις οποίες αναστέλλεται η ειδίκευση, υποτροφία σπουδών καθοριζόμενη σε 21 500 000 ιταλικές λίρες (ITL) για το 1991. Από την 1η Ιανουαρίου 1992, το ποσό αυτό αναπροσαρμόζεται ετησίως με βάση το προβλεπόμενο ποσοστό πληθωρισμού και αναθεωρείται κάθε τρία έτη με απόφαση του Υπουργείου Υγείας [...] με βάση τη βελτίωση του κατώτατου μισθολογικού κλιμακίου που ισχύει για τις συμβάσεις του έμμισθου ιατρικού προσωπικού που απασχολείται στην Εθνική Υπηρεσία Υγείας.»
23. Τέλος, το άρθρο 8, παράγραφος 2, του νομοθετικού διατάγματος 257 διευκρινίζει ότι οι διατάξεις του εφαρμόζονται από τον πανεπιστημιακό έτος 1991/1992.
2. Η εφαρμογή της ιταλικής ρυθμίσεως
24. Δεν αμφισβητείται ότι οι διατάξεις της οδηγίας 82/76 που επιβάλλουν στα κράτη μέλη να καταβάλλουν στους ειδικευόμενους ιατρούς τη δέουσα αμοιβή κατά την εκπαίδευσή τους τέθηκαν σε εφαρμογή από την Ιταλική Δημοκρατία με το άρθρο 6 του νομοθετικού διατάγματος 257 και ότι η τελευταία αυτή διάταξη ερμηνεύθηκε υπό την έννοια ότι η θεσπισθείσα κατά τα ανωτέρω υποτροφία σπουδών δεν ισχύει, ακόμη και μετά το ακαδημαϊκό έτος 1991/1992, για τους ιατρούς που είχαν εγγραφεί στις διάφορες σχολές ειδικεύσεως πριν από την περίοδο 1991/1992 .
ΙΙ Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία
25. Η C. Gozza και 23 άλλοι πτυχιούχοι ιατρικής (στο εξής: ενάγοντες), εγγεγραμμένοι στη σχολή ειδικεύσεως στην αναισθησιολογία και ανάνηψη της Ιατρικής Σχολής του ανεπιστημίου της άδοβας κατά το πανεπιστημιακό έτος 1990/1991, δεν μπόρεσαν να τύχουν της υποτροφίας σπουδών που θέσπισε το νομοθετικό διάταγμα 257 από την έναρξη της εκπαιδεύσεώς τους. Οι ανωτέρω άσκησαν, τον Αύγουστο 1991, αγωγή ενώπιον του Pretore di Padova, ως giudice del lavoro (δικαστηρίου εργατικών διαφορών), ζητώντας να τους αναγνωριστεί το δικαίωμα επί δέουσας αμοιβής σε σχέση με τα μαθήματα ειδικεύσεως που παρακολουθούσαν.
26. Μετά από ορισμένες περιπέτειες δικονομικής φύσεως, που προκάλεσαν την παρέμβαση του Corte suprema di cassazione για τη ρύθμιση μιας συγκρούσεως αρμοδιοτήτων, η διαφορά υποβλήθηκε στο αιτούν δικαστήριο ως «foro erariale» (δικαστήριο αρμόδιο για διαφορές σχετικές με δημόσια οικονομικά). Συγκεκριμένα, το Corte supreman di cassazione απέκλεισε εν προκειμένω την ύπαρξη οποιασδήποτε σχέσεως εργασίας δημόσιας ή ιδιωτικής, εξαρτημένης ή οιονεί εξαρτημένης η οποία θα συνεπαγόταν την παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο δικαιοδοτικό όργανο αρμόδιο να επιλαμβάνεται εργατικών διαφορών.
27. Με δικόγραφο της 14ης Μαρτίου 1996, οι ιατροί των οποίων ο αριθμός από 24 αρχικώς ανήλθε σε 636 κατόπιν των διαφόρων φάσεων της διαδικασίας συνέχισαν τη διαδικασία ενώπιον του Tribunale civile e penale di Venezia.
