Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Με διάταξη της 5ης Νοεμβρίου 1997, το Helsingin kδrδjδoikeus (Πρωτοδικείο του Ελσίνκι) υπέβαλε στο Δικαστήριο τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 918/83 του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, για τη θέσπιση του κοινοτικού καθεστώτος τελωνειακών ατελειών (1) (στο εξής: κανονισμός), και της οδηγίας 69/169/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαου 1969, περί εναρμόνισης των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν τις εκπτώσεις φόρου κύκλου εργασιών και τους δασμούς που καταβάλλονται κατά την εισαγωγή στα πλαίσια της διεθνούς διακίνησης επιβατών (2) (στο εξής: οδηγία).
Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο αν οι προαναφερθείσες πράξεις πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι πρέπει να θεωρηθεί σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο μια απόλυτη απαγόρευση εισαγωγής οινοπνευματωδών ποτών, που δικαιολογείται από λόγους δημοσίου συμφέροντος, επ' ευκαιρία της πραγματοποιήσεως ταξιδιών μικρής διάρκειας σε τρίτη χώρα εκ μέρους κατοίκων Φινλανδίας.
Νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση
2 Ο κανονισμός διέπει, δυνάμει του τίτλου ΞΙ, τις τελωνειακές ατέλειες τις οποίες προβλέπουν τα κράτη μέλη σχετικά με τα εμπορεύματα που περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των προερχομένων από τρίτες χώρες ταξιδιωτών. Κατά το άρθρο 45, παρέχεται τελωνειακή ατέλεια για τα εμπορεύματα αυτά, εφόσον πρόκειται για εισαγωγές χωρίς εμπορικό χαρακτήρα. Η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου ορίζει ότι ως «εισαγωγές χωρίς εμπορικό χαρακτήρα» νοούνται οι εισαγωγές που έχουν περιστασιακό χαρακτήρα και αφορούν αποκλειστικά εμπορεύματα που προορίζονται για προσωπική χρήση των ταξιδιωτών ή των οικογενειών τους, ή για να προσφερθούν σαν δώρα, «εφόσον δεν παρουσιάζουν από το είδος και την ποσότητά τους οποιοδήποτε εμπορικό ενδιαφέρον».
Για ορισμένες κατηγορίες προϋόντων το άρθρο 46 περιορίζει τις ατέλειες σε συνάρτηση με την ποσότητα του κάθε εμπορεύματος. Για όλες τις άλλες, μεταξύ των οποίων και η επίμαχη στην υπό κρίση υπόθεση (για τη μπύρα), ισχύει, αντιθέτως, το όριο χρηματικής αξίας που προβλέπει το άρθρο 47, το οποίο καθορίζεται σε 175 ECU, σύμφωνα με τις τροποποιήσεις που επέφερε ο κανονισμός 355/94.
3 Η ένατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού έχει ιδιαίτερη σημασία στην υπό κρίση υπόθεση. Η εν λόγω σκέψη ορίζει ότι «οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού δεν εμποδίζουν τα κράτη μέλη να εφαρμόζουν τις απαγορεύσεις ή περιορισμούς στην εισαγωγή ή την εξαγωγή που δικαιολογούνται από λόγους δημόσιας ηθικής, δημόσιας τάξεως, δημόσιας ασφάλειας, προστασίας της υγείας και της ζωής των ανθρώπων και των ζώων ή προφύλαξης των φυτών, προστασίας των εθνικών θησαυρών που έχουν καλλιτεχνική, ιστορική ή αρχαιολογική αξία, ή προστασίας της βιομηχανικής ή εμπορικής ιδιοκτησίας».
4 Το άρθρο 1 της οδηγίας, όπως τροποποιήθηκε πλέον πρόσφατα με την οδηγία 94/4, προβλέπει την απαλλαγή από τους φόρους κύκλου εργασιών και από τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως που εισπράττονται κατά την εισαγωγή, για τα εμπορεύματα τα οποία περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών που προέρχονται από τρίτες χώρες, εφόσον πρόκειται για εισαγωγές μη εμπορικού χαρακτήρα και η συνολική αξία των εμπορευμάτων αυτών δεν υπερβαίνει 175 ECU κατ' άτομο.
Το άρθρο 3 της οδηγίας επαναλαμβάνει τον ίδιο ορισμό που υπάρχει στον κανονισμό όσον αφορά τις «εισαγωγές μη εμπορικού χαρακτήρα».
5 Δυνάμει του άρθρου 4 της οδηγίας, τα κράτη μέλη προβλέπουν ορισμένα ποσοτικά όρια όσον αφορά την εισαγωγή με απαλλαγή από τον φόρο ορισμένων οινοπνευματωδών ποτών. Τα όρια αυτά είναι αντίστοιχα προς τα προαναφερθέντα όρια που προβλέπει ο κανονισμός. Ωστόσο, ούτε η οδηγία προβλέπει ποσοτικό όριο για την εισαγωγή μπύρας, οπότε ισχύει το κατά το προαναφερθέν άρθρο 1 γενικό όριο που υπολογίζεται βάσει της αξίας των εμπορευμάτων.
6 Όσον αφορά την ενδοκοινοτική διακίνηση ταξιδιωτών, η oδηγία 92/12/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1992, σχετικά με το γενικό καθεστώς, την κατοχή, την κυκλοφορία και τους ελέγχους των προϋόντων που υπόκεινται σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης (3), επιτρέπει στα κράτη μέλη να προσδιορίζουν τις ανώτατες ποσότητες, πέρα από τις οποίες η εκ μέρους ιδιωτών εισαγωγή προϋόντων θεωρείται ότι γίνεται «για εμπορικούς σκοπούς» (άρθρο 9). Για τη μπύρα, η ποσότητα αυτή δεν μπορεί να είναι κατώτερη των 110 λίτρων.
7 Στη συνέχεια πρέπει να αναφερθεί το παράρτημα XV, τίτλος ΙΞ, που τιτλοφορείται «Φορολογία», της Πράξεως περί των όρων προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας και των προσαρμογών των συνθηκών επί των οποίων βασίζεται η Ευρωπαϋκή Ένωση (4). Η πράξη αυτή παρέχει στη Δημοκρατία της Φινλανδίας και στο Βασίλειο της Σουηδίας τη δυνατότητα να «διατηρήσουν ποσοτικά όρια για τις εισαγωγές τσιγάρων και άλλων προϋόντων καπνού, οινοπνευματωδών ποτών, κρασιού και μπύρας από άλλα κράτη μέλη, υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 26 της οδηγίας 92/12/ΕΟΚ» (5). Για τη μπύρα το όριο αυτό ανέρχεται σε 15 λίτρα. Με την ίδια διάταξη επιβάλλεται στη Δημοκρατία της Φινλανδίας και στο Βασίλειο της Σουηδίας η υποχρέωση «να λάβουν μέτρα για να διασφαλίσουν ότι οι εισαγωγές μπύρας από τρίτες χώρες δεν θα γίνονται υπό συνθήκες ευνοϋκότερες από εκείνες που ισχύουν επί των εισαγωγών από άλλα κράτη μέλη».
