Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1. Οι παρούσες προτάσεις αφορούν χωριστές αιτήσεις αναιρέσεως κατά των αποφάσεων του ρωτοδικείου στην υπόθεση T-243/94 (British Steel κατά Επιτροπής) και στην υπόθεση T-244/94 (Wirtschaftsvereinigung Stahl κ.λπ. κατά Επιτροπής) . Οι διαδικασίες αυτές αφορούν κυρίως το ζήτημα κατά πόσον η Επιτροπή, μετά τη θέσπιση των γενικών κανόνων ή ενός «κώδικα» κατά το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΚΑΧ όσον αφορά το θεμιτό ορισμένων ειδών κρατικών ενισχύσεων στον χαλυβουργικό τομέα, δεν είχε τη δυνατότητα να εκδώσει ατομικές αποφάσεις κατά το ίδιο αυτό άρθρο για τη χορήγηση ενισχύσεων που δεν εμπίπτουν στις καθορισμένες κατηγορίες.
ΙΙ - Νομικό και πραγματικό πλαίσιο
2. Αρχίζω συνοψίζοντας τα διάφορα μέτρα που έλαβε η Επιτροπή και το Συμβούλιο, στη συνέχεια δε θα εξετάσω τα νομικά ζητήματα.
3. Το πρώτο μέτρο ήταν η απόφαση 3855/91/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 1991, που θεσπίζει κοινοτικούς κανόνες για τις ενισχύσεις προς τη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα (στο εξής: πέμπτος κώδικας ενισχύσεων ή κώδικας ενισχύσεων), η οποία εκδόθηκε βάσει του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Η πρώτη αιτιολογική σκέψη του κώδικα ενισχύσεων έχει ως εξής:
«Δυνάμει του άρθρου 4, στοιχείο γ_, της Συνθήκης απαγορεύεται κάθε ενίσχυση των κρατών μελών στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα υπό οποιαδήποτε μορφή, ανεξάρτητα από το αν έχουν ειδικό ή όχι χαρακτήρα» .
Το εν λόγω άρθρο 4, στοιχείο γ_, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, προβλέπει τα ακόλουθα:
«Θεωρούνται ότι δεν συμβιβάζονται με την κοινή αγορά άνθρακα και χάλυβα και κατά συνέπεια καταργούνται και απαγορεύονται εντός της Κοινότητας, σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στην παρούσα Συνθήκη:
(...)
γ) οι επιδοτήσεις ή οι ενισχύσεις που χορηγούνται από τα κράτη ή οι ειδικές επιβαρύνσεις που επιβάλλονται από αυτά, υπό οποιαδήποτε μορφή·
(...)»
Η πέμπτη αιτιολογική σκέψη του πέμπτου κώδικα ενισχύσεων έχει ως εξής:
«Η αυστηρή πειθαρχία που επιτεύχθηκε με τον τρόπο αυτό και η οποία εφαρμόζεται στο εξής και στα δώδεκα κράτη μέλη σε ολόκληρη την επικράτειά τους διασφάλισε ίσους όρους ανταγωνισμού στο εσωτερικό του τομέα κατά τη διάρκεια των περασμένων ετών. Είναι σύμφωνη με τον στόχο που ακολουθείται στο πλαίσιο της ολοκλήρωσης της ενιαίας εσωτερικής αγοράς καθώς επίσης με τους κανόνες που ισχύουν όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις και οι οποίοι ορίζονται στη Συμφωνία που συνήφθη μεταξύ της Κοινότητας και των Ηνωμένων ολιτειών το 1989 και οι οποίοι ισχύουν μέχρι τις 31 Μαρτίου 1992. Συνεπώς, η πειθαρχία αυτή θα πρέπει να εξακολουθήσει να εφαρμόζεται εφόσον υποστεί ορισμένες τεχνικές προσαρμογές.»
4. Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του πέμπου κώδικα ενισχύσεων προβλέπει τα ακόλουθα:
«Ενισχύσεις προς τη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα, είτε ειδικές είτε μη ειδικές, χρηματοδοτούμενες από τα κράτη μέλη ή από τοπικούς ή περιφερειακούς οργανισμούς δημοσίου δικαίου, ή μέσω κρατικών πόρων οποιασδήποτε μορφής, μπορούν να θεωρούνται ως κοινοτικές ενισχύσεις, και ως εκ τούτου συμβιβάσιμες με την εύρυθμη λειτουργία της κοινής αγοράς, μόνον εφόσον πληρούν τις διατάξεις των άρθρων 2 έως 5.»
5. Τα άρθρα 2 έως 5 του κώδικα ενισχύσεων προβλέπουν ότι, με την επιφύλαξη ορισμένων προϋποθέσεων, ενισχύσεις για την έρευνα και την ανάπτυξη, ενισχύσεις για την προστασία του περιβάλλοντος, ενισχύσεις για το κλείσιμο εγκαταστάσεων και ενισχύσεις που προβλέπονται από τα γενικά καθεστώτα ενισχύσεων στην Ελλάδα, στην ορτογαλία και στο έδαφος της πρώην Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας μπορούν αντιστοίχως να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά. Ο κώδικας ενισχύσεων άρχισε να ισχύει την 1η Ιανουαρίου 1992 και παρέμεινε σε ισχύ μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1996.