28. Οι ενάγοντες, όλοι πτυχιούχοι ιατρικής και χειρουργικής, ισχυρίστηκαν ότι έχουν γραφεί σε διάφορες σχολές ειδικεύσεως συνδεόμενες με το Università degli Studi di Padova και ζήτησαν την αναγνώριση του δικαιώματός τους επί δέουσας αμοιβής σύμφωνα με τις διατάξεις των οδηγιών περί αναγνωρίσεως και περί συντονισμού, καθώς και της οδηγίας 82/76· ζήτησαν κατά συνέπεια να υποχρεωθεί το προαναφερθέν πανεπιστήμιο και οι λοιποί εναγόμενοι τα Υπουργεία ανεπιστημίων, Υγείας και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως στην καταβολή των οφειλομένων ποσών, των οποίων το ακριβές ύψος θα καθοριστεί κατά τη διάρκεια της δίκης.
29. Οι εναγόμενοι αντέκρουσαν τα αιτήματα αυτά, υποστηρίζοντας ότι οι εν λόγω οδηγίες δεν μπορούσαν να παραγάγουν άμεσο αποτέλεσμα, με το αιτιολογικό ότι δεν όριζαν ποιος είναι ο αποδέκτης της υποχρεώσεως καταβολής της δέουσας αμοιβής και, κυρίως, ότι δεν διευκρίνιζαν τα κριτήρια βάσει των οποίων θα μπορούσε να καθοριστεί η αμοιβή αυτή. Συνεπώς, τα εν λόγω κριτήρια θα έπρεπε να τα προσδιορίσει μια άλλη κανονιστική πηγή, ήτοι η νομοθεσία που θεσπίζει κάθε κράτος μέλος για τη μεταφορά των οδηγιών στο εσωτερικό του δίκαιο.
30. Οι εναγόμενοι της κύριας δίκης παρατήρησαν επιπλέον ότι το άρθρο 6 του νομοθετικού διατάγματος 257, που συνιστούσε το μέτρο με το οποίο η Ιταλική Δημοκρατία εκπλήρωσε την κοινοτική υποχρέωση καταβολής δέουσας αμοιβής, δεν εισήγε καμία διαφορά μεταχειρίσεως μεταξύ των ειδικευομένων ιατρών που είχαν εγγραφεί πριν από το ακαδημαϊκό έτος 1991/1992 (όπως είναι οι ενάγοντες) στους οποίους η νέα ρύθμιση δεν εφαρμόζεται και στους ειδικευομένους που ενεγράφησαν μετά το 1991/1992 στους οποίους αντιθέτως εφαρμόζεται η ρύθμιση αυτή. Συγκεκριμένα, αντίθετα προς τους ιατρούς που ενεγράφησαν μετά το 1991/1992, οι εγγραφέντες πριν από την ημερομηνία αυτή ιατροί, στους οποίους ανήκουν οι ενάγοντες, ουδόλως υποχρεούνταν να απασχολούνται με πλήρες ωράριο ούτε να υπόσχονται επιπλέον να μην ασκούν καμία άλλη επαγγελματική δραστηριότητα. Οι εναγόμενοι της κύριας δίκης δέχθηκαν ωστόσο ότι οι ενάγοντες της κύριας δίκης πραγματοποιούν ειδίκευση κατά μερική απασχόληση.