Το άρθρο 26 της οδηγίας 92/12 αντικαταστάθηκε στη συνέχεια από την οδηγία 96/99/ΕΚ του Συμβουλίου, της 30ής Δεκεμβρίου 1996 (6). Δυνάμει της νέας ρυθμίσεως, όσον αφορά το ενδοκοινοτικό εμπόριο οινοπνευματωδών ποτών, επιτρέπεται στη Φινλανδία να θεσπίσει διατάξεις κατά παρέκκλιση από το κοινό σύστημα ατελειών στον τομέα των ειδικών φόρων καταναλώσεως. Ειδικότερα, το άρθρο 26, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, ορίζει ότι, όταν τα αγαθά εισάγονται από πρόσωπα που διαμένουν στη φινλανδική επικράτεια, η ατελής εισαγωγή μπορεί να επιτρέπεται μόνο στα άτομα που διέμειναν εκτός της επικράτειας αυτής για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 24 ωρών. Απ' όσα γνωρίζω, ωστόσο, η Φινλανδική Δημοκρατία δεν έκανε χρήση της δυνατότητας αυτής.
8 Στο πλαίσιο του κοινοτικού συστήματος εμπορικών εισαγωγών από τρίτες χώρες, ιδίως μάλιστα στο κείμενο των κανονισμών που εκδόθηκαν δυνάμει του άρθρου 113 της Συνθήκης ΕΚ, υφίστανται διατάξεις με περιεχόμενο παρόμοιο προς εκείνο της ενάτης αιτιολογικής σκέψεως του κανονισμού. Το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 519/94 του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 1994, για το κοινό καθεστώς εισαγωγών από ορισμένες τρίτες χώρες και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΟΚ) 1765/82, (ΕΟΚ) 1766/82 και (ΕΟΚ) 3420/83 (7), ορίζει ότι η εισαγωγή προϋόντων καταγωγής τρίτων χωρών που παρατίθενται στο παράρτημα Ι είναι ελεύθερη και, επομένως, δεν υπόκειται σε κανέναν ποσοτικό περιορισμό, με την επιφύλαξη των μέτρων που μπορούν να ληφθούν δυνάμει του τίτλου V και των ποσοστώσεων που προβλέπονται στο παράρτημα ΙΙ. Μεταξύ των τρίτων χωρών που απαριθμούνται στο παράρτημα περιλαμβάνονται η Εσθονία και η Ρωσία. Το άρθρο 19 του κανονισμού 519/94 προβλέπει εντούτοις ότι ο κανονισμός αυτός δεν εμποδίζει την εκ μέρους των κρατών μελών θέσπιση ή εφαρμογή δικαιολογημένων απαγορεύσεων εισαγωγής οι οποίες δικαιολογούνται μεταξύ άλλων από λόγους δημόσιας ηθικής, δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας και προστασίας της υγείας (8).
Η εθνική ρύθμιση
9 Παραδοσιακά περιοριστική, η φινλανδική νομοθεσία περί εισαγωγών οινοπνευματωδών ποτών, που περιλαμβάνεται στον alkoholilaki (νόμο περί οινοπνευματωδών ποτών) (9) και στο διάταγμα περί οινοπνευματωδών ποτών και αποσταγμάτων (10), υπέστη πολλές τροποποιήσεις τα τελευταία έτη. Όσον αφορά την εισαγωγή για προσωπική χρήση, η ισχύσασα την περίοδο 1992 έως 1994 ρύθμιση επέτρεπε την ατελή εισαγωγή μικρής ποσότητας οινοπνευματωδών ποτών αποκλειστικά επ' ευκαιρία ταξιδίων διαρκείας άνω των 24 ωρών. Το 1995, κατόπιν της εντάξεως στην Ευρωπαϋκή Ένωση, θεσπίστηκε ειδική ρύθμιση περί των εισαγωγών προελεύσεως κρατών μελών, ενώ οι περιορισμοί που συνδέονταν με τη διάρκεια του ταξιδίου καταργήθηκαν για τις εισαγωγές από χώρες μη μέλη της Ευρωπαϋκής Ενώσεως.
10 Το 1996 η ρύθμιση αυτή τροποποιήθηκε εκ νέου και κατέστη αυστηρότερη. Το νέο άρθρο 10 του νόμου περί οινοπνευματωδών ποτών, που προστέθηκε με τον νόμο 287/96, παρέσχε τη δυνατότητα περιορισμού, με διάταγμα, της εισαγωγής οινοπνευματωδών ποτών για προσωπική χρήση επ' ευκαιρία ταξιδιών μικρής διάρκειας όσον αφορά τους ταξιδιώτες που προέρχονται από χώρες εκτός του Ευρωπαϋκού Οικονομικού Ξώρου, για λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας και προστασίας της υγείας. Επομένως, το διάταγμα 288 του 1996 τροποποίησε το διάταγμα περί οινοπνευματωδών ποτών και αποσταγμάτων. Το νέο άρθρο 8, το οποίο ίσχυε την περίοδο των πραγματικών περιστατικών που απασχολούν το επιληφθέν δικαστήριο, επέβαλε στους κατοίκους Φινλανδίας απαγόρευση εισαγωγής οινοπνευματωδών ποτών στη φινλανδική επικράτεια εφόσον αυτοί α) επανέρχονται στη φινλαδική επικράτεια με οποιοδήποτε μέσο εκτός του αεροπλάνου από χώρα εκτός του Ευρωπαϋκού Οικονομικού Ξώρου και β) η διάρκεια του ταξιδίου τους δεν υπερβαίνει τις 20 ώρες. Οι νέες διατάξεις τέθηκαν σε ισχύ την 1η Μαου 1996.
