Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Με προσφυγή που άσκησε στις 2 Δεκεμβρίου 1997, η Επιτροπή καλεί το Δικαστήριο να καταδικάσει την Πορτογαλική Δημοκρατία, δυνάμει του άρθρου 93, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 88, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ). Συγκεκριμένα, η Επιτροπή προσάπτει στο ως άνω κράτος μέλος ότι δεν συμμορφώθηκε, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, με την απόφασή της 97/762/ΕΚ, της 9ης Ιουλίου 1997 (1).
Με το άρθρο 1 της ως άνω αποφάσεως, η οποία κοινοποιήθηκε στο κράτος αποδέκτη στις 18 Ιουλίου 1997, η Επιτροπή αναγνωρίζει ως παράνομες τις ενισχύσεις που είχε χορηγήσει η Πορτογαλική Κυβέρνηση, υπό μορφή εγγυήσεως, στην επιχείρηση Empresa Para a Agroalimentaηγo e Cereais, SA (στο εξής: EPAC), διότι οι σχετικές ενισχύσεις είχαν χορηγηθεί κατά παράβαση των εξαγγελλομένων στο άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης διαδικαστικών κανόνων. Εξάλλου, η Επιτροπή έκρινε ότι οι ενισχύσεις αυτές ήσαν ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά δυνάμει του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ) και δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις που απαιτούνται ώστε να είναι δυνατή η υπαγωγή στις προβλεπόμενες με τις παραγράφους 2 και 3 του ως άνω άρθρου παρεκκλίσεις.
Με το άρθρο 2, η Επιτροπή κάλεσε την Πορτογαλική Δημοκρατία να καταργήσει τις ενισχύσεις εντός προθεσμίας δεκαπέντε ημερών αρχομένης από την ημερομηνία κοινοποιήσεως της απόφασης και να χωρήσει στην ανάκτησή τους εντός προθεσμίας δύο μηνών.
I - Τα πραγματικά περιστατικά
2 Σύμφωνα με το πρoοίμιο της αποφάσεως 97/762 και το δικόγραφο της προσφυγής, η EPAC είναι ανώνυμη εταιρία συσταθείσα το 1991 με κεφάλαια του Δημοσίου, ασκούσα δραστηριότητα στην αγορά των σιτηρών. Η περιουσιακή κατάστασή της χαρακτηρίζεται από ανισορροπία οφειλόμενη σε πλεονάζοντα σταθερά στοιχεία ενεργητικού και υπεράριθμο προσωπικό. Το κόστος λειτουργίας της είναι πολύ υψηλό και δεν διαθέτει επαρκή ίδια κεφάλαια για τη χρηματοδότηση της εμπορικής δραστηριότητάς της. Εν συνεχεία της προοδευτικής απελευθερώσεως της αγοράς σιτηρών στην Πορτογαλία και λόγω επιδεχόμενης συζήτηση διαχειρίσεως, το χρέος και οι χρηματοδοτικές υποχρεώσεις της EPAC έφθασαν σε τέτοιο επίπεδο ώστε της ήταν αδύνατο να αντεπεξέλθει με τους δικούς της πόρους, ενώ από τον Απρίλιο του 1996 διέκοψε τις πληρωμές για το μεγαλύτερο μέρος των χρηματικών υποχρεώσεών της.
Ενόψει της καταστάσεως κρίσεως που αντιμετώπιζε μία από τις επιχειρήσεις τους, οι πορτογαλικές αρχές παρέσχον στο διοικητικό συμβούλιο της EPAC την άδεια να διαπραγματευθεί δάνειο με τους όρους της αγοράς και μέχρι ενός ανωτάτου ορίου πενήντα δισεκατομμυρίων πορτογαλικών εσκούδων (PTE), εκ των οποίων τριάντα δισεκατομμύρια επρόκειτο να τύχουν της εγγυήσεως του Δημοσίου επί επταετία. Το δάνειο είχε ως στόχο την αναδιάρθρωση του βραχυπρόθεσμου τραπεζικού παθητικού της επιχειρήσεως διά της μετατροπής του σε μεσοπρόθεσμο παθητικό.
3 Στις 15 Οκτωβρίου 1996 περιήλθε στην Επιτροπή καταγγελία σχετικά με την ύπαρξη ενδεχομένης κρατικής ενισχύσεως προς την EPAC υπό την προπεριγραφείσα μορφή. Δεδομένου ότι ουδεμία ενημέρωση έτυχε εκ μέρους των πορτογαλικών αρχών, η Επιτροπή τους απηύθυνε στις 31 Δεκεμβρίου 1996 έγγραφο, αιτούμενη πληροφορίες σχετικά με την ως άνω ενίσχυση και την κοινοποίησή της, εφόσον υφίστατο, προκειμένου να μπορέσει να προβεί στην εξέτασή της.
4 Με έγγραφο της 26ης Νοεμβρίου 1996, η Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Πορτογαλίας στην Ευρωπαϋκή Ένωση επιβεβαίωσε την ύπαρξη εγγυήσεως του Δημοσίου υπέρ της EPAC. Πέραν αυτού, η Επιτροπή ουδεμία κοινοποίηση έλαβε περί κρατικής ενισχύσεως, με αποτέλεσμα η πράξη να καταχωριστεί στο μητρώο των μη κοινοποιηθεισών ενισχύσεων υπό τον αριθμό NN 13/97.
5 Η Επιτροπή αποφάσισε να κινήσει την προβλεπόμενη στο άρθρο 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης διαδικασία, οπότε απηύθυνε στις 27 Φεβρουαρίου 1997 έγγραφο προς τις πορτογαλικές αρχές. Κατά την Επιτροπή, η εγγύηση του Δημοσίου δεν τηρούσε τις προϋποθέσεις του εφαρμοστέου σε θέματα ενισχύσεων κοινοτικού καθεστώτος και η αναχρηματοδότηση της EPAC είχε χωρήσει υπό προϋποθέσεις μη απηχούσες την κατάσταση της αγοράς. Η Επιτροπή θεώρησε ότι η ενέργεια του Πορτογαλικού Δημοσίου μπορούσε να θίξει τις εμπορικές συναλλαγές και να προκαλέσει στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και ότι η πράξη ενέπιπτε στην απαγόρευση του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης ως κρατική ενίσχυση. Σύμφωνα με πληροφορίες που διέθετε η Επιτροπή, η ως άνω ενίσχυση δεν μπορούσε να υπαχθεί σε καμία από τις προβλεπόμενες στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου παρεκκλίσεις, εφόσον δεν πληρούνταν τα εφαρμοστέα επί των ενισχύσεων για την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων κριτήρια.
6 Με το ίδιο έγγραφο, η Επιτροπή όχλησε την Πορτογαλική Κυβέρνηση να υποβάλει τις παρατηρήσεις της και την κάλεσε να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να αναστείλει αμέσως την παρασχεθείσα στην EPAC εγγύηση για κάθε νέα εμπορική δραστηριότητά της στην αγορά των σιτηρών (2).
7 Με την από 21 Μαρτίου 1997 απάντησή της, η Πορτογαλική Κυβέρνηση διευκρίνισε ότι ουδεμία παρέμβαση της δημόσιας αρχής έλαβε χώρα κατά τη διαπραγμάτευση των τραπεζικών δανείων που χορηγήθηκαν στην EPAC για τη χρηματοδότηση εμπορικών πράξεων, προσκόμισε δε επ' ευκαιρία και συμπληρωματικές πληροφορίες για ορισμένα από τα ως άνω δάνεια. Πάντως, δεν εξήγγειλε τη θέσπιση οποιουδήποτε μέτρου εκτελέσεως της υποχρεώσεως αναστολής της εγγυήσεως.
8 Η Επιτροπή εξέδωσε στις 30 Απριλίου 1997 την απόφαση 97/433/ΕΚ (3), με την οποία η Πορτογαλική Δημοκρατία κλήθηκε να αναστείλει αμέσως τη χορηγηθείσα στην επιχείρηση EPAC εγγύηση και να της κοινοποιήσει, εντός προθεσμίας δεκαπέντε ημερών, τα εκδοθέντα προς συμμόρφωσή της με την ως άνω απόφαση μέτρα.
9 Με το από 21 Μαου 1997 έγγραφό τους, οι πορτογαλικές αρχές, οι οποίες εξακολουθούσαν να μην κοινοποιούν τα εκδοθέντα για την αναστολή της εγγυήσεως μέτρα, διευκρίνισαν ότι το Δημόσιο δεν είχε παρέμβει και δεν θα παρενέβαινε κατά τη διαπραγμάτευση των δανείων που χορήγησαν στην EPAC οι τράπεζες για τη χρηματοδότηση των εμπορικών πράξεων, προσθέτοντας ότι το Δημόσιο δεν συμμετείχε ούτε στο τραπεζικό δάνειο. Σύμφωνα με τις πορτογαλικές αρχές, η χορηγηθείσα στην EPAC εγγύηση δεν συνιστούσε χρηματική ενίσχυση για τη λειτουργία της επιχειρήσεως και, συνακόλουθα, δεν στρέβλωνε τους όρους ανταγωνισμού. Εξάλλου, δεν είχε αποδειχθεί πώς και σε ποιο βαθμό η χορήγηση της εγγυήσεως του Δημοσίου προς την EPAC ήταν ικανή να θίξει τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών.
10 Ενόψει της ως άνω απαντήσεως, η Επιτροπή υποχρεώθηκε να περατώσει τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης και να εκδώσει την αρνητική απάντηση με την οποία προσάπτει στην Πορτογαλική Δημοκρατία τη μη συμμόρφωσή της.
II - Η χορηγηθείσα από το Πορτογαλικό Δημόσιο προς την EPAC εγγύηση ενώπιον των κοινοτικών δικαιοδοτικών οργάνων
11 Η Πορτογαλία δεν συμμορφώθηκε με την απόφαση 97/433, της 30ής Απριλίου 1997, με την οποία η Επιτροπή ζήτησε την άμεση αναστολή της υπό μορφή εγγυήσεως του Δημοσίου ενισχύσεως, εξακολουθεί δε να μην εκτελεί την απόφαση 97/762, της 9ης Ιουλίου 1997, με την οποία αναγνωρίστηκε ως παράνομη η ως άνω ενίσχυση και ζητήθηκε η κατάργησή της εντός προθεσμίας δεκαπέντε ημερών καθώς και η ανάκτησή της εντός προθεσμίας δύο μηνών.
12 Μετά την παρέλευση διαστήματος δύο ετών και πλέον από την έκδοσή τους, οι ως άνω αποφάσεις όχι μόνο δεν εκτελέστηκαν αλλά η νομιμότητά τους αμφισβητήθηκε περαιτέρω ενώπιον των κοινοτικών δικαιοδοτικών οργάνων δυνάμει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 230 ΕΚ).
Αφενός, η EPAC άσκησε ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγή ακυρώσεως της αποφάσεως 97/433 στα πλαίσια της υποθέσεως T-204/97 (4) και της αποφάσεως 97/762 στα πλαίσια της υποθέσεως T-270/97 (5). Η προφορική διαδικασία των ως άνω δύο υποθέσεων έλαβε χώρα την 1η Ιουλίου 1999, οπότε οι δύο υποθέσεις τελούν στη φάση της διασκέψεως.
Αφετέρου, η Πορτογαλική Δημοκρατία προσέφυγε στο Δικαστήριο, αιτούμενη αρχικώς την ακύρωση της αποφάσεως 97/433 (6), στα πλαίσια της υποθέσεως C-246/97, ακολούθως δε την ακύρωση της αποφάσεως 97/762 (7), στα πλαίσια της υποθέσεως C-330/97.
