Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Η υπό κρίση υπόθεση έχει ως αντικείμενο τη χρηματοδοτική συνδρομή 530 000 ECU που χορήγησε η Επιτροπή υπέρ ενός σχεδίου δημιουργίας τράπεζας δεδομένων για τον οικολογικό τουρισμό στην Ευρώπη, ονομαζομένου «Ecodata», το οποίο πρότεινε η αναιρεσείουσα επιχείρηση IPK-Mόnchen GmbH (στο εξής: IPK).
2 Το σχέδιο υποβλήθηκε στις 22 Απριλίου 1992, κατόπιν προσκλήσεως υποβολής προσφορών την οποία δημοσίευσε η Επιτροπή στην Επίσημη Εφημερίδα στις 26 Φεβρουαρίου 1992 (1). Με έγγραφο της 4ης Αυγούστου 1992, η Επιτροπή πληροφόρησε την αναιρεσείουσα ότι δεχόταν το σχέδιό της και της διεβίβασε μια «δήλωση του δικαιούχου της συνδρομής» (στο εξής: δήλωση), στην οποία αναγράφονταν οι όροι χορηγήσεως της συνδρομής. Η δήλωση όριζε μεταξύ άλλων ότι το 60 % του ποσού της συνδρομής θα καταβαλλόταν από την Επιτροπή ήδη από της παραλαβής της δεόντως υπογεγραμμένης από την αναιρεσείουσα δηλώσεως και το υπόλοιπο του ποσού μετά τη λήψη και αποδοχή των σχετικών με την εκτέλεση του σχεδίου εκθέσεων. Οι εκθέσεις αυτές συνίσταντο σε μια ενδιάμεση έκθεση που έπρεπε να υποβληθεί εντός τριών μηνών από της ενάρξεως εκτελέσεως του σχεδίου, αφενός, και σε μια τελική έκθεση συνοδευόμενη από λογιστικά έγγραφα, η οποία έπρεπε να υποβληθεί εντός τριών μηνών από της ολοκληρώσεως του σχεδίου και το αργότερο μέχρι τις 31 Οκτωβρίου 1993, αφετέρου. Ως προς την τελευταία αυτή ημερομηνία, η δήλωση διευκρίνιζε ότι επρόκειτο για απαρέγκλιτη προθεσμία εντασσόμενη στο πλαίσιο της δημοσιονομικής νομοθεσίας των Κοινοτήτων. Τέλος, η δήλωση ανέφερε ότι η μη τήρηση των τασσομένων για την υποβολή των εκθέσεων και των απαιτουμένων εγγράφων προθεσμιών θα ισοδυναμούσε με παραίτηση από το δικαίωμα εισπράξεως του υπολοίπου της συνδρομής.
3 Η δήλωση υπογράφηκε από την αναιρεσείουσα στις 23 Σεπτεμβρίου 1992 και καταχωρίσθηκε από την Επιτροπή στις 29 Σεπτεμβρίου 1992. Ωστόσο, η πρώτη δόση της συνδρομής δεν καταβλήθηκε στην αναιρεσείουσα μετά την παραλαβή, από την Επιτροπή, της εν λόγω υπογεγραμμένης δηλώσεως. Στις 18 Νοεμβρίου 1992 η Επιτροπή έστειλε στην αναιρεσείουσα νέα δήλωση η οποία είχε το ίδιο περιεχόμενο με τη συνημμένη στο έγγραφο της 4ης Αυγούστου 1992. Με βάση τη νέα αυτή δήλωση, καταβλήθηκε η πρώτη δόση της συνδρομής τον Ιανουάριο του 1993.
4 Με έγγραφο της 23ης Οκτωβρίου 1992, η Επιτροπή γνωστοποίησε στην αναιρεσείουσα ότι θεωρούσε ότι η εκτέλεση του σχεδίου είχε αρχίσει το αργότερο στις 15 Οκτωβρίου 1992 και επομένως ανέμενε την ενδιάμεση έκθεση μέχρι τις 15 Ιανουαρίου 1993. Με το ίδιο έγγραφο, η Επιτροπή κάλεσε επίσης την αναιρεσείουσα να υποβάλει ακόμη δύο ενδιάμεσες εκθέσεις, ήτοι μία μέχρι τις 15 Απριλίου 1993 και μία μέχρι τις 15 Ιουλίου 1993. Τέλος, η Επιτροπή επανέλαβε ότι η τελική έκθεση έπρεπε να υποβληθεί το αργότερο μέχρι τις 31 Οκτωβρίου 1993.
5 Στις 24 Νοεμβρίου 1992 ο Γ. Tζοάνος, προϋστάμενος τμήματος στη ΓΔ XXIII, κάλεσε την αναιρεσείουσα και την επιχείρηση 01-Πληροφορική σε συνάντηση, η οποία πραγματοποιήθηκε απόντων των δύο άλλων εταίρων του σχεδίου. Σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις της αναιρεσείουσας, οι οποίες δεν έχουν αμφισβητηθεί αυτές καθαυτές από την αναιρεσίβλητη, ο Γ. Τζοάνος πρότεινε, κατά την προαναφερθείσα συνάντηση, να ανατεθεί ο κύριος όγκος των εργασιών και να χορηγηθεί το σημαντικότερο μέρος των κεφαλαίων στην 01-Πληροφορική. Η αναιρεσείουσα κλήθηκε επίσης να δεχθεί τη συμμετοχή στο σχέδιο γερμανικής επιχειρήσεως, της Studienkreis fόr Tourismus, η οποία δεν περιλαμβανόταν στην πρόταση του σχεδίου και ήδη μετείχε σε σχέδιο οικολογικού τουρισμού με την ονομασία «Ecotrans». Η συμμετοχή αυτή συζητήθηκε ιδίως κατά τη διάρκεια συνεδριάσεως που πραγματοποιήθηκε στα γραφεία της Επιτροπής στις 19 Φεβρουαρίου 1993, κατά τη διάρκεια της οποίας οι υπηρεσίες της Επιτροπής ενέμειναν στη συμμετοχή της Studienkreis fόr Tourismus.
6 Λίγες μέρες μετά τη συνεδρίαση της 19ης Φεβρουαρίου 1993, ο φάκελος του σχεδίου Ecodata αφαιρέθηκε από τον Γ. Τζοάνο. Στη συνέχεια, κινήθηκε πειθαρχική διαδικασία κατά του Γ. Τζοάνου και διατάχθηκε εσωτερική ανάκριση για τους φακέλους που είχε χειριστεί. Η πειθαρχική διαδικασία κατέληξε στην οριστική παύση του Γ. Τζοάνου. Αντιθέτως, η εσωτερική ανάκριση σχετικά με τη διοικητική διαδικασία που οδήγησε στη έγκριση της συνδρομής στο σχέδιο Ecodata δεν αποκάλυψε καμιά παρατυπία.