31. Το Tribunale civile e penale di Venezia, θεωρώντας ότι η λύση της διαφοράς εξαρτάται από την ερμηνεία των επίδικων οδηγιών, ανέστειλε, με διάταξη της 7ης Οκτωβρίου 1997, της διαδικασία για να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχει η οδηγία 82/76/ΕΟΚ, καθόσον προβλέπει ότι η εκπαίδευση των ειδικών ιατρών, τόσο κατά πλήρη όσο και κατά μερική απασχόληση, "αμείβεται δεόντως", την έννοια ότι παράγει άμεσο αποτέλεσμα υπέρ των ειδικευομένων ιατρών και υπό την έννοια ότι τους χορηγεί, έναντι των αρμοδίων διοικητικών αρχών του κράτους, το άνευ περιορισμών δικαίωμα να λαμβάνουν τη δέουσα αμοιβή που συνδέεται με την ασκούμενη στο πλαίσιο της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως δραστηριότητα, τούτο δε ακόμη και για τον χρόνο κατά τον οποίο η Ιταλική Δημοκρατία δεν είχε ακόμη θεσπίσει ειδικές διατάξεις;
2) Σε περίπτωση που γίνει δεκτή η ύπαρξη του προαναφερθέντος δικαιώματος, ποια είναι τα κριτήρια καθορισμού της "δέουσας αμοιβής", σε σχέση με την άσκηση της δραστηριότητας της ειδικεύσεως τόσο κατά πλήρη όσο και κατά μερική απασχόληση;»
ΙΙΙ Εκτίμηση
Α Επί του παραδεκτού των προδικαστικών ερωτημάτων
32. Με τις γραπτές παρατηρήσεις της, η Ισπανική Κυβέρνηση υποστήριξε ότι τα ερωτήματα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο ήσαν απαράδεκτα, στον βαθμό που το πλαίσιο των πραγματικών περιστατικών δεν ήταν πλήρες . Κατ' αυτήν, συγκεκριμένα, από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η υποχρέωση καταβολής αμοιβής για τις περιόδους εκπαιδεύσεως που αφορούν τις ιατρικές ειδικότητες, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο γ_, της οδηγίας περί συντονισμού, επιβάλλεται μόνο για τις ειδικότητες που είναι κοινές σε όλα τα κράτη μέλη ή σε δύο ή περισσότερα από αυτά και υπό την προϋπόθεση ότι οι ειδικότητες αυτές μνημονεύονται στα άρθρα 5 έως 7 της οδηγίας περί αναγνωρίσεως. Εν προκειμένω όμως το αιτούν δικαστήριο παρέλειψε να διευκρινίσει την ακριβή φύση των ιατρικών ειδικοτήτων που ακολουθούν οι ενάγοντες.
33. Είναι γεγονός ότι η απόφαση περί παραπομπής δεν παρέχει τα πραγματικά στοιχεία που θα επέτρεπαν στο Δικαστήριο να δώσει πλήρη απάντηση στο αιτούν δικαστήριο. Ωστόσο, η έλλειψη των διευκρινίσεων αυτών δεν μου φαίνεται ότι μπορεί να στερήσει από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να δώσει απαντήσεις στα ερωτήματα που του υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο. Συγκεκριμένα, αρκεί να διαπιστωθεί ότι οι διατάξεις των οδηγιών περί αναγνωρίσεων και περί συντονισμού απαριθμούν με ακρίβεια, για τις σχετικές ειδικεύσεις, τόσο τις ονομασίες που ισχύουν στα κράτη μέλη όσο και τις αρχές ή τους οργανισμούς που είναι αρμόδιοι για να παρέχουν τα διπλώματα, πιστοποιητικά και άλλους τίτλους που αντιστοιχούν στις σχετικές ειδικότητες.
34. Επομένως, «στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει ποιοι από τους ενάγοντες ανήκουν στην κατηγορία ιατρών που επιδιώκουν την απόκτηση ειδικότητας για την οποία προβλέπεται, σύμφωνα με τη συντονιστική οδηγία, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 82/76, το δικαίωμα λήψεως δέουσας αμοιβής κατά τη διάρκεια της ειδικεύσεώς τους» .
35. Η Ιταλική Κυβέρνηση, μη αμφισβητώντας ότι τα προδικαστικά ερωτήματα προέρχονται από «δικαστήριο», υπό την έννοια του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 234 ΕΚ) , υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο πρέπει να κρίνει αυτά τα προδικαστικά ερωτήματα απαράδεκτα, για τον λόγο ότι προέρχονται από δικαστήριο το οποίο, σύμφωνα με τους ιταλικούς δικονομικούς κανόνες, δεν καλείται (ή δεν έχει κληθεί) να κρίνει την υπόθεση επί της ουσίας.
36. Επί του σημείου αυτού, πρέπει να υπενθυμιστεί, πρώτον, ότι, κατά πάγια νομολογία , στο πλαίσιο της κατανομής των δικαιοδοτικών λειτουργιών μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων, που προκύπτει από το άρθρο 177 της Συνθήκης, το εθνικό δικαστήριο είναι καλύτερα σε θέση να εκτιμά τόσο τη σκοπιμότητα όσο και τη λυσιτέλεια των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο για να μπορέσει να λύσει τη διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί.