11 Οι τροποποιήσεις της φινλανδικής ρυθμίσεως δικαιολογήθηκαν, στο πλαίσιο των προπαρασκευαστικών εργασιών του νόμου 287/96, από μια σειρά περιστάσεων. Οι εν λόγω προπαρασκευαστικές εργασίες κατέστησαν φανερό, πρώτον, ότι το ενδιαφέρον των Φινλανδών καταναλωτών για τα προϋόντα που πωλούνται εντός των γειτονικών κρατών (Ρωσία, Εσθονία) οφείλετο στη διαφορά μεταξύ των τιμών των οινοπνευματωδών ποτών στη Φινλανδία και εκείνων στις εν λόγω τρίτες χώρες. Δεύτερον, η εφαρμογή του κοινοτικού συστήματος τελωνειακών ατελειών προκάλεσε σοβαρά προβλήματα στον τομέα της υγείας και της τηρήσεως της δημοσίας τάξεως: στις παραμεθόριες περιοχές διαπιστώθηκε σημαντική αύξηση της συνδεόμενης με την κατανάλωση οινοπνεύματος εγκληματικότητας, της βίας, καθώς και των αυτοκτονιών και των περιπτώσεων οδήγησης σε κατάσταση μέθης. Επιπλέον, παρατηρήθηκε εξάπλωση, στις περιοχές αυτές, των λεγόμενων «κόκκινων αγορών», στις οποίες Φινλανδοί υπήκοοι επιστρέφοντες από τη Ρωσία και την Εσθονία πωλούσαν παράνομα στους δρόμους οινοπνευματώδη ποτά. Από γενική άποψη, ύστερα από την κατάργηση των συνδεόμενων με τη διάρκεια του ταξιδίου περιορισμών, παρατηρήθηκε σημαντική αύξηση της καταναλώσεως οινοπνευματωδών ποτών σε σχέση με τα προηγούμενα έτη. Όλες αυτές οι περιστάσεις θεωρήθηκαν ότι οδηγούν σε διακύβευση του σκοπού της μειώσεως της καταναλώσεως, για την επίτευξη του οποίου οι φινλανδικές αρχές είχαν λάβει αυστηρά προστατευτικά μέτρα. Σ' αυτά προστίθενταν και άλλα επιχειρήματα οικονομικής φύσεως, μεταξύ των οποίων και η πτώση των πωλήσεων οινοπνευματωδών ποτών στην ανατολική Φινλανδία και η μείωση των δημοσιονομικών εσόδων που οφειλόταν στην αύξηση των εισαγωγών προϋόντων για τα οποία δεν καταβάλλονταν οι προβλεπόμενες φορολογικές ή δασμολογικές επιβαρύνσεις.
Τα πραγματικά περιστατικά και τα προδικαστικά ερωτήματα
12 Στις 14 Ιουνίου 1997 ο Sami Heinonen, Φινλανδός υπήκοος, αναχώρησε με πλοίο από το Ελσίνκι με προορισμό την πρωτεύουσα της Εσθονίας Τallinn και επέστρεψε το απόγευμα της ίδιας ημέρας. Το ταξίδι του διήρκεσε δώδεκα ώρες περίπου. Κατά την επιστροφή του στη Φινλανδία ο Heinonen υποβλήθηκε στον τελωνειακό έλεγχο, οπότε διαπιστώθηκε ότι κατείχε 19 κουτιά μπύρας περιεκτικότητας 0,33 λίτρων το καθένα. Οι τελωνειακές αρχές συνέταξαν σχετική έκθεση επιβάλλοντας πρόστιμο 721 φινλανδικών μάρκων (FIM) στον Heinonen λόγω λαθραίας εισαγωγής στη φινλανδική επικράτεια μικρής ποσότητας οινοπνευματωδών ποτών. Επιπλέον, οι τελωνειακές αρχές κατέσχον την εν λόγω ποσότητα μπύρας.
13 Με έγγραφο της 16ης Ιουνίου 1997, απευθυνόμενο στην εισαγγελική αρχή, ο Heinonen αρνήθηκε την κατηγορία. Κατόπιν τούτου, η εισαγγελική αρχή τον παρέπεμψε σε τακτική δικάσιμο ενώπιον του Helsingin kδrδjδoikeus, ενώπιον του οποίου ζήτησε την καταδίκη του Heinonen σε ποινή προστίμου λόγω λαθραίας εισαγωγής οινοπνευματωδών ποτών και, επιπλέον, την επικύρωση της κατασχέσεως των ως άνω ποτών, βάσει των άρθρων 82 και 95 του νόμου περί οινοπνευματωδών ποτών. Ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι οι φινλανδικές διατάξεις είναι ασυμβίβαστες προς το κοινοτικό δίκαιο, βάσει του οποίου εδικαιούτο, αντιθέτως, να εισαγάγει ελεύθερα την ποσότητα οινοπνευματωδών ποτών που περιλαμβανόταν στις προσωπικές του αποσκευές.
14 Κατά συνέπεια, με διάταξη της 5ης Νοεμβρίου 1997 το Helsingin kδrδjδoikeus υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Μπορούν να ερμηνευθούν ο κανονισμός περί τελωνειακών ατελειών και η οδηγία περί διακινήσεως επιβατών υπό την έννοια ότι είναι σύμφωνοι προς τους κανόνες του κανονισμού και της οδηγίας οι επιβαλλόμενοι από τα κράτη μέλη στην εκ μέρους των ταξιδιωτών εισαγωγή μπύρας και άλλων οινοπνευματωδών ποτών περιορισμοί, οι οποίοι στηρίζονται στους λόγους που εκτίθενται στην ένατη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου του κανονισμού περί τελωνειακών ατελειών και στο άρθρο 36 της Συνθήκης περί ιδρύσεως των Κοινοτήτων ή δικαιολογούνται από επιτακτικές ανάγκες προστασίας γενικών συμφερόντων;
2) Αποτελούν οι περιστάσεις που εκτίθενται ανωτέρω, στην παράγραφο 6 του κεφαλαίου ΙV της αιτήσεως προς έκδοση προδικαστικής αποφάσεως (σημεία a έως h), τέτοιους λόγους, ώστε οι επιβαλλόμενοι από τα κράτη μέλη περιορισμοί να είναι σύμφωνοι προς τους κανόνες του κανονισμού περί τελωνειακών ατελειών και της οδηγίας περί διακινήσεως επιβατών;
3) Μπορεί να θεωρηθεί ο βάσει της διάρκειας του ταξιδίου περιορισμός της εκ μέρους ταξιδιωτών εισαγωγής οινοπνευματωδών ποτών, στα οποία περιλαμβάνεται και η μπύρα όσον αφορά το παρόν ερώτημα, ως ρύθμιση σύμφωνη προς τους κανόνες του κανονισμού περί τελωνειακών ατελειών και της οδηγίας περί διακινήσεως επιβατών;»
Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
15 Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα το φινλανδικό δικαστήριο ερωτά στην ουσία το Δικαστήριο αν οι διατάξεις του κανονισμού και της οδηγίας που αφορούν την ατελή εισαγωγή αγαθών για προσωπική χρήση έχουν την έννοια ότι επιτρέπουν στα κράτη μέλη να λαμβάνουν μέτρα γενικής ισχύος, περιορίζοντα υπό δεδομένες συνθήκες την εισαγωγή από τρίτες χώρες οινοπνευματωδών ποτών προοριζομένων για προσωπική χρήση, για λόγους μη οικονομικής φύσεως.
16 Φρονώ ότι στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση: πράγματι, τόσο από το γράμμα όσο και από τον σκοπό των δύο επίμαχων πράξεων προκύπτει ότι αυτές δεν αποκλείουν τη δυνατότητα λήψεως εκ μέρους των κρατών μελών μέτρων όπως τα προαναφερθέντα.
Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί καταρχάς ότι ο κανονισμός και η οδηγία αποσκοπούν στην εισαγωγή μια κοινής ρυθμίσεως, που αφορά, αντιστοίχως, την τελωνειακή και τη φορολογική πτυχή του συστήματος ατελειών για τα προϋόντα που εισάγονται στο έδαφος της Κοινότητας. Αμφότερα τα νομοθετήματα παρέχουν στους ιδιώτες το δικαίωμα εισαγωγής στο έδαφος των κρατών μελών ορισμένης ποσότητας εμπορευμάτων, χωρίς την καταβολή δασμών ή φόρων κύκλου εργασιών ή ειδικών φόρων καταναλώσεως, όταν η εισαγωγή αυτή δεν έχει εμπορικό χαρακτήρα. Πρόκειται προφανώς για μέτρα με σκοπό, αφενός, τη διευκόλυνση της διεθνούς κυκλοφορίας των ταξιδιωτών (11) και, αφετέρου, την απλούστευση του έργου των τελωνειακών αρχών των κρατών μελών. Το προοίμιο του κανονισμού ορίζει γενικά ότι επιβολή επιβαρύνσεως σύμφωνα με το Κοινό Δασμολόγιο «δεν δικαιολογείται σε ορισμένες, σαφώς καθορισμένες, περιπτώσεις, όταν οι ειδικές περιστάσεις εισαγωγής εμπορευμάτων δεν απαιτούν την εφαρμογή των συνηθισμένων μέτρων προστασίας της οικονομίας» (12). Ενόψει των διατάξεων του τίτλου ΞΙ του ίδιου κανονισμού, επομένως, τούτο ισχύει και στις περιπτώσεις εισαγωγής μη εμπορικού χαρακτήρα.
17 Κατά συνέπεια, η φορολογική και η δασμολογική μεταχείριση των προϋόντων που προανέφερα διέπεται από τις διατάξεις της οδηγίας και του κανονισμού, οι οποίες παρέχουν τη δυνατότητα στους προερχόμενους από τρίτες χώρες ταξιδιώτες απαλλαγής από τους σχετικούς φόρους και δασμούς εντός των προβλεπομένων από τις διατάξεις αυτές ορίων που συνδέονται με την ποσότητα και την αξία των εμπορευμάτων. Όσον αφορά τις τελωνειακές ατέλειες, το προοίμιο του κανονισμού ορίζει ότι η ανάγκη κοινής ρυθμίσεως, σε συμφωνία με τις διεθνείς συνθήκες στις οποίες μετέχουν όλα τα κράτη μέλη (13), δικαιολογείται από τις επιταγές της τελωνειακής ενώσεως: πρόκειται σε τελική ανάλυση για διατάξεις που αποσκοπούν «να εξαλείψουν (...) τις διαφορές ως προς το αντικείμενο, την έκταση και τις προϋποθέσεις εφαρμογής των ατελειών που προβλέπουν οι συμβάσεις αυτές, και να επιτρέψουν σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα να επωφεληθούν από τα ίδια ευεργετήματα σε όλη την Κοινότητα» (τέταρτη αιτιολογική σκέψη).
18 Πρέπει να προστεθεί ότι, όπως επανειλημμένα υπογράμμισε το Δικαστήριο, η κοινοτική ρύθμιση περί τελωνειακών και φορολογικών ατελειών είναι εξαντλητική: τα κράτη μέλη δεν μπορούν να παρεκκλίνουν από τους κοινούς κανόνες παρά μόνο στο περιορισμένο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων που τους παρέχουν οι ως άνω κοινοτικές διατάξεις (14). Ωστόσο, η συλλογιστική αυτή αφορά αποκλειστικά τις περιπτώσεις στις οποίες το κράτος μέλος επιθυμεί να παρεκκλίνει από την κοινή ρύθμιση για λόγους οικονομικής φύσεως. Έτσι, για παράδειγμα, με την προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε το ασυμβίβαστο προς την ως άνω κοινοτική ρύθμιση μιας ιρλανδικής διατάξεως η οποία διέκρινε, όσον αφορά τη χορήγηση της σχετικής ατέλειας, μεταξύ «πραγματικών» και «οικονομικών» ταξιδιωτών, αποκλείοντας την υπέρ των τελευταίων δυνατότητα ισχύος της προβλεπόμενης από την οδηγία ατέλειας. Στην περίπτωση αυτή - η οποία εξάλλου, σε αντίθεση με αυτή που μας απασχολεί, αφορούσε την κυκλοφορία ταξιδιωτών από ένα κράτος μέλος σε άλλο - το Δικαστήριο δεν δέχθηκε την άποψη της καθής κυβερνήσεως, η οποία προσπαθούσε να δικαιολογήσει τα περιοριστικά της σχετικής ατέλειας μέτρα, διατεινόμενη ότι η συρροή ταξιδιωτών από την Ιρλανδία στη Βόρεια Ιρλανδία, όπου ο χαμηλότερος φόρος προστιθεμένης αξίας καθιστούσε επωφελέστερη την αγορά ορισμένων εμπορευμάτων, θα προξενούσε σοβαρή ζημία στην ιρλανδική οικονομία. Το Δικαστήριο, αφού επανέλαβε ότι τα κράτη μέλη διατηρούν μια περιορισμένη μόνο αρμοδιότητα που τους χορηγείται ρητά προς παραχώρηση ατελειών πέραν των προβλεπομένων από την οδηγία, διευκρίνισε ότι «όταν λόγω οικονομικής (15) καταστάσεως ενός κράτους μέλους καθίσταται αναγκαία η θέσπιση εξαιρετικών διατάξεων, που εξαρτούν τη χορήγηση του πλεονεκτήματος των απαλλαγών από την ορισμένης διάρκειας παραμονή εκτός του εθνικού εδάφους, τέτοιες διατάξεις μπορούν να θεσπιστούν μόνο δυνάμει οδηγίας παρεκκλίνουσας» (16) από την ως άνω οδηγία.
19 Επομένως, οι διατάξεις της οδηγίας και του κανονισμού, όπως ερμηνεύονται από το Δικαστήριο, δεν εμποδίζουν τα κράτη μέλη να επικαλούνται λόγους μη οικονομικής φύσεως για να λάβουν, όταν συντρέχουν ορισμένες περιστάσεις, περιοριστικά μέτρα σχετικά με τις εισαγωγές που δεν έχουν εμπορικό χαρακτήρα. Η δυνατότητα των κρατών μελών να λαμβάνουν τέτοιου είδους μέτρα δεν χάνεται λόγω της υπάρξεως κοινής ρυθμίσεως των τελωνειακών και φορολογικών ατελειών, ρυθμίσεως η οποία, προφανώς, προϋποθέτει το νόμιμο της εισαγωγής του συγκεκριμένου προϋόντος.