7 Δεδομένου ότι δεν επιτεύχθηκε συμφωνία με τη Studienkreis fόr Tourismus, η αναιρεσείουσα και οι επιχειρήσεις των οποίων η συμμετοχή προβλεπόταν στην αρχική πρόταση, δηλαδή η Innovence, η Tourconsult και η 01-Πληροφορική, διαπραγματεύθηκαν τον Μάρτιο του 1993 συμφωνία σχετικά με τη διαρρύθμιση του σχεδίου και ιδίως την κατανομή των εργασιών. Η συμφωνία αυτή συνήφθη νομοτύπως στις 29 Μαρτίου 1993.
8 Η αναιρεσείουσα υπέβαλε μια πρώτη έκθεση τον Απρίλιο του 1993, μια δεύτερη τον Ιούλιο του 1993 και την τελική έκθεση τον Οκτώβριο του 1993. Κάλεσε επίσης την Επιτροπή προκειμένου να της παρουσιάσει το εκτελεσθέν έργο. Η παρουσίαση αυτή έγινε στις 15 Νοεμβρίου 1993.
9 Με έγγραφο της 30ής Νοεμβρίου 1993, η Επιτροπή γνωστοποίησε στην αναιρεσείουσα ότι θεωρούσε ότι η τελική έκθεση έδειχνε ότι το ολοκληρωθέν μέχρι τις 31 Οκτωβρίου 1993 έργο δεν ανταποκρινόταν ικανοποιητικά στα προβλεπόμενα στην από 22 Απριλίου 1992 πρότασή της. Επομένως, η Επιτροπή αρνήθηκε να καταβάλει το υπόλοιπο 40 % της μελετώμενης για το σχέδιο αυτό συνδρομής ύψους 530 000 ΕCU.
10 Θεωρώντας ότι υπέστη σοβαρή ζημία κατόπιν της αποφάσεως της Επιτροπής να μην της καταβάλει τη δεύτερη δόση της συνδρομής που της χορηγήθηκε με την ανακοίνωση της 4ης Αυγούστου 1992, η αναιρεσείουσα άσκησε προσφυγή με αίτημα την ακύρωση του εν λόγω μέτρου.
11 Η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε δύο λόγους ακυρώσεως ενώπιον του Πρωτοδικείου. Ο πρώτος λόγος αντλείτο από παραβίαση των αρχών της ασφαλείας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως αντλείτο από ανεπαρκή αιτιολογία.
12 Με την απόφαση που εξέδωσε στις 15 Οκτωβρίου 1997 (2), το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή.
13 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 22 Δεκεμβρίου 1997, η προσφεύγουσα υπέβαλε αίτηση αναιρέσεως κατά της προπαρατεθείσας αποφάσεως του Πρωτοδικείου.
14 Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
1) να αναιρέσει την απόφαση που εξέδωσε το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων στις 15 Οκτωβρίου 1997 στην υπόθεση Τ-331/94 και να ακυρώσει την από 3 Αυγούστου 1994 απόφαση της αναιρεσίβλητης, περί αρνήσεως καταβολής της δεύτερης δόσεως της χρηματοδοτικής συνδρομής που χορηγήθηκε στην αναιρεσείουσα με την ανακοίνωση της 4ης Αυγούστου 1992·
2) επικουρικώς, να αναιρέσει την προαναφερθείσα απόφαση του Πρωτοδικείου και να αναπέμψει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο,
3) να καταδικάσει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα.
15 Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
1) να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως·
2) να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
Ανάλυση της αιτήσεως αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου
16 Η αναιρεσείουσα επικαλείται έξι λόγους προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως. Εξ αυτών, θα αναλύσω πρώτα τον δεύτερο, τον τρίτο και τον τέταρτο.
Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
17 Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως αντλείται από την «παραβίαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως: παράλειψη συνεκτιμήσεως των δηλώσεων του Γ. Τζοάνου της 19ης Φεβρουαρίου 1993».
18 Η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι δεν έλαβε υπόψη του τις δηλώσεις που έκανε ο Γ. Τζοάνος κατά τη διάρκεια συνεδριάσεως στην οποία μετέσχαν οι εκπρόσωποι της Επιτροπής, οι τέσσερις εταίροι του σχεδίου και η Studienkreis fόr Tourismus, σύμφωνα με τις οποίες η Επιτροπή δεχόταν να αφορά το σχέδιο τέσσερα μόνον, αντί δώδεκα, κράτη μέλη. Οι δηλώσεις αυτές αποτελούσαν την απόδειξη της τροποποιήσεως του σχεδίου. Η εν λόγω δήλωση, η οποία περιέχεται στα πρακτικά της συνεδριάσεως της 19ης Φεβρουαρίου 1993, τα οποία κατάρτισαν οι υπηρεσίες της Επιτροπής, έχει ως εξής:
«The proposal did not make clear where the information for the network was to be derived from, but the Commission would prefer that this information is drawn from all member states; the latter, however, was not a formal obligation [Η πρόταση δεν διευκρίνισε από πού θα προέρχονταν οι πληροφορίες για το δίκτυο, αλλά η Επιτροπή θα προτιμούσε οι πληροφορίες αυτές να προέρχονται από όλα τα κράτη μέλη· τούτο δεν αποτελούσε όμως επίσημη υποχρέωση]». Στο πλαίσιο αυτό, η αναιρεσείουσα φρονεί ότι το Πρωτοδικείο όφειλε να εξετάσει το ζήτημα της παραβιάσεως της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης ή της αρχής του estoppel. Πράγματι, δεδομένου ότι η Επιτροπή δέχθηκε την τροποποίηση των όρων χορηγήσεως της συνδρομής, οι αρχές αυτές την εμποδίζουν να προσάπτει σήμερα στην αναιρεσείουσα τη μη τήρηση των αρχικών όρων χορηγήσεως.
19 Κατ' αρχάς, η Επιτροπή θεωρεί ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως προβάλλεται στην πραγματικότητα κατά της πραγματικής διαπιστώσεως στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο, ότι δηλαδή υπήρξε μερική μόνον εκτέλεση του σχεδίου, και, επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
20 Δεν συμμερίζομαι την άποψη αυτή. Πράγματι, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αφορά το ζήτημα αν οι επίδικες δηλώσεις μπορούσαν να αποτελέσουν έγκυρη τροποποίηση των όρων χορηγήσεως της συνδρομής. Το ζήτημα αν αυτοί πληρούνται και ειδικότερα αν ολοκληρώθηκε το σχέδιο, λαμβανομένων υπόψη των εν λόγω όρων, μπορεί να λυθεί μόνον σε δεύτερη φάση: πρέπει κατ' αρχάς να καθοριστεί ποιο ήταν το περιεχόμενο των προς πλήρωση όρων πριν καταστεί δυνατό να κριθεί αν πληρώθηκαν οι όροι αυτοί.
21 Επομένως, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη την έλλειψη αιτιολογίας εκ μέρους του Πρωτοδικείου επί του ζητήματος αν υπήρξε τροποποίηση των όρων χορηγήσεως, προβάλλει ένα λόγο σχετικό με τις έννομες συνέπειες που απορρέουν από τις επίδικες δηλώσεις και όχι από την πραγματική διαπίστωση του Πρωτοδικείου περί του ότι δεν πληρώθηκαν οι αρχικοί όροι χορηγήσεως.
