Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 To Amtsgericht Kφln (Γερμανία) υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα με τα οποία ζητεί από το Δικαστήριο την ερμηνεία του άρθρου 6 της ιδίας Συνθήκης και του άρθρου 27 του παραρτήματος VIII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚΑΞ, ΕΟΚ, Ευρατόμ) 2799/85 (2) (στο εξής: Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως).
Ι - Iστορικό της διαφοράς της κύριας δίκης
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς, της οποίας επιλήφθηκε το αιτούν δικαστήριο, μεταξύ της J. Johannes, αιτούσας, και του H. Johannes, πρώην συζύγου της, με τον οποίο ο γάμος έχει λυθεί, καθoύ. Η αιτούσα ζητεί την αντισταθμιστική κατανομή των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων του καθού, ανάλογα με τη διάρκεια του γάμου, σύμφωνα με ορισμένες διατάξεις του γερμανικού δικαίου, δηλ. των άρθρων 1587 f επ. του Bόrgerliches Gesetzbuch (αστικού κώδικα, στο εξής: BGB) και του άρθρου 2 του Gesetzbuch zur Regelung von Hδrten im Versorgungsausgleich (νόμου για τη ρύθμιση των χαλεπών περιστάσεων κατά την αντισταθμιστική κατανομή των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων).
3 Η J. και ο Η. Johannes, οι οποίοι έχουν αμφότεροι τη γερμανική ιθαγένεια, παντρεύτηκαν στις 18 Απριλίου 1963 στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Στις 16 Οκτωβρίου 1963, ο καθού ανέλαβε υπηρεσία ως επικουρικός υπάλληλος της Επιτροπής της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας και μονιμοποιήθηκε την 1η Ιανουαρίου 1964.
4 Ο γάμος λύθηκε στις 28 Απριλίου 1986, σύμφωνα με το βελγικό δίκαιο ως εφαρμοστέο στην τελευταία κοινή κατοικία δίκαιο, με απόφαση του Tribunal de premiθre instance de Bruxelles. Η απόφαση αυτή απέκτησε ισχύ δεδικασμένου στις 28 Οκτωβρίου 1988 και αναγνωρίστηκε από το Υπουργείο Δικαιοσύνης του ομοσπόνδου κράτους της Βόρειας Ρηνανίας Βεστφαλίας στις 21 Απριλίου 1995. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εκδόσεως του διαζυγίου και μετά τα τρία τέκνα των συζύγων παρέμειναν με τον καθού στον οποίο ανατέθηκε και το καθήκον επιμέλειας.
5 Κατά τις διευκρινίσεις που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο με τη διάταξη περί παραπομπής, η J. Johannes άσκησε αγωγή κατά του πρώην συζύγου της για διατροφή επί της οποίας δεν έχει εκδοθεί ακόμη απόφαση με ισχύ δεδικασμένου.
6 Από την 1η Ιουνίου 1996, ο καθού, αφού συμπλήρωσε το 65ο έτος της ηλικίας του, λαμβάνει σύνταξη γήρατος από τις Ευρωπαϋκές Κοινότητες (3).
7 Δεν αμφισβητείται μεταξύ των διαδίκων ότι τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που απέκτησε ο καθού στη Γερμανία από τo Bundesversicherungsanstalt fόr Angestellte (ομοσπονδιακού ιδρύματος ασφαλίσεων ιδιωτικών υπαλλήλων) υπόκεινται στη ρύθμιση που ίσχυε στο κράτος αυτό, η οποία προβλέπει αντισταθμιστική κατανομή σε περίπτωση διαζυγίου. Τα δικαιώματα αυτά απορρέουν από υποχρεωτικές εισφορές που καταβλήθηκαν πριν από τον διορισμό του ως υπαλλήλου των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων και από εθελούσιες εισφορές που καταβλήθηκαν στη συνέχεια· τα προδικαστικά ερωτήματα δεν αφορούν τα εν λόγω δικαιώματα.
8 Η αιτούσα ζητεί επίσης την αντισταθμιστική κατανομή της συντάξεως γήρατος που οφείλουν στον καθού οι Ευρωπαϋκές Κοινότητες. Όμως, σε έγγραφο που απηύθυνε στον H. Johannes στις 18 Μαου 1995, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, κατά τις ισχύουσες διατάξεις του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως, η διαζευγμένη σύζυγος δεν έχει κανένα άμεσο δικαίωμα στη σύνταξη γήρατος υπαλλήλου.