6. Εντούτοις, είναι σαφές, υπό το φως της νομολογίας του Δικαστηρίου, ότι ούτε ο κώδικας ενισχύσεων ούτε η προφανώς γενική απαγόρευση ενισχύσεων μπορεί να θεωρηθεί ανεξάρτητα από το νόμιμο έρεισμα του κώδικα, δηλαδή το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΚΑΧ (στο εξής: Συνθήκη), η πρώτη παράγραφος του οποίου έχει ως εξής:
«Σε όλες τις περιπτώσεις που δεν προβλέπονται στην παρούσα Συνθήκη, στις οποίες απόφαση ή σύσταση της Επιτροπής παρίσταται αναγκαία για την πραγματοποίηση, κατά τη λειτουργία της κοινής αγοράς του άνθρακα και του χάλυβα και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5, ενός από τους σκοπούς της Κοινότητας, όπως ορίζονται στα άρθρα 2, 3 και 4, η απόφαση ή η σύσταση αυτή δύναται να εκδοθεί μετά ομόφωνη σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου και κατόπιν διαβουλεύσεως με τη Συμβουλευτική Επιτροπή.»
7. Μετά τη θέσπιση του πέμπτου κώδικα ενισχύσεων, η επιδείνωση της οικονομικής και χρηματοπιστωτικής καταστάσεως της χαλυβουργίας ώθησε την Επιτροπή να ετοιμάσει ένα σχέδιο αναδιαρθρώσεως το 1992 , το οποίο, παράλληλα με μια έκθεση ενός ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα , αποτέλεσε τη βάση ενός προγράμματος της Επιτροπής για εκούσια μείωση της ικανότητας παραγωγής και για συνοδευτικά μέτρα κοινωνικού χαρακτήρα, με τις γενικές γραμμές των οποίων συμφώνησε το Συμβούλιο με τα συμπεράσματά του της 25ης Φεβρουαρίου 1993.
8. Κατά τη συνεδρίαση του Συμβουλίου της 17ης Δεκεμβρίου 1993, επιτεύχθηκε γενική συμφωνία για την έγκριση χορηγήσεως κρατικών ενισχύσεων σε έξι δημόσιες χαλυβουργικές επιχειρήσεις, οι οποίες θα έβαιναν παράλληλα προς την αναδιάρθρωση ή την ιδιωτικοποίηση των εν λόγω δημοσίων επιχειρήσεων. Μια κοινή δήλωση του Συμβουλίου και της Επιτροπής προστέθηκε στα πρακτικά αυτής της συνεδριάσεως, η οποία περιείχε τα ακόλουθα: «αρέχοντας ομοφώνως τη συγκατάθεσή του στις παρούσες σύμφωνα με το άρθρο 95 προτάσεις, το Συμβούλιο επιβεβαιώνει τη δέσμευσή του για την αυστηρή τήρηση του κώδικα ενισχύσεων (...) και, σε περίπτωση μη εγκρίσεως βάσει του κώδικα, του άρθρου 4, στοιχείο γ_, της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Με επιφύλαξη του δικαιώματος κάθε κράτους μέλους να ζητήσει την έκδοση αποφάσεως βάσει του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, το Συμβούλιο, σύμφωνα με τα συμπεράσματά του της 25ης Φεβρουαρίου 1993, δεσμεύεται ρητώς να αποφύγει οποιαδήποτε περαιτέρω παρέκκλιση από το άρθρο 95 όσον αφορά ενισχύσεις για επιμέρους επιχειρήσεις.»
9. Στις 22 Δεκεμβρίου 1993, το Συμβούλιο παρέσχε την, κατά το άρθρο 95, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης, σύμφωνη γνώμη του για τις αποφάσεις περί χορηγήσεως των ενισχύσεων που προαναφέρθηκαν. Στις 12 Απριλίου 1994, η Επιτροπή εξέδωσε έξι ad hoc αποφάσεις βάσει του άρθρου 95 της Συνθήκης. Οι αποφάσεις αυτές παρεκκλίνουν από το άρθρο 4, στοιχείο γ_, της Συνθήκης, επιτρέποντας τη χορήγηση κρατικών ενισχύσεων οι οποίες δεν πληρούν τα κριτήρια που επιτρέπουν παρέκκλιση σύμφωνα με τον πέμπτο κώδικα ενισχύσεων. Στις αποφάσεις αυτές περιλαμβάνεται η απόφαση 94/258/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 12ης Απριλίου 1994, όσον αφορά ενίσχυση που πρόκειται να χορηγηθεί από την Ισπανία στη χαλυβουργική επιχείρηση Corporación de la Siderurgia Integral (CSI) , και η απόφαση 94/259/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 12ης Απριλίου 1994, σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις που προτίθεται να χορηγήσει η Ιταλία στον όμιλο χαλυβουργικών επιχειρήσεων Ilva (στο εξής, από κοινού, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις). Οι εγκρίσεις αυτές εξαρτήθηκαν, σε αντιστοιχία προς τη σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου, από ορισμένες υποχρεώσεις που αφορούν τη μείωση της ικανότητας παραγωγής βάσει της ανακοινώσεως της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο της 13ης Απριλίου 1994 .