22 Βεβαίως, ο λόγος τον οποίον επικαλείται η αναιρεσείουσα θα μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι τροποποιήθηκαν οι όροι χορηγήσεως και ότι, κατά συνέπεια, δεν ασκούσε επιρροή η διαπίστωση του Πρωτοδικείου ότι δεν πληρώθηκαν οι αρχικοί όροι. Είναι προφανές ότι τούτο δεν αποτελεί αμφισβήτηση του καθαυτό περιεχομένου της διαπιστώσεως αυτής. Κατά συνέπεια, το απαράδεκτο το οποίο επικαλείται η Επιτροπή δεν συντρέχει εν προκειμένω.
23 Εξάλλου, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι δεν πρέπει να προσδοθεί καμία νομική βαρύτητα στις δηλώσεις αυτές, από τις οποίες συνάγεται απλώς το συμπέρασμα ότι η αναιρεσείουσα πρότεινε μερική παροχή, ουδόλως συνεπαγόμενη δικαίωμα εισπράξεως του συνόλου της προβλεπομένης χρηματοδοτικής συνδρομής.
24 Ο ισχυρισμός αυτός αφορά το σχετικό με την ουσία ζήτημα του καθορισμού του ενδεχομένου εννόμου αποτελέσματος των επιδίκων δηλώσεων.
25 Ωστόσο, υπογραμμίζεται ότι ο υπό εξέταση λόγος αναιρέσεως αφορά μάλλον την αιτιολογία του Πρωτοδικείου και όχι μια ενδεχόμενη απάντηση επί της ουσίας.
26 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Πρωτοδικείο δεν παρέχει καμία εμπεριστατωμένη απάντηση στην επιχειρηματολογία που ανέπτυξε η αναιρεσείουσα. Το Πρωτοδικείο ουδόλως αναφέρεται στο ζήτημα αν είναι επαρκής η γεωγραφική έκταση της βάσεως δεδομένων, παρά μόνον στο εξής χωρίο:
«Ως προς την τήρηση από την προσφεύγουσα των κατ' αυτόν τον τρόπο οριζομένων προϋποθέσεων χορηγήσεως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι στις 31 Οκτωβρίου 1993 οι εργασίες για την επέκταση του συστήματος στις λοιπές πλην των καλυπτομένων από την πιλοτική φάση του σχεδίου περιφέρειες και κράτη μέλη δεν είχαν πραγματοποιηθεί» (3).
27 Βεβαίως, η αναιρεσείουσα είναι σε θέση να συναγάγει εντεύθεν, ως αναγκαία συνέπεια, ότι το Πρωτοδικείο απέρριψε την επιχειρηματολογία της σχετικά με την ενδεχόμενη τροποποίηση των όρων χορηγήσεως, δεδομένου ότι περιορίζεται στην εξέταση του αν πληρώθηκαν οι αρχικοί όροι.
28 Ωστόσο, η διατύπωση που χρησιμοποιεί το Πρωτοδικείο δεν παρέχει στην αναιρεσείουσα, ούτε εξάλλου και στο Δικαστήριο, όταν καλείται να ασκήσει τον έλεγχό του, την παραμικρή δυνατότητα να καθορίσει για ποιο λόγο απέρριψε την άποψη της αναιρεσείουσας επ' αυτού.
29 Είναι αληθές ότι η επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας που αντλείται από τις δηλώσεις του Γ. Τζοάνου αναπτύχθηκε σαφώς μόνο στο στάδιο του υπομνήματος απαντήσεως, ως απάντηση στο υπόμνημα αντικρούσεως της Επιτροπής.
30 Ωστόσο, το στοιχείο αυτό είναι αλυσιτελές για τον καθορισμό του αν το Πρωτοδικείο εκπλήρωσε την υποχρέωσή του να αιτιολογήσει την απόρριψη αυτού του λόγου ακυρώσεως. Πράγματι, το Πρωτοδικείο δεν διαπίστωσε ούτε το ενδεχομένως απαράδεκτο του ως άνω λόγου.
31 Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, συνάγεται ότι το Πρωτοδικείο δεν αιτιολόγησε επαρκώς κατά νόμο την εκ μέρους του απόρριψη της επιχειρηματολογίας της αναιρεσείουσας με την οποία αυτή σκοπούσε να αποδείξει την παραβίαση των αρχών της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και του estoppel, συνισταμένη στο ότι η Επιτροπή απαιτούσε πλέον την τήρηση όρων των οποίων την τροποποίηση είχε αποδεχθεί.
32 Συνεπώς, θεωρώ ότι ο δεύτερος λόγος τον οποίον επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα είναι βάσιμος.
Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως
33 Στο πλαίσιο του τρίτου λόγου, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο στηρίχτηκε σε εσφαλμένα πραγματικά περιστατικά.
34 Υποστηρίζει ότι, στη σκέψη 47 της αποφάσεώς του, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι «προσφεύγουσα ανέμενε μέχρι τον Μάρτιο του 1993 προτού αρχίσει διαπραγματεύσεις με τους εταίρους της ως προς την κατανομή των εργασιών για την εκτέλεση του σχεδίου». Ήδη από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι η διαπίστωση αυτή είναι εσφαλμένη.
35 Η Επιτροπή θεωρεί ότι ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι αποτελεί αμφισβήτηση μιας διαπιστώσεως του Πρωτοδικείου περί τα πραγματικά περιστατικά η οποία, εξάλλου, είναι προφανής και εντελώς αναμφισβήτητη.
36 Κατά παγία νομολογία, δεν μπορεί, κατ' αρχήν, να τεθεί υπό αμφισβήτηση στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως μια διαπίστωση του Πρωτοδικείου περί τα πραγματικά περιστατικά. Η αρχή αυτή επιδέχεται όμως εξαίρεση, στην περίπτωση που η διαπίστωση αυτή πάσχει πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως. Τούτο ισχύει ιδίως οσάκις η διαπίστωση του Πρωτοδικείου περί τα πραγματικά περιστατικά αντικρούεται από τη δικογραφία (4).
37 Από τη δικογραφία προκύπτει ότι τον Νοέμβριο του 1992 και τον Φεβρουάριο του 1993 η αναιρεσείουσα μετέσχε σε συσκέψεις των οποίων το αντικείμενο ήταν κυρίως να ληφθούν ουσιώδεις αποφάσεις σχετικές με την κατανομή καθηκόντων μεταξύ των διαφόρων μετεχόντων στο σχέδιο.
38 Έτσι, η πρώτη σύσκεψη αφορούσε την κατανομή καθηκόντων μεταξύ της αναιρεσείουσας και της ελληνικής επιχειρήσεως 01-Πληροφορική και τον Ιανουάριο ακολούθησε τουλάχιστον ένα γραπτό διάβημα εκ μέρους της αναιρεσείουσας, το οποίο αφορούσε την κατανομή των καθηκόντων.