20 Κατά τα λοιπά, η δυνατότητα αυτή αναγνωρίζεται ρητά από την ένατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού, κατά την οποία «οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού δεν εμποδίζουν τα κράτη μέλη να εφαρμόζουν τις απαγορεύσεις ή περιορισμούς στην εισαγωγή ή την εξαγωγή που δικαιολογούνται από λόγους δημόσιας ηθικής, δημόσιας τάξεως, δημόσιας ασφάλειας, προστασίας της υγείας» (17). Μια διάταξη με ακριβώς όμοιο περιεχόμενο υπάρχει στον κανονισμό 2913/92 (18). Επομένως, η εναρμόνιση της τελωνειακής νομοθετικής ρυθμίσεως, περιλαμβανομένης της σχετικής με τις ατέλειες, δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να λαμβάνουν τα κράτη μέλη μέτρα περιορίζοντα την εισαγωγή οινοπνευματωδών ποτών, σύμφωνα με τις διεθνείς δεσμεύσεις τους (19), όταν τα μέτρα αυτά δικαιολογούνται από λόγους μη οικονομικής φύσεως.
21 Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στο πρώτο ερώτημα: ο κανονισμός και η οδηγία πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι δεν εμποδίζουν τη λήψη εθνικών μέτρων τα οποία περιορίζουν τη μη οικονομικού χαρακτήρα εισαγωγή οινοπνευματωδών ποτών από τρίτες χώρες όταν τα μέτρα αυτά δικαιολογούνται από λόγους μη οικονομικής φύσεως.
Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
22 Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο αν οι λόγοι τους οποίους απαριθμεί η φινλανδική νομοθεσία είναι ικανοί να δικαιολογήσουν τα ληφθέντα περιοριστικά μέτρα όσον αφορά την εισαγωγή οινοπνευματωδών ποτών από ταξιδιώτες προερχόμενους από τρίτες χώρες.
23 Επ' αυτού πρέπει να σημειωθεί ότι, στις προπαρασκευαστικές εργασίες του φινλανδικού νόμου, γίνεται επίκληση επιταγών μη οικονομικού χαρακτήρα, όπως η προστασία της δημόσιας τάξεως, της δημόσιας ηθικής και της δημόσιας υγείας, προς δικαιολόγηση των περιοριστικών διατάξεων. Όπως υπενθύμισε η Φινλανδική Κυβέρνηση, τα περιοριστικά μέτρα ελήφθησαν προς αντιμετώπιση των σοβαρών διαταραχών της δημόσιας τάξεως οι οποίες προκλήθηκαν από την αύξηση της καταναλώσεως οινοπνευματωδών που οφειλόταν στη μεγάλη ευκολία με την οποία οι κάτοικοι Φινλανδίας μπορούσαν να προμηθεύονται σε χαμηλή τιμή οινοπνευματώδη ποτά από τις γειτονικές χώρες όσο ίσχυε η προηγούμενη ρύθμιση. Η εν λόγω κυβέρνηση επικαλείται επιπλέον επιτακτικούς λόγους κοινωνικού και υγειονομικού χαρακτήρα και λόγους σχετικούς με την προστασία της δημόσιας ηθικής, καθόσον η δυνατότητα εύκολης προμηθείας οινοπνευματωδών ποτών προκάλεσε σημαντική αύξηση της καταναλώσεως, με σημαντικές συνέπειες για την υγεία των ατόμων. Τέλος, σημειώθηκε αύξηση του αριθμού των αυτοκτονιών. Η Φινλανδική Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι όλες αυτές οι περιστάσεις υπάρχει κίνδυνος να παρεμποδίσουν την επίτευξη του σκοπού τον οποίο επιδιώκει η φινλανδική νομοθεσία στον τομέα αυτό, δηλαδή της προλήψεως της υπερβολικής καταναλώσεως οινοπνευματωδών ποτών. Παραδοσιακά, ο σκοπός αυτός επιδιώκεται με μέτρα που αποσκοπούν στον περιορισμό των δυνατοτήτων προμηθείας οινοπνευματωδών ποτών με την επιβολή υψηλών φορολογικών συντελεστών, οι οποίοι οδηγούν σε υψηλές τιμές λιανικής πωλήσεως.
24 Επομένως, το ζήτημα που ανακύπτει είναι το αν είναι σύμφωνες προς τις προαναφερθείσες κοινοτικές διατάξεις οι περιστάσεις τις οποίες επικαλείται το φινλανδικό κράτος προς δικαιολόγηση των περιοριστικών μέτρων που έλαβε όσον αφορά την εισαγωγή οινοπνευματωδών ποτών για προσωπική χρήση, καθόσον προσβλέπουν στην προστασία της δημόσιας τάξεως, της δημόσιας ηθικής και της υγείας. Επ' αυτού, δέχομαι μεν ότι οι σκοποί των κοινοτικών τελωνειακών και φορολογικών διατάξεων δεν στοιχούν με εκείνους τους οποίους εξυπηρετεί η ρύθμιση περί κυκλοφορίας των εμπορευμάτων στην εσωτερική αγορά, πιστεύω όμως παράλληλα ότι, όσον αφορά την παρούσα ανάλυση, μπορεί να παρατεθεί λυσιτελώς η σχετική με την ερμηνεία του άρθρου 36 της Συνθήκης ΕΚ νομολογία του Δικαστηρίου (20).
25 Πρέπει λοιπόν να σημειωθεί καταρχάς ότι το Δικαστήριο έχει επανειλημμένα δεχθεί ότι, «μεταξύ των αγαθών ή συμφερόντων που προστατεύει το άρθρο 36 της Συνθήκης, την πρώτη θέση κατέχουν η υγεία και η ζωή των ανθρώπων, εναπόκειται δε στα κράτη μέλη, εντός των ορίων που επιβάλλει η Συνθήκη, να αποφασίζουν για το επίπεδο προστασίας που επιθυμούν να διασφαλίσουν» (21). Με την απόφαση Henn και Darby (22), το Δικαστήριο έκρινε ότι «εναπόκειται καταρχήν σε κάθε κράτος μέλος να καθορίσει τις απαιτήσεις της δημόσιας ηθικής στο έδαφός του, κατά τη δική του κλίμακα αξιών, υπό τη μορφή που επέλεξε», τηρώντας ασφαλώς τις αρχές της ανάγκης λήψεως και της αναλογικότητας των μέτρων έναντι των επιδιωκόμενων σκοπών (23).
26 Όσον αφορά ειδικότερα τα εθνικά μέτρα καταπολεμήσεως του αλκοολισμού, το Δικαστήριο δέχθηκε πρόσφατα ότι η προστασία της υγείας από τις βλαβερές συνέπειες του οινοπνεύματος «καταλέγεται αναμφισβήτητα μεταξύ των λόγων που μπορούν να δικαιολογήσουν παρεκκλίσεις από το άρθρο 30 της Συνθήκης» (24). Επομένως, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μέτρα αποσκοπούντα στον περιορισμό της καταναλώσεως οινοπνευματωδών ποτών πληρούν τις προϋποθέσεις που θέτουν το άρθρο 36 ή οι κοινοτικές διατάξεις περί εισαγωγής προϋόντων από τρίτες χώρες μη εμπορικού χαρακτήρα.