37. Δεύτερον, «πρέπει να υπομνηστεί ότι το Δικαστήριο, ενόψει της κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ αυτού και των εθνικών δικαστηρίων, δεν έχει την εξουσία να εξετάζει αν η υπόθεση με την οποία του υποβάλλονται προδικαστικά ερωτήματα εκδόθηκε σύμφωνα με τους κανόνες περί οργανισμού των δικαστηρίων και της δικονομίας του εθνικού δικαίου» .
38. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι τα προδικαστικά ερωτήματα τα οποία υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο είναι παραδεκτά.
Β Η απάντηση
1. ροκαταρκτικές παρατηρήσεις
39. Με τα ερωτήματα αυτά, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν, ελλείψει εμπρόθεσμης μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο, οι διατάξεις περί της υποχρεώσεως καταβολής της δέουσας αμοιβής για την ειδίκευση που πραγματοποιείται κατά πλήρη απασχόληση και κατά μερική απασχόληση είναι, από την άποψη του περιεχομένου τους, απαλλαγμένες αιρέσεων και επαρκώς ακριβείς ώστε οι ειδικευόμενοι ιατροί να δικαιούνται να επικαλεστούν την υποχρέωση αυτή κατά των αρχών ενός κράτους μέλους ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
2 Η υποχρέωση καταβολής της δέουσας αμοιβής για την εκπαίδευση κατά πλήρη απασχόληση
40. Όσον αφορά την εκπαίδευση που πραγματοποιείται κατά πλήρη απασχόληση, το Δικαστήριο, κατόπιν μιας πλήρους και εμπεριστατωμένης αναλύσεως των σχετικών κοινοτικών νομοθετημάτων και των επίμαχων ιταλικών νομοθετημάτων περί μεταφοράς τους στο εσωτερικό δίκαιο τα οποία εθνικά νομοθετήματα ήσαν πανομοιότυπα με αυτά που επιβάλλονται στο αιτούν εν προκειμένω δικαστήριο , έχει ήδη παράσχει στα εθνικά δικαστήρια όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για τη λύση αυτού του είδους της διαφοράς.
41. Επομένως, εναπόκειται στα δικαστήρια αυτά να εφαρμόζουν στις διαφορές των οποίων επιλαμβάνονται τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου όπως τους ερμήνευσε το Δικαστήριο στην υπόθεση Carbonari κ.λπ. .
42. Το Δικαστήριο, με την απόφαση αυτή, έκρινε ότι η υποχρέωση καταβολής αμοιβής για την πραγματοποιούμενη κατά πλήρη απασχόληση εκπαίδευση προς απόκτηση ιατρικής ειδικότητας παράγει κατ' αρχήν άμεσο αποτέλεσμα.
Το Δικαστήριο έχει συγκεκριμένα κρίνει ότι «το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο γ_, και το σημείο 1 του παραρτήματος της συντονιστικής οδηγίας, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 82/76, επιβάλλουν στα κράτη μέλη, όταν πρόκειται για ιατρούς για τους οποίους ισχύει το σύστημα της αμοιβαίας αναγνωρίσεως, την υποχρέωση να τους καταβάλλουν αμοιβή κατά τη διάρκεια της εκπαιδεύσεώς τους προς απόκτηση ειδικότητας, εφόσον η σχετική ειδικότητα εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Η υποχρέωση αυτή είναι επομένως απαλλαγμένη αιρέσεων και αρκούντως ακριβής» .
43. Το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι από την ανάλυση της γενικής οικονομίας των οδηγιών περί συντονισμού, περί αναγνωρίσεως και 82/76 προέκυπτε ότι η υποχρέωση καταβολής αμοιβής για τις περιόδους εκπαιδεύσεως που αφορούν τις ιατρικές ειδικότητες «συναρτάται [...] πλήρως προς την τήρηση των προϋποθέσεων ειδικεύσεως των ιατρών από τις οποίες εξαρτάται, κατά την οδηγία περί αναγνωρίσεως, η εκ μέρους των κρατών μελών αμοιβαία αναγνώριση των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων ιατρικής ειδικότητας» και ότι το κάθε «κράτος μέλος εντός του οποίου πραγματοποιείται η ειδίκευση πρέπει να διασφαλίζει ότι η ειδίκευση αυτή ανταποκρίνεται σε όλες τις προϋποθέσεις που θέτουν η συντονιστική οδηγία και η οδηγία 82/76 και ότι οι ειδικευόμενοι ιατροί λαμβάνουν αμοιβή» .