39 Η σύσκεψη του Φεβρουαρίου είχε κυρίως ως αντικείμενο τον καθορισμό των λεπτομερειών συμμετοχής μιας επιχειρήσεως με την ονομασία Ecotrans, μνεία της οποίας δεν γινόταν στην πρόταση της αναιρεσείουσας, αλλά της οποίας τη συμμετοχή επιθυμούσε η Επιτροπή. Εξάλλου, τα πρακτικά της συσκέψεως αναφέρουν ότι παρέχεται στην αναιρεσείουσα προθεσμία μέχρι τις 13 Μαρτίου για να ρυθμίσει το ζήτημα της κατανομής καθηκόντων.
40 Θα μπορούσε να προβληθεί το σόφισμα ότι, δεδομένου ότι η δεύτερη αυτή σύσκεψη αφορούσε τη συμμετοχή μιας τρίτης επιχειρήσεως, δεν ενέπιπτε στις διαπραγματεύσεις με τους εταίρους της αναιρεσείουσας, κατά τη φρασεολογία του Πρωτοδικείου.
41 Ωστόσο θεωρώ αναμφισβήτητο ότι, όσον αφορά την κατανομή των καθηκόντων που εμπίπτουν σε συγκεκριμένο σχέδιο και, κατά συνέπεια, την κατανομή επίσης συγκεκριμένων πόρων, οι διαπραγματεύσεις επί της συμμετοχής τρίτης επιχειρήσεως εντάσσονται κατ' ανάγκη στο πλαίσιο της κατανομής μεταξύ των αρχικών εταίρων.
42 Συνεπώς, στη δικογραφία γίνεται σαφής μνεία περί διαπραγματεύσεων σχετικών με την κατανομή καθηκόντων στο πλαίσιο του σχεδίου, διαπραγματεύσεων στις οποίες μετέσχε η αναιρεσείουσα και οι οποίες διεξήχθησαν πριν από τον Μάρτιο του 1993, ημερομηνία που έλαβε υπόψη του το Πρωτοδικείο.
43 Το γεγονός ότι οι συσκέψεις αυτές συγκλήθηκαν, όπως φαίνεται, με πρωτοβουλία της Επιτροπής και όχι της αναιρεσείουσας ουδόλως αναιρεί το γεγονός ότι πραγματοποιήθηκαν και ότι η αναιρεσείουσα μετέσχε σ' αυτές, διαπραγματευθείσα συνεπώς επί του ζητήματος της κατανομής των καθηκόντων.
44 Ομοίως, η σκέψη την οποία εξέθεσε η Επιτροπή, ότι η IPK δεν επέδειξε την πρωτοβουλία και την αποτελεσματικότητα που απαιτούσαν οι περιστάσεις, ουδόλως αναιρεί το γεγονός ότι πολύ πριν από τον Μάρτιο του 1993 είχε ήδη μετάσχει σε διαπραγματεύσεις επί της κατανομής των καθηκόντων.
45 Η διαπίστωση του Πρωτοδικείου ότι η αναιρεσείουσα ανέμεινε τον Μάρτιο του 1993 για να αρχίσει τις διαπραγματεύσεις αυτές αντικρούεται, επομένως, από τα κατατεθέντα στη δικογραφία έγγραφα και πάσχει πρόδηλο σφάλμα.
46 Συνεπώς, και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός.
Επί του τετάρτου λόγου αναιρέσεως
47 Η IPK φρονεί ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομικό σφάλμα δεχόμενο την 31η Οκτωβρίου 1993 ως ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας για την υποβολή της τελικής εκθέσεως.
48 Στο πλαίσιο του λόγου αυτού, η αναιρεσείουσα εκθέτει σειρά επιχειρημάτων.
49 Πρώτον, η αναιρεσείουσα επικαλείται τον συμβατικό χαρακτήρα των σχέσεών της με την Επιτροπή. Η Επιτροπή καθόρισε ως ημερομηνία ενάρξεως εκτελέσεως του σχεδίου, η προβλεπομένη διάρκεια του οποίου ήταν 15 μήνες, την 15η Οκτωβρίου 1993. Συνεπώς, δεν μπορούσε να καθορίσει μονομερώς ως ημερομηνία ολοκληρώσεώς του την 31η Οκτωβρίου 1993. Τούτο αποτελεί παραβίαση των αρχών του δικαίου των συμβάσεων.
50 Αντιθέτως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η αναιρεσείουσα απλώς επαναλαμβάνει έναν προδήλως εσφαλμένο ισχυρισμό, ο οποίος απορρίφθηκε ήδη κατά την ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία.
51 Ειδικότερα, η αναιρεσίβλητη βάλλει κατά της ερμηνείας την οποία επιδιώκει να προσδώσει η αναιρεσείουσα σε ένα έγγραφο της Επιτροπής της 23ης Οκτωβρίου 1992, με το οποίο η Επιτροπή της γνώρισε ότι θεωρούσε ότι «η εκτέλεση του σχεδίου είχε αρχίσει στις 15 Οκτωβρίου 1992» («For the purposes of this exercise all projects are deemed to start by 15 October»).
52 Συμφωνώ με την ανάλυση της Επιτροπής, κατά την οποία, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, δεν μπορεί να συναχθεί από το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού απόφαση της Επιτροπής περί μεταθέσεως της ημερομηνίας ενάρξεως εκτελέσεως του σχεδίου. Πράγματι, το έγγραφο αυτό δεν αναφέρει την ημερομηνία της 15ης Οκτωβρίου ανεπιφυλάκτως, δεδομένου ότι αυτή συνοδεύεται από τον προσδιορισμό «για τους σκοπούς της παρούσας χρήσεως», δηλαδή για τον έλεγχο της εξελίξεως των εργασιών («monitoring»).
53 Εξάλλου και προπάντων, το ίδιο έγγραφο υπενθυμίζει ότι η ημερομηνία κατά την οποία η Επιτροπή αναμένει την τελική έκθεση παραμένει η 31η Οκτωβρίου 1993.
54 Επομένως, η αναιρεσείουσα δεν μπορεί να στηρίζεται στο έγγραφο αυτό για να συναγάγει εντεύθεν βούληση της Επιτροπής να τροποποιήσει την ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας, όποιες κι αν είναι, εξάλλου, οι αμφιβολίες που μπορεί να προκάλεσε η μνεία της 15ης Οκτωβρίου. Συνεπώς, πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν μπορούσε να υπάρξει μονομερής εκ μέρους της τροποποίηση των όρων της «συμβάσεως», χωρίς να χρειάζεται να εξετασθεί αν οι σχέσεις μεταξύ της αναιρεσείουσας και της Επιτροπής ήσαν πράγματι συμβατικής φύσεως.
55 Ωστόσο, άλλα επιχειρήματα τα οποία επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα στο πλαίσιο του λόγου αυτού φαίνονται πειστικότερα.
56 Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι η καθυστέρηση στην έναρξη εκτελέσεως του σχεδίου οφειλόταν στην καθυστερημένη καταβολή της συνδρομής, αφενός, και στις επεμβάσεις της Επιτροπής, αφετέρου. Επομένως, η Επιτροπή παραβιάζει την αρχή της καλής πίστεως και ενεργεί κατά κατάχρηση δικαιώματος απαιτώντας από την αναιρεσείουσα να τηρήσει προθεσμία της οποίας την τήρηση κατέστησε αδύνατη η δική της συμπεριφορά.