27 Συνεπώς, φρονώ ότι στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα μπορεί να δοθεί η απάντηση ότι η προστασία της δημόσιας τάξεως, της δημόσιας ηθικής και της υγείας συνιστά επαρκή αιτιολογία για την επιβολή περιορισμών στην εισαγωγή για προσωπική χρήση οινοπνευματωδών ποτών από τρίτες χώρες.
Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
28 Με το τρίτο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο αν ο κανονισμός και η οδηγία επιτρέπουν στα κράτη μέλη τη θέσπιση κανονιστικής ρυθμίσεως η οποία, στηριζόμενη σε λόγους δημοσίου συμφέροντος, απαγορεύει την εισαγωγή από τρίτες χώρες οινοπνευματωδών ποτών για προσωπική χρήση επ' ευκαιρία ταξιδίου διάρκειας μικρότερης ή ίσης των 20 ωρών. Το ανακύπτον ζήτημα έγκειται σε τελική ανάλυση στο αν τα μέτρα που έλαβε το φινλανδικό κράτος πληρούν τα κριτήρια του αναγκαίου και της αναλογικότητας των μέτρων σε σχέση με τους επιδιωκόμενους σκοπούς.
29 Πρέπει να παρατηρηθεί καταρχάς ότι, κατά την άποψη της Φινλανδικής Κυβερνήσεως, τα εν λόγω μέτρα ήσαν όντως απαραίτητα, καθόσον ήταν αδύνατη η αντιμετώπιση των σοβαρών προβλημάτων που προαναφέρθηκαν με λιγότερο περιοριστικά μέτρα σε σχέση με την απαγόρευση εισαγωγής οινοπνευματωδών ποτών επ' ευκαιρία ταξιδίων μικρής διάρκειας. Η ίδια κυβέρνηση σημείωσε ακόμη ότι δεν είναι τυχαίο το ότι τα εν λόγω προβλήματα ανέκυψαν αμέσως μετά την κατάργηση των προηγούμενων διατάξεων, δυνάμει των οποίων η ατελής εισαγωγή οινοπνευματωδών ποτών από τρίτες χώρες επιτρεπόταν μόνο στις περιπτώσεις ταξιδίων διάρκειας άνω των 20 ωρών. Επομένως, η Φινλανδική Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι υφίσταται σχέση αιτίου και αποτελέσματος μεταξύ των προσφάτως ληφθέντων περιοριστικών μέτρων και της αισθητής βελτιώσεως των αρνητικών στοιχείων που συνδέονται με την κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών.
30 Θεωρώ ότι εναπόκειται καταρχήν στο εθνικό δικαστήριο να αποφασίσει, βάσει των πραγματικών και νομικών στοιχείων που διαθέτει, αν τα συγκεκριμένα μέτρα που έλαβε το Φινλανδικό κράτος είναι ικανά να εξαλείψουν το προαναφερθέν φαινόμενο ή αν παρόμοιο αποτέλεσμα θα μπορούσε να εξασφαλιστεί με λιγότερο περιοριστικά μέτρα. Ο έλεγχος της αναλογικότητας και της αποτελεσματικότητας των ληφθέντων μέτρων στηρίζεται πράγματι σε εκτιμήσεις των πραγματικών περιστατικών, στις οποίες, προφανώς, δεν μπορεί να προβεί το Δικαστήριο. Αντιθέτως, στο Δικαστήριο εναπόκειται να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο κάθε χρήσιμο στοιχείο ώστε αυτό να μπορέσει να προβεί στον ως άνω έλεγχο.
31 Επομένως, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξακριβώσει την ακρίβεια των στοιχείων που παραθέτει η Φινλανδική Κυβέρνηση, από τα οποία προκύπτει σημαντική αύξηση της καταναλώσεως οινοπνευματωδών ποτών - και, κατά συνέπεια, προβλημάτων στους τομείς της δημοσίας τάξεως και της υγείας των πολιτών - λόγω της καταργήσεως των προηγούμενων διατάξεων. Σ' αυτό εναπόκειται επίσης να εξακριβώσει τα αποτελέσματα των νέων μέτρων, δηλαδή αν με αυτά κατέστη δυνατή η καταπολέμηση, έστω και μερική, των φαινομένων της διαταράξεως της δημοσίας τάξεως και της προσβολής της υγείας των πολιτών όπως ανέφερε η Φινλανδική Κυβέρνηση.
32 Ούτως εχόντων των πραγμάτων, πρέπει να σημειωθεί εν πάση περιπτώσει ότι οι εν λόγω κοινοτικές διατάξεις, ιδίως υπό το φως της εκ μέρους του Δικαστηρίου ερμηνείας στο πλαίσιο του άρθρου 36 της Συνθήκης, παρέχουν καθώς φαίνεται στα κράτη μέλη ορισμένο περιθώριο ελευθερίας για την εκτίμηση των μέτρων που είναι ικανά να εξασφαλίσουν συγκεκριμένα αποτελέσματα όσον αφορά την καταπολέμηση του αλκοολισμού. Πράγματι, για να κριθεί το ζήτημα της αναλογικότητας, είναι αναγκαίο να ληφθεί δεόντως υπόψη η ιδιαιτερότητα της κοινωνικής πτυχής όσον αφορά την εφαρμογή των μέτρων, καθώς και η σημασία που προσδίδει το κράτος μέλος σε θεμιτούς από πλευράς κοινοτικού δικαίου σκοπούς, όπως είναι η μείωση της καταναλώσεως οινοπνευματωδών ποτών.
33 Στη συνέχεια, πρέπει να υπομνησθεί ότι η ίδια η Φινλανδική Κυβέρνηση ανέφερε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι οι θεσπισθείσες διατάξεις, καθόσον αφορούν την εφαρμογή της περιοριστικής ρυθμίσεως σχετικά με τη διάρκεια του ταξιδίου, πρέπει να θεωρούνται ως προσωρινά μέτρα εξαιρετικού χαρακτήρα. Η ως άνω κυβέρνηση διευκρίνισε ότι προβλέπεται η προοδευτική κατάργηση των μέτρων αυτών μόλις αυτό καταστεί δυνατό χωρίς κίνδυνο προκλήσεως νέων προσβολών της δημόσιας τάξεως και της υγείας των πολιτών. Τέλος, η Φινλανδική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι διαξάγονται συνομιλίες με την Επιτροπή με σκοπό τη θέσπιση ενός αποτελεσματικότερου συστήματος ελέγχων στα σύνορα.