II - Τα προδικαστικά ερωτήματα
9 Προκειμένου να επιλύσει τα ζητήματα κοινοτικού δικαίου που ανέκυψαν ενώπιόν του, το Amtsgericht Kφln - Familiengericht - έκρινε αναγκαίο να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο δύο προδικαστικά ερωτήματα τα οποία έχουν ως εξής:
«1) Συνιστά ο Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, κυρίως δε το παράρτημα VIII - Συνταξιοδοτικό καθεστώς - και ειδικότερα το άρθρο 27 αυτού, γενική και εξαντλητική ρύθμιση των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων διαζευγμένης/ου συζύγου υπαλλήλου, αποκλείουσα τα περαιτέρω δικαιώματα που προβλέπει το εθνικό δίκαιο (εν προκειμένω: αποζημίωση αντισταθμιστική των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων κατ' εφαρμογή του γερμανικού ενοχικού δικαίου);
2) Συνάδει προς τον Κανονισμό Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων και προς το άρθρο 6 της Συνθήκης ΕΚ το ότι το διέπον τις συνέπειες του διαζυγίου δίκαιο κράτους μέλους (εν προκειμένω της Γερμανίας) επιβαρύνει περισσότερο έναν υπάλληλο με αποζημίωση αντισταθμιστική των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων κατ' εφαρμογή του γερμανικού ενοχικού δικίου, για τον μοναδικό λόγο ότι ο υπάλληλος αυτός έχει τη γερμανική ιθαγένεια;»
III - Το κοινοτικό δίκαιο
10 Το άρθρο 6 της Συνθήκης, του οποίου την ερμηνεία ζητεί το αιτούν δικαστήριο, ορίζει τα εξής:
«Εντός του πεδίου εφαρμογής της παρούσας Συνθήκης και με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεών της, απαγορεύεται κάθε διάκριση λόγω ιθαγενείας.
(...)»
11 Το κεφάλαιο 3 του τίτλου V του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως παραθέτει τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα των υπαλλήλων, καθώς και, σε ορισμένες περιπτώσεις, των μελών της οικογενείας τους. Το παράρτημα VIII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως (στο εξής: παράρτημα VIII) το οποίο περιλαμβάνει διατάξεις σχετικά με το συνταξιοδοτικό καθεστώς ρυθμίζει, στο κεφάλαιο 4, τη σύνταξη επιζώντων. Όσον αφορά την παρούσα υπόθεση, το άρθρο 27 ορίζει τα εξής:
«Η διαζευγμένη σύζυγος υπαλλήλου ή πρώην υπαλλήλου δικαιούται τη σύνταξη επιζώντων που καθορίζεται στο κεφάλαιο αυτό, με την προϋπόθεση ότι αποδεικνύει ότι ο πρώην σύζυγός της υποχρεούνταν, κατά τη στιγμή του θανάτου του, να της καταβάλει διατροφή που είχε καθοριστεί είτε με δικαστική απόφαση είτε με σύμβαση μεταξύ των πρώην συζύγων.»
IV - Οι παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν κατά τη διαδικασία για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως
12 Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν κατά τη διαδικασία αυτή, εντός της προθεσμίας που τάσσει προς τούτο το άρθρο 20 του Κανονισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, ο καθού της κύριας δίκης, η Γερμανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή. Οι εκπρόσωποι του καθού και της Επιτροπής παρέστησαν και αγόρευσαν κατά τη δημόσια συνεδρίαση, στις 25 Φεβρουαρίου 1999.
13 Ο καθού της κύριας δίκης υποστηρίζει ότι το συνταξιοδοτικό καθεστώς που προβλέπει ο Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως συνιστά γενική εξαντλητική ρύθμιση την οποία δεν μπορεί να θίξει καμία αντίθετη διάταξη του εθνικού δικαίου· εάν υφίστατο τέτοια διάταξη, θα έπρεπε να παραμείνει ανεφάρμοστη λόγω της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου. Κατά τον καθού, το κοινοτικό δίκαιο δεν επιτρέπει την έμμεση παρεμπόδιση των αποτελεσμάτων που επιδιώκει. Εφόσον το άρθρο 27 του παραρτήματος VIII δεν προβλέπει την αντιστάθμιση των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων αλλά μόνο σύνταξη επιζώντων για τον διαζευγμένο σύζυγο, το εθνικό δίκαιο δεν μπορεί να καταλήγει στο αποτέλεσμα αυτό υποχρεώνοντας τους υπαλλήλους σε αντισταθμιστική κατανομή των συνταξιοδοτικών τους δικαιωμάτων. Επιπλέον, η εφαρμογή του γερμανικού δικαίου θα είχε ως συνέπεια δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγενείας.