Τόσον η ενώπιον του Πρωτοδικείου όσον και η ενώπιον του Δικαστηρίου ασκηθείσες προσφυγές έχουν ως αντικείμενο την ακύρωση των ιδίων πράξεων. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 47, τρίτο εδάφιο, του Οργανισμού του, καθώς και δυνάμει του άρθρου 82α, παράγραφος 1, στοιχείο αα, του Κανονισμού του Διαδικασίας, το Δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία επί των προσφυγών της Πορτογαλικής Δημοκρατίας μέχρις ότου το Πρωτοδικείο αποφανθεί επί των προσφυγών της EPAC.
III - Η απόφαση 97/762, τη μη εκτέλεση της οποίας η Επιτροπή προσάπτει στην Πορτογαλική Δημοκρατία
13 Με το προοίμιο της αποφάσεως της 9ης Ιουλίου 1997, η Επιτροπή:
(I) παραθέτει λεπτομερώς τις περιστάσεις υπό τις οποίες παρεσχέθη στην EPAC εγγύηση του Δημοσίου ύψους 30 δισεκατομμυρίων PTE, χωρίς προηγούμενη κοινοποίηση·
(II) περιγράφει την εξέλιξη της διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης και τους λόγους που την ώθησαν να εκδώσει την απόφαση της 30ής Απριλίου 1997, με την οποία κάλεσε τις πορτογαλικές αρχές να αναστείλουν αμέσως την εγγύηση και να της κοινοποιήσουν τα θεσπισθέντα συναφώς μέτρα εντός προθεσμίας δεκαπέντε ημερών·
(III) επαναλαμβάνει τις παρατηρήσεις που υπέβαλε η Πορτογαλική Κυβέρνηση επί των μέτρων της Επιτροπής, σύμφωνα με τις οποίες δεν γινόταν δεκτό ότι η εγγύηση συνιστούσε οικονομική ενίσχυση για τη λειτουργία της EPAC·
(IV) διευκρινίζει τους λόγους για τους οποίους τα εκδοθέντα από την Πορτογαλική Δημοκρατία μέτρα υπέρ της ως άνω επιχειρήσεως θίγουν ενδεχομένως το εμπόριο σιτηρών μεταξύ κρατών μελών·
(V) διευκρινίζει τους λόγους για τους οποίους η παρασχεθείσα από την Πορτογαλική Κυβέρνηση εγγύηση δεν μπορεί να εμπίπτει στις προβλεπόμενες από το άρθρο 92, παράγραφος 3, παρεκκλίσεις και απορρίπτει τα προβληθέντα από την ως άνω κυβέρνηση επιχειρήματα, ισχυριζόμενη ότι το σύννομο της χορηγηθείσας στην EPAC ενισχύσεως ερμηνεύθηκε υπό το φως της ανακοινώσεως «κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις προς διάσωση και αναδιάρθρωση των προβληματικών επιχειρήσεων» (8)·
(VI) διευκρινίζει ότι η Πορτογαλική Δημοκρατία δεν εξεπλήρωσε την υποχρέωσή της περί προηγουμένης κοινοποιήσεως των ληφθέντων υπέρ της EPAC μέτρων στο στάδιο σχεδιασμού τους, ακολούθως δε προέβη στην εκτέλεσή τους χωρίς η Επιτροπή να δυνηθεί να αποφανθεί συναφώς· η συγκεκριμένη έλλειψη νομιμότητας δεν μπορεί να θεραπευθεί a posteriori· η Επιτροπή έχει τη δυνατότητα να υποχρεώσει το κράτος μέλος να ανακτήσει από τους δικαιούχους το ποσό των παρανόμως χορηγηθεισών ενισχύσεων· δεδομένου ότι πρόκειται περί ενισχύσεως χορηγηθείσας υπό μορφή εγγυήσεως, το αχρεωστήτως εισπραχθέν οικονομικό πλεονέκτημα συνίσταται στη διαφορά μεταξύ του οικονομικού κόστους εκ της αγοράς τραπεζικών δανείων (ήτοι του επιτοκίου αναφοράς) και του οικονομικού κόστους στο οποίο υποβλήθηκε στην πραγματικότητα η EPAC στα πλαίσια της χρηματοπιστωτικής επιχειρήσεως.
14 Η Επιτροπή αναγνωρίζει, με το άρθρο 1 της αποφάσεως, ότι οι ενισχύσεις είναι παράνομες δεδομένου ότι χορηγήθηκαν κατά παράβαση των διαδικαστικών κανόνων του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης· προσθέτει ότι είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά δυνάμει του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης και ότι δεν πληρούν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για την υπαγωγή στις προβλεπόμενες με τις παραγράφους 2 και 3 του ως άνω άρθρου παρεκκλίσεις.
Η Επιτροπή καλεί, με το άρθρο 2, την Πορτογαλική Δημοκρατία να καταργήσει τις αναφερόμενες στο άρθρο 1 ενισχύσεις εντός προθεσμίας δεκαπέντε ημερών, αρχομένης από την ημερομηνία κοινοποιήσεως της απαφάσεως, και να λάβει τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να ανακτήσει τις αναφερόμενες στο άρθρο 1 ενισχύσεις εντός προθεσμίας δύο μηνών, αρχομένης από την ίδια ημερομηνία. Η είσπραξη οφείλει να χωρήσει σύμφωνα με τις ισχύουσες βάσει της πορτογαλικής νομοθεσίας διαδικασίες, οι δε τόκοι αρχίζουν να τρέχουν από την ημερομηνία καταβολής των ενισχύσεων, ενώ εφαρμοστέο είναι το επιτόκιο αναφοράς που ισχύει για τον υπολογισμό του ισοδυνάμου επιδοτήσεως στα πλαίσια των περιφερειακού χαρακτήρα ενισχύσεων.
Η Επιτροπή υποχρεώνει, με το άρθρο 3, την Πορτογαλική Δημοκρατία, αφενός, να την ενημερώνει αδιαλείπτως για τα μέτρα που λαμβάνει προς συμμόρφωσή της με την απόφαση, επιβάλλοντας μία πρώτη ανακοίνωση το αργότερο ένα μήνα μετά την κοινοποίηση της αποφάσεως, αφετέρου, να της κοινοποιηθούν οι πληροφορίες που της επιτρέπουν να εξακριβώσει, χωρίς να υποχρεωθεί να προβεί σε περαιτέρω έρευνα, ότι εκπληρώθηκε η υποχρέωση ανακτήσεως, και τούτο το αργότερο δύο μήνες μετά την εκπνοή της προβλεπόμενης για την έκδοση των μέτρων εισπράξεως προθεσμίας.
IV - Η θέση των διαδίκων επί της παραβάσεως
15 Η Επιτροπή θεωρεί ότι, ενόψει της μη εκτελέσεως της αποφάσεως, η Πορτογαλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 189 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 249 ΕΚ), το οποίο προβλέπει ότι οι αποφάσεις είναι υποχρεωτικές για τους αποδέκτες τους. Η απορρέουσα από την ως άνω απόφαση παρατεταμένη αθέτηση των υποχρεώσεων συνιστά παράβαση του άρθρου 93, παράγραφος 3, δεδομένου ότι δεν αναγνωρίζεται το ανασταλτικό αποτέλεσμα της ως άνω διατάξεως, σκοπός της οποίας είναι η αποφυγή καταβολής ενισχύσεων ασυμβιβάστων με την κοινή αγορά. Ακόμη και αν η Πορτογαλική Δημοκρατία έκρινε ότι η χορηγηθείσα ενίσχυση συμβιβάζεται με την κοινή αγορά και ότι η απόφαση ήταν παράνομη, θα όφειλε να συμμορφωθεί με την τελευταία εντός των ταχθεισών προθεσμιών.
16 Πάντοτε κατά την Επιτροπή, η Πορτογαλική Δημοκρατία δεν ήταν διατεθειμένη να συζητήσει τις συγκεκριμένες λεπτομέρειες εφαρμογής και παρέβη το καθήκον της περί ειλικρινούς συνεργασίας, όπως επιβάλλει το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 10 ΕΚ). Επιπλέον, αδράνησε σε σχέση με την κατάργηση της εγγυήσεως ή την εξουδετέρωση του πλεονεκτήματος που αυτή συνεπήχθη για τη δικαιούχο επιχείρηση. Αντίθετα, τόσο η Πορτογαλική Κυβέρνηση όσο και η επιχείρηση προσέφυγαν στα κοινοτικά δικαιοδοτικά όργανα προκειμένου να αμφισβητήσουν τη νομιμότητα των πράξεων της Επιτροπής, τη στιγμή κατά την οποία η τελευταία απέφυγε αρχικά να ασκήσει προσφυγή σε βάρος της Πορτογαλικής Δημοκρατίας λόγω μη εκτελέσεως της αποφάσεως 97/433, προεξοφλώντας ότι, το αργότερο από τη λήψη της οριστικής αποφάσεως, η Πορτογαλική Κυβέρνηση επρόκειτο να θέσει τέρμα στην παράβαση του κοινοτικού δικαίου.
17 Οι συνέπειες λόγω της μη εκτελέσεως της αποφάσεως είναι σοβαρές. Η EPAC εξακολουθεί να τυγχάνει χρηματοοικονομικής στηρίξεως που δεν θα διέθετε αν το Πορτογαλικό Δημόσιο δεν της είχε χορηγήσει την ως άνω εγγύηση. Η κατάσταση μπορεί να θίξει το εμπόριο μεταξύ κρατών και να στρεβλώσει τον ανταγωνισμό στην αγορά σιτηρών, ειδικότερα επ' ευκαιρία προσκλήσεων για την υποβολή προσφορών που πραγματοποιούνται τακτικά για τις εισαγωγές σιτηρών, στο πλαίσιο των οποίων η EPAC μπορεί να υποβάλει περισσότερο ενδιαφέρουσες προσφορές από εκείνες των ανταγωνιστών της, χάρη στη ρευστότητα που απέκτησε με την εγγύηση του Δημοσίου. Επομένως, οι ανταγωνιστές της EPAC μπορούν να επικαλεστούν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων την παράβαση του Πορτογαλικού Δημοσίου που το Δικαστήριο καλείται να διαπιστώσει.
18 Με το υπόμνημά της αντικρούσεως, η Πορτογαλική Δημοκρατία δέχεται ότι θεωρητικώς η εκ μέρους της μη εκτέλεση της αποφάσεως 97/762 της Επιτροπής συνιστά παράβαση του κοινοτικού δικαίου. Πάντως, ισχυρίζεται προς άμυνά της ότι η ως άνω ενίσχυση δεν έλαβε χώρα δεδομένου ότι δεν πραγματοποιήθηκε καμία μεταφορά πόρων του Δημοσίου προς την επιχείρηση και ότι η ίδια βρέθηκε στην απόλυτη αδυναμία εκτελέσεως της αποφάσεως λόγω ανυπερβλήτων ουσιαστικών και νομικών δυσχερειών.
19 Οι ουσιαστικές δυσχέρειες που περιήγαγαν την Πορτογαλική Δημοκρατία σε απόλυτη αδυναμία εκτελέσεως της αποφάσεως είναι πολλαπλές. Πρώτον, το διατακτικό της ως άνω αποφάσεως έρχεται σε αντίθεση με το προοίμιό της. Έτσι, στο μεν προοίμιο η Επιτροπή αναφέρεται σε μέτρο, κάνοντας χρήση του ενικού αριθμού, το οποίο συνιστά κρατική ενίσχυση, ενώ με το διατακτικό αναφέρεται σε παράνομες - στον πληθυντικό - ενισχύσεις και απαιτεί την κατάργησή τους. Επιπλέον, αφού αναγνώρισε ότι η Πορτογαλική Κυβέρνηση έδωσε την έγκρισή της για τη διαπραγμάτευση της αναδιαρθρώσεως του παθητικού της EPAC με τους όρους της αγοράς, ώστε να μην επιβαρύνεται με την καταβολή των τόκων, η Επιτροπή απαιτεί την είσπραξη σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο, ήτοι με την καταβολή τόκων από την ημερομηνία εισπράξεως των ενισχύσεων.