44. Το Δικαστήριο υπενθύμισε επιπλέον ότι η υποχρέωση καταβολής αμοιβής για τις περιόδους εκπαιδεύσεως που πραγματοποιούνται κατά πλήρη απασχόληση «[...] επιβάλλεται μόνο για τις ιατρικές ειδικότητες που είναι κοινές σε όλα τα κράτη μέλη ή σε δύο ή περισσότερα απ' αυτά και που μνημονεύονται στο άρθρο 5 ή στο άρθρο 7 της οδηγίας περί αναγνωρίσεως» και ότι τα εν λόγω άρθρα απαριθμούν «[...] σε σχέση με τις περιόδους εκπαιδεύσεως για την απόκτηση των οικείων ειδικοτήτων, τόσο τις εν ισχύι εντός των κρατών μελών ονομασίες όσο και τις αρμόδιες αρχές ή τους αρμόδιους οργανισμούς» .
45. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κάλεσε το αιτούν δικαστήριο να προβεί σε ορισμένες εξακριβώσεις προκειμένου να καθοριστεί αν το δικαίωμα αυτό έπρεπε να παρασχεθεί στους ειδικευομένους ιατρούς.
46. ρώτον, το Δικαστήριο ανέφερε ότι στο αιτούν δικαστήρο εναπόκειται να εξακριβώσει ότι οι ιατροί «[...] ανήκουν στην κατηγορία ιατρών που επιδιώκουν την απόκτηση ειδικότητας [η οποία περιλαμβάνεται σε εκείνες που απαριθμούν τα άρθρα 5 ή 7 της οδηγίας περί συντονισμού, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 82/76] [...]» .
47. Δεύτερον, το Δικαστήριο έκρινε ότι εναπόκειται επίσης στο αιτούν δικαστήριο να ελέγξει ότι η εκπαίδευση αυτή διεξάγεται σύμφωνα με τις απαιτήσεις της οδηγίας περί συντονισμού, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 82/76.
Το Δικαστήριο έκρινε έτσι «ότι το σημείο 1 του παραρτήματος της συντονιστικής οδηγίας, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 82/76, είναι σαφές και απαλλαγμένο αιρέσεων, καθόσον απαιτεί τη συμμετοχή του ειδικευόμενου στο σύνολο των ιατρικών δραστηριοτήτων του τμήματος όπου πραγματοποιείται η εκπαίδευση, συμπεριλαμβανομένων των εφημεριών, ούτως ώστε ο ειδικευόμενος ιατρός να αφιερώνει σ' αυτήν την πρακτική και θεωρητική εκπαίδευση όλη την επαγγελματική του δραστηριότητα καθ' όλη τη διάρκεια της εβδομάδας εργασίας και κατά τη διάρκεια όλου του έτους» . Εξάλλου, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι, μολονότι στο εν λόγω σημείο 1 «προβλέπεται ότι οι αρμόδιες αρχές πρέπει να καθορίζουν τον τρόπο συμμετοχής, οι προϋποθέσεις της ειδικεύσεως κατά πλήρη απασχόληση απαριθμούνται στο σημείο αυτό με επαρκή σαφήνεια, πράγμα που σημαίνει ότι το αιτούν δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να εξακριβώσει ποιοι από τους ενάγοντες της κύριας δίκης ανήκουν στην κατηγορία των ειδικευόμενων ιατρών οι οποίοι πληρούσαν πριν από το ακαδημαϊκό έτος 1991/92 τις προϋποθέσεις ειδικεύσεως κατά πλήρη απασχόληση, υπό την έννοια της συντονιστικής οδηγίας και της οδηγίας 82/76» .