14 Ούτε η Γερμανική Κυβέρνηση ούτε η Επιτροπή συμμερίζονται την εν λόγω άποψη.
15 Η Γερμανική Κυβέρνηση επισημαίνει, όσον αφορά τη γερμανική νομοθεσία, ότι η αντισταθμιστική κατανομή των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων απορρέει από την ιδέα ότι τα δικαιώματα αυτά είναι το αποτέλεσμα κοινής προσπάθειας. Σκοπός της είναι να εξασφαλίσει στους συζύγους, σε περίπτωση διαζυγίου, κατανομή κατά το ήμισυ των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που αποκτήθηκαν κατά τη διάρκεια του γάμου. Πραγματοποιείται ισολογισμός και εκκαθάριση των λογαριασμών αφού αξιολογηθεί το σύνολο των δικαιωμάτων συντάξεως γήρατος ή αναπηρίας που αποκτήθηκαν από τους δύο συζύγους. Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, δεν υπάρχει κανένας λόγος να αποκλεισθούν τα δικαιώματα που αποκτήθηκαν υπό διεθνές ή υπερεθνικό σύστημα συντάξεων. Η εφαρμογή της αντισταθμίσεως δεν επηρεάζει άμεσα τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα εφόσον διέπεται από το ενοχικό δίκαιο. Ο δικαιούχος της αντισταθμιστικής κατανομής αποκτά απαίτηση έναντι του πρώην συζύγου του, ο οποίος πρέπει να του καταβάλει μηνιαία πρόσοδο συνισταμένη στο ήμισυ της διαφοράς της αξίας των δικαιωμάτων που υπόκεινται στην αντιστάθμιση.
Προσθέτει ότι, ακόμη και όταν το διεθνές ή υπερεθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως προβλέπει ειδική παροχή υπέρ του διαζευγμένου συζύγου, όπως μπορεί να είναι μία σύνταξη επιζώντος, τίποτα δεν εμποδίζει να συνυπολογισθούν τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που αποκτήθηκαν υπό το καθεστώς αυτό για την αντισταθμιστική κατανομή. Τα χαρακτηριστικά της κατανομής αυτής αποκλείουν το ενδεχόμενο σωρεύσεως υπέρ του διαζευγμένου συζύγου των δικαιωμάτων που υπόκειται σε αντιστάθμιση και του δικαιώματος συντάξεως επιζώντoς: εφόσον ο υπάλληλος είναι εν ζωή, το γενεσιουργό γεγονός της παροχής της συντάξεως επιζώντος δεν επέρχεται και η απαίτηση που συνίσταται στην αντιστάθμιση των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων αποσβέννυται, καταρχήν, με τον θάνατο του υπαλλήλου.
Τέλος, ισχυρίζεται ότι ούτε ο Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως ούτε το άρθρο 6 της Συνθήκης απαγορεύουν τη θέσπιση κανόνων άρσεως συγκρούσεως κράτους μέλους οι οποίοι δέχονται το κριτήριο της ιθαγενείας των συζύγων για να προσδιορίσουν το εφαρμοστέο δίκαιο στις συνέπειες του διαζυγίου.
16 Η Επιτροπή φρονεί ότι το άρθρο 27 του παραρτήματος VIII δεν επηρεάζει τις διατάξεις που έχουν εφαρμογή στη διαφορά της κύριας δίκης, οι οποίες προβλέπουν την αντιστάθμιση των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων μεταξύ συζύγων, διότι η ρύθμιση του οικογενειακού δικαίου εξακολουθεί, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, να εμπίμπει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών. Για τον λόγο αυτόν, το άρθρο 27 του παραρτήματος VIII πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν έχει καμία συνέπεια στα οικονομικά δικαιώματα που γεννώνται στο πλαίσιο διαδικασίας διαζυγίου μεταξύ εν ενεργεία ή συνταξιοδοτηθέντος υπαλλήλου και του πρώην συζύγου του.
Κατά την Επιτροπή, το άρθρο 6 της Συνθήκης δεν έχει εφαρμογή σε περίπτωση όπως αυτή της διαφοράς της κύριας δίκης, διότι δεν υπάρχει δυνατότητα αποδείξεως της υπάρξεως του παραμικρού διασυνοριακού στοιχείου.