10. Για τους σκοπούς της αιτήσεως αναιρέσεως κατά της αποφάσεως Wirtschaftsvereinigung, είναι χρήσιμο να αναφερθεί το περιεχόμενο της αποφάσεως 94/259/ΕΚΑΧ. Το μέρος ΙΙ του προοιμίου της αποφάσεως αυτής αναφέρεται σε ενισχύσεις που εγκρίθηκαν για προηγούμενες προσπάθειες αναδιαρθρώσεως στην Ilva, οι οποίες όμως δεν ήταν επαρκείς για να αποκαταστήσουν τη βιωσιμότητά της. Στην πρώτη παράγραφο του μέρους IV του προοιμίου εκτίθεται, προκειμένου να καταδειχθεί η ανάγκη εκδόσεως της αποφάσεως, τα ακόλουθα:
«Η έντονη επιδείνωση της κοινοτικής αγοράς σιδήρου και χάλυβα που διαπιστώθηκε από τα μέσα του 1990 δημιούργησε σοβαρές δυσκολίες στον τομέα της χαλυβουργίας αρκετών κρατών μελών, μεταξύ των οποίων και η Ιταλία. Η πρόβλεψη για την ιταλική βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα μιας σταθερής διάρθρωσης, οικονομικά βιώσιμης, συμβάλλει στην υλοποίηση των στόχων της Συνθήκης, ιδίως εκείνων των άρθρων 2 και 3. Η Επιτροπή θεωρεί ότι, υπό το πρίσμα της τήρησης των ειδικών όρων που υπαγορεύονται από το κοινό συμφέρον της Κοινότητας και θεσπίζονται με την παρούσα απόφαση, οι κρατικές ενισχύσεις που χορηγήθηκαν από την Ιταλία είναι αναγκαίες και ανάλογες προς το επιζητούμενο αποτέλεσμα.»
Η πρώτη παράγραφος του μέρους V έχει ως εξής:
«Για να μειωθούν στο ελάχιστο οι επιπτώσεις επί του ανταγωνισμού, είναι σκόπιμο όπως η ιταλική βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα του δημόσιου τομέα συμβάλει σε αποφασιστικό βαθμό στη διαρθρωτική προσαρμογή που απαιτείται ακόμη στον τομέα αυτό, μέσω της μείωσης ως προς την παραγωγική ικανότητα που έχει πραγματοποιηθεί ως αντιστάθμισμα της κατ' εξαίρεση εγκριθείσας ενίσχυσης.»
Στην πρώτη παράγραφο του τμήματος VI της αιτιολογίας εκτίθεται ότι η χορήγηση ενισχύσεων λειτουργίας πρέπει να περιορίζεται στο απολύτως απαραίτητο, ενώ στην πρώτη παράγραφο του τμήματος VII εκτίθεται ότι η εφαρμογή της αποφάσεως απαιτεί προσεκτικό έλεγχο.
11. Κατά συνέπεια, το άρθρο 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως 94/259/ΕΚΑΧ επέτρεψε, σε ορισμένα ανώτατα όρια, την καταβολή ενισχύσεων ως εισφορά κεφαλαίου, ανάληψη οφειλών από το δημόσιο και ανάληψη του κόστους αναδιαρθρώσεως και εκκαθαρίσεως. Το άρθρο 1, παράγραφοι 2 έως 5, προέβλεπε ότι καμία περαιτέρω ενίσχυση δεν θα ήταν δυνατή αν δεν θα διασφαλιζόταν η βιωσιμότητα μέχρι τα τέλη του 1994, ότι οι ενισχύσεις δεν θα χρησιμοποιούνταν για σκοπούς αθέμιτου ανταγωνισμού, ότι οι οικείες επιχειρήσεις θα έπρεπε να έχουν πλήρως ιδιωτικοποιηθεί μέχρι τα τέλη του 1994 και ότι σε οποιαδήποτε άλλα δάνεια ή οφειλές το δημόσιο θα εφαρμόσει τους συνήθεις όρους των εμπορικών συναλλαγών. Το άρθρο 2 προέβλεπε το κλείσιμο ορισμένων εγκαταστάσεων ή μειώσεις ικανότητας παραγωγής για διάφορα προϊόντα χαλυβουργίας. Το άρθρο 3 θέτει τις προϋποθέσεις για μια μη συνεπαγόμενη δυσμενείς διακρίσεις διαδικασία ιδιωτικοποιήσεως, που θα πρέπει να πραγματοποιηθεί χωρίς πρόσθετες κρατικές ενισχύσεις, ή τη χορήγηση φορολογικών πιστώσεων για ζημίες που σημειώθηκαν στο παρελθόν, τηρουμένων ορισμένων προϋποθέσεων που αφορούν την κατάσταση των χρεών του ομίλου. Τα άρθρα 4 έως 6 της αποφάσεως ορίζουν τη διαδικασία ελέγχου και τις συνέπειες από τη μη τήρηση των προϋποθέσεων που προβλέπει η απόφαση.