57 Το Πρωτοδικείο εκτίμησε εσφαλμένως το περιεχόμενο των αρχών αυτών κρίνοντας ότι η αναιρεσείουσα όφειλε να αποδείξει ότι η συμπεριφορά των υπαλλήλων της Επιτροπής της στέρησε κάθε δυνατότητα να αρχίσει αποτελεσματική συνεργασία με τους εταίρους της πριν από τον Μάρτιο του 1993.
58 Συνεπώς, πρέπει να καθοριστεί αν ορθώς το Πρωτοδικείο έκρινε, στη σκέψη 47 της αποφάσεώς του, τα εξής:
«Μολονότι η προσφεύγουσα προσκόμισε ενδείξεις ότι πολλοί υπάλληλοι της Επιτροπής αναμίχθηκαν κατά τρόπο προκαλούντα αναστάτωση στο σχέδιο κατά το χρονικό διάστημα από τον Νοέμβριο του 1992 μέχρι τον Φεβρουάριο του 1993, ουδόλως απέδειξε ότι οι παρεμβάσεις αυτές της στέρησαν κάθε δυνατότητα να αρχίσει αποτελεσματική συνεργασία με τους εταίρους της πριν από τον Μάρτιο του 1993.»
59 Η αναιρεσείουσα διευκρινίζει ότι, επιβάλλοντάς της να αποδείξει αρνητικό γεγονός, πράγμα το οποίο είναι πρακτικώς αδύνατο, το Πρωτοδικείο κατέστησε κενά περιεχομένου τα όρια που επιβάλλει στην Επιτροπή η απαγόρευση της καταχρήσεως δικαιώματος.
60 Είναι αληθές ότι, επιβάλλοντας στην προσφεύγουσα να αποδείξει ότι ήταν αδύνατη κάθε συνεργασία με τους εταίρους της, το Πρωτοδικείο επέβαλε την απόδειξη αρνητικού γεγονότος.
61 Ωστόσο, καθοριστικότερο μου φαίνεται το ακόλουθο στοιχείο. Το ίδιο το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι η αναιρεσείουσα προσκόμισε ενδείξεις περί του ότι υπάλληλοι της Επιτροπής επενέβησαν στη διαχείρηση του σχεδίου. Επιπλέον, χαρακτήρισε μάλιστα «προκαλούντα αναστάτωση» τον τρόπο παραγματοποιήσεως των επεμβάσεων αυτών.
62 Θεωρώ, επομένως, ότι το Πρωτοδικείο όφειλε να συναγάγει από τη διαπίστωση αυτή τις συνέπειες που νομίζω ότι πρέπει να απορρέουν εντεύθεν όσον αφορά το βάρος αποδείξεως.
63 Πράγματι, προσκομίζοντας τις ενδείξεις τις οποίες αναφέρει το Πρωτοδικείο, η αναιρεσείουσα παρέσχε, κατ' εμέ, αρχή αποδείξεως όσον αφορά το ολέθριο για την εξέλιξη του σχεδίου αποτέλεσμα των χειρισμών της Επιτροπής, την ύπαρξη των οποίων αναφέρει το Πρωτοδικείο.
64 Σύμφωνα με τις κοινώς αποδεκτές στον τομέα αυτόν αρχές, αυτή η αρχή αποδείξεως, όχι μόνο δεν παραμένει άνευ συνεπειών όπως προφανώς θεωρεί το Πρωτοδικείο, αλλά έχει αντιθέτως ως αποτέλεσμα την αντιστροφή του βάρους αποδείξεως.
65 Δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα προσκόμισε ενδείξεις επιτρέπουσες να θεωρηθεί ότι η προβαλλομένη συμπεριφορά υπαλλήλων της Επιτροπής μπορεί να επέδρασε στην προσήκουσα εξέλιξη του σχεδίου, επομένως, η Επιτροπή έφερε το βάρος αποδείξεως και όφειλε να αποδείξει ότι, παρά τους επιμάχους χειρισμούς, η αναιρεσείουσα ήταν πλήρως σε θέση να διαχειριστεί ικανοποιητικά το σχέδιο.
66 Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο διότι, εκτός από τις ενδείξεις που αναφέρει το Πρωτοδικείο, η αναιρεσείουσα επικαλείται επίσης το μη αμφισβητηθέν γεγονός ότι, για ένα σχέδιο που επρόκειτο να διαρκέσει δεκαπέντε μήνες και να περατωθεί τον Οκτώβριο του 1993, η Επιτροπή κατέβαλε την πρώτη δόση της επίδικης συνδρομής μόλις τον Ιανουάριο του 1993.
67 Συνεπώς, φρονώ ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομικό σφάλμα επιβάλλοντας στην αναιρεσείουσα την υποχρέωση να αποδείξει ότι οι χειρισμοί των υπαλλήλων της Επιτροπής κατέστησαν αδύνατη τη συνεργασία με τους εταίρους της.
68 Επομένως, η απόφαση του Πρωτοδικείου όσον αφορά το βάρος αποδείξεως είχε ως συνέπεια την κρίση που διατυπώνει στη σκέψη 47 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι δηλαδή η αναιρεσείουσα δεν μπορεί να προσάπτει στην Επιτροπή ότι προκάλεσε καθυστερήσεις στην εκτέλεση του σχεδίου.
69 Δεδομένου ότι το Πρωτοδικείο στηρίχτηκε στη διαπίστωση αυτή, ακόμη και αν δεν εκθέτει ακριβώς για ποιο λόγο θεωρεί ότι ασκεί επιρροή, πρέπει να συναχθεί ότι η κατάσταση της αναιρεσείουσας επηρεάστηκε και ότι ο λόγος αναιρέσεως που αντλείται από παραβίαση του δικαίου σχετικά με το βάρος αποδείξεως πρέπει να γίνει δεκτός.
70 Συνεπώς, δεν είναι ανάγκη να εξετασθεί η επιχειρηματολογία που αναπτύσσει η αναιρεσείουσα, κατά την οποία το Πρωτοδικείο παρέβη τους κανόνες αποδείξεως και δεν εκπλήρωσε την υποχρέωσή του να διερευνήσει την υπόθεση, απορρίπτοντας το αίτημα της αναιρεσείουσας να προσκομισθούν έγγραφα της ΓΔ XXIII και λαμβάνοντας συγχρόνως δυσμενή γι' αυτήν απόφαση όσον αφορά το βάρος αποδείξεως.
71 Δεδομένου ότι οι τρεις αυτοί λόγοι αναιρέσεως πρέπει κατά τη γνώμη μου να γίνουν δεκτοί, δεν συντρέχει λόγος να εξετασθούν οι λοιποί.
72 Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να αναιρέσει την απόφαση του Πρωτοδικείου. Δεδομένου ότι η δικογραφία παρέχει πλήρη εικόνα της ένδικης διαφοράς, φρονώ ότι η υπόθεση είναι ώριμη για να εξετασθεί από το Δικαστήριο.
Επί της ουσίας ανάλυση της διαφοράς
73 Η αναιρεσείουσα στηρίζεται στα ακόλουθα για να ζητήσει την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως της Επιτροπής.