V - Το πρώτο προδικαστικό ερώτημα
17 Με το ερώτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν το άρθρο 27 του παραρτήματος VIII αντιτάσσεται στις απαιτήσεις της πρώην συζύγου συνταξιοδοτηθέντος υπαλλήλου των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων η οποία ζητεί, ενώπιον των δικαστηρίων κράτους μέλους, την αντιστάθμιση των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που προβλέπει το οικογενειακό δίκαιο.
18 Θα ήθελα να υπογραμμίσω καταρχάς ότι η κοινοτική διάταξη της οποίας την ερμηνεία ζητεί το εθνικό δικαστήριο δεν έχει εφαρμογή στη διαφορά. Το άρθρο 27 του παραρτήματος VIII αναγνωρίζει δικαίωμα συντάξεως επιζώντος στη διαζευγμένη σύζυγο υπαλλήλου, υπό την προϋπόθεση ότι ο πρώην σύζυγός της υποχρεούνταν, κατά τη στιγμή του θανάτου του, να της καταβάλει διατροφή. Όμως, κατά τη διάταξη περί παραπομπής, ο καθού είναι εν ζωή και δεν υποχρεούται να καταβάλει στην πρώην σύζυγό του την παραμικρή διατροφή. Νομίζω, κατά συνέπεια, ότι παρέλκει η ερμηνεία της διατάξεως αυτής.
19 Συμμερίζομαι την άποψη της Γερμανικής Κυβερνήσεως υπό την έννοια ότι η σύνταξη επιζώντος που προβλέπει το άρθρο 27 του παραρτήματος VIII επιδιώκει σκοπό διαφορετικό από αυτόν της αντισταθμιστικής κατανομής. Πράγματι, η σύνταξη αρχίζει να καταβάλλεται από τη στιγμή του θανάτου του υπαλλήλου και υπό την προϋπόθεση ότι ο επιζών σύζυγος είχε δικαίωμα, προηγουμένως, σε διατροφή. Το ποσό της δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό που λαμβάνεται ως διατροφή. Το δικαίωμα συντάξεως επιζώντος αποσβέννυται εάν ο επιζών σύζυγος συνάψει νέο γάμο και, σε περίπτωση συνυπάρξεως διαζευγμένων συζύγων που έχουν δικαίωμα σε σύνταξη επιζώντων κατά τον θάνατο κοινοτικού υπαλλήλου, η σύνταξη κατανέμεται μεταξύ τους ανάλογα με τη διάρκεια των γάμων.
Αντιθέτως, η αντισταθμιστική κατανομή των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων αποσκοπεί στη διανομή των δικαιωμάτων που αποκτήθηκαν κατά τη διάρκεια του γάμου. Συνίσταται σε αξίωση του δικαιούχου η οποία πρέπει να ικανοποιηθεί από τον οφειλέτη. Η αξίωση γεννάται κατά τον χρόνο επελεύσεως, έναντι του δικαιούχου, του γενεσιουργού γεγονότος της αντισταθμίσεως, που του παρέχει τη δυνατότητα συμμετοχής καττ ισομοιρία στα δικαιώματα που αποκτήθηκαν από κοινού. Για την απόκτηση δεν είναι αναγκαίο ο δικαιούχος να βρίσκεται σε κατάσταση ανάγκης. Το ποσό της αντισταθμίσεως δεν καθορίζεται ανάλογα με την ικανότητα συνεισφοράς του ετέρου συζύγου. Το γεγονός ότι ο δικαιούχος συνήψε γάμο δεν επηρεάζει την αντιστάθμιση των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων και το δικαίωμα αυτό δεν έχει τον χαρακτήρα διατροφής, αλλά αντισταθμίζει το μειονέκτημα, στον τομέα των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, του συζύγου ο οποίος απέκτησε λιγότερα δικαιώματα από τον άλλο κατά τη διάρκεια του γάμου.
20 Ο Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως εκδόθηκε υπό τη μορφή κανονισμού. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με το άρθρο 189, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ, είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος. Το Δικαστήριο έχει πει ότι, εκτός των αποτελεσμάτων του εντός της κοινοτικής διοικήσεως, ο Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως δεσμεύει επίσης τα κράτη μέλη, στο μέτρο που η συμμετοχή τους μπορεί να είναι αναγκαία για την εφαρμογή του (4).