34 Εντούτοις, έστω και στο πλαίσιο μιας καταρχήν ευνοϋκής θεωρήσεως των εθνικών μέτρων που αποσκοπούν στην πρόληψη της υπερβολικής καταναλώσεως οινοπνευματωδών ποτών, υφίστανται αμφιβολίες όσον αφορά τη λύση που προτιμήθηκε συγκεκριμένα. Πράγματι, η Φινλανδική Κυβέρνηση δεν εξήγησε για ποιο λόγο, αντί να απαγορεύσει εντελώς την εισαγωγή οινοπνευματωδών προϋόντων προοριζομένων για προσωπική χρήση τα οποία εισάγονται στη φινλανδική επικράτεια ύστερα από ταξίδι διάρκειας ίσης ή μικρότερης των 20 ωρών, δεν επιχείρησε απλώς να καταργήσει την εφαρμογή του συστήματος ατελειών όσον αφορά τα εμπορεύματα αυτά, επιβάλλοντάς τους τους προβλεπόμενους από τις οικείες κοινοτικές ή εθνικές διατάξεις δασμούς και ειδκούς φόρους καταναλώσεως. Με άλλα λόγια, τα οινοπνευματώδη ποτά που αγοράζονται σε τρίτες χώρες σε τιμή σημαντικά χαμηλότερη από την ισχύουσα στη Φινλανδία θα μπορούσαν να αποκλειστούν από τη σχετική δυνατότητα ατελούς εισαγωγής για να υπαχθούν σε δασμοφορολογικό σύστημα που να καθιστά την αγορά τους εξ ίσου επαχθή με τα αγοραζόμενα εντός της φινλανδικής επικράτειας προϋόντα. Ένα τέτοιο μέτρο, λιγότερο δρακόντειο, θα μπορούσε εν πάση περιπτώσει να έχει αποτελεσματικά αποτρεπτικό χαρακτήρα, χωρίς να αποκλείει καταρχήν την εισαγωγή οινοπνευματωδών ποτών από τρίτες χώρες ύστερα από ταξίδι διάρκειας ίσης ή μικρότερης των 20 ωρών.
35 Επιπλέον, μια τέτοια λύση θα ήταν, καθώς φαίνεται, περισσότερο σύμφωνη προς το πνεύμα των κοινοτικών διατάξεων, οι οποίες, σύμφωνα με τις διεθνείς δεσμεύσεις, τείνουν προς την κατεύθυνση της απελευθερώσεως των εισαγωγών από τρίτες χώρες (25). Εξάλλου, όσον αφορά τη λύση αυτή, υφίσταται ένα προηγούμενο με την οδηγία 92/12, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 96/99, δυνάμει της οποίας η Φινλανδική Δημοκρατία διατηρεί τη δυνατότητα να μη δέχεται την ατελή εισαγωγή οινοπνευματωδών ποτών που εισάγονται από ταξιδιώτες κατοίκους Φινλανδίας προερχόμενους από άλλα κράτη μέλη, οι οποίοι διέμειναν εκτός της φινλανδικής επικράτειας για χρονικό διάστημα πέραν των 24 ωρών. Επομένως, η διάταξη αυτή δεν αποκλείει την εισαγωγή των εν λόγω προϋόντων, αλλά παρέχει τη δυνατότητα μη εφαρμογής των σχετικών ατελειών (26).
36 Ενόψει των προηγούμενων παρατηρήσεων προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει τις ακόλουθες απαντήσεις στα ερωτήματα του Helsingin kδrδjδoikeus:
«1) Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 918/83 του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, για τη θέσπιση του κοινοτικού καθεστώτος τελωνειακών ατελειών, και η οδηγία 69/169/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαου 1969, περί εναρμόνισης των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν τις εκπτώσεις φόρου κύκλου εργασιών και τους δασμούς που καταβάλλονται κατά την εισαγωγή στα πλαίσια της διεθνούς διακίνησης επιβατών, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι δεν εμποδίζουν τη λήψη εθνικών μέτρων τα οποία περιορίζουν τη μη οικονομικού χαρακτήρα εισαγωγή οινοπνευματωδών ποτών από τρίτες χώρες όταν τα μέτρα αυτά δικαιολογούνται από λόγους μη οικονομικής φύσεως.
2) Ο κανονισμός 918/83 και η οδηγία 69/169 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι συμφωνούν προς το κοινοτικό δίκαιο εθνικά μέτρα τα οποία, αποσκοπούντα στην προστασία της υγείας των ατόμων κατά των βλαβερών συνεπειών του οινοπνεύματος και στην πρόληψη της συνδεόμενης με την κατανάλωση οινοπνεύματος εγκληματικότητας, επιβάλλουν περιορισμούς στην εισαγωγή για προσωπική χρήση οινοπνευματωδών ποτών από τρίτες χώρες.
3) Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει αν τα μέτρα που έλαβε η Φινλανδική Δημοκρατία, ιδίως αυτά με τα οποία απαγορεύεται η εισαγωγή για προσωπική χρήση οινοπνευματωδών ποτών από τρίτες χώρες σε συνάρτηση με τη διάρκεια του ταξιδίου, είναι αναγκαία και ανάλογα προς τους σκοπούς της προστασίας της υγείας, της δημόσιας ηθικής και της δημόσιας τάξεως. Ειδικότερα, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξακριβώσει αν οι ίδιοι αυτοί σκοποί μπορούν να επιτευχθούν με περιορισμό της δυνατότητας ατελούς εισαγωγής των προσωπικών ειδών των ταξιδιωτών που προέρχονται από τρίτες χώρες.»
(1) - ΕΕ L 105, σ. 1. Ο κανονισμός αυτός τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 355/94 του Συμβουλίου, της 14ης Φεβρουαρίου 1994 (ΕΕ L 46, σ. 5).
(2) - ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 17. Η οδηγία αυτή τροποποιήθηκε επανειλημμένα, με πλέον πρόσφατες τροποποιήσεις τις επελθούσες με την οδηγία 78/1033/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978 (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 100), και την οδηγία 94/4/ΕΚ του Συμβουλίου, της 14ης Φεβρουαρίου 1994 (ΕΕ L 60, σ. 14).
(3) - ΕΕ L 76, σ. 1.
(4) - ΕΕ 1994, C 241, σ. 21, ειδικότερα σ. 339.
(5) - Το άρθρο 26 της οδηγίας 92/12 παρέχει την ίδια δυνατότητα στο Βασίλειο της Δανίας, με την επιφύλαξη ενός μηχανισμού αναθεωρήσεως.
(6) - EE 1997, L 8, σ. 12.
(7) - ΕΕ L 67, σ. 89.
(8) - Πρόκειται για διατύπωση όμοια με εκείνη του άρθρου 24 του κανονισμού (ΕΚ) 3285/94 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, για το κοινό καθεστώς εισαγωγών και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) 518/94 (ΕΕ L 349, σ. 53). Ο κανονισμός αυτός, ο οποίος προβλέπει το γενικό σύστημα των εισαγωγών προϋόντων από τρίτες χώρες, δεν έχει εφαρμογή στις εισαγωγές από τις χώρες οι οποίες απαριθμούνται στο παράρτημα Ι του κανονισμού 519/94.