Δεύτερον, οι εντολές της Επιτροπής είναι όλως ακατανόητες ενόψει των πραγματικών περιστατικών, δεδομένου ότι δυσχερώς γίνεται αντιληπτό πώς το Δημόσιο μπορούσε να ανακτήσει ενίσχυση και σε τι θα έπρεπε να συνίσταται η ανάκτηση ενόψει του ότι το Δημόσιο περιορίστηκε στη χορήγηση ενισχύσεως προκειμένου να καταστεί δυνατή η αναδιάρθρωση του παθητικού μιας επιχειρήσεως, χωρίς να λάβει χώρα οποιαδήποτε μεταφορά πόρων του Δημοσίου προς την EPAC.
20 Πολλαπλές είναι και οι ανυπέρβλητες νομικές δυσχέρειες που κατέστησαν ανέφικτη την εκτέλεση της αποφάσεως. Πρώτον, το Δημόσιο δεν μπορεί να καταργήσει μονομερώς τη χορηγηθείσα εγγύηση εφόσον, αν το έπραττε, οι πιστώτριες της EPAC τράπεζες θα μπορούσαν να απαιτήσουν την άμεση επιστροφή της πίστεως, γεγονός που θα συνεπαγόταν την πτώχευση της επιχειρήσεως. Δεύτερον, το πορτογαλικό δίκαιο δεν προβλέπει την κατάργηση εγγυήσεως παρά μόνο σε δύο περιπτώσεις: αν χωρεί διαπραγμάτευση με τους πιστωτές (και οι πιστωτές της EPAC ουδόλως θα δέχονταν να παραιτηθούν από το πλεονέκτημα της εγγυήσεως, η ύπαρξη του οποίου υπήρξε καθοριστική για τη χορήγηση του δανείου) και σε περίπτωση δικαστικής αποφάσεως ακυρώνουσας την πράξη περί χορηγήσεως της εγγυήσεως με το αιτιολογικό ότι συνιστά κρατική ενίσχυση. Επιπλέον, η Πορτογαλική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι εκκρεμεί ενώπιον του Supremo Tribunal Administrativo δίκη με αντικείμενο την αναγνώριση της ακυρότητας της χορηγηθείσας από το Δημόσιο στους πιστωτές της EPAC εγγυήσεως· τέλος, η απόφαση είναι όλως απρόσφορη και αντίκειται προς την αρχή της αναλογικότητας.
Η Πορτογαλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται επίσης ότι η Επιτροπή ήταν ενήμερη των λόγων που καθιστούσαν ανέφικτη την εκτέλεση της αποφάσεως 97/762. Εκτιμά ότι δεν παρέβη την υποχρέωσή της περί ειλικρινούς συνεργασίας και προσάπτει στην Επιτροπή ότι αγνόησε τις παρατηρήσεις της, ασκώντας προσφυγή λόγω παραβάσεως, ενόψει του διαλόγου που βρισκόταν σε εξέλιξη μεταξύ των μερών επί του ζητήματος και του ότι η Πορτογαλική Δημοκρατία είχε δώσει δείγματα της διαθέσεώς της να διαπραγματευθεί καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας. Συγκεκριμένα, η Πορτογαλική Κυβέρνηση κοινοποίησε επισήμως στην Επιτροπή, προκειμένου να εξουδετερωθεί το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα που παρείχε στην EPAC η εγγύηση, ότι, ενόσω η Επιτροπή δεν ελάμβανε θέση επί του ζητήματος ουσίας που της είχε υποβάλει η Πορτογαλική Δημοκρατία, υπό μορφή σχεδίου αναπτύξεως της EPAC, η επιχείρηση δεν θα συμμετείχε στις κοινοτικές προσκλήσεις για την υποβολή προσφορών με αντικείμενο την εισαγωγή σιτηρών.
21 Με το υπόμνημά της απαντήσεως, η Επιτροπή παρατηρεί, ότι, υπό το πρόσχημα της αδυναμίας εκτελέσεως της αποφάσεως, η Πορτογαλική Δημοκρατία διατείνεται ότι θέτει προς συζήτηση τη νομιμότητά της. Πάντως, η Επιτροπή αντικρούει σημείο προς σημείο τα επιχειρήματα που αναπτύχθηκαν με το υπόμνημα αντικρούσεως.
22 Σχετικά με τη φερόμενη αντίφαση μεταξύ του διατακτικού της αποφάσεως και των αιτιολογικών σκέψεών της, γεγονός που εμπόδισε την Πορτογαλική Δημοκρατία να κατανοήσει τι καλούνταν να πράξει, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η σχετική αξιολόγηση είναι προϋόν υπερβολικά ταχείας και επιφανειακής αναγνώσεως του εγγράφου. Συγκεκριμένα, το ιστορικό της υποθέσεως καταδεικνύει σαφέστατα, ειδικότερα μετά την ανταλλαγείσα μεταξύ Επιτροπής και Πορτογαλικής Δημοκρατίας αλληλογραφία και τις εκτιμήσεις που περιλαμβάνουν οι αιτιολογικές σκέψεις της αποφάσεως, ότι το επίδικο μέτρο δεν μπορούσε να είναι παρά η χορηγηθείσα από την Πορτογαλική Κυβέρνηση στην EPAC εγγύηση.
23 Όσον αφορά την έλλειψη μεταφοράς πόρων του Δημοσίου προς την EPAC, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η εγγύηση του Δημοσίου δεν χάνει για τον λόγο αυτό τον χαρακτήρα της ως ενισχύσεως και δεν παύει να παράγει τις συνέπειες που προσιδιάζουν σ' αυτήν. Οι ως άνω συνέπειες δεν μπορούσαν να εξουδετερωθούν παρά με την ανάκτηση της επιδοτήσεως των επιτοκίων που συνεπαγόταν η παροχή της εγγυήσεως στα πλαίσια της διαπραγματεύσεως του ισχύοντος επιτοκίου και με την κατάργηση της ίδιας της εγγυήσεως. Η Επιτροπή δηλώνει κατάπληκτη από το γεγονός ότι η Πορτογαλική Κυβέρνηση δεν προέβαλε τις απρόβλεπτες δυσχέρειες ούτε την απόλυτη αδυναμία εκτελέσεως της αποφάσεως σε προγενέστερο στάδιο και δεν ζήτησε διευκρινίσεις ούτε προέβη σε συγκεκριμένες προτάσεις με σκοπό την επιδίωξη εκτελέσεώς της.
24 Όσον αφορά τη νομική αδυναμία, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, οσάκις πρόκειται για χορήγηση ενισχύσεως κατά παράβαση της διαδικασίας του άρθρου 93 της Συνθήκης, οι άμεσοι δικαιούχοι αυτής και οι τρίτοι δεν μπορούν να στηρίζονται στην αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης για να αποφύγουν την επιστροφή της. Αρνείται ότι παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, διότι η απόφαση περιορίζεται στο να απαιτεί την είσπραξη της επιδοτήσεως επιτοκίων και αποφεύγει προς στιγμήν να απαιτήσει την ανάκτηση του συνολικού ποσού της εγγυήσεως. Τέλος, διευκρινίζει ότι, μολονότι είχε γνώση των περιστάσεων που επικαλείται η Πορτογαλική Κυβέρνηση, ουδέποτε αναγνώρισε ότι οι περιστάσεις αυτές μπορούν να ισοδυναμούν με απόλυτη αδυναμία ορθής εκτελέσεως της αποφάσεως. Ως προς τις άτυπες επαφές μεταξύ της Επιτροπής και των πορτογαλικών αρχών, είχαν ως σκοπό τη συζήτηση του μέλλοντος της EPAC και όχι της εκτελέσεως της αποφάσεως.
25 Με το υπόμνημα ανταπαντήσεως, η Πορτογαλική Δημοκρατία επισημαίνει ότι η εγγύηση παρεσχέθη στις τράπεζες που χορήγησαν το δάνειο στην EPAC, ότι δεν μπορεί να απευθυνθεί στην επιχείρηση για την ανάκτηση της ενισχύσεως και ότι εξακολουθεί να μην αντιλαμβάνεται σε τι αναφέρεται η Επιτροπή επιμένοντας να απαιτεί την είσπραξη. Εν πάση περιπτώσει, η Πορτογαλική Δημοκρατία προσέφυγε ήδη στα εσωτερικά δικαστήρια, αιτούμενη την ακύρωση της εγγυήσεως και υπέβαλε στην Επιτροπή πρόταση λύσεως στηριζόμενη στην οικονομική και δημοσιοοικονομική εξυγίανση της EPAC και τη μεταγενέστερη ιδιωτικοποίησή της, γεγονός που θα καταστήσει εφικτή την κατάργηση της εγγυήσεως. Διευκρινίζει ότι η παροχή της εγγυήσεως δεν χωρεί δωρεάν εφόσον εφαρμόζεται επιτόκιο ύψους 0,2 %, επαναλαμβάνει δε ότι το Δημόσιο δεν παρενέβη κατά τον καθορισμό του επιτοκίου. Προσθέτει ότι η παραβίαση της αρχής της ειλικρινούς συνεργασίας βαρύνει την Επιτροπή, η οποία άσκησε την προσφυγή ακυρώσεως προώρως.
26 Μετά το πέρας της έγγραφης διαδικασίας, το Δικαστήριο κάλεσε τους διαδίκους να απαντήσουν σε ορισμένες ερωτήσεις.
27 Κάλεσε συγκεκριμένα την Επιτροπή να διευκρινίσει τους λόγους για τους οποίους, ενώ απαιτούσε την κατάργηση της εγγυήσεως με την απόφασή της, ισχυρίστηκε στο σημείο 31 του υπομνήματός της απαντήσεως ότι, προς στιγμή, απέφυγε να απαιτήσει την ανάκτηση του συνόλου του ποσού της εγγυήσεως, περιοριζόμενη στην ανάκτηση της επιδοτήσεως επιτοκίων.
Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι, βάσει της πείρας της, οσάκις η υπό μορφή εγγυήσεως χορηγούμενη ενίσχυση ευνοεί επιχείρηση τελούσα σε δυσχερή κατάσταση, παράγει το αποτέλεσμα της επαναχρηματοδοτήσεως της επιχειρήσεως μέχρι του ύψους του ποσού της εγγυήσεως, ώστε το δάνειο να ισοδυναμεί στην πράξη με επιδότηση απολεσθέντων κεφαλαίων λόγω των ελαχίστων πιθανοτήτων η εισπράξασα επιχείρηση να επιστρέψει κάποτε το δάνειο. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο θα μπορούσε να απαιτηθεί η ανάκτηση του συνολικού ποσού εγγυήσεως, μολονότι η Επιτροπή δεν το έπραξε, επειδή, εν προκειμένω, θεωρούσε ότι ήταν επαρκές να απαιτήσει την ανάκληση της εγγυήσεως προκειμένου να εξαλείψει τις συνέπειές της και επειδή, προς αποκατάσταση του statu quo, ζήτησε την ανάκτηση του πλεονεκτήματος που απέκτησε η επιχείρηση και συνίστατο σε χρηματοδότηση με μειωμένο επιτόκιο χάρη στην εγγύηση, ίση με το ποσό της επιδοτήσεως επιτοκίου για το χρονικό διάστημα μεταξύ του χρόνου χορηγήσεως της πίστεως και της καταργήσεως της εγγυήσεως.