21 Ο Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως έχει ως μοναδικό σκοπό τη ρύθμιση των εννόμων σχέσεων μεταξύ των ευρωπαϋκών θεσμικών οργάνων και των υπαλλήλων τους, θεσπίζοντας μία σειρά αμοιβαίων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και αναγνωρίζοντας, υπέρ ορισμένων μελών της οικογενείας του υπαλλήλου, δικαιώματα τα οποία αυτά μπορούν να επικαλεστούν έναντι των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων. Στην πλειονότητά τους, τα δικαιώματα αυτά έχουν οικονομικό χαρακτήρα και συνίστανται, για παράδειγμα, στην προσχώρηση στο καθεστώς καλύψεως των εξόδων ασθενείας, στη σύνταξη των ορφανών, στη σύνταξη επιζώντων υπέρ του επιζώντος συζύγου του υπαλλήλου ή στη σύνταξη του άρθρου 27 του παραρτήματος VIII υπέρ της διαζευγμένης συζύγου η οποία πληροί ορισμένες προϋποθέσεις.
Συναφώς, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το άρθρο αυτό δεν είχε σκοπό να εξασφαλίσει υπέρ της διαζευγμένης συζύγου τη διατήρηση, υπό διαφορετική μορφή, υποχρεώσεως διατροφής απορρέουσας από το διαζύγιο, αλλά να αναγνωρίσει ένα δικαίωμα το οποίο ο Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως απονέμει άμεσα στην ενδιαφερομένη υπό την ιδιότητά της της διαζευγμένης συζύγου η οποία δεν έχει συνάψει νέο γάμο (5).
22 Αντιθέτως, ο Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως δεν ρυθμίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το οικογενειακό δίκαιο ή από το ιδιωτικό δίκαιο τα οποία έχουν εφαρμογή σε υπάλληλο σε σχέση με τα μέλη της οικογενείας του ή με τρίτον.
23 Δεν είναι δυνατόν να γίνει δεκτό, όπως ισχυρίζεται ο καθού, ότι το συνταξιοδοτικό καθεστώς που προβλέπει ο Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως συνιστά γενική και εξαντλητική ρύθμιση της οποίας οι διατάξεις πρέπει να υπερισχύσουν του εθνικού δικαίου βάσει της αρχής της υπεροχής. Πράγματι, το νομοθέτημα αυτό δεν περιλαμβάνει κανένα κανόνα εφαρμοστέο στα οικονομικής φύσεως δικαιώματα και υποχρεώσεις υπαλλήλου σε σχέση με τον πρώην σύζυγό του, ως συνέπεια διαζυγίου, ούτε στο περιεχόμενο ή στον τρόπο ασκήσεως των δικαιωμάτων αυτών κατ' εφαρμογή του οικογενειακού δικαίου.
24 Επιπλέον, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, ο κοινοτικός νομοθέτης δεν είναι αρμόδιος να καθορίσει τα δικαιώματα των συζύγων στο πλαίσιο διαδικασίας διαζυγίου, στα οποία εντάσσεται η αντιστάθμιση των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων όπως προβλέπει η γερμανική νομοθεσία. Οι ρυθμίσεις του ιδιωτικού δικαίου και του οικογενειακού δικαίου εξακολουθούν να εμπίμπουν στην αρμοδιότητα των κρατών μελών.
25 Το Πρωτοδικείο εξέδωσε προσφάτως μία απόφαση (6) σε υπόθεση η οποία μπορεί να αποτελέσει υπόδειγμα για τη λειτουργία της αντισταθμιστικής κατανομής των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων σε περίπτωση διαζυγίου που προβλέπει το γερμανικό αστικό δίκαιο, όταν η μία από τις συντάξεις βαρύνει τις Ευρωπαϋκές Κοινότητες. Επρόκειτο για την αίτηση που υπέβαλε η διαζευγμένη σύζυγος συνταξιοδοτηθέντος υπαλλήλου του Κοινοβουλίου, προκειμένου να διατηρήσει την ιδιότητα μέλους του συστήματος καλύψεως των κινδύνων ασθενείας των υπαλλήλων, καίτοι έχει παρέλθει έτος από την έκδοση της αποφάσεως διαζυγίου (7).
26 Η σκέψη 3 της αποφάσεως υπενθυμίζει τα ακόλουθα περιστατικά: i) το Cour d'appel de Luxembourg εξέδωσε το διαζύγιο μεταξύ της προσφεύγουσας και του πρώην συζύγου της· ii) και οι δύο έχουν γερμανική ιθαγένεια· iii) οι σύζυγοι είχαν συμφωνήσει για την κατανομή της συντάξεως γήρατος που όφειλαν στον πρώην σύζυγο οι Ευρωπαϋκές Κοινότητες, κατ' εφαρμογήν των διατάξεων του BGB περί της αντισταθμιστικής κατανομής των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων σε περίπτωση διαζυγίου· iv) η συμφωνία αυτή επικυρώθηκε από το juge de paix de Luxembourg.