74 Η αναιρεσείουσα φρονεί ότι η Επιτροπή δεσμεύθηκε να της καταβάλει τα κονδύλια που προβλέπονται στο πλαίσιο της αποφάσεως περί χορηγήσεως της χρηματοδοτικής συνδρομής και ότι κανένα από τα επιχειρήματα της αναιρεσίβλητης δεν της επιτρέπει να μην τηρήσει την υποχρέωση αυτή.
75 Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα υπογραμμίζει, πρώτον, ότι η εξουσία ελέγχου της Επιτροπής περιοριζόταν σε έναν απλό έλεγχο της χρησιμοποιήσεως των κονδυλίων. Όσον αφορά τον έλεγχο αυτόν, οι ισχυρισμοί που προβάλλει η Επιτροπή μπορούν ευχερώς να αντικρουσθούν.
76 Λαμβανομένων υπόψη των ορίων τα οποία οι σχετικοί με τη συνδρομή κανόνες επιβάλλουν στην Επιτροπή, αυτή δεν είχε δικαίωμα να αρνηθεί την πληρωμή με την αιτιολογία ότι το σχέδιο έπασχε ουσιώδεις ανεπάρκειες.
77 Εξάλλου, κατά την αναιρεσείουσα, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η Επιτροπή μπορούσε κατ' αρχήν να στηριχθεί στους ισχυρισμούς αυτούς, εν προκειμένω οι ισχυρισμοί είναι αβάσιμοι.
78 Τέλος, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι, ακόμη και αν συνέτρεχε λόγος να θεωρηθεί ότι τα εν τέλει πραγματοποιηθέντα έργα αφίσταντο της αρχικής προτάσεως, η υποχρέωση καταβολής της υπολοίπου δεν έπαυσε να υπάρχει.
79 Προς στήριξη των ισχυρισμών της, η αναιρεσείουσα προβάλλει, ειδικότερα, ότι η καθυστέρηση εφαρμογής του σχεδίου οφειλόταν στη στάση της Επιτροπής, η οποία «παρενόχλησε και διατάραξε σε μεγάλο βαθμό τις εργασίες της».
80 Συνεπώς, η Επιτροπή δεν δικαιούται να στηριχθεί στην 31η Οκτωβρίου 1993, ως ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας, δεδομένου ότι οι δικές της πράξεις κατέστησαν αδύνατη την τήρηση της προθεσμίας αυτής και η αναιρεσείουσα δικαιολογημένα πίστεψε ότι η υλοποίηση του σχεδίου και, συνεπώς, η ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας είχαν μετατεθεί χρονικώς.
81 Ο κύριος λόγος που επικαλέστηκε η Επιτροπή για να δικαιολογήσει την απόφασή της ήταν η μη ολοκλήρωση του σχεδίου στις 31 Οκτωβρίου 1993. Κατά την Επιτροπή, αυτό είναι το μοναδικό κριτήριο που ασκεί επιρροή για τον καθορισμό του αν η καταβολή του υπολοίπου της συνδρομής οφείλεται ή όχι, δεδομένου ότι, υπογράφοντας τη δήλωση για τη συνδρομή, η αναιρεσείουσα δεσμεύθηκε να ολοκληρώσει το σχέδιο μέχρι την ως άνω ημερομηνία, άλλως παραιτείτο της καταβολής αυτής.
82 Θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι η απόφαση για τη χορήγηση της συνδρομής κοινοποιήθηκε στην αναιρεσείουσα με έγγραφο της 4ης Αυγούστου 1992. Η αναιρεσείουσα κλήθηκε να υπογράψει και να επιστρέψει τη συνημμένη στο έγγραφο δήλωση του δικαιούχου, προκειμένου να πραγματοποιηθεί η πληρωμή.
83 Η προσφεύγουσα υπέγραψε και επέστρεψε τη δήλωση στις 23 Σεπτεμβρίου 1992, πράγμα το οποίο, εξάλλου, δεν αποτελεί επίδειξη ιδιαίτερης ταχύτητας εκ μέρους επιχειρήσεως η οποία τυγχάνει κοινοτικής συνδρομής. Όπως προκύπτει από το σημείο 19 του υπομνήματος ανταπαντήσεως που υπέβαλε η Επιτροπή στο Πρωτοδικείο, το γράμμα καταχωρίσθηκε στο γραφείο εισόδου της αλληλογραφίας της ΓΔ XXIII στις 29 Σεπτεμβρίου 1992 και ανατέθηκε στον Γ. Τζοάνο. Στη συνέχεια, δεν έγινε τίποτε επί δύο μήνες. Η Επιτροπή εξηγεί λεπτομερώς τους λόγους της αδράνειας αυτής, την οποία αποδίδει αποκλειστικώς στην εσκεμμένη συμπεριφορά του εν λόγω υπαλλήλου. Τον Νοέμβριο η αναιρεσείουσα επικοινώνησε με την Επιτροπή για να ζητήσει πληροφορίες σχετικά με την καταβολή της πρώτης δόσεως. Από την ημέρα εκείνη, όπως εξηγεί πάντοτε η Επιτροπή, κινήθηκε η διαδικασία πληρωμής και η καταβολή πραγματοποιήθηκε τον Ιανουάριο του 1993, χωρίς να προσδιορίζεται ποια ημέρα.
84 Συνεπώς, είχαν ήδη παρέλθει τρεις μήνες από την ημερομηνία κατά την οποία η IPK επέστρεψε τη δήλωσή της περί αποδοχής δεόντως υπογεγραμμένη, χωρίς η επιχείρηση να έχει εισπράξει την πρώτη δόση, της οποίας η καταβολή προβλεπόταν να γίνει μόλις η Επιτροπή παρελάμβανε την υπογεγραμμένη δήλωση, όπως προβλεπόταν σ' αυτήν.
85 Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι η δήλωση αυτή, στην κατά γράμμα ερμηνεία της οποίας στηρίζεται η άποψη της Επιτροπής, ανέφερε τόσο την πρόταση σχεδίου που υπέβαλε η αναιρεσείουσα, η οποία προέβλεπε ρητώς διάρκεια δεκαπέντε μηνών για το σχέδιο αυτό, όσο και την ημερομηνία της 31ης Οκτωβρίου 1993 ως λήξη της προθεσμίας ολοκληρώσεως του σχεδίου.
86 Είναι αληθές ότι η πρόσκληση προς υποβολή προσφορών προέβλεπε ότι τα επιλεγέντα σχέδια έπρεπε να έχουν διάρκεια ενός έτους (5). Ωστόσο, η Επιτροπή δέχθηκε την πρόταση της αναιρεσείουσας, περιλαμβανομένης της ρητής μνείας της δεκαπεντάμηνης διάρκειας.
87 Η δήλωση ήταν απολύτως συνεπής τον Αύγουστο του 1992, όταν το έγγραφο αυτό απεστάλη στην αναιρεσείουσα για αποδοχή. Αντιθέτως, η συνέπεια αυτή δεν υφίστατο πλέον όταν η Επιτροπή προέβη εν τέλει στην πρώτη καταβολή την οποία όφειλε δυνάμει της δηλώσεως αυτής. Πράγματι, όπως προεκτέθηκε, η καταβολή αυτή πραγματοποιήθηκε μόλις τον Ιανουάριο.