28 Η Πορτογαλική Κυβέρνηση κλήθηκε να απαντήσει, πρώτον, αν η εκ μέρους του Supremo Tribunal Administrativo ακύρωση της αποφάσεως 430/96-XIII του πορτογαλικού Υπουργείου Οικονομικών, της 30ής Σεπτεμβρίου 1996, περί χορηγήσεως της εγγυήσεως για το δάνειο που έλαβε η EPAC από όμιλο τραπεζών, θα επέτρεπε την ανάκληση της εγγυήσεως. Δεύτερον, το Δικαστήριο θέλησε να λάβει απάντηση σε ποιο βαθμό ήταν αναγκαία η έκδοση αποφάσεως του ως άνω δικαιοδοτικού οργάνου για την ανάκτηση της διαφοράς μεταξύ του κοινοτικού επιτοκίου αναφοράς κατά την ημερομηνία χορηγήσεως του δανείου, ήτοι 12,51 %, και του επιτοκίου Lisbor έξι μηνών, ύψους 6,75 %, συν 1,2 % για το μη καλυπτόμενο από την εγγύηση τμήμα (ήτοι το επιτόκιο που εφαρμόστηκε όντως στην περίπτωση της EPAC), μετά την αφαίρεση της πριμοδοτήσεως ύψους 0,2 % που η EPAC όφειλε να καταβάλει σε αντάλλαγμα για την εγγύηση του Δημοσίου.
Η Πορτογαλική Κυβέρνηση απάντησε επί του πρώτου ερωτήματος ότι η ενώπιον του Supremo Tribunal Administrativo προσφυγή ακυρώσεως είχε ανασταλεί εν αναμονή της αποφάνσεως του Δικαστηρίου επί της προσφυγής ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής. Αν, υπό το φως της αποφάσεως του Δικαστηρίου, το εθνικό δικαστήριο αναγνωρίσει την ακυρότητα της εγγυήσεως, η ως άνω αναγνώριση θα σημαίνει ότι έπαυσε να υφίσταται η νομική απόφαση περί χορηγήσεώς της. Στην περίπτωση αυτή, το Πορτογαλικό Δημόσιο απαλλάσσεται των υποχρεώσεών του δυνάμει της εγγυήσεως έναντι των πιστωτών της EPAC, εξακολουθεί όμως να υπέχει εξωσυμβατική ευθύνη λόγω της χορηγήσεως παράνομης εγγυήσεως, στο μέτρο που παρέσχε στις τράπεζες τη διαβεβαίωση ότι η χορήγηση της εγγυήσεως δεν συνιστά κρατική ενίσχυση.
Επί του δευτέρου ερωτήματος, απάντησε ότι, προκειμένου να ανακτηθεί το ποσό του χορηγηθέντος πλεονέκτηματος, δεν απαιτείται το Supremo Tribunal Administrativo να αναγνωρίσει την ακυρότητα της εγγυήσεως, εφόσον η επιστροφή έπρεπε να λάβει χώρα από την EPAC και δεν έθιγε τις πιστώτριες τράπεζες.
29 Κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας που έλαβε χώρα στις 21 Σεπτεμβρίου 1999, οι διάδικοι ενέμειναν στις απόψεις που υποστήριξαν καθόλη τη διάρκεια της έγγραφης διαδικασίας.
V - Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
30 Προτού χωρήσω στην εξέταση της προσφυγής, προτίθεμαι να διατυπώσω ορισμένες σκέψεις επί της από διαδικαστική άποψη καταστάσεως που επικρατούσε κατά την άσκησή της.
31 Η Επιτροπή άσκησε την προσφυγή της λόγω παραβάσεως τη στιγμή κατά την οποία το Πρωτοδικείο και το Δικαστήριο είχαν επιληφθεί προσφυγών ακυρώσεως κατά της ιδίας αποφάσεως της 9ης Ιουλίου 1997 που είχαν ασκήσει η EPAC και η Πορτογαλική Κυβέρνηση αντίστοιχα.
32 Ασφαλώς, δεν τίθεται ζήτημα όσον αφορά την ευχέρεια της Επιτροπής να ζητήσει αναγνώριση της παραβάσεως σύμφωνα με το άρθρο 93, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, εφόσον το κράτος μέλος στο οποίο απηύθυνε απόφαση αναγνωριστική της ελλείψεως νομιμότητας ενισχύσεως δεν την εκτελεί εντός της ταχθείσας προθεσμίας. Πρόκειται για ευχέρεια που της αναγνωρίζεται σαφέστατα από τις διατάξεις της Συνθήκης και μπορεί να την ασκήσει κάθε φορά που κρίνει πρόσφορο.
33 Πάντως, επιθυμώ να επιστήσω την προσοχή επί της καταστάσεως, αντιμέτωπος με την οποία βρίσκεται από το 1993 ο ως άνω μηχανισμός, ήτοι αφότου οι αρμοδιότητες σε θέματα κρατικών ενισχύσεων μεταβιβάστηκαν από το Δικαστήριο στο Πρωτοδικείο (9).
34 Η απόφαση της Επιτροπής με την οποία αναγνωρίζεται ως παράνομη ενίσχυση μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως τόσον εκ μέρους του κράτους μέλους, αποδέκτη της πράξεως, όσο και εκ μέρους της επιχειρήσεως, αποδέκτη της ενισχύσεως, στον βαθμό που πρόκειται για απόφαση η οποία απευθύνεται μεν σε άλλο πρόσωπο αλλά θίγει άμεσα και ατομικά την οικεία επιχείρηση, κατά την έννοια του άρθρου 173, τέταρτο εδάφιο, της Συνθήκης, ως επαρκώς εξατομικευμένη (10).
Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι είναι πλέον αρκετά διαδεδομένο η ακύρωση παρομοίων αποφάσεων να αποτελεί αντικείμενο παραλλήλων προσφυγών ενώπιον των δύο δικαιοδοτικών οργάνων. Στην περίπτωση αυτή, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 47 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, είτε το Πρωτοδικείο απεκδύεται της αρμοδιότητάς του προκειμένου το Δικαστήριο να αποφανθεί επί των δύο προσφυγών είτε το Δικαστήριο αναστέλλει τη δίκη επί της υποθέσεως της οποίας επελήφθη μέχρι την έκδοση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, εξυπακουομένου ότι η προσφεύγουσα επιχείρηση διατηρεί το δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση σε περίπτωση κατά την οποία η προσφυγή της αναγνωρίζεται πρωτοδίκως ως απαράδεκτη ή αβάσιμη.
35 Πάντως, η Επιτροπή διατηρεί στο ακέραιο την αρμοδιότητά της να απευθυνθεί απευθείας στο Δικαστήριο αιτούμενη την αναγνώριση παραβάσεως, οπότε, ενόψει του ότι πρόκειται για προσφυγή σε πρώτο και μοναδικό βαθμό, το Δικαστήριο μπορεί να οδηγηθεί στην αναγνώριση της ως άνω παραβάσεως προτού αποφανθεί επί της νομιμότητας της αποφάσεως. Στην υποθετική αυτή περίπτωση, η οποία τείνει εν προκειμένω να υλοποιηθεί, πιθανολογείται ακόμη και η αναγνώριση ως παράνομης αποφάσεως, η μη εκτέλεση της οποίας έδωσε ήδη λαβή για την καταδίκη κράτους μέλους.
36 Ασφαλώς, το φαινόμενο δεν είναι καινοφανές. Δεν είναι η πρώτη φορά που απόφαση της Επιτροπής με την οποία αποδοκιμάζεται κρατική ενίσχυση αποτελεί αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως, ενώ παράλληλα η Επιτροπή ζητεί την καταδίκη του κράτους μέλους λόγω μη εκτελέσεώς της. Πάντως, πριν από την ίδρυση του Πρωτοδικείου, το Δικαστήριο μπορούσε να επιληφθεί των δύο υποθέσεων ταυτόχρονα και να εκδώσει αυθημερόν απόφαση (11). Με τον τρόπο απεφεύγετο το ενδεχόμενο κράτος μέλος να καταδικαστεί λόγω αθετήσεως αποφάσεως, η οποία θα αναγνωριζόταν αργότερα ως παράνομη (12).
37 Το γεγονός ότι το Δικαστήριο αναστέλλει τη διαδικασία σε περίπτωση προσφυγής που ασκεί η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 93, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, και αναμένει την έκδοση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου προτού εξετάσει την ως άνω προσφυγή παράλληλα με την προσφυγή ακυρώσεως του κράτους μέλους ή την αναίρεση της επιχειρήσεως ισοδυναμεί στην πράξη με αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης πράξεως, τη στιγμή κατά την οποία ούτε η επιχείρηση ούτε το κράτος μέλος ζήτησαν από τα κοινοτικά δικαιοδοτικά όργανα τη λήψη προσωρινών μέτρων που θα είχαν απόλυτο δικαίωμα να ζητήσουν.
Το ως άνω αποτέλεσμα έρχεται προφανώς σε αντίθεση προς το σύστημα της Συνθήκης, δεδομένου ότι, σύμφωνα με το άρθρο 185 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 242 ΕΚ), οι ασκούμενες ενώπιον του Δικαστήριου προσφυγές/αγωγές δεν έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα (13) και ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, όπως προκύπτει από το νομοθετικό και δικαιοδοτικό σύστημα που έχει θεσπιστεί με τη Συνθήκη, ενώ η τήρηση της αρχής της κοινοτικής νομιμότητας εμπεριέχει το δικαίωμα αμφισβητήσεως ενώπιον δικαστηρίου της νομιμότητας των κοινοτικών πράξεων, η αρχή αυτή συνεπάγεται επίσης, για όλα τα υποκείμενα του κοινοτικού δικαίου, την υποχρέωση να αναγνωρίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα των πράξεων αυτών, εφόσον δεν έχει αποδειχθεί ο παράνομος χαρακτήρας τους (14).
38 Όπως ήδη υπογράμμισα, η εξέταση μιας υποθέσεως κεχωρισμένως δεν είναι απαλλαγμένη ούτε μειονεκτημάτων ούτε κινδύνων· πράγματι, στα πλαίσια της παρούσας υποθέσεως, η Πορτογαλική Δημοκρατία διατρέχει τον κίνδυνο να καταδικαστεί από το Δικαστήριο λόγω μη εκτελέσεως αποφάσεως της Επιτροπής της οποίας αμφισβητεί ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου τη νομιμότητα, και τούτο χωρίς να έχει τύχει ακροάσεως επί του συγκεκριμένου σημείου. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η προσφυγή λόγω παραβάσεως υφίσταται κίνδυνος να απολέσει την αποτελεσματικότητά της μετατρεπόμενη σε οιονεί μηχανική άσκηση, τυπικού χαρακτήρα, που δεν προσιδιάζει προς την αρμοδιότητα δικαιοδοτικού οργάνου συνταγματικής εμβέλειας, δοθέντος ότι, προκειμένου να καταστεί εφικτή η διαμόρφωση πλήρους δικανικής πεποιθήσεως επί της από απόψεως δικαίου εξισώσεως της συμπεριφοράς του κράτους μέλους, θα πρέπει να αναμένεται η απάντηση στο ερώτημα αν η προσφυγή ακυρώσεως είναι βάσιμη ή όχι.