27 Στη σκέψη 65 το Πρωτοδικείο κρίνει ότι ο γερμανικός κανόνας που θεσπίζει την αντισταθμιστική κατανομή, σε περίπτωση διαζυγίου, των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που απέκτησαν οι σύζυγοι έχει ως μοναδικό σκοπό να αναγνωρισθεί υπέρ του συζύγου ο οποίος δεν κατέβαλε εισφορές σε συνταξιοδοτικό σύστημα η συμμετοχή στα δικαιώματα που απέκτησε ο έτερος σύζυγος. Προσθέτει ότι τα κοινοτικά όργανα συμβάλλουν στην πραγματοποίηση του σκοπού αυτού, στο μέτρο που, σε εκτέλεση αποφάσεως περί διαζυγίου, το Κοινοβούλιο καταβάλλει άμεσα ένα τμήμα της συντάξεως του υπαλλήλου στην πρώην σύζυγό του.
Από τις ανωτέρω διαπιστώσεις συνάγω ότι η αντισταθμιστική κατανομή των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που προβλέπει το γερμανικό δίκαιο σε περίπτωση διαζυγίου είναι ένα σύστημα το οποίο δεν είναι άγνωστο στα κοινοτικά όργανα. Στην πράξη, τα κοινοτικά όργανα καταβάλλουν ένα τμήμα της συντάξεως του συνταξιοδοτηθέντος υπαλλήλου στο πρόσωπο που αντλεί δικαίωμα βάσει δικαστικής αποφάσεως ή βάσει συμφωνίας μεταξύ συζύγων, χωρίς η εν λόγω καταβολή να συνεπάγεται την απόκτηση προσωπικού και αμέσου δικαιώματος έναντι των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων.
28 Στην απόφασή του επί της αναιρέσεως που ασκήθηκε κατά της αποφάσεως αυτής (8), το Δικαστήριο έκρινε ότι η αντισταθμιστική κατανομή των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, είτε απορρέει από δικαστική απόφαση είτε από συμφωνία μεταξύ συζύγων ή άμεσα από την εφαρμογή του εθνικού δικαίου, δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια την αναγνώριση στην πρώην σύζυγο υπαλλήλου δικαιώματος συντάξεως, καθόσον τούτο εμπίπτει στις προϋποθέσεις που θέτει ο Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως.
29 Κατά συνέπεια, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι ούτε το άρθρο 27 του παραρτήματος VIII, του οποίου η ερμηνεία ζητείται από το αιτούν δικαστήριο, ούτε καμία άλλη διάταξη του νομοθετήματος αυτού, δεν αντιτάσσονται σε αίτηση με την οποία η πρώην σύζυγος συνταξιοδοτηθέντος υπαλλήλου των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων ζητεί από τα δικαστήρια κράτους μέλους την αντιστάθμιση που προβλέπει το οικογενειακό δίκαιο του εν λόγω κράτους, των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που αποκτήθηκαν κατά τη διάρκεια του γάμου.
VI - Το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα
30 Με το ερώτημα αυτό, το εθνικό δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν το άρθρο 6 της Συνθήκης εμποδίζει να λαμβάνουν υπόψη οι κανόνες άρσεως συγκρούσεως κράτους μέλους το κριτήριο της ιθαγενείας των συζύγων για τον προσδιορισμό του δικαίου που έχει εφαρμογή στις συνέπειες διαζυγίου, λαμβανομένου υπόψη ότι η εφαρμογή του οικογενειακού δικαίου του κράτους την ιθαγένεια του οποίου έχει ο κοινοτικός υπάλληλος μπορεί να προκαλέσει πλέον δυσάρεστες συνέπειες απ' ό,τι εάν είχε την ιθαγένεια άλλου κράτους μέλους.
31 Ο καθού ισχυρίζεται συναφώς ότι, επειδή η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών είναι τα μόνα κράτη, επί δεκαπέντε κρατών μελών, που προβλέπουν την αντιστάθμιση των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, οι υπάλληλοι γερμανικής ή ολλανδικής ιθαγένειας που υπόκεινται στο εθνικό τους δίκαιο βρίσκονται σε δυσμενέστερη κατάσταση σε σχέση με τους υπαλλήλους που έχουν την ιθαγένεια των λοιπών κρατών μελών (9).