88 Όπως έχει ήδη εκτεθεί όσον αφορά τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, η Επιτροπή και η αναιρεσείουσα διαφωνούν, ειδικότερα, ως προς την ερμηνεία που πρέπει να δοθεί σε μια εγκύκλιο που απέστειλε η Επιτροπή στις 23 Οκτωβρίου σε όλες τις επιχειρήσεις που ετύγχαναν συνδρομής στο πλαίσιο του ίδιου προγράμματος. Στο έγγραφο αυτό, η Επιτροπή διευκρίνιζε ότι θεωρούσε ότι η εκτέλεση του σχεδίου είχε αρχίσει στις 15 Οκτωβρίου 1992 («For the purposes of this exercise all projects are deemed to start by 15 October») και ότι, συνεπώς, ανέμενε την πρώτη ενδιάμεση έκθεση μέχρι τις 15 Ιανουαρίου 1993. Το έγγραφο υπενθύμιζε ότι η τελική έκθεση έπρεπε να υποβληθεί στις 31 Οκτωβρίου 1993.
89 Στο συγκεκριμένο πλαίσιο του σχεδίου της αναιρεσείουσας, η έννοια του εγγράφου αυτού είναι αβέβαιη. Πράγματι, λαμβανομένου υπόψη του ότι η διάρκεια την οποία δέχθηκε η Επιτροπή ήταν, όπως προεκτέθηκε, δεκαπέντε μήνες, πρέπει να θεωρηθεί ότι το έγγραφο αυτό έχει την έννοια ότι μεταθέτει την ημερομηνία ενάρξεως εκτελέσεως του σχεδίου στις 15 Οκτωβρίου 1992, οπότε η ημερομηνία ολοκληρώσεως θα έπρεπε λογικώς να μετατεθεί στις 15 Ιανουαρίου 1994; Ή πρέπει να δοθεί έμφαση στην τελική φάση και να εννοηθεί, κατά συνέπεια, ότι η ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας παρέμενε η 31η Οκτωβρίου 1993, οπότε έπρεπε να θεωρηθεί ότι η εκτέλεση του σχεδίου άρχισε την 1η Αυγούστου 1992, ήτοι πέντε μήνες πριν από την καταβολή της συνδρομής και μάλιστα πριν την επιστροφή της δηλώσεως από την αναιρεσείουσα;
90 Εν πάση περιπτώσει, υπό τις προπεριγραφείσες περιστάσεις, η Επιτροπή δεν μπορούσε ευλόγως να θεωρήσει ότι η αρχικώς προβλεφθείσα ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας μπορούσε να παραμείνει εντελώς αμετάβλητη. Πράγματι, δεν θα μπορούσε να επιβάλει στη δικαιούχο της συνδρομής επιχείρηση μια κατά γράμμα ερμηνεία του όρου που προβλέπεται στο σημείο 5 της εν λόγω δηλώσεως (ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας η 31η Οκτωβρίου 1993), ενώ η ίδια θα μπορούσε, άνευ συνεπειών, να μην τηρήσει τους όρους καταβολής που προβλέπει το σημείο 2 του ίδιου εγγράφου (καταβολή μόλις παραληφθεί η δήλωση με ημερομηνία και υπογραφή).
91 Εξάλλου, η σκέψη αυτή ισχύει είτε χαρακτηρισθεί ως συμβατική είτε όχι η σχέση που υφίσταται μεταξύ της Επιτροπής και του δικαιούχου της συνδρομής.
92 Είναι αληθές ότι, όπως υπογραμμίζει η Επιτροπή, μια δικαιούχος συνδρομής επιχείρηση μπορεί κάλλιστα να δραστηριοποιηθεί από της εκδόσεως της αποφάσεως περί χορηγήσεως της συνδρομής, εν αναμονή της καταβολής.
93 Εντούτοις, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το διάστημα που παρήλθε ήταν τόσο μακρό ώστε δεν μπορεί να υποτεθεί ότι η δικαιούχος επιχείρηση ήταν σε θέση να φροντίσει για την πρόοδο των έργων, σαν να μη συνέβαινε τίποτε, χρησιμοποιώντας δικούς της πόρους.
94 Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο δεδομένου ότι, κατά το διάστημα που ακολούθησε μετά την αποστολή της δηλώσεως από την προσφεύγουσα, σημειώθηκαν πλείονες επεμβάσεις υπαλλήλων της Επιτροπής, όπως αυτή ομολογεί. Οι επεμβάσεις αυτές είχαν ως σκοπό, κατά περίπτωση, να επηρεάσουν την κατανομή των καθηκόντων και, συνεπώς, των πόρων μεταξύ των επιχειρήσεων που μετείχαν στο σχέδιο και μάλιστα να ενθαρρύνουν τον προσεταιρισμό μιας ακόμη επιχειρήσεως, αρχικώς μη προβλεφθείσας στην πρόταση που υπέβαλε η αναιρεσείουσα. Δεν αμφισβητείται ότι τούτο συνέβη επίσης κατά τη σύσκεψη της 19ης Φεβρουαρίου 1993, μνεία της οποίας έχει ήδη γίνει (βλ. σημείο 5 ανωτέρω).
95 Οι διαπραγματεύσεις με σκοπό τον προσεταιρισμό της Ecotrans (Studienkreis fόr Tourismus eV) παρατάθηκαν ανεπιτυχώς μέχρι τον Μάρτιο του 1993 και μόλις στις 29 Μαρτίου επετεύχθη εν τέλει συμφωνία μεταξύ των αρχικών εταίρων ως προς τη διαρρύθμιση του σχεδίου και ιδίως την κατανομή των εργασιών.
96 Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή δεν μπορούσε να θεωρεί ότι η επιχείρηση χρησιμοποιούσε, χωρίς καμία ανησυχία, τους δικούς της πόρους για την εκτέλεση του σχεδίου και ήταν σε θέση να προωθεί τις εργασίες στον αρχικώς προβλεφθέντα ρυθμό.
97 Ενώπιον του Πρωτοδικείου, η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι, ασχέτως του προσεταιρισμού της Ecotrans, η IPK εξαρχής δεν επέδειξε την αναγκαία επιμέλεια.
98 Όσον αφορά το βάσιμο του ισχυρισμού αυτού, προκύπτει ωστόσο από την αξιολόγηση στην οποία προέβη ο αρμόδιος διευθυντής της Επιτροπής με εσωτερικό σημείωμα της 25ης Φεβρουαρίου 1993, το οποίο έχει επισυναφθεί στο υπόμνημα απαντήσεως της αναιρεσείουσας, ότι ο διευθυντής αυτός είχε επίγνωση του ότι δεν μπορούσε να αποδοθεί όλη η ευθύνη για την καθυστέρηση κατά την εκτέλεση του σχεδίου στην αναιρεσείουσα και ότι οι υπηρεσίες της Επιτροπής αντιμετώπιζαν αληθινό δίλημμα. Συγκεκριμένα, αφού υπενθύμισε την καθυστέρηση της πρώτης καταβολής, ο διευθυντής εκθέτει τα ακόλουθα:
[«In addition it is clear that little or no work has been done on the project. Here IPK will always argue that this was due to our imposing the additional requirement of their consulting and involving Ecotrans in the project even though they did not form part of the original proposal or our subsidy-contract. There may even be some justification in this point although I am not that sure that IPK would have worked more quickly in any event.