ΙΙΙ - Οι προσβαλλόμενες αποφάσεις
12. Η Wirtschaftsvereinigung Stahl, Thyssen Stahl AG, Preussag Stahl AG και Hoogovens Staal BV (στο εξής: Wirtschaftsvereinigung) ζήτησαν από το ρωτοδικείο, κατά το άρθρο 33 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, να ακυρώσει την απόφαση 94/259/ΕΚΑΧ. Με χωριστή προσφυγή, η British Steel plc (στο εξής: British Steel) ζήτησε από το ρωτοδικείο να ακυρώσει και τις δύο προσβαλλόμενες αποφάσεις . Το ρωτοδικείο επέτρεψε την υπέρ της Επιτροπής παρέμβαση του Συμβουλίου, της Ιταλικής Δημοκρατίας και της Ilva, σε αμφότερες τις υποθέσεις, και του Βασιλείου της Ισπανίας στην υπόθεση British Steel. Στις SSAB Svenskt Stål AB και Det Danske Stålvalsevaerk A/S επιτράπηκε η παρέμβαση υπέρ της προσφεύγουσας στην υπόθεση British Steel.
13. ρος στήριξη της προσφυγής της ακυρώσεως, η Wirtschaftsvereinigung προέβαλε επτά λόγους, δύο από τους οποίους αποτελούν τη βάση της αιτήσεως αναιρέσεως, δηλαδή αυτούς που αφορούν, αντιστοίχως, παράβαση των αποτελουσών πλήρη ρύθμιση διατάξεων του πέμπτου κώδικα ενισχύσεων και παράβαση του άρθρου 95 της Συνθήκης, λόγω μη τηρήσεως της επιταγής κατά την οποία η ενίσχυση πρέπει να είναι αναγκαία για την επίτευξη των σκοπών που αναφέρονται στα άρθρα 2 έως 4 της Συνθήκης ΕΚΑΧ.
14. Η British Steel προέβαλε με την προσφυγή της τέσσερις λόγους, δύο από τους οποίους αποτελούν επίσης τη βάση της αιτήσεως αναιρέσεως, δηλαδή αυτούς που αφορούν, αντιστοίχως, αναρμοδιότητα της Επιτροπής για την έκδοση των προσβαλλομένων αποφάσεων και παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
15. Το ρωτοδικείο απέρριψε όλα τα επιχειρήματα που προέβαλαν οι προσφεύγουσες σε αμφότερες τις υποθέσεις και απέρριψε και τις δύο προσφυγές για τους λόγους που συνοψίζονται κατωτέρω.
A - Wirtschaftsvereinigung: παράβαση του πέμπτου κώδικα ενισχύσεων· British Steel: αναρμοδιότητα
16. Η Wirtschaftsvereinigung και η British Steel υποστήριξαν, με τους λόγους που προέβαλαν αντιστοίχως για παράβαση του πέμπτου κώδικα ενισχύσεων και για αναρμοδιότητα, ότι ο κώδικας ενισχύσεων αποτελούσε πλήρες και δεσμευτικό σύστημα γενικής εφαρμογής. Ειδικότερα, το άρθρο 1 του κώδικα ρητά απαγορεύει οποιαδήποτε λειτουργική και επενδυτική ενίσχυση εκτός από αυτές που προβλέπονται στον κώδικα. Η Επιτροπή δεν είχε τη δυνατότητα να επιχειρήσει να παρακάμψει τη διαδικασία που ορίζεται από την εφαρμοστέα βασική απόφαση - τον κώδικα ενισχύσεων -, δεδομένου ότι αυτός θεσπίστηκε από την ίδια την Επιτροπή βάσει του άρθρου 95 της Συνθήκης. Επομένως, ο κώδικας ενισχύσεων αποτελεί οριστική κρίση ως προς το τι απαιτείται για την επίτευξη των σκοπών της Συνθήκης, εφόσον δεν έχει ο ίδιος τροποποιηθεί, σύμφωνα με το άρθρο αυτό, με απόφαση γενικής εφαρμογής.
17. Η Επιτροπή κατέληξε στην άποψη ότι η απαγόρευση ενισχύσεων προκύπτει άμεσα από το άρθρο 4, παράγραφος γ_, της Συνθήκης και, επομένως, εξαρτάται από περαιτέρω παρεκκλίσεις μέσω ατομικής αποφάσεως που εκδίδεται βάσει του άρθρου 95 της Συνθήκης. Η Επιτροπή έχει δικαίωμα να εξετάζει το συμβατό με τη Συνθήκη άλλων μορφών ενισχύσεων που δεν προβλέπονται από αυτόν καθεαυτόν τον κώδικα ενισχύσεων σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η αγορά χάλυβα υφίσταται σοβαρή κρίση. Το Συμβούλιο, η Ιταλία και η Ilva υποστήριξαν ότι ο κώδικας ενισχύσεων και οι προσβαλλόμενες αποφάσεις αποτελούν νομικά μέτρα της ίδιας τυπικής ισχύος που θεσπίστηκαν με το ίδιο νομικό έρεισμα και με διαφορετικό πεδίο εφαρμογής. Η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στην Επιτροπή από το άρθρο 95 της Συνθήκης δεν εξαντλήθηκε με τη θέσπιση του κώδικα ενισχύσεων, ο οποίος καθόρισε μόνον τα μέτρα που η Επιτροπή έκρινε τότε ότι συνάδουν προς τη Συνθήκη. Δεδομένου ότι η διακριτική αυτή ευχέρεια σκοπεί στην αντιμετώπιση απρόβλεπων εξαιρετικών καταστάσεων, η Επιτροπή δεν ήταν αρμόδια να περιορίσει εκ των προτέρων την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας σε άλλες περιστάσεις.