32 Σύμφωνα με παγία νομολογία, το άρθρο 6 της Συνθήκης εφαρμόζεται μόνο στις καταστάσεις που διέπονται από το κοινοτικό δίκαιο και δεν μπορεί να έχει εφαρμογή σε δραστηριότητες οι οποίες δεν παρουσιάζουν κανένα σύνδεσμο με αυτό και των οποίων τα στοιχεία περιορίζονται στο εσωτερικό ενός μόνον κράτους μέλους (10).
33 Όπως ορθώς υπογραμμίζει η Επιτροπή, η υπόθεση στα πλαίσια της οποίας ανέκυψε το ερώτημα αυτό δεν πληροί τα κριτήρια που καθιστούν δυνατή την εφαρμογή του άρθρου 6 της Συνθήκης. Πράγματι, αφενός, η ρύθμιση που προβλέπει το δίκαιο που έχει εφαρμογή στο διαζύγιο και στις συνέπειές του, μεταξύ των οποίων μπορεί να περιληφθεί η αντιστάθμιση των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, εμπίπτει στην αρμοδιότητα του εθνικού νομοθέτη. Αφετέρου, το άρθρο 6 της Συνθήκης δεν μπορεί να εφαρμοστεί, διότι δεν υφίσταται κανένα διασυνοριακό στοιχείο το οποίο να δικαιολογεί εξέταση της ενδεχομένης υπάρξεως διακρίσεως λόγω ιθαγενείας. Πρόκειται για την εφαρμογή του γερμανικού δικαίου, από γερμανικό δικαστήριο, σε απόφαση περί διαζυγίου που αναγνωρίζεται στη Γερμανία, με την οποία έχει λυθεί ο γάμος μεταξύ δύο γερμανών.
Επιπλέον, εφόσον πρόκειται για περίπτωση που δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, ο δικαστής ο οποίος πρέπει να επιλύσει τη διαφορά δεν υποχρεούται, δυνάμει του κοινοτικού δικαίου, ούτε να ερμηνεύσει την εθνική νομοθεσία κατά τρόπο σύμφωνο προς το κοινοτικό δίκαιο, ούτε να μην εφαρμόσει τη νομοθεσία αυτή (11).
34 Υπό τις συνθήκες αυτές, καταλήγω ότι το άρθρο 6 της Συνθήκης δεν εμποδίζει να λαμβάνουν υπόψη οι κανόνες άρσεως συγκρούσεως κράτους μέλους το κριτήριο της ιθαγένειας των συζύγων για τον προσδιορισμό του εφαρμοστέου στις συνέπειες διαζυγίου δικαίου.
VII - Προτάσεις
35 Υπό το φως των προηγουμένων σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα δύο ερωτήματα που υπέβαλε το Amtsgericht Kφln ως εξής:
«1) Δεν αντιβαίνει ούτε στο άρθρο 27 του παραρτήματος VIII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, όπως ισχύει με τον κανονισμό (ΕΚΑΞ, ΕΟΚ, Ευρατόμ) 2799/85 του Συμβουλίου, της 27ης Σεπτεμβρίου 1985, για την τροποποίηση του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, ούτε σε καμία άλλη διάταξη του κειμένου αυτού η αίτηση με την οποία η πρώην σύζυγος συνταξιοδοτηθέντος υπαλλήλου των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων ζητεί ενώπιον των δικαστηρίων κράτους μέλους την αντιστάθμιση των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που προβλέπει το οικογενειακό δίκαιο του εν λόγω κράτους.
2) Το άρθρο 6 της Συνθήκης ΕΚ δεν απαγορεύει να λαμβάνουν υπόψη οι κανόνες συγκρούσεως κράτους μέλους το κριτήριο της ιθαγενείας των συζύγων για τον προσδιορισμό του εφαρμοστέου στις συνέπειες διαζυγίου δικαίου.»
(1) - Κανονισμός (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΞ) 259/68 του Συμβουλίου, της 29ης Φεβρουαρίου 1968, περί καθορισμού του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων και περί θεσπίσεως ειδικών μέτρων προσωρινώς εφαρμοστέων στους υπαλλήλους της Επιτροπής (ΕΕ ειδ. έκδ. 01/001, σ. 108).
(2) - Κανονισμός του Συμβουλίου, της 27ης Σεπτεμβρίου 1985, για την τροποποίηση του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Κοινοτήτων αυτών (ΕΕ L 265, σ. 1).