48. Ωστόσο, στον βαθμό που οι οδηγίες περί συντονισμού και 82/76 δεν περιέχουν καμία αναφορά σχετικά τόσο προς τον οργανισμό ο οποίος υπέχει την υποχρέωση καταβολής της δέουσας αμοιβής όσο και προς τον κοινοτικό ορισμό του τι πρέπει να θεωρηθεί ότι αντιστοιχεί σε δέουσα αμοιβή ή προς τη μέθοδο καθορισμού της αμοιβής αυτής, το Δικαστήριο κατέληξε ότι «το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο γ_, και το σημείο 1 του παραρτήματος της συντονιστικής οδηγίας, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 82/76, δεν είναι, από την άποψη αυτή, απαλλαγμένα αιρέσεων [...] [καθόσον] δεν επιτρέπουν στο εθνικό δικαστήριο να προσδιορίσει ούτε τον οφειλέτη που υποχρεούται να καταβάλλει τη δέουσα αμοιβή ούτε το ύψος της αμοιβής αυτής» .
49. Το Δικαστήριο, σύμφωνα με τις αρχές που έχει συναγάγει σχετικά με την αποστολή που του αναθέτει το άρθρο 177 της Συνθήκης και βαίνοντας πέραν των τυπικώς υποβληθέντων ερωτημάτων, υπενθύμισε στο αιτούν δικαστήριο ότι, αφενός, η αρχή της υπεροχής μπορεί να εξαλείψει τα εμπόδια που συνδέονται με την εν προκειμένω αδυναμία εφαρμογής της αρχής του αμέσου αποτελέσματος. Αφετέρου, το Δικαστήριο τόνισε ότι η αρχή της υπεροχής προϋποθέτει την τήρηση ορισμένων απαιτήσεων.
50. ρώτον, το Δικαστήριο έκρινε ότι «[...] το εθνικό δικαστήριο, όταν εφαρμόζει το εθνικό δίκαιο, και συγκεκριμένα τις διατάξεις νόμου που θεσπίστηκαν, όπως συμβαίνει στη διαφορά της κύριας δίκης, με σκοπό ακριβώς τη μεταφορά οδηγίας στο εθνικό δίκαιο, οφείλει να ερμηνεύει το εθνικό δίκαιο λαμβάνοντας κατά το δυνατό υπόψη το γράμμα και τον σκοπό της οδηγίας, ώστε να επιτυγχάνεται το αποτέλεσμα που επιδιώκεται με την οδηγία αυτή, και να συμμορφώνεται έτσι προς το άρθρο 189, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ [...]» . Επομένως, όσον αφορά το νομοθετικό διάταγμα 257, το Δικαστήριο κάλεσε το αιτούν δικαστήριο «[...] να εκτιμήσει κατά πόσον το σύνολο των διατάξεων του εθνικού δικαίου και ειδικότερα, όσον αφορά τον μετά την έναρξη της ισχύος τους χρόνο, οι διατάξεις νόμου εκδοθέντος με σκοπό τη μεταφορά της οδηγίας 82/76 στο εσωτερικό δίκαιο μπορούν να ερμηνευθούν, αμέσως μετά την έναρξη της ισχύος των διατάξεων αυτών, σύμφωνα με το γράμμα και το πνεύμα της εν λόγω οδηγίας, προκειμένου να επιτευχθεί το επιδιωκόμενο από την οδηγία αποτέλεσμα» .
51. Το Δικαστήριο ανέφερε ότι, οσάκις το προβλεπόμενο από την οδηγία αποτέλεσμα δεν μπορεί να επιτευχθεί διά της ερμηνευτικής οδού, οι ζημιωθέντες διάδικοι μπορούν να εξετάζουν το ενδεχόμενο ασκήσεως αγωγής αποζημίωσεως κατά του μη εκπληρώσαντος τις υποχρεώσεις του κράτους, στον βαθμό που συντρέχουν οι προϋποθέσεις ασκήσεως της αγωγής αποζημίωσεως .
52. Το Δικαστήριο διευκρίνισε τέλος ότι μπορούσε επίσης να εξεταστεί μια τρίτη λύση.