18. Το ρωτοδικείο περιέγραψε τον προβληθέντα από την Wirtschaftsvereinigung λόγο, κατ' ουσίαν, ως εξής: «εγκρίνοντας τις επίμαχες ενισχύσεις με την επίδικη ατομική απόφαση, χρησιμοποίησε τις εξουσίες που της παρέχει το άρθρο 95, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης για να παρακάμψει τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στον κώδικα ενισχύσεων, ο οποίος έχει γενική ισχύ» . Το ρωτοδικείο έκρινε ότι ο ισχυρισμός της British Steel είχε, κατ' ουσίαν, την έννοια ότι «οι δύο επίδικες αποφάσεις βρίσκονται σε αντίφαση προς τον κώδικα ενισχύσεων και συνεπώς παραβιάζουν την αρχή ότι μια πράξη γενικής ισχύος δεν μπορεί να τροποποιείται από ατομική απόφαση» . Το ρωτοδικείο απέρριψε και τους δύο ισχυρισμούς με πανομοιότυπη συλλογιστική.
19. Το ρωτοδικείο παρατήρησε κατ' αρχάς ότι το άρθρο 95 της Συνθήκης παρέχει την εξουσία στην Επιτροπή να εκδίδει κάθε γενική ή ατομική απόφαση που είναι αναγκαία για την επίτευξη των σκοπών της Συνθήκης, συμπεριλαμβανομένων αποφάσεων που επιτρέπουν τη χορήγηση ενισχύσεων κατά παρέκκλιση από το άρθρο 4, στοιχείο γ_, της Συνθήκης , με την επιφύλαξη ότι μπορεί να κρίνει ποιο είδος αποφάσεως μπορεί να είναι το πλέον ενδεικνυόμενο προς τον σκοπόν αυτόν . Επομένως, το πρόβλημα συνίσταται στον προσδιορισμό του αντικειμένου και του πεδίου εφαρμογής του κώδικα ενισχύσεων και των προσβαλλομένων ατομικών αποφάσεων .
20. Ενώ τα διάφορα αυτά μέτρα έχουν το ίδιο νομικό έρεισμα, δηλαδή το πρώτο και δεύτερο εδάφιο του άρθρου 95 της Συνθήκης, και παρεκκλίνουν από τη γενική απαγόρευση ενισχύσεων που διατυπώνεται στο άρθρο 4, στοιχείο γ_, της Συνθήκης, το ρωτοδικείο σχημάτισε την κρίση ότι το πεδίο τους εφαρμογής διαφέρει: «ο μεν κώδικας αναφέρεται γενικώς σε ορισμένες κατηγορίες ενισχύσεων τις οποίες θεωρεί συμβατές προς τη Συνθήκη, η δε επίδικη απόφαση επιτρέπει, για εξαιρετικούς λόγους και una tantum (αποκλειστικώς συγκεκριμένη περίπτωση), ενισχύσεις οι οποίες, κατ' αρχήν, δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν συμβατές προς τη Συνθήκη» . Το ρωτοδικείο συνέχισε ως εξής:
«Σε αυτή την προοπτική, η άποψη των προσφευγουσών ότι ο κώδικας έχει υποχρεωτικό, εξαντλητικό και οριστικό χαρακτήρα δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Συγκεκριμένα, ο κώδικας αποτελεί δεσμευτικό νομικό πλαίσιο μόνο για τις ενισχύσεις που υπάγονται στις κατηγορίες ενισχύσεων συμβατών προς τη Συνθήκη τις οποίες απαριθμεί. Στον τομέα αυτόν, ο κώδικας θεσπίζει ένα συνολικό σύστημα προοριζόμενο να διασφαλίσει την ομοιόμορφη μεταχείριση, στο πλαίσιο μιας ενιαίας διαδικασίας, όλων των ενισχύσεων που υπάγονται στις κατηγορίες τις οποίες ορίζει. Η Επιτροπή δεσμεύεται από το σύστημα αυτό μόνον όταν εκτιμά το συμβατό προς τη Συνθήκη ενισχύσεων τις οποίες αφορά ο κώδικας. Δεν μπορεί συνεπώς να επιτρέψει τέτοιες ενισχύσεις με ατομική απόφαση αντιβαίνουσα στους γενικούς κανόνες που θεσπίζει ο κώδικας αυτός» .
21. Αντιστρόφως, ενισχύσεις που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των κατηγοριών εξαιρέσεων, που επιτρέπει γενικώς ο κώδικας ενισχύσεων, μπορούν να τύχουν ατομικής εξαιρέσεως από την απαγόρευση του άρθρου 4, στοιχείο γ_, της Συνθήκης. Το ρωτοδικείο εξέθεσε τα ακόλουθα:
«Η Επιτροπή δεν έχει αρμοδιότητα βάσει του άρθρου 95, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, το οποίο αφορά αποκλειστικά τις περιπτώσεις που δεν προβλέπονται στη Συνθήκη (βλ. την προπαρατεθείσα απόφαση Κάτω Χώρες κατά Ανωτάτης Αρχής), να απαγορεύει ορισμένες κατηγορίες ενισχύσεων, δεδομένου ότι μια τέτοια απαγόρευση προβλέπεται ήδη στην ίδια τη Συνθήκη, στο άρθρο της 4, στοιχείο γ_. Οι ενισχύσεις που δεν υπάγονται στις κατηγορίες τις οποίες ο κώδικας εξαιρεί από την απαγόρευση αυτή εξακολουθούν συνεπώς να εμπίπτουν αποκλειστικά στο άρθρο 4, στοιχείο γ_. Επομένως, όταν τέτοιες ενισχύσεις εμφανίζονται παρ' όλ' αυτά αναγκαίες για την επίτευξη των στόχων της Συνθήκης, η Επιτροπή είναι αρμόδια να προσφεύγει στο άρθρο 95 της Συνθήκης, προκειμένου να αντιμετωπίζει αυτή την απρόβλεπτη κατάσταση, ενδεχομένως με την έκδοση ατομικής αποφάσεως» .