(3) - Σύμφωνα με το άρθρο 40 του παραρτήματος VIII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως, εναπόκειται στην αρμοδιότητα του οργάνου στον οποίο υπαγόταν ο υπάλληλος κατά τον χρόνο της λήξεως των καθηκόντων του η εκκαθάριση της συντάξεως αρχαιότητας και η κοινοποίηση της λεπτομερούς αναλύσεως της εκκαθαρίσεως αυτής στον υπάλληλο ή στους έλκοντες εξ αυτού δικαίωμα καθώς και στην Επιτροπή η οποία αναλαμβάνει την καταβολή των συντάξεων. Το άρθρο 45 εκθέτει ακόμη ότι η χορήγηση των παροχών αυτών εξασφαλίζεται εξ ονόματος των Κοινοτήτων, επιμελεία του οργάνου που ορίζεται από τις αρμόδιες για τον προϋπολογισμό αρχές.
(4) - Αποφάσεις της 20ής Οκτωβρίου 1981, 137/80, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1981, σ. 2393, σκέψη 8), και της 7ης Μαου 1987, 186/85, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1987, σ. 2029, σκέψη 21).
(5) - Απόφαση της 17ης Μαου 1972, 24/71, Meinhardt κατά Επιτροπής (Rec. 1972, σ. 269, σκέψεις 2 και 3).
(6) - Απόφαση της 16ης Απριλίου 1997, T-66/95, Kuchlenz-Winter κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. II-637).
(7) - Κατά την παράγραφο 1, περίπτωση 1β, του άρθρου 72 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως, ο (η) διαζευγμένος ο (η) σύζυγος της (του) υπαλλήλου που αποδεικνύει ότι δεν δικαιούται επιστροφές από άλλο δημόσιο οργανισμό ασφάλισης ασθένειας μπορεί να εξακολουθήσει, για μια περίοδο ενός έτους το πολύ, να καλύπτεται κατά των κινδύνων ασθενείας. Η παραπάνω περίοδος υπολογίζεται από την ημερομηνία κατά την οποία το διαζύγιο κατέστη αμετάκλητο.
(8) - Διάταξη του Δικαστηρίου της 8ης Οκτωβρίου 1998, C-228/97 P, Kuchlenz-Winter κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. I-6047), με την οποία η αίτηση αναιρέσεως κρίθηκε ως εν μέρει προδήλως απαράδεκτη και εν μέρει προδήλως αβάσιμη.
(9) - Δεν συμμερίζομαι την άποψη του καθού ο οποίος υποστηρίζει ότι εν πάση περιπτώσει οι υπάλληλοι γερμανικής ή ολλανδικής ιθαγενείας βρίσκονται σε δυσμενέστερη κατάσταση σε σχέση με τους υπηκόους των άλλων κρατών μελών διότι, λόγω της ιθαγενείας τους, ενδέχεται να υποχρεωθούν να προβούν στην αντισταθμιστική κατανομή των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που αποκτήθηκαν κατά τη διάρκεια του γάμου. Νομίζω ότι, όταν πραγματοποιείται ο ισολογισμός και η εκκαθάριση των λογαριασμών των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που αποκτήθηκαν από τους δύο συζύγους, οι υπάλληλοι γερμανικής και ολλανδικής ιθαγενείας μπορούν επίσης να ευνοηθούν ανάλογα με τις ειδικές συνθήκες κάθε περιπτώσεως.
(10) - Αποφάσεις της 27ης Οκτωβρίου 1982, 35/82 και 36/82, Morson και Jhanjan (Συλλογή 1982, σ. 3723, σκέψη 16)· της 17ης Δεκεμβρίου 1987, 147/87, Zaoui (Συλλογή 1987, σ. 5511, σκέψη 15)· της 28ης Ιανουαρίου 1992, C-332/90, Steen (Συλλογή 1992, σ. I-341, σκέψη 9)· της 22ας Σεπτεμβρίου 1992, C-153/91, Petit (Συλλογή 1992, σ. I-4973, σκέψη 8)· της 16ης Δεκεμβρίου 1992, C-206/91, Koua Poirrez (Συλλογή 1992 σ. I-6685, σκέψη 11), και της 5ης Ιουνίου 1997, C-64/96 και C-65/96, Uecker και Jacquet (Συλλογή 1997, σ. I-3171, σκέψη 16).
(11) - Απόφαση της 16ης Ιουλίου 1998, C-264/96, ICI (Συλλογή 1998 σ. I-4695, σκέψεις 34 και 35).
Full & Egal Universal Law Academy