Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στις 9 Δεκεμβρίου 1997, η Επιτροπή άσκησε, σύμφωνα με το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΚ, προσφυγή λόγω παραβάσεως κατά του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου. Ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, μη έχοντας θέσει σε ισχύ, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, όλες τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, συμπεριλαμβανομένων τυχόν κυρώσεων, που ήσαν αναγκαίες για τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Μαου 1993, σχετικά με τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών (1) (στο εξής: οδηγία), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία και τη Συνθήκη ΕΚ.
2 Η προπαρατεθείσα οδηγία προβλέπει, στο άρθρο 31, ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να έχουν θεσπίσει, το αργότερο μέχρι την 1η Ιουλίου 1995, τις διατάξεις που είναι αναγκαίες για τη συμμόρφωσή τους προς τις απορρέουσες από την οδηγία αυτή υποχρεώσεις. Εξάλλου, τα σχετικά μέτρα εφαρμογής πρέπει να έχουν τεθεί σε ισχύ το αργότερο μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1995, τα δε κράτη μέλη υποχρεούνται να πληροφορήσουν περί αυτού αμέσως την Επιτροπή.
3 Με το δικόγραφο της προσφυγής, η Επιτροπή δήλωσε ότι ούτε έχει λάβει από την Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου οποιαδήποτε ανακοίνωση σχετικά με τα εθνικά που είχαν ληφθεί για την εφαρμογή της οδηγίας ούτε ότι διαθέτει στοιχεία εξ άλλης πηγής που να της επιτρέπουν να συναγάγει τη λήψη τέτοιων μέτρων. Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος για τον οποίο η Επιτροπή απηύθυνε στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, στις 27 Οκτωβρίου 1995, έγγραφο οχλήσεως.
4 Απαντώντας, με έγγραφο της 8ης Ιανουαρίου 1996, οι λουξεμβουργιανές αρχές ανέφεραν στην Επιτροπή ότι το Κοινοβούλιο εξετάζει σχέδιο νόμου σχετικά με τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας, ενώ ένα δεύτερο σχέδιο, με τον ίδιο σκοπό, πρόκειται λίαν συντόμως να κατατεθεί. Στις 19 Αυγούστου 1996 η Μόνιμη Αντιπροσωπεία του Λουξεμβούργου στην Κοινότητα πληροφόρησε την Επιτροπή ότι έχει ήδη κατατεθεί στο Λουξεμβουργιανό Κοινοβούλιο αυτό το δεύτερο σχέδιο νόμου. Στη συνέχεια, οι λουξεμβουργιανές αρχές δήλωσαν ότι το άρθρο 21 της οδηγίας (σχετικά με την ενημέρωση των επενδυτών) έχει ήδη μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο μέσω υπουργικής αποφάσεως της 27ης Δεκεμβρίου 1995. Έκτοτε, οι λουξεμβουργιανές αρχές δεν γνωστοποίησαν στην Επιτροπή τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο καμιάς άλλης διατάξεως της οδηγίας.
5 Ενόψει των ανωτέρω γεγονότων, η Επιτροπή διατύπωσε, στις 24 Φεβρουαρίου 1997, αιτιολογημένη γνώμη (2), με την οποία προσήψε στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου το ότι δεν είχε εφαρμόσει την προμνημονευθείσα οδηγία. Με έγγραφο της 22ας Απριλίου 1997, οι λουξεμβουργιανές αρχές απευθύνθησαν στην Επιτροπή ισχυριζόμενες ότι δεν ήταν αναγκαία, όσον αφορά πολλές πτυχές της οδηγίας, η εκπόνηση νέων διατάξεων για τη μεταφορά αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη, εφόσον τέτοιες διατάξεις υφίσταντο ήδη στο λουξεμβουργιανό δίκαιο. Γεγονός πάντως είναι ότι οι λουξεμβουργιανές αρχές δεν παρέσχον διασαφηνίσεις σχετικά με το περιεχόμενο των διατάξεων αυτών.
Έτσι, ύστερα από αυτή τη θέση που έλαβαν οι λουξεμβουργιανές αρχές, η Επιτροπή κατέληξε ότι οι εν λόγω αρχές δεν είχαν μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο το μεγαλύτερο μέρος των διατάξεων της οδηγίας, δηλαδή όλες τις διατάξεις που δεν είχαν μνημονευθεί στο έγγραφο της 22ας Απριλίου 1997, και ότι, κατά συνέπεια, το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου είχε παραβεί τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία καθώς και από τις σχετικές διατάξεις της Συνθήκης.