22. Η Επιτροπή δεν μπορούσε να παραιτηθεί, με τη θέσπιση του κώδικα ενισχύσεων, από την εξουσία αυτή . Δεδομένου ότι οι ενισχύσεις για τη λειτουργία και την αναδιάρθρωση που επιτράπηκαν με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις προφανώς δεν υπάγονται σε καμία από τις κατηγορίες ενισχύσεων που διέπονται από τον πέμπτο κώδικα ενισχύσεων, οι αποφάσεις αυτές δεν μπορούν να θεωρηθούν ως αδικαιολόγητες παρεκκλίσεις από τον κώδικα ενισχύσεων ή ως προσπάθειες για να ευνοηθούν ορισμένες επιχειρήσεις μέσω συγκεκαλυμμένης τροποποιήσεως αυτού του κώδικα .
23. Μολονότι οι ισχυρισμοί που αφορούν την παράβαση του πέμπτου κώδικα ενισχύσεων και την αναρμοδιότητα, οι οποίοι κατ' ουσίαν συνιστούν το ίδιο επιχείρημα, είναι οι βασικότεροι στο πλαίσιο της παρούσας αιτήσεως αναιρέσεως, θα αναφερθώ επίσης στα άλλα επιχειρήματα που αναπτύχθηκαν ενώπιον του ρωτοδικείου προς στήριξη των δύο προσφυγών, τα οποία αποτελούν τη βάση αυτοτελών λόγων στις υπό κρίση δύο αιτήσεις αναιρέσεως.
B - British Steel: δικαιολογημένη εμπιστοσύνη
24. Η British Steel υποστήριξε την άποψη ότι, εν προκειμένω, παραβιάστηκε η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, καθόσον θεωρούσε εκ των προτέρων δεδομένο ότι η Επιτροπή θα τηρούσε τον κώδικα ενισχύσεων και, αν ήταν αναγκαίο, θα τον τροποποιούσε ή ακόμη και θα τον αντικαθιστούσε, αν επιθυμούσε να παρεκκλίνει από αυτόν. Ο κώδικας ενισχύσεων αποτελεί κανονιστικό μέτρο με δεδηλωμένο σκοπό την απαγόρευση κάθε μορφής επιδοτήσεως, εξαιρέσει εκείνων τις οποίες θεωρεί συμβατές προς τη Συνθήκη. Υπό το πρίσμα αυτό, κάθε μέτρο αντίθετο προς τον κώδικα αυτό θα πρέπει να ακυρώνεται στον βαθμό που, ελλείψει αναντιρρήτου δημοσίου συμφέροντος, το μέτρο αυτό συνεπάγεται απρόβλεπτη αλλαγή στην κατάσταση που δημιούργησε ο κώδικας, εις βάρος των επιχειρηματιών που ενήργησαν κατά τρόπο εύλογο (και προέβησαν σε επενδύσεις), στηριζόμενοι στο ότι η κατάσταση που προέκυψε από την εν λόγω κανονιστική πράξη θα είχε συνέχεια .
25. Κατά την Επιτροπή, ένα μέτρο γενικής ισχύος όπως ο πέμπτος κώδικας ενισχύσεων δεν μπορεί εγκύρως να δημιουργήσει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη. Μεταβαλλόμενες συνθήκες δικαιολογούν τη θέσπιση πρόσθετων μέτρων. Οποιαδήποτε δικαιολογημένη εμπιστοσύνη θα πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να κλονίστηκε από τις προειδοποιήσεις της Επιτροπής, που διατυπώθηκαν στην αλληλογραφία της με τη British Steel, ότι δεν μπορούσε να αποκλειστεί η προσφυγή στο άρθρο 95, ακόμη και κατά την περίοδο εφαρμογής του κώδικα ενισχύσεων .
26. Το ρωτοδικείο έκρινε ότι το επιχείρημα της British Steel στηρίζεται στην εσφαλμένη ιδέα ότι η ύπαρξη του κώδικα ενισχύσεων παρέσχε στις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις τη διαβεβαίωση ότι καμία ειδική απόφαση, εγκρίνουσα κρατικές ενισχύσεις πέραν των κατηγοριών τις οποίες αφορά ο κώδικας, δεν θα ελαμβάνετο υπό ιδιαίτερες περιστάσεις. Εντούτοις, όπως έχει ήδη διαπιστώσει το ρωτοδικείο, ο κώδικας ενισχύσεων δεν έχει το ίδιο αντικείμενο με τις επίδικες αποφάσεις, οι οποίες εκδόθηκαν για να αντιμετωπιστεί μια εξαιρετική κατάσταση. Επομένως, ο κώδικας ενισχύσεων δεν μπορούσε σε καμία περίπτωση να δημιουργήσει θεμιτές προσδοκίες όσον αφορά την ενδεχόμενη δυνατότητα χορηγήσεως ατομικών παρεκκλίσεων από την απαγόρευση των κρατικών ενισχύσεων, βάσει του άρθρου 95, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, σε μια απρόβλεπτη κατάσταση όπως εκείνη που οδήγησε στη λήψη των επίδικων αποφάσεων .
27. Το ρωτοδικείο προσέθεσε ότι οι επιχειρηματίες δεν δικαιολογούνται να τρέφουν προσδοκίες στη διατήρηση υφισταμένης καταστάσεως, όταν η κατάσταση αυτή μπορεί να μεταβληθεί στο πλαίσιο της ασκήσεως της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτουν τα κοινοτικά όργανα . Οι διαρκείς προσαρμογές ανάλογα με τις διακυμάνσεις της οικονομικής καταστάσεως εμποδίζουν τους επιχειρηματίες να επικαλούνται κεκτημένο δικαίωμα επί της διατηρήσεως της υφισταμένης σε δεδομένη στιγμή καταστάσεως . Ο συνετός και ενημερωμένος επιχειρηματίας μπορεί να προβλέπει τη θέσπιση ειδικών μέτρων προοριζομένων να αντιμετωπίσουν προφανείς καταστάσεις κρίσεως, οπότε δεν είναι δυνατόν να γίνεται επίκληση της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης . Ειδικότερα, η British Steel, ως σημαντικός επιχειρηματίας, που συμμετείχε στη Συμβουλευτική Επιτροπή ΕΚΑΧ, θα έπρεπε να είχε αντιληφθεί ότι επιτακτική ανάγκη διασφαλίσεως της θέσεως της ευρωπαϊκής χαλυβουργίας μπορούσε να δικαιολογήσει την εκ μέρους της Επιτροπής έκδοση ad hoc αποφάσεων, όπως αυτό είχε ήδη συμβεί εκτός του πλαισίου του κώδικα ενισχύσεων, όσον αφορά την εξαίρεση των ολλανδικών και δανικών χαλυβουργιών από φόρους επί των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα .
Γ - Wirtschaftsvereinigung: παράβαση του άρθρου 95 της Συνθήκης
28. Η Wirtschaftsvereinigung αμφισβητεί τόσο το αν συμβιβάζονται με τη Συνθήκη οι σκοποί που επιδιώκονται με την απόφαση 94/259/ΕΚΑΧ όσο και το αν η απόφαση ήταν πράγματι απαραίτητη για την επίτευξη των σκοπών αυτών. Ως προς το πρώτο σημείο, προβάλλει, μεταξύ άλλων, ότι ο σκοπός που συνίσταται στην «πρόβλεψη για την ιταλική βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα μιας σταθερής διάρθρωσης, οικονομικά βιώσιμης» είναι ανακόλουθος προς τους σκοπούς που αφορούν συνολικώς την κοινή αγορά και τη χαλυβουργία της Κοινότητας, καθόσον αναφέρεται σε ένα μόνον κράτος μέλος, μάλιστα δε σε μια και μόνον επιχείρηση , ενώ επιχειρήσεις άλλων κρατών μελών όφειλαν να περιορίσουν την ικανότητά τους παραγωγής με δικές τους προσπάθειες. Όσον αφορά το κριτήριο της αναγκαιότητας, η Επιτροπή είχε ήδη εγκρίνει τη χορήγηση συνολικώς 14 150 εκατομμυρίων ECU ως ενίσχυση προς την Ilva μεταξύ του 1980 και του 1989, χωρίς να αποκατασταθεί η βιωσιμότητά της. Το προηγούμενο αυτό δείχνει ότι πρόσθετες ενισχύσεις θα μπορούσαν να χρησμιμοποιηθούν από την Ilva απλώς και μόνο για να αυξήσει το μερίδιό της στην αγορά, προσφέροντας χαμηλότερες τιμές από αυτές των μη επιδοτούμενων ανταγωνιστών της.
29. Η Επιτροπή και η Ιταλία απαντούν ότι η χορήγηση ενισχύσεων αποτελούσε μέρος ενός συνολικού προγράμματος μειώσεως των ικανοτήτων παραγωγής και αποκαταστάσεως της βιωσιμότητας ευρωπαϊκών χαλυβουργικών επιχειρήσεων και, επομένως, εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της κοινοτικής χαλυβουργίας στο σύνολό της. Επιπλέον, η χορήγηση των ενισχύσεων ήταν αναγκαία προκειμένου να διευκολυνθεί η ιδιωτικοποίηση της Ilva σε μια κατάσταση κρίσεως, αποκλείονταν δε περαιτέρω χορηγήσεις ενισχύσεων κατά το άρθρο 95 της Συνθήκης.
30. Το ρωτοδικείο έκρινε ότι η απόφαση 94/259/ΕΚΑΧ αποβλέπει στη διασφάλιση του κοινού συμφέροντος, σύμφωνα με τους στόχους της . Η συνέχιση ή η επιδείνωση της κρίσεως θα ενείχε τον κίνδυνο να προκαλέσει, στην οικονομία των οικείων κρατών μελών, εξαιρετικά σοβαρές και παρατεινόμενες διαταραχές . Η απόφαση αυτή εντάσσεται, μαζί με τις άλλες πέντε ατομικές αποφάσεις που εγκρίνουν κρατικές ενισχύσεις και εκδόθηκαν την ίδια ημερομηνία, στο πλαίσιο ενός συνολικού προγράμματος αναδιαρθρώσεως σε σταθερή βάση του χαλυβουργικού τομέα και μειώσεως των παραγωγικών ικανοτήτων εντός της Κοινότητας. Υπό το πρίσμα αυτό, ο σκοπός του μέτρου δεν συνίσταται στη διασφάλιση απλώς της επιβιώσεως της δικαιούχου επιχειρήσεως - πράγμα το οποίο θα ήταν αντίθετο προς το κοινό συμφέρον - αλλά στην αποκατάσταση της βιωσιμότητάς της, περιορίζοντας στο ελάχιστο τις επιπτώσεις της ενισχύσεως επί του ανταγωνισμού και μεριμνώντας για την τήρηση των κανόνων του θεμιτού ανταγωνισμού .
31. Το ρωτοδικείο, αφού κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η απόφαση 94/259/ΕΚΑΧ επιδιώκει σκοπούς που διατυπώνονται στα άρθρα 2 έως 4 της Συνθήκης , παρέθεσε την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Γερμανία κατά Επιτροπής, κατά την οποία η Επιτροπή «σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε να εγκρίνει τη χορήγηση κρατικών ενισχύσεων οι οποίες δεν είναι απαραίτητες για την επίτευξη των σκοπών που καθορίζει η Συνθήκη και οι οποίες θα μπορούσαν να επιφέρουν στρεβλώσεις του ανταγωνισμού στην κοινή αγορά σιδήρου και χάλυβα» . Εντούτοις, αφού αναφέρθηκε στις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 33 της Συνθήκης για τον έλεγχο των αποφάσεων της Επιτροπής που έχουν οικονομικό χαρακτήρα και στην ευρεία διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής όσον αφορά εκτιμήσεις οικονομικής και κοινωνικής φύσεως στο πλαίσιο της Κοινότητας , κατέληξε στο ότι ο έλεγχος αυτός πρέπει να «περιοριστεί στην εξέταση της ακρίβειας των πραγματικών περιστατικών και του ενδεχομένου της υπάρξεως πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως» . Το ρωτοδικείο έκρινε ότι ο ισχυρισμός ότι η αναποτελεσματικότητα των προηγουμένων ενισχύσεων συνεπάγεται την αναπόφευκτη αποτυχία κάθε προσπάθειας αποκαταστάσεως της βιωσιμότητας της Ilva μέσω περαιτέρω κρατικών ενισχύσεων δεν στηρίχθηκε σε καμία συγκεκριμένη απόδειξη και αποτελεί απλώς αμιγώς υποθετική προεξόφληση των γεγονότων. Μια τέτοια προσπάθεια προεκτάσεως στο μέλλον των αποτελεσμάτων του παρελθόντος δεν μπορεί να υποκαταστήσει την κατά εμπεριστατωμένο τρόπο εξέταση των συγκεκριμένων προϋποθέσεων που επιβάλλει η απόφαση προκειμένου να πραγματοποιηθεί η αναδιάρθρωση και η βιωσιμότητα της δικαιούχου επιχειρήσεως . Από το ιστορικό και το αιτιολογικό της αποφάσεως προκύπτει ότι η Επιτροπή προέβη σε εμπεριστατωμένη ανάλυση της κρίσεως στον κλάδο και των μέσων για την αντιμετώπισή της καθώς και των ειδικών προϋποθέσεων για να ανακτήσει η Ilva τη βιωσιμότητά της και για να περιοριστούν στο ελάχιστο οι επιπτώσεις της ενισχύσεως επί του ανταγωνισμού . Επομένως, δεν προσκομίστηκε κανένα συγκεκριμένο στοιχείο προς απόδειξη του ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη κατά την εκτίμησή της για το ότι οι επίμαχες ενισχύσεις ήταν αναγκαίες, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που ορίζονται από την απόφαση 94/259/ΕΚΑΧ, για την επίτευξη ορισμένων σκοπών της Συνθήκης .
IV - Η αίτηση αναιρέσεως
32. Η Wirtschaftsvereinigung και η British Steel άσκησαν αναίρεση κατά των αποφάσεων του ρωτοδικείου στις υποθέσεις αντιστοίχως T-244/94 και T-243/94, σύμφωνα με το άρθρο 49 του ρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου ΕΚΑΧ, ζητώντας την αναίρεση καθεμιάς από τις αποφάσεις αυτές και την ακύρωση της αποφάσεως 94/259/ΕΚΑΧ και αντιστοίχως των προσβαλλομένων αποφάσεων, καθώς και την καταδίκη της Επιτροπής στα δικαστικά έξοδα. Το Δικαστήριο αποφάσισε να παραλειφθεί η προφορική διαδικασία στην υπόθεση British Steel, σύμφωνα με το άρθρο 120 του Κανονισμού Διαδικασίας. Κατά την προφορική διαδικασία στην υπόθεση Wirtschaftsvereinigung, η Hoogovens Staal BV παρέστη χωριστά από τις άλλες αναιρεσείουσες με δικό της εκπρόσωπο.
33. Η Wirtschaftsvereinigung προβάλλει τέσσερις λόγους αναιρέσεως: i) παράβαση του πέμπτου κώδικα ενισχύσεων