Έτσι, το Δικαστήριο έκρινε ότι «[...] η πλήρης και αναδρομική εφαρμογή των μέτρων εκτελέσεως μιας οδηγίας παρέχει τη δυνατότητα εξαλείψεως των επιζήμιων συνεπειών της εκπρόθεσμης μεταφοράς της, υπό τον όρον ότι η οδηγία έχει μεταφερθεί προσηκόντως στο εσωτερικό δίκαιο. Εντούτοις, στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να μεριμνά ώστε η αποκατάσταση της ζημίας να είναι η προσήκουσα. Η πλήρης, νομότυπη και αναδρομική εφαρμογή των μέτρων εκτελέσεως της οδηγίας αρκεί κατά κανόνα προς τούτο, εκτός αν οι ζημιωθέντες αποδείξουν ότι έχουν υποστεί επιπλέον ζημίες λόγω του ότι δεν τους δόθηκαν, όταν έπρεπε, τα χρηματικά οφέλη που εγγυάται η οδηγία, ζημίες για τις οποίες πρέπει συνεπώς να καταβληθεί επίσης αποζημίωση» .
3. Η υποχρέωση καταβολής αμοιβής για την εκπαίδευση κατά μερική απασχόληση
53. Η ανάλυση στην οποία προέβη το Δικαστήρο όσον αφορά την εκπαίδευση των ειδικευομένων ιατρών κατά μερική απασχόληση και τα συμπεράσματα που συνήγαγε με την προπαρατεθείσα απόφαση Carbonari κ.λπ. μου φαίνεται ότι μπορούν να ισχύσουν και στην περίπτωση της εκπαιδεύσεως των ειδικευομένων ιατρών που πραγματοποιείται κατά μερική απασχόληση.
54. Συγκεκριμένα, τόσο από τον σκοπό όσο και από το γράμμα των οδηγιών περί συντονισμού και 82/76 προκύπτει ότι η κατά μερική απασχόληση εκπαίδευση των ειδικευομένων ιατρών ανταποκρίνεται στις ίδιες ποιοτικές και ποσοτικές απαιτήσεις με εκείνες που επιβάλλονται στους ειδικευομένους ιατρούς που ακολουθούν εκπαίδευση κατά πλήρη απασχόληση.
55. Έτσι, το σημείο 2 του παραρτήματος της οδηγίας περί συντονισμού, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 82/76, προβλέπει σαφείς, ακριβείς και απαλλαγμένους αιρέσεων κανόνες, υπό την έννοια ότι ορίζει ότι η εκπαίδευση αυτή «διακρίνεται [από την ειδίκευση κατά πλήρη απασχόληση] μόνον από τη δυνατότητα περιορισμού της συμμετοχής στις ιατρικές δραστηριότητες σε διάρκεια τουλάχιστον ίση με το ήμισυ αυτής που προβλέπεται στο σημείο 1, δεύτερο εδάφιο» και ότι «Οι αρμόδιες αρχές μεριμνούν ώστε η συνολική διάρκεια και η ποιότητα της ειδικεύσεως κατά μερική απασχόληση των ειδικών ιατρών να μην είναι κατώτερες αυτών της ειδικεύσεως κατά πλήρη απασχόληση» .
Με άλλα λόγια, η κατά μερική απασχόληση εκπαίδευση παρέχει τη δυνατότητα στους ιατρούς να οργανώσουν τη διάρκεια της ειδικεύσεώς τους σε μια μακρότερη περίοδο.
56. Το σημείο 2, τρίτο εδάφιο, του προπαρατεθέντος παραρτήματος προβλέπει επιπλέον, ρητώς, ότι, αν οι προϋποθέσεις που διαλαμβάνονται στο δεύτερο εδάφιό του πληρούνται, οι θέσεις των ιατρών που εκπαιδεύονται κατά μερική απασχόληση προς απόκτηση ειδικότητας είναι «δεόντως αμειβόμενες».
57. Κατά συνέπεια, εφόσον η εκπαίδευση κατά μερική απασχόληση απλώς συνίσταται σε διευθετήσεις σχετικά με τον τρόπο αποκτήσεως μιας ειδικεύσεως με διαφορετική κατανομή του χρόνου της διδασκαλίας που πρέπει να παρασχεθεί σε ειδικευόμενο ιατρό ο οποίος εκπαιδεύεται κατά πλήρη απασχόληση, δεν βλέπω ποιοι θα ήσαν οι λόγοι που θα έπρεπε να οδηγήσουν το Δικαστήριο σε συμπεράσματα διαφορετικά από εκείνα τα οποία συνήγαγε στην προπαρατεθείσα απόφαση Carbonari κ.λπ.