The outcome of this is that we have had a delay of some 5 months out of approximatively 14. In the circumstances I think it is most unlikely that the deadline of 31st of October for completion of the contract can be achieved.
I would like if possible to be able to give some indication before 13 March that we can extend the date. Apparently, however, if we do so we will loose the balance of the subsidy (approximately 240. 000 ECU) as we will not pay it in this year. This may however be preferable to forcing the partners to attempt to meet the deadlines which seem totally unrealistic.
I would be grateful if you and RS could consider whether there is some way out of this dilemma. All that occurs to me is that we can perhaps accept the loss of the 240. 000 and pay that amount eventually out of next year's budget - but this will of course draw the problem that was created to the attention of the Management Committee.»]
«Επιπλέον, είναι σαφές ότι τίποτε ή πολύ λίγα πράγματα έχουν γίνει για την υλοποίηση του σχεδίου. Η IRK θα υποστηρίζει πάντοτε ότι τούτο οφειλόταν στο ότι της επιβάλαμε επιπλέον να συμβουλευθεί την Ecotrans και να την προσεταιρισθεί στο σχέδιο, μολονότι ο όρος αυτός δεν προβλεπόταν ούτε στην αρχική πρόταση ούτε στη σύμβαση επιδοτήσεως. Ενδέχεται μάλιστα η άποψη αυτή να μην είναι εντελώς αδικαιολόγητη, μολονότι δεν είμαι βέβαιος ότι η IPK θα εργαζόταν ταχύτερα εν πάση περιπτώσει.
Αποτέλεσμα αυτού είναι ότι είχαμε καθυστέρηση πέντε μηνών επί συνόλου δεκατεσσάρων περίπου. Υπό τις συνθήκες αυτές, θεωρώ πολύ απίθανο να είναι δυνατόν να τηρηθεί η ημερομηνία της 31ης Οκτωβρίου, η οποία έχει προβλεφθεί για την ολοκήρωση της εκτελέσεως της συμβάσεως (...).
Θα ήθελα, αν είναι δυνατόν, να έχω τη δυνατότητα να επισημάνω πριν από τις 13 Μαρτίου ότι μπορούμε να μεταθέσουμε την ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας. Ωστόσο, προφανώς τούτο θα συνεπαγόταν την απώλεια του υπολοίπου της συνδρομής (περίπου 240 000 ECU) διότι δεν θα την καταβάλουμε εφέτος. Εντούτοις, τούτο θα μπορούσε να είναι προτιμότερο από το να πιεστούν οι εταίροι να τηρήσουν την ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας, η οποία φαίνεται εντελώς ανεδαφική.
Θα ήμουν ευγνώμων αν εσείς και ο RS μπορούσατε να εξετάσετε αν υπάρχει τρόπος αντιμετωπίσεως του διλήμματος. Η μόνη μου ιδέα είναι ότι θα μπορούσαμε να δεχθούμε να χάσουμε τα 240 000 ECU και να καταβάλουμε το ποσό αυτό εν τέλει από τον προϋπολογισμό μας του επομένου έτους, τούτο όμως θα προσελκύσει, βεβαίως, την προσοχή της επιτροπής διαχειρίσεως στο πρόβλημα που δημιουργήθηκε» (6).
Συνεπώς, ο αρμόδιος της Επιτροπής φρονούσε προδήλως ότι, τουλάχιστον για λόγους ευθυδικίας, η παράταση της προθεσμίας θα ήταν δικαιολογημένη και ότι το μοναδικό εμπόδιο ήταν το πρόβλημα ότι οι σχετικές πιστώσεις ήσαν ετήσιες. Ωστόσο, θεωρούσε δυνατή μια τεχνική διέξοδο από το πρόβλημα.
99 Φρονώ ότι η Επιτροπή έπρεπε πράγματι να αναζητήσει μια λύση προς την κατεύθυνση αυτή.
100 Αντιθέτως, από το έγγραφο της 30ής Νοεμβρίου 1993 της Επιτροπής, το οποίο απαριθμεί λεπτομερώς τους λόγους για την απόφαση που ελήφθη εν τέλει με έγγραφο της 3ης Αυγούστου 1994, προκύπτει ότι η Επιτροπή στηρίζει όλη την επιχειρηματολογία της για να αρνηθεί την καταβολή του υπολοίπου στην κατάσταση του σχεδίου στις 31 Οκτωβρίου 1993.
101 Οι λοιπές σκέψεις των οποίων γίνεται επίκληση στο έγγραφο αυτό, επί των οποίων οι διάδικοι αναπτύσσουν μακροσκελή επιχειρήματα, αφορούν τη χρήση των ήδη καταβληθέντων κονδυλίων στο πλαίσιο μιας ενδεχομένης αποφάσεως της Επιτροπής να απαιτήσει την επιστροφή τους.
102 Δεδομένου ότι η προσφυγή σκοπεί αποκλειστικώς στην ακύρωση της αποφάσεως περί αρνήσεως καταβολής του υπολοίπου, δεν απόκειται σε μένα να εξετάσω τα επιχειρήματα που προβάλλονται στο πλαίσιο μιας ενδεχόμενης αποφάσεως επιβάλλουσας την επιστροφή.
Πρόταση
103 Συνεπώς, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, θεωρώντας ότι το σχέδιο έπρεπε να έχει ολοκληρωθεί στις 31 Οκτωβρίου 1993, ενώ η καταβολή της συνδρομής δεν πραγματοποιήθηκε ήδη κατά τη λήψη της δηλώσεως αποδοχής, και επιμένοντας μέχρι τον Φεβρουάριο του 1993 στην τροποποίηση του καταλόγου των μετεχουσών επιχειρήσεων, η Επιτροπή παρέβη τη δική της απόφαση περί χορηγήσεως χρηματοδοτικής συνδρομής. Ενεργώντας κατά τον τρόπο αυτόν, παραβίασε επίσης την αρχή patere legem quam ipse fecisti και την αρχή της καλής πίστεως (7). Δεδομένου ότι θεωρώ ότι η Επιτροπή ηττήθηκε, προτείνω επίσης να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα.
(1) - ΕΕ C 51, σ. 15.
(2) - Απόφαση T-331/94, IPK κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. ΙΙ-1665).
(3) - Σκέψη 41 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(4) - Βλ., επί παραδείγματι, την απόφαση του Δικαστηρίου της 1ης Ιουνίου 1994, C-136/92 P, Επιτροπή κατά Brazzelli Lualdi κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. Ι-1981).
(5) - ΕΕ 1992, C 51, σ. 15.
(6) - Ελεύθερη μετάφραση.
(7) - Απόφαση της 15ης Ιουλίου 1960, 43/59, 45/59 και 48/59, Von Lachmόller κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 533).
Full & Egal Universal Law Academy