(9) - Νόμος 459/68, που τροποποιήθηκε για τελευταία φορά με τον νόμο 287/96.
(10) - Διάταγμα 644 του 1968, που τροποποιήθηκε για τελευταία φορά με το διάταγμα 288 του 1966.
(11) - Βλ. σχετικά την πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας.
(12) - Βλ. τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού.
(13) - Σύμβαση επί των τελωνειακών διευκολύνσεων υπέρ του τουρισμού, που υπογράφηκε στη Νέα Υόρκη στις 4 Ιουνίου 1954 (UNTS, τόμος 276, σ. 230), ιδίως το άρθρο 3.
(14) - Βλ. τις αποφάσεις της 7ης Ιουλίου 1981, 158/80, Rewe I (Συλλογή 1981, σ. 1805, σκέψη 36), της 14ης Φεβρουαρίου 1984, 278/82, Rewe ΙΙ (Συλλογή 1984, σ. 721, σκέψη 31), και της 12ης Ιουνίου 1990, C-158/88, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Συλλογή 1990, σ. Ι-2367, σκέψη 7).
(15) - Η υπογράμμιση δική μου.
(16) - Προαναφερθείσα απόφαση, σκέψη 9.
(17) - Ένας παρόμοιος κανόνας περιλαμβάνεται στο άρθρο 58, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 302, σ. 1). Οι διατάξεις αυτές έχουν την αφετηρία τους στο κείμενο του άρθρου ΞΞ της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου (GATT, στο εξής: ΓΣΔΕ), που αφορά τις «γενικές εξαιρέσεις» και ορίζει ότι «με την επιφύλαξη ότι τα μέτρα αυτά δεν θα εφαρμόζονται κατά τρόπον ώστε να συνιστούν είτε μέσο επιβολής αυθαιρέτων ή αδικαιολόγητων διακρίσεων μεταξύ των χωρών στις οποίες υφίστανται οι ίδιες συνθήκες είτε συγκαλυμμένο περιορισμό του διεθνούς εμπορίου, καμία διάταξη της παρούσας συμφωνίας δεν μπορεί να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι εμποδίζει τη θέσπιση ή την εφαρμογή από κάθε συμβαλλόμενο μέρος μέτρων α) απαραίτητων για την προστασία της δημόσιας ηθικής· β) απαραίτητων για την προστασία της υγείας και της ζωής των ανθρώπων και των ζώων ή για την προφύλαξη των φυτών». Επιπλέον, η προαναφερθείσα Σύμβαση της Νέας Υόρκης, περί των τελωνειακών διευκολύνσεων υπέρ του τουρισμού, προβλέπει στο άρθρο 9 ότι «κάθε συμβαλλόμενο κράτος αναγνωρίζει ότι οι απαγορεύσεις που επιβάλλει στην εισαγωγή ή την εξαγωγή αντικειμένων τα οποία αναφέρει η παρούσα Σύμβαση πρέπει να εφαρμόζονται μόνον εφόσον οι απαγορεύσεις αυτές στηρίζονται σε λόγους μη οικονομικού χαρακτήρα, όπως οι λόγοι δημόσιας ηθικής, δημοσίας ασφαλείας, υγιεινής ή δημοσίας υγείας ή κτηνιατρικής ή φυτοϋγειονομικής φύσεως».
(18) - Προαναφερθέν άρθρο 58, παράγραφος 2.
(19) - Βλ. το άρθρο ΞΞ της ΓΣΔΕ και το άρθρο 3 της Συμβάσεως της Νέας Υόρκης, που προαναφέρθηκαν.
(20) - Όπως γνωρίζουμε, η διάταξη αυτή επιτρέπει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν ή να διατηρούν σε ισχύ απαγορεύσεις ή περιορισμούς εισαγωγής, εξαγωγής ή διαμετακομίσεως προϋόντων μεταξύ των κρατών μελών εφόσον τα σχετικά μέτρα δικαιολογούνται, μεταξύ άλλων, από λόγους δημοσίας ηθικής, δημοσίας ασφαλείας και προστασίας της υγείας.
(21) - Απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 1994, C-320/93, Ortscheit (Συλλογή 1994, σ. I-5243, σκέψη 16). Βλ. επίσης την απόφαση της 20ής Μαου 1976, 104/75, De Peijper (Συλλογή τόμος 1976, σ. 241, σκέψη 15). Το άρθρο 129 της Συνθήκης ΕΚ, που αφορά τη «δημόσια υγεία», ορίζει, στην παράγραφο 1, ότι «η Κοινότητα συμβάλλει στην εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας της υγείας του ανθρώπου, ενθαρρύνοντας τη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών και, αν αυτό απαιτείται, υποστηρίζοντας τη δράση τους» (πρώτο εδάφιο) και ότι «οι απαιτήσεις στον τομέα της προστασίας της υγείας αποτελούν συνιστώσα των άλλων πολιτικών της Κοινότητας» (τρίτο εδάφιο).
(22) - Απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1979, 34/79 (Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 781, σκέψη 15).
(23) - Βλ. ιδίως την απόφαση της 25ης Ιουλίου 1991, C-1/90 και C-176/90, Aragonesa de Publicidad Exterior και Publivνa (Συλλογή 1991, σ. Ι-4151, σκέψη 16).
(24) - Απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 1997, C-189/95, Franzιn (Συλλογή 1997, σ. I-5909, σκέψη 76).
(25) - Βλ. ιδίως το προαναφερθέν άρθρο 1 του κανονισμού 519/94, για το κοινό καθεστώς εισαγωγών από ορισμένες τρίτες χώρες, μεταξύ των οποίων η Εσθονία και η Ρωσία.
(26) - Η πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 96/99 είναι σημαντική, καθόσον διευκρινίζει ότι οι παρεκκλίσεις που επιτράπηκαν στη Σουηδία και τη Φινλανδία «χορηγήθηκαν διότι σε μια Ευρώπη χωρίς σύνορα, όπου οι συντελεστές των ειδικών φόρων κατανάλωσης παρουσιάζουν αισθητές διαφορές, η πλήρης και άμεση κατάργηση των εφαρμοζομένων ορίων σχετικά με τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης θα οδηγούσε σε ανεπιθύμητη εκτροπή εμπορίου και εσόδων, καθώς και σε στρέβλωση του ανταγωνισμού στα εν λόγω κράτη μέλη τα οποία, εκ παραδόσεως, εφαρμόζουν υψηλούς ειδικούς φόρους κατανάλωσης στα προϋόντα αυτά, τόσο διότι αποτελούν σημαντική πηγή φορολογικών εσόδων όσο και για λόγους κοινωνικούς και υγείας».
Full & Egal Universal Law Academy