ρόταση
58. Υπό τις συνθήκες αυτές, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στο ερώτημα που του υπέβαλε το Tribunale civile e penale di Venezia:
«Το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο γ_, καθώς και το σημείο 1 του παραρτήματος της οδηγίας 75/363/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 16ης Ιουνίου 1975, περί του συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν τις δραστηριότητες των ιατρών, και το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, καθώς και το σημείο 2 του παραρτήματος της οδηγίας 75/363, όπως τροποποιήθηκαν με την οδηγία 82/76/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιανουαρίου 1982, περί τροποποιήσεως της οδηγίας 75/362/ΕΟΚ περί αμοιβαίας αναγνωρίσεως των διπλωμάτων πιστοποιητικών και άλλων τίτλων ιατρικής και περί των μέτρων προς διευκόλυνση της πραγματικής ασκήσεως του δικαιώματος εγκαταστάσεως και του δικαιώματος της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, καθώς και της οδηγίας 75/363 (τα οποία κατόπιν καταργήθηκαν και αντικαταστάθηκαν από την οδηγία 93/16/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, για τη διευκόλυνση της ελεύθερης κυκλοφορίας των ιατρών και της αμοιβαίας αναγνώρισης των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων τους), πρέπει να ερμηνεύονται υπό την ακόλουθη έννοια:
Η υποχρέωση καταβολής της δέουσας αμοιβής για τις περιόδους εκπαιδεύσεως των ειδικευομένων ιατρών επιβάλλεται μόνο για τις ιατρικές ειδικότητες που είναι κοινές σε όλα τα κράτη μέλη ή σε δύο ή περισσότερα από αυτά και οι οποίες διαλαμβάνονται στα άρθρα 5 ή 7 της οδηγίας 75/362/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 16ης Ιουνίου 1975, περί αμοιβαίας αναγνωρίσεως των διπλωμάτων πιστοποιητικών και άλλων τίτλων ιατρικής και περί των μέτρων προς διευκόλυνση της πραγματικής ασκήσεως του δικαιώματος εγκαταστάσεως και του δικαιώματος της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.
Η υποχρέωση αυτή επιβάλλεται μόνον αν οι προϋποθέσεις της κατά πλήρη απασχόληση εκπαιδεύσεως που απαριθμούνται στο σημείο 1 του παραρτήματος της οδηγίας 75/363, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 82/76 και αντικαταστάθηκε από την οδηγία 93/16, και οι προϋποθέσεις της κατά μερική απασχόληση εκπαιδεύσεως που διαλαμβάνονται στο σημείο 2 του παραρτήματος της οδηγίας 75/363, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 82/76 και αντικαταστάθηκε από την οδηγία 93/16, τηρούνται από τους ειδικευομένους ιατρούς.
Η εν λόγω υποχρέωση είναι απαλλαγμένη αιρέσεων και αρκούντως ακριβής καθόσον απαιτεί, προκειμένου ένας ειδικευόμενος ιατρός να μπορεί να τύχει του συστήματος αμοιβαίας αναγνωρίσεως που προβλέπει η οδηγία 75/362, η εκπαίδευσή του να πραγματοποιείται κατά πλήρη ή κατά μερική απασχόληση και να αμείβεται.
Η εν λόγω υποχρέωση δεν παρέχει ωστόσο, αυτή καθεαυτή, τη δυνατότητα στο εθνικό δικαστήριο να καθορίζει ούτε την ταυτότητα του οφειλέτη που υποχρεούται στην καταβολή της δέουσας αμοιβής ούτε και το ύψος της αμοιβής αυτής.
Το εθνικό δικαστήριο οφείλει, ωστόσο, οσάκις εφαρμόζει διατάξεις του εθνικού δικαίου προγενέστερες ή μεταγενέστερες μιας οδηγίας, να τις ερμηνεύει, στο μέτρο του δυνατού, υπό το φως του γράμματος και του σκοπού της οδηγίας αυτής.»
Full & Egal Universal Law Academy