Όσον αφορά το υποστατό της παραβάσεως
6 Δυνάμει του τρίτου εδαφίου του άρθρου 189 της Συνθήκης ΕΚ, η οδηγία δεσμεύει κάθε κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο του άρθρου 5 της Συνθήκης ΕΚ, τα κράτη μέλη λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την Συνθήκη ή προκύπτουν από πράξεις των οργάνων της Κοινότητας. Προκειμένου, ειδικότερα, για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 93/22, η αντίστοιχη υποχρέωση ρητώς μνημονεύεται στο προπαρατεθέν άρθρο 31, το οποίο ορίζει, για τον σκοπό αυτό, ως τελευταία προθεσμία την 1η Ιουλίου 1995 και επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να πληροφορήσουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά με τα αναγκαία εθνικά μέτρα που έχουν ληφθεί.
7 Η Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου ρητώς παραδέχθηκε, στο υπόμνημά της αντικρούσεως που κατέθεσε στις 13 Μαρτίου 1998, ότι δεν έχει εισέτι προβεί στην πλήρη μεταφορά της οδηγίας 93/22, προβάλλοντας, ως δικαιολογία, το γεγονός ότι οι καθυστερήσεις σημειώθηκαν κατά τη διάρκεια της σχετικής νομοθετικής διαδικασίας. Η εν λόγω κυβέρνηση προσέθεσε ότι το Λουξεμβουργιανό Κοινοβούλιο ψήφισε, κατά τη συνεδρίαση του της 20ής Ιανουαρίου 1998, ένα σχέδιο νόμου το οποίο μετέφερε μερικώς την οδηγία, τροποποιώντας τον νόμο της 5ης Απριλίου 1993 σχετικά με τον χρηματοπιστωτικό τομέα καθώς και το άρθρο 113 του λουξεμβουργιανού εμπορικού κώδικα. Τέλος δήλωσε ότι ένα δεύτερο σχέδιο νόμου, σχετικά με την εποπτεία των αγορών, κατατέθηκε στις 16 Ιουλίου 1996 και ότι το Κοινοβούλιο επρόκειτο λίαν συντόμως να το ψηφίσει. Ενόψει της καταστάσεως αυτής, η Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου ισχυρίστηκε ότι η παρούσα διαδικασία θα καθίστατο συντόμως άνευ αντικειμένου και, κατά συνέπεια, ζήτησε την απόρριψη της προσφυγής.
8 Η θέση που υποστηρίζει η Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Πράγματι, εφόσον ορισμένες, τουλάχιστον, από τις υποχρεώσεις που επιβάλλει η οδηγία δεν μεταφέρθηκαν εγκαίρως στο εσωτερικό δίκαιο, ουδεμία υφίσταται αμφιβολία ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου έχει παραβεί τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 189 της Συνθήκης καθώς και από την προπαρατεθείσα οδηγία. Το γεγονός ότι οι νομοθετικές διατάξεις που στοχεύουν στην πλήρη εφαρμογή της οδηγίας μπορούν ακόμα να θεσπισθούν, όπως είχε προβλέψει η Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου κατά τη διάρκεια της δίκης, ουδεμία ασκεί επιρροή όσον αφορά την επίλυση της διαφοράς. Πράγματι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου (βλ. την απόφαση της 11ης Ιουνίου 1998, C-232/95 και C-233/95, Επιτροπή κατά Ελλάδος, Συλλογή 1998, σ. Ι-3343, σκέψη 38), το πέρας της ήδη ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας είναι αυτό που προσδιορίζει την ύπαρξη της παραβάσεως κράτους μέλους, ενώ εκπρόθεσμη εκτέλεση που πραγματοποιείται είτε πριν από την άσκηση της προσφυγής είτε κατά τη διάρκεια της δίκης δεν έχει ως αποτέλεσμα να παύει να υφίσταται το έννομο συμφέρον για άσκηση προσφυγής, και τούτο πλην παραιτήσεως της Επιτροπής, πράγμα που δεν συμβαίνει εν προκειμένω.
Επί των δικαστικών εξόδων
9 Όπως είναι επόμενο, κανείς από τους ισχυρισμούς του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή έχει υποβάλει σχετικό αίτημα, το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
10 Ενόψει του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο:
- να αποφανθεί ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, μη έχοντας θεσπίσει τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ήσαν αναγκαίες για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Μαου 1993, σχετικά με τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία·
- να καταδικάσει το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου στα δικαστικά έξοδα.
(1) - ΕΕ L 141, σ. 27.
(2) - Έγγραφο αριθ. SG (97) D/1378.
Full & Egal Universal Law Academy