VI - Εξέταση της προσφυγής
39 Εκείνο που είναι σαφές εν προκειμένω είναι ότι η Πορτογαλική Δημοκρατία δεν συμμορφώθηκε προς όσα της απηύθυνε η Επιτροπή με την απόφαση 97/762. Η Επιτροπή εντελλόταν την ανάκληση της παρασχεθείσας εγγυήσεως και την ανάκτηση από την EPAC του ποσού που αντιστοιχούσε στη διαφορά μεταξύ του χρηματοοικονομικού κόστους της αγοράς τραπεζικών δανείων, το οποίο αντιστοιχεί με τη σειρά του στο επιτόκιο αναφοράς, και του χρηματοοικονομικού κόστους που όντως κατέβαλε η EPAC στα πλαίσια της όλης χρηματοπιστωτικής επιχειρήσεως (15), λαμβάνοντας υπόψη το κόστος της εγγυήσεως που ανερχόταν σε 0,2 %. Επιπλέον, στο ούτως επιτυγχανόμενο ποσό έπρεπε να προστεθούν τόκοι υπερημερίας - σύμφωνα με το έγγραφο SG(91) D/4577, που απηύθυνε η Επιτροπή στα κράτη μέλη στις 4 Μαρτίου 1991 - καθιστάμενοι απαιτητοί από την ημερομηνία καταβολής της παράνομης ενισχύσεως (16) με επιτόκιο ίσο προς το επιτόκιο αναφοράς που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό του ισοδυνάμου επιδοτήσεως στο πλαίσιο των ενισχύσεων με περιφερειακούς στόχους (17).
Από τη δικογραφία δεν προκύπτει περαιτέρω κανένα στοιχείο, σύμφωνα με το οποίο η Πορτογαλία επιδίωξε να συμμορφωθεί προς την ως άνω απόφαση ούτε ότι διεξήγαγε συνομιλίες με την Επιτροπή προκειμένου να αναζητήσει μέσο διασφαλίσεως της εφαρμογής της. Αντίθετα, υφίστανται έγγραφα αποδεικνύοντα την ύπαρξη επαφών κατά το μάλλον και ήττον τακτικών μεταξύ των διαδίκων, προφανώς με σκοπό την εξέταση του ενδεχομένου μελλοντικής αναδιαρθρώσεως της EPAC, χωρίς, πάντως, να καταλήξουν στην ανάκτηση της εγγυήσεως του Δημοσίου (18).
40 Γεγονός είναι ότι, σύμφωνα με το άρθρο 189, τέταρτο εδάφιο, της Συνθήκης, η απόφαση 97/762 της Επιτροπής είναι αφεαυτής υποχρεωτική ως προς όλα τα μέρη της για το κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται. Το Δικαστήριο έκρινε ήδη ότι τα άρθρα 92 και 93 διέπουν τον μηχανισμό ελέγχου της συμβατότητας των κρατικών ενισχύσεων προς την κοινή αγορά, οπότε οποιοδήποτε εθνικό μέτρο θεσπίσεως ή τροποποιήσεως ενισχύσεως της μορφής αυτής αποτελεί αντικείμενο ελέγχου εκ μέρους της Επιτροπής, ότι η ως άνω ενίσχυση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί προτού αποφανθεί συναφώς η Επιτροπή και ότι, ακόμη και αν κράτος μέλος εκτιμά ότι το μέτρο ενισχύσεως συμβιβάζεται προς την κοινή αγορά και ότι η αντίθετη απόφαση της Επιτροπής παραβιάζει τους κανόνες της Συνθήκης, το γεγονός αυτό δεν του επιτρέπει να υπερκεράσει τις σαφείς διατάξεις του άρθρου 93, συμπεριφερόμενο ως εάν η ως άνω απόφαση να ήταν νομικώς ανύπαρκτη (19).
41 Η Πορτογαλική Κυβέρνηση δεν συζητεί τη νομική υποχρέωσή της να εκτελέσει την απόφαση, αλλά αρνείται ότι κατέβαλε ενίσχυση και διευκρινίζει ότι τελεί σε απόλυτη αδυναμία, για λόγους ουσιαστικούς και νομικούς, να εκτελέσει ορθά την απόφαση.
42 Φρονώ ότι, στο πλαίσιο της παρούσας δίκης, παρέλκει η εξέταση του αμυντικού λόγου που άπτεται της ανυπαρξίας ενισχύσεως και αφορά τη νομιμότητα της αποφάσεως. Γεγονός είναι ότι στο καθού κράτος δεν μπορεί να αντιταχθεί η πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία, μετά την πάροδο της προβλεπόμενης στο άρθρο 173, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης προθεσμίας, το κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται απόφαση ληφθείσα δυνάμει του άρθρου 93, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης δεν μπορεί να αμφισβητήσει το κύρος της λόγω της προβλεπόμενης στη δεύτερη παράγραφο της ιδίας διατάξεως προσφυγής (20) εφόσον, όπως προανέφερα, η προσφυγή κατά της αποφάσεως ασκήθηκε εμπροθέσμως.
Γεγονός επίσης είναι ότι το Δικαστήριο έκρινε με εξίσου πάγια νομολογία του ότι το σύστημα των ενδίκων βοηθημάτων που καθιερώθηκαν με τη Συνθήκη διακρίνει τις προσφυγές των άρθρων 169 και 170 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρων 226 ΕΚ και 227 ΕΚ αντίστοιχα), με τις οποίες σκοπείται να αναγνωριστεί ότι ένα κράτος μέλος παρέβη τις υποχρεώσεις του, από εκείνες των άρθρων 173 και 175 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 232 ΕΚ), προσανατολισμένων προς τον έλεγχο του συννόμου των πράξεων ή παραλείψεων των κοινοτικών οργάνων. Τα ένδικα αυτά βοηθήματα επιδιώκουν διαφορετικούς στόχους και διέπονται από διαφορετικές ρυθμίσεις. Επομένως, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεστεί, ελλείψει διατάξεως της Συνθήκης που θα του το επέτρεπε ρητώς, την έλλειψη νομιμότητας μιας αποφάσεως της οποίας είναι αποδέκτης ως μέσο άμυνας κατά προσφυγής λόγω παραβάσεως στηριζομένης στην παράλειψη εκτελέσεως της αποφάσεως αυτής (21).
Απαντώντας στον ισχυρισμό κράτους μέλους επ' ευκαιρία της υποχρεώσεως του Δικαστηρίου να ασκεί εν πάση περιπτώσει, κατ' εξαίρεση, υπό παρόμοιες περιστάσεις τον έλεγχό του επί αποφάσεως, το Δικαστήριο έκρινε ότι η σχετική υποχρέωση υφίσταται μόνον εφόσον η επίδικη πράξη πάσχει από ιδιαιτέρως σοβαρές και προφανείς πλημμέλειες σε σημείο ώστε να μπορεί να χαρακτηριστεί ως ανυπόστατη πράξη (22).
Πάντως, η Πορτογαλία δεν επικαλέστηκε την ύπαρξη τέτοιων πλημμελειών της αποφάσεως, η μη εκτέλεση της οποίας της προσάπτεται.
43 Διαφορετική είναι η περίπτωση του ετέρου λόγου που επικαλείται η Πορτογαλία. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο ερμήνευσε με τη νομολογία του ότι το μόνο αμυντικό μέσο που μπορεί να επικαλεστεί κράτος μέλος κατά προσφυγής λόγω παραβάσεως που ασκεί η Επιτροπή βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης είναι ο αρυόμενος από την απόλυτη αδυναμία ορθής εκτελέσεως της αποφάσεως (23). Μέχρι σήμερα, πάντως, ουδέποτε έγινε δεκτό ότι κράτος μέλος βρέθηκε σε παρόμοια κατάσταση.
44 Οι ανυπέρβλητες ουσιαστικές δυσχέρειες που θα εμπόδιζαν την Πορτογαλία να εκτελέσει την απόφαση της Επιτροπής είναι οι ακόλουθες: η απόφαση είναι κακώς συντεταγμένη ώστε να είναι ακατανόητο το δέον γενέσθαι· επειδή δεν χώρησε μεταβίβαση πόρων του Δημοσίου προς την ως άνω επιχείρηση, δεν είναι αντιληπτό το αντικείμενο της ανακτήσεως· η ανάκτηση της ενισχύσεως είναι αδύνατη στον βαθμό που δεν μπορεί να ανακτηθεί ανύπαρκτη ενίσχυση.
45 Κατά την άποψή μου, τα παραδείγματα που μνημονεύει η Πορτογαλία με τα υπομνήματά της προκειμένου να ερμηνεύσει με γλαφυρό τρόπο τη δυσχέρεια κατανοήσεως που συνεπάγεται γι' αυτήν η απόφαση δεν αποδεικνύουν ότι είναι ανέφικτη η εκτέλεσή της. Γεγονός είναι ότι η απόφαση της Επιτροπής αναφέρεται στη χορήγηση της εγγυήσεως κάνοντας χρήση του ενικού αριθμού και μόνο στο διατακτικό γίνεται λόγος για ενισχύσεις στον πληθυντικό αριθμό. Εντούτοις, η σφαιρική κατανόηση της αποφάσεως και ειδικότερα το περιεχόμενο των επιβαλλομένων υποχρεώσεων δεν θέτουν κανένα πρόβλημα για έναν αναγνώστη, αρκούντος έμπειρο σε νομικά ζητήματα, και, ακόμη λιγότερο, για το ειδικευμένο προσωπικό της υπηρεσίας κράτους μέλους το οποίο συμμετείχε στην προηγηθείσα διαδικασία τόσο σε εθνικό επίπεδο, στα πλαίσια της παροχής της εγγυήσεως, όσο και στα πλαίσια της έρευνας που διεξήγαγε η Επιτροπή.
Εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με την ερμηνεία του Δικαστηρίου επί αναιρετικής αποφάσεως σε υπόθεση αφορώσα κρατικές ενισχύσεις, το διατακτικό μιας πράξεως συνδέεται άρρηκτα με την αιτιολογία της, οπότε πρέπει να ερμηνεύεται, εφόσον παρίσταται ανάγκη, λαμβανομένου υπόψη του αιτιολογικού που οδήγησε στην έκδοση της πράξεως (24).
46 Η Πορτογαλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται επίσης ότι της είναι αδύνατη η ανάκτηση της ενισχύσεως επειδή η πράξη με την οποία ελήφθη η απόφαση παροχής της εγγυήσεως είναι νομική πράξη η οποία δεν οδήγησε σε μεταφορά πόρων εκ μέρους του Δημοσίου προς την ενδιαφερόμενη επιχείρηση. Ξωρίς να προτίθεμαι να εξετάσω το ζήτημα της υπάρξεως ή μη ενισχύσεως, επιθυμώ να διευκρινίσω συναφώς ότι τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να ευνοήσουν ορισμένες επιχειρήσεις και ότι οι δυνατότητες αυτές δεν περιορίζονται μόνο στις περιπτώσεις μεταφοράς πόρων. Όπως υπογράμμισε το Δικαστήριο, η έννοια της ενισχύσεως είναι ευρύτερη από εκείνη της επιδοτήσεως διότι δεν περιλαμβάνει μόνο τις θετικές παροχές, όπως είναι οι επιδοτήσεις, αλλά και τις παρεμβάσεις εκείνες οι οποίες, ανεξαρτήτως μορφής, ελαφρύνουν τις επιβαρύνσεις που βαρύνουν κανονικώς τον προϋπολογισμό μιας επιχειρήσεως και, κατά συνέπεια, χωρίς να είναι επιδοτήσεις υπό τη στενή του όρου έννοια, είναι της ιδίας φύσεως ή συνεπάγονται τα ίδια αποτελέσματα (25).
47 Επιπλέον, όπως διευκρινίζει η Επιτροπή τόσο με την απόφαση όσο και με τα υπομνήματά της, το γεγονός ότι η EPAC μπορούσε να υπολογίζει σε εγγύηση του Δημοσίου προκειμένου να συνάψει δάνειο με ιδιωτική τράπεζα της παρέσχε αναμφισβήτητα οικονομικά πλεονεκτήματα έναντι των εταιριών που δεν απολαύουν της στηρίξεως αυτής, πλεονεκτήματα δυνάμενα να υπολογιστούν ποσοτικώς. Ένα από τα ως άνω πλεονεκτήματα αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ του επιτοκίου που θα κατέβαλλε η επιχείρηση στην ελεύθερη αγορά και εκείνου που όντως έλαβε χάρη στην εγγύηση, χωρίς την καταβολή οποιασδήποτε αμοιβής για τη χορήγησή της (26). Οι αναγκαίοι για τον υπολογισμό αυτό αριθμοί παρατίθενται στο κεφάλαιο V, σημείο 13, στοιχείο δδ, της αποφάσεως 97/762 της Επιτροπής (27).
48 Η Πορτογαλία επιμένει ότι η πράξη αναδιαρθρώσεως του παθητικού της EPAC αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγματεύσεως υπό τους όρους της αγοράς και το Δημόσιο δεν παρενέβη στη διαπραγμάτευση αυτή. Πάντως, είναι σαφές ότι το επιτόκιο που θα προσέφερε ο ιδιωτικός τραπεζικός τομέας σε επιχείρηση ευρισκόμενη στην οικονομική κατάσταση της EPAC δεν θα ήταν εκείνο που της χορηγήθηκε ως εκ του ότι η ως άνω επιχείρηση μπορούσε να υπολογίζει στην εγγύηση του Πορτογαλικού Δημοσίου. Αν η εγγύηση του Δημοσίου δεν συνεπαγόταν καμία διαφορά ως προς τις δυνατότητες της EPAC να συνάψει τόσο σημαντικό δάνειο με τον ιδιωτικό τραπεζικό τομέα υπό τις προϋποθέσεις που της χορηγήθηκε, τότε για ποιους λόγους το Πορτογαλικό Δημόσιο παρέσχε την εγγύησή του αν δεν απαιτούνταν; Πάντως, η ύπαρξη ή μη παράνομης ενισχύσεως δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εξετάσεως στο πλαίσιο της παρούσας δίκης και θα ερμηνευθεί στο πλαίσιο των προσφυγών ακυρώσεως των οποίων έχουν ήδη επιληφθεί τα κοινοτικά δικαιοδοτικά όργανα.
49 Οι ανυπέρβλητες νομικές δυσχέρειες που θα εμπόδιζαν ενδεχομένως την Πορτογαλία να εκτελέσει την απόφαση της Επιτροπής συνοψίζονται στο γεγονός ότι το Δημόσιο δεν μπορεί να καταργήσει μονομερώς τη χορηγηθείσα εγγύηση για όλη τη διάρκεια ισχύος της συμβάσεως δανείου χωρίς τη συμφωνία των τραπεζών που παρέσχον το δάνειο ή χωρίς απόφαση του Supremo Tribunal Administrativo περί ακυρώσεως της διοικητικής πράξεως παροχής της ως άνω εγγυήσεως.
Όσον αφορά την προσφυγή ακυρώσεως που ασκήθηκε ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, η Πορτογαλία ισχυρίζεται ότι το Supremo Tribunal Administrativo αναμένει την απόφανση του Δικαστηρίου ως προς το αν είναι βάσιμη η προσφυγή ακυρώσεως κατά της αποφάσεως της Επιτροπής. Πάντως, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η εγγύηση χορηγήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1996 για διάρκεια επτά ετών, ότι η ενώπιον του Δικαστηρίου κινηθείσα διά της προσφυγής διαδικασία έχει επί του παρόντος ανασταλεί εν αναμονή της αποφάσεως του Πρωτοδικείο και ότι η προσφυγή της EPAC ενώπιον του τελευταίου βρίσκεται στην τελική της φάση με την αναμενόμενη έκδοση αποφάσεως που ενδεχομένως θα αποτελέσει αντικείμενο αναιρέσεως. Τέλος, όταν το Supremo Tribunal Administrativo θα εκδώσει την απόφασή του, θα έχει ήδη παρέλθει σημαντικό μέρος της περιόδου για την οποία χορηγήθηκε η εγγύηση, οπότε το ως άνω μέτρο θα στερούνταν σε μεγάλο βαθμό της αποτελεσματικότητάς του για το δίκαιο του ανταγωνισμού αν η αναμονή ήταν υποχρεωτική μέχρι το χρονικό αυτό σημείο.
50 Οι ισχυρισμοί της Πορτογαλίας αγνοούν προφανώς τη νομολογία του Δικαστηρίου επ' ευκαιρία της ανακτήσεως των ενισχύσεων που τα κράτη μέλη χορήγησαν παρανόμως.
51 Γεγονός είναι ότι, με την απόφασή της, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι η ανάκτηση πρέπει να χωρήσει σύμφωνα με τις ισχύουσες, βάσει της πορτογαλικής νομοθεσίας, διαδικασίες. Πάντως, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι η ανάκτηση παρανόμως χορηγηθείσας ενισχύσεως πρέπει να πραγματοποιηθεί, κατ' αρχήν, σύμφωνα με τις συναφείς διατάξεις του εθνικού δικαίου, υπό την επιφύλαξη, πάντως, ότι οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται κατά τρόπον ώστε να μην καθίσταται πρακτικώς ανέφικτη η επιβαλλόμενη από το κοινοτικό δίκαιο ανάκτηση (28). Το Δικαστήριο πρόσθεσε επ' ευκαιρία ότι οι συναφείς διατάξεις του εθνικού δικαίου πρέπει να εφαρμόζονται λαμβανομένου πλήρως υπόψη του συμφέροντος της Κοινότητας οσάκις το εθνικό δίκαιο εξαρτά την ανάκληση αντικανονικής διοικητικής πράξεως από την εκτίμηση των διαφόρων εμπλεκομένων συμφερόντων (29).
Επιπλέον, κατά πάγια νομολογία, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλεστούν διατάξεις, πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής έννομης τάξεώς τους για να αποφύγουν την εκτέλεση των υποχρεώσεων που υπέχουν από το κοινοτικό δίκαιο (30).
Εν πάση περιπτώσει, η Πορτογαλική Κυβέρνηση ισχυρίστηκε, απαντώντας σε μία από τις γραπτές ερωτήσεις του Δικαστηρίου, ότι, προκειμένου να ανακληθεί το χορηγηθέν πλεονέκτημα, δεν ήταν αναγκαία η αναγνώριση από το Supremo Tribunal Administrativo της ακυρότητας της εγγυήσεως, δοθέντος ότι η επιστροφή έπρεπε να γίνει από την EPAC, οπότε δεν θίγονταν οι πιστώτριες τράπεζες.
52 Η Πορτογαλία υποστηρίζει ότι, ακόμη και αν είχε τη δυνατότητα να αποσύρει μονομερώς την εγγύηση, η κατάργησή της δεν θα παρήγαγε αποτέλεσμα στην έννομη σφαίρα των πιστωτριών τραπεζών οι οποίες συνεβλήθησαν με βάση την ισχύ της εγγυήσεως καθ' όλη τη διάρκεια της συμβάσεως. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, η αρμόδια αρχή οφείλει, δυνάμει του κοινοτικού δικαίου, να ανακαλέσει την απόφαση περί χορηγήσεως παρανόμως παρασχεθείσας ενισχύσεως, σύμφωνα με οριστική απόφαση της Επιτροπής κηρύττουσα την ενίσχυση ασύμβατη και απαιτούσα την ανάκτησή της, έστω και αν η εν λόγω αρχή ευθύνεται σε τέτοιο βαθμό για τον παράνομο χαρακτήρα της αποφάσεως, ώστε η ανάκλησή της να είναι αντίθετη, έναντι του δικαιούχου της ενισχύσεως, προς την καλή πίστη, εφόσον ο δικαιούχος της ενισχύσεως δεν μπόρεσε να επιδείξει, λόγω μη τηρήσεως της διαδικασίας του άρθρου 93 της Συνθήκης, δικαιολογημένη εμπιστοσύνη όσον αφορά τη νομιμότητα της ενισχύσεως (31).
53 Η ως άνω θεωρία τυγχάνει επίσης εφαρμογής και επί των τραπεζών που παρέσχον το δάνειο στην EPAC με την εγγύηση του Δημοσίου, μολονότι η Πορτογαλική Κυβέρνηση υποστήριξε στο σημείο v της δεύτερης αιτιολογικής σκέψεως της διοικητικής πράξεως περί χορηγήσεως της εγγυήσεως στην EPAC ότι δεν επρόκειτο περί κρατικής ενισχύσεως. Συγκεκριμένα, μόνον η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει αποφάσεις σε θέματα ενισχύσεων και, κατά τον χρόνο εκδόσεως της ως άνω πράξεως, το σχέδιο δεν είχε ακόμα περιέλθει σε γνώση της Επιτροπής.
Ακολουθώντας την ερμηνεία του γενικού εισαγγελέα Γ. Κοσμά σχετικά με τη δυνατότητα των τρίτων, πλην των δικαιούχων, να επικαλεστούν την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης σε περίπτωση αιτήματος ανακτήσεως ενισχύσεως, «[...] οι εν λόγω [πιστώτριες] τράπεζες όφειλαν να επιδείξουν την απαραίτητη σύνεση και επιμέλεια και να προβούν στις αναγκαίες επαληθεύσεις όσον αφορά την νομιμότητα της εγγυήσεως. Επισημαίνεται μάλιστα ότι η Επιτροπή, με ανακοίνωση της 24ης Νοεμβρίου 1983, η οποία δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, είχε ήδη καταστήσει σαφές ότι οι αποδέκτες ενισχύσεως που δεν χορηγήθηκαν νομότυπα μπορεί να υποχρεωθούν να τις επιστρέψουν. Στην ανακοίνωση αυτή αναφέρεται, πράγματι, ότι "η Επιτροπή ενημερώνει [...] τους δυνάμει δικαιούχους των κρατικών ενισχύσεων για τον πρόωρο χαρακτήρα των ενισχύσεων αυτών που χορηγούνται παράνομα, υπό την έννοια ότι κάθε δικαιούχος ενισχύσεως που χορηγείται παράνομα, δηλαδή πριν η Επιτροπή καταλήξει σε τελική απόφαση για το αν συμφωνούν με τη Συνθήκη, είναι δυνατόν να υποχρεωθεί να επιστρέψει την ενίσχυση"» (32).
54 Αφ' ης στιγμής το Δημόσιο καταργήσει την εγγύηση, οι πιστώτριες τράπεζες μπορούν να στραφούν στην EPAC προς αναζήτηση της πίστεώς τους και, σε περίπτωση μη επιστροφής της, μπορούν να στραφούν κατά οποιασδήποτε παράνομης πράξεως του κράτους μέλους ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων κάνοντας χρήση των εσωτερικών ενδίκων βοηθημάτων που εφαρμόζονται στις περιπτώσεις ευθύνης στα πλαίσια της λειτουργίας των κρατικών οργάνων.
55 Το γεγονός ότι η εγγύηση χρησιμοποιήθηκε για τη σύναψη συμβάσεως διεπομένης από το ιδιωτικό δίκαιο στερείται επίσης σημασίας από απόψεως δεσμευτικότητας της παύσεώς της. Σε αντίθετη περίπτωση, τα κράτη μέλη θα μπορούσαν, όπως υπογραμμίζει η Επιτροπή, να προσφύγουν στην πρακτική χορηγήσεως των ενισχύσεων μέσω συμβάσεων διεπομένων από το ιδιωτικό δίκαιο προκειμένου να παρακάμψουν τις υποχρεώσεις που τους επιβάλλουν τα άρθρα 92 και 93 της Συνθήκης. Εγκύπτοντας σε απόφαση με την οποία διατασσόταν η κατάργηση και επιστροφή ενισχύσεως που είχε χορηγήσει η τοπική διοίκηση σε ιδιωτική επιχείρηση υπό τη μορφή πωλήσεως οικοπέδου σε τιμή κατώτερη από εκείνη της αγοράς, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι το γεγονός απλώς και μόνον ότι η τοπική διοίκηση οφείλει ενδεχομένως να καταγγείλει συμβατική ρήτρα αφορώσα, εν προκειμένω, το τίμημα της πωλήσεως, λόγω της φερομένης αντικανονικότητάς της, και να προσφύγει δικαστικώς κατά της δικαιούχου επιχειρήσεως προκειμένου να ανακτήσει το ποσό της υποτιθεμένης ενισχύσεως δεν αντιβαίνει προς την αρχή «pacta sunt servanda», αλλ' ανταποκρίνεται αποκλειστικά στις επιταγές της αρχής της νομιμότητας των πράξεων της διοικήσεως (33).
56 Η Πορτογαλία δεν μπορεί να επικαλεστεί εγκύρως ούτε την ενδεχόμενη πτώχευση της EPAC προκειμένου να αρνηθεί την εκτέλεση της αποφάσεως της Επιτροπής. Πράγματι, το Δικαστήριο έκρινε ότι: «Το γεγονός ότι οι βελγικές αρχές δεν μπορούσαν, λόγω της οικονομικής καταστάσεως της επιχειρήσεως, να αναζητήσουν το ποσόν που είχε καταβληθεί δεν συνιστά αδυναμία εκτελέσεως, εφόσον ο επιδωκόμενος από την Επιτροπή σκοπός ενέκειτο στην κατάργηση της ενισχύσεως, σκοπός ο οποίος, όπως παραδέχεται η Βελγική Κυβέρνηση, μπορούσε να επιτευχθεί με την εκκαθάριση της επιχειρήσεως, την οποία οι βελγικές αρχές θα μπορούσαν να προκαλέσουν υπό την ιδιότητα του μετόχου ή του πιστωτή» (34).
57 Η Πορτογαλία καταλήγει υποστηρίζοντας την αδυναμία εκτελέσεως της αποφάσεως για νομικούς λόγους, ήτοι ότι η ως άνω απόφαση όχι απλώς ήταν απρόσφορη αλλά και αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας. Πάντως, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, η κατάργηση μιας παράνομης ενισχύσεως μέσω της αναζητήσεώς της αποτελεί λογική συνέπεια της διαπιστώσεως του παρανόμου χαρακτήρα της. Κατά συνέπεια, η αναζήτηση μιας παρανόμως χορηγηθείσας ενισχύσεως, με σκοπό την αποκατάσταση της προτέρας καταστάσεως, δεν μπορεί, κατ' αρχήν, να θεωρηθεί ως μέτρο δυσανάλογο προς τους στόχους των διατάξεων της Συνθήκης επί θεμάτων κρατικών ενισχύσεων (35).
58 Η Πορτογαλία προσθέτει ότι, μολονότι η Επιτροπή γνώριζε τους λόγους για τους οποίους της ήταν αδύνατη η συμμόρφωσή της προς τις απαιτήσεις της, εξέδωσε παρ' όλ' αυτά την απόφαση και άσκησε προσφυγή λόγω παραβάσεως. Εκτιμά ότι, αν οι επαφές μεταξύ των δύο μερών συνεχίζονταν, θα ήταν εφικτή η εξεύρεση φιλικής λύσεως.
Επιβάλλεται η διαπίστωση για μία εισέτι φορά ότι η Πορτογαλική Κυβέρνηση αγνοεί προφανώς την πλούσια νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία τα κράτη μέλη τα οποία προσκρούουν, κατά την εκτέλεση παρόμοιας αποφάσεως, σε απρόβλεπτες δυσχέρειες ή αντιλαμβάνονται ότι θα υπάρξουν συνέπειες που δεν είχε υπολογίσει η Επιτροπή οφείλουν να θέσουν τα προβλήματα αυτά στην κρίση της Επιτροπής, προτείνοντας τις κατάλληλες τροποποιήσεις της αποφάσεως. Σε παρόμοια περίπτωση, η Επιτροπή και το κράτος μέλος οφείλουν, σύμφωνα με τον κανόνα που επιβάλλει στα κράτη μέλη και στα κοινοτικά όργανα το αμοιβαίο καθήκον της ειλικρινούς συνεργασίας το οποίο διαπνέει ιδίως το άρθρο 5 της Συνθήκης, να συνεργαστούν καλόπιστα για την υπερπήδηση των δυσκολιών, σεβόμενα πλήρως τις διατάξεις της Συνθήκης και ιδίως εκείνες που αφορούν τις ενισχύσεις (36).
59 Εν προκειμένω, η Πορτογαλική Κυβέρνηση δεν ήλθε σε επαφή με την Επιτροπή για την εκτέλεση της αποφάσεως και οι συσκέψεις στις οποίες αναφέρεται το κράτος μέλος αποσκοπούσαν τη διαπραγμάτευση προτάσεως υποβληθείσας από την Επιτροπή μετά την άσκηση της παρούσας προσφυγής και με αντικείμενο την επίτευξη βιώσιμης λύσης για την EPAC. Το ίδιο ισχύει για τη δήλωση προθέσεων στην οποία προέβη περί τα τέλη του 1997 η Πορτογαλική Κυβέρνηση, σύμφωνα με την οποία η ως άνω επιχείρηση θα απείχε στο μέλλον από τη συμμετοχή σε κοινοτικές προσκλήσεις για την υποβολή προσφορών σχετικά με την εισαγωγή σιτηρών.
60 Ενόψει του ότι η Πορτογαλική Δημοκρατία δεν απέδειξε ότι τελούσε σε απόλυτη αδυναμία εκτελέσεως της αποφάσεως που της είχε απευθύνει η Επιτροπή στις 9 Ιουλίου 1997, επιβάλλεται να γίνει δεκτή η προσφυγή.
VII - Τα δικαστικά έξοδα
61 Δεδομένου ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε η Επιτροπή γίνονται δεκτοί, επιβάλλεται η καταδίκη της Πορτογαλικής Δημοκρατίας στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας.
VIII - Πρόταση
62 Για τους λόγους αυτούς, προτείνω στο Δικαστήριο:
1) να αναγνωρίσει ότι η Πορτογαλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει της Συνθήκης ΕΚ ως εκ της μη συμμορφώσεώς της προς την απόφαση 97/762/ΕΚ της Επιτροπής, της 9ης Ιουλίου 1997, σχετικά με τα μέτρα που έλαβε η Πορτογαλία υπέρ της EPAC - Empresa Para a Agroalimentaηγo e Cereais, SA·
2) να καταδικάσει την Πορτογαλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
(1) - Απόφαση σχετικά με τα μέτρα που έλαβε η Πορτογαλία υπέρ της EPAC - Empresa Para a Agroalimentaηγo e Cereais, SA (EE L 311, σ. 25).
(2) - Η Επιτροπή πληροφόρησε επίσης τις πορτογαλικές αρχές ότι επιφυλασσόταν να κάνει χρήση του δικαιώματός της να εκδώσει προσωρινή απόφαση υποχρεώνουσα την Πορτογαλική Δημοκρατία να αναστείλει αμέσως την ενίσχυση για όλες τις μελλοντικές συναλλαγές. Η δυνατότητα αυτή προβλέπεται στο έγγραφο που απηύθυνε προς τα κράτη μέλη [SG(91) D/4577] της 4ης Μαρτίου 1991 επ' ευκαιρία των λεπτομερειών κοινοποιήσεως των ενισχύσεων και της διαδικασίας σε θέματα ενισχύσεων που χορηγούνται κατά παράβαση του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης. Η ως άνω ευχέρεια αναγνωρίστηκε υπέρ της Επιτροπής από το Δικαστήριο με την απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1990 στην υπόθεση C-301/87, Γαλλία κατά Επιτροπής, αποκαλούμενη «Boussac» (Συλλογή 1990, σ. Ι-307).
(3) - Απόφαση της Επιτροπής της 30ής Απριλίου 1997, με την οποία η Πορτογαλική Κυβέρνηση καλείται να αναστείλει την, υπό μορφή εγγυήσεως του Δημοσίου χορηγηθείσα στην επιχείρηση EPAC - Empresa Para a Agroalimentaηγo e Cereais, SA, ενίσχυση (ΕΕ L 186 σ. 25).
(4) - Ανακοίνωση δημοσιευθείσα στην ΕΕ 1997, C 318, σ. 20. Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η εγγύηση υπέρ της EPAC δεν συνιστά κρατική ενίσχυση εφόσον δεν συνεπάγεται καμία άμεση ή έμμεση μεταφορά πόρων του Δημοσίου. Το Πορτογαλικό Δημόσιο, υπό την ιδιότητά του ως κατόχου του συνόλου του κεφαλαίου της επιχειρήσεως, έχει το δικαίωμα και την υποχρέωση να της παράσχει την ως άνω μορφή στηρίξεως· ακόμη και αν έπρεπε το μέτρο να χαρακτηριστεί ως ενίσχυση, το Δημόσιο είχε το δικαίωμα να τη χορηγήσει χωρίς υποχρέωση κοινοποιήσεώς της προς την Επιτροπή, η δε προσφεύγουσα προσθέτει ότι, λόγω του ριζοσπαστικού χαρακτήρα της και της πλήρους περιφρονήσεως των περιστάσεων που προσιδιάζουν στην υπόθεση και των διακυβευομένων συμφερόντων και αξιών, η απόφαση παραβιάζει τις αρχές της καλής πίστεως και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των υπ' αυτής θιγομένων επιχειρηματιών και πλήττει σοβαρά την αρχή της αναλογικότητας.
(5) - Ανακοίνωση δημοσιευθείσα στην ΕΕ 1997, C 370, σ. 10. Οι λόγοι και τα κύρια επιχειρήματα είναι πανομοιότυπα με τα επικληθέντα στην υπόθεση T-204/97, EPAC κατά Επιτροπής. Η προσφεύγουσα επικαλείται περαιτέρω την ύπαρξη αυθαίρετης δυσμενούς διακρίσεως μεταξύ δημοσίων και ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και τη νομική αδυναμία του Πορτογαλικού Δημοσίου να εκδώσει τα επιβαλλόμενα με την προσβαλλόμενη απόφαση μέτρα.
(6) - Ανακοίνωση δημοσιευθείσα στην ΕΕ 1997, C 271, σ. 7. Η Πορτογαλική Δημοκρατία επικαλείται την έλλειψη νομικής βάσεως και τον παράνομο χαρακτήρα της αποφάσεως. Σχετικά με την έλλειψη νομικής βάσεως, εκτιμά ότι, ενόψει του γεγονότος ότι ούτε η Συνθήκη ούτε το παράγωγο δίκαιο προβλέπουν την έκδοση προσωρινών αποφάσεων στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 93 και ενόψει του ότι η αρμοδιότητα θεσπίσεώς τους αναγνωρίστηκε στην Επιτροπή με τη νομολογία του Δικαστηρίου, η Επιτροπή δεν μπορεί να επιβάλει σε κράτος μέλος απρόσφορο και ριζικό μέτρο ενέχον τον χαρακτήρα και επισύρον τις συνέπειες οριστικού μέτρου. Ως προς την έλλειψη νομιμότητας της αποφάσεως, η Πορτογαλική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας.
(7) - Ανακοίνωση δημοσιευθείσα στην ΕΕ 1997, C 357, σ. 14. Η προσφεύγουσα προβάλλει παράβαση του άρθρου 190 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 253 ΕΚ) λόγω αντιφατικής και ανεπαρκούς αιτιολογήσεως, παράβαση του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης λόγω του ότι η παρασχεθείσα εγγύηση δεν συνιστά κρατική ενίσχυση, παράβαση του άρθρου 222 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 295 ΕΚ) και του άρθρου 90 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 86 ΕΚ) λόγω διακρίσεως μεταξύ δημοσίων και ιδιωτικών επιχειρήσεως, παράβαση του άρθρου 92, παράγραφος 1, λόγω του ότι η παρασχεθείσα εγγύηση δεν στρεβλώνει τον ανταγωνισμό και δεν πλήττει τις εμπορικές συναλλαγές, παράβαση του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο γγ, παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, αδυναμία εκτελέσεως της αποφάσεως και παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
(8) - ΕΕ 1994, C 368, σ. 12.
(9) - Η μεταβίβαση πραγματοποιήθηκε με την απόφαση 93/350/Ευρατόμ, ΕΚΑΞ, ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 1993, η οποία τροποποιεί την απόφαση 88/591/ΕΚΑΞ, ΕΟΚ, Ευρατόμ περί ιδρύσεως Πρωτοδικείου των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 144, σ. 21).
(10) - Απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1980 στην υπόθεση 730/79, Philip Morris Holland κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 13, σκέψη 5), απόφαση της 13ης Μαρτίου 1985 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 296/82 και 318/82, Κάτω Ξώρες και Leeuwarder Papierwarenfabriek κατά Επιτροπής (Συλλογή 1985, σ. 809, σκέψη 13), και απόφαση της 30ής Ιουνίου 1988 στην υπόθεση 297/86, CIDA κ.λπ. κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 3531, σκέψη 13).
(11) - Βλ., επί παραδείγματι, αποφάσεις της 2ας Φεβρουαρίου 1988 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 67/85, 68/85 και 70/85, Van der Kooy κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 219), και 213/85, Επιτροπή κατά Κάτω Ξωρών (Συλλογή 1988, σ. 281), καθώς και τις αποφάσεις της 7ης Ιουνίου 1988 στην υπόθεση 57/86, Ελλάς κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 2855), και 63/87, Επιτροπή κατά Ελλάδος (Συλλογή 1988, σ. 2875).
(12) - Σε άλλες περιπτώσεις, το κράτος μέλος άσκησε προσφυγή ακυρώσεως εντός της τασσομένης από το άρθρο 173 της Συνθήκης προθεσμίας, ενώ, μετά την απόφαση περί απορρίψεως της προσφυγής, η Επιτροπή κάλεσε το Δικαστήριο να αναγνωρίσει την παράβαση του ως άνω κράτους μέλους δυνάμει του άρθρου 93 της Συνθήκης. Βλ. αποφάσεις της 3ης Οκτωβρίου 1991 στην υπόθεση C-261/89, Ιταλία κατά Επιτροπής, αποκαλούμενη «Aluminia και Comsal» (Συλλογή 1991, σ. I-4437), της 23ης Φεβρουαρίου 1995 στην υπόθεση C-349/93, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1995, σ. I-343), της 21ης Μαρτίου 1991 στην υπόθεση C-305/89, Ιταλία κατά Επιτροπής, αποκαλούμενη «Alfa Romeo» (Συλλογή 1991, σ. I-1603), και στην υπόθεση C-303/88, Ιταλία κατά Επιτροπής, αποκαλούμενη «Lanerossi I» (Συλλογή 1991, σ. I-1433), καθώς και τις αποφάσεις της 4ης Απριλίου 1995 στην υπόθεση C-348/93, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1995, σ. I-673), και C-350/93, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1995, σ. I-699).
(13) - Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 11 απόφαση Επιτροπή κατά Ελλάδος, σκέψη 11.
(14) - Ibidem, σκέψη 10, και απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 1979 στην υπόθεση 101/78, Granaria (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 305).
(15) - Η Επιτροπή διευκρινίζει στο σημείο VI της αποφάσεώς της ότι ο υπολογισμός της ως άνω διαφοράς πρέπει να χωρήσει σε εξάμηνη βάση δεδομένου ότι το επιτόκιο συνδέεται με το εξαμηνιαίο επιτόκιο Lisbor και οι τόκοι καταβάλλονται σε εξαμηνιαία βάση.
(16) - Βλ. ανακοίνωση 95/C 156/05 (ΕΕ 1995, C 156, σ. 5) της Επιτροπής προς τα κράτη μέλη.
(17) - Σύμφωνα με τον ορισμό που παρατίθεται στην ανακοίνωση 96/C 232/06 (ΕΕ 1996, C 232, σ. 10) της Επιτροπής σχετικά με τη μέθοδο καθορισμού των επιτοκίων αναφοράς και προεξοφλήσεως, από 1ης Αυγούστου 1996, το επιτόκιο αναφοράς θεωρείται ίσο προς τον μέσο όρο των καταγεγραμμένων κατά τους μήνες Σεπτέμβριο, Οκτώβριο και Νοέμβριο του παρελθόντος έτους ενδεικτικών επιτοκίων. Ως ενδεικτικό επιτόκιο ορίζεται η μέση απόδοση των κρατικών ομολογιών στη δευτερογενή αγορά, μετά από εναρμόνιση εκ μέρους του Ευρωπαϋκού Νομισματικού Ιδρύματος, προσαυξημένη μέσω ενός συγκεκριμένου συντελεστή για κάθε κράτος μέλος, ο οποίος καθορίστηκε σε 3,35 για την Πορτογαλία.
(18) - Η Επιτροπή προσκόμισε αντίγραφο του πρακτικού συσκέψεως της 4ης Μαου 1998 μεταξύ των εκπροσώπων της EPAC, της SILOPOR, των πορτογαλικών αρχών και της Επιτροπής με αντικείμενο τη συζήτηση σχεδίων αναδιαρθρώσεως και ιδιωτικοποιήσεως των δύο εταιριών. Στο έγγραφο αυτό αναφέρεται ρητώς ότι οι Πορτογάλοι εκπρόσωποι δεν ήσαν εξουσιοδοτημένοι να συζητήσουν περί της αποφάσεως της Επιτροπής.
(19) - Βλ. διατάξεις του Δικαστηρίου της 21ης Μαου 1977 στις υποθέσεις 31/77 R και 53/77 R, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Rec.1977, σ. 921, σκέψεις 16 και 18), καθώς και διάταξη της 20ής Σεπτεμβρίου 1983 στην υπόθεση 171/83 R, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1983, σ. 2621, σκέψη 12).
(20) - Αποφάσεις του Δικαστηρίου της 10ης Ιουνίου 1993 στην υπόθεση C-183/91, Επιτροπή κατά Ελλάδος (Συλλογή 1993, σ. I-3131, σκέψη 10), της 15ης Ιανουαρίου 1986 στην υπόθεση 52/84, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1986, σ. 89, σκέψη 13), της 13ης Μαρτίου 1985 στην υπόθεση 93/84, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1985, σ. 829, σκέψη 9), της 15ης Νοεμβρίου 1983 στην υπόθεση 52/83, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1983, σ. 3707, σκέψη 10), και της 12ης Οκτωβρίου 1978 στην υπόθεση 156/77, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή τόμος 1978, σ. 587, σκέψη 23).
(21) - Αποφάσεις του Δικαστηρίου της 27ης Οκτωβρίου 1992 στην υπόθεση C-74/91, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1992, σ. I-5437, σκέψη 10), και της 30ής Ιουνίου 1988 στην υπόθεση 226/87, Επιτροπή κατά Ελλάδος (Συλλογή 1988, σ. 3611, σκέψη 14).
(22) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 21 απόφαση της 30ής Ιουνίου 1988, Επιτροπή κατά Ελλάδος, σκέψη 16.
(23) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 20 απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1986, Επιτροπή κατά Βελγίου, σκέψη 14, απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1989 στην υπόθεση 94/87, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1989, σ. 175, σκέψη 8), και προαναφερθείσα στην υποσημείωση 20 απόφαση της 10ης Ιουνίου 1993, Επιτροπή κατά Ελλάδος, σκέψη 10.
(24) - Απόφαση της 15ης Μαου 1997 στην υπόθεση C-355/95, TWD κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. I-2549, σκέψη 21).
(25) - Απόφαση της 15ης Μαρτίου 1994 στην υπόθεση C-387/92, Banco Exterior de Espaρa (Συλλογή 1994, σ. I-877, σκέψη 13), και, στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΚΑΞ, απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1961 στην υπόθεση 30/59, De Gezamenlijke Steenkolenmijnen in Limburg κατά Ανωτάτης Αρχής (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 547, ειδικότερα σ. 557).
(26) - Ανακοίνωση της Επιτροπής προς τα κράτη μέλη σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 92 και 93 της Συνθήκης ΕΟΚ και του άρθρου 5 της οδηγίας 80/723/ΕΟΚ της Επιτροπής προς τις δημόσιες επιχειρήσεις του βιομηχανικού τομέα (ΕΕ 1993, C 307, σ. 3). Βλ. σημείο 38 της ανακοινώσεως που αφορά τις εγγυήσεις.
(27) - Η ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τις de minimis ενισχύσεις (ΕΕ 1996, C 68, σ. 9) εξηγεί τον τρόπο υπολογισμού του ισοδυνάμου επιδοτήσεως των εγγυήσεων δανεισμού για συγκεκριμένο έτος.
(28) - Αποφάσεις της 20ής Σεπτεμβρίου 1990 στην υπόθεση C-5/89, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1990, σ. I-3437, σκέψη 12), και της 21ης Μαρτίου 1990 στην υπόθεση C-142/87, Βέλγιο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. I-959, σκέψη 61).
(29) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 23 απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1989, Επιτροπή κατά Γερμανίας, σκέψη 12, και απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1983 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 205/82 έως 215/82, Deutsche Milchkontor κ.λπ. (Συλλογή 1983, σ. 2633).
(30) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 28 απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 1990, Επιτροπή κατά Γερμανίας, σκέψη 18.
(31) - Απόφαση της 20ής Μαρτίου 1997 στην υπόθεση C-24/95, Alcan Deutschland (Συλλογή 1997, σ. I-1591, σκέψη 43).
(32) - Προτάσεις υποβληθείσες στην υπόθεση Γερμανία κ.λπ. κατά Επιτροπής, (απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1996 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-329/93, C-62/95 και C-63/95, Συλλογή 1996, σ. I-5151 επ., ειδικότερα σ. I-5195, σημείο 102).
(33) - Διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 6ης Δεκεμβρίου 1996 στην υπόθεση T-155/96 R, Δήμος του Mayence κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. II-1655, σκέψη 22).
(34) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 20 απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1986, Επιτροπή κατά Βελγίου, σκέψη 14.
(35) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 28 απόφαση Βέλγιο κατά Επιτροπής και απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 1987 στην υπόθεση 310/85, Deufil κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 901).
(36) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 20 απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1986, Επιτροπή κατά Βελγίου, σκέψη 16, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 23 απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1989, Επιτροπή κατά Γερμανίας, σκέψη 9, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 20 απόφαση της 10ης Ιουνίου 1993, Επιτροπή κατά Ελλάδος, σκέψη 18, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 20 απόφαση της 4ης Απριλίου 1995, Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψη 17, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 20 απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1995, Επιτροπή κατά Ιταλίας, και προαναφερθείσα στην υποσημείωση 20 απόφαση της 4ης Απριλίου 1995, Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψη 16.
Full & Egal Universal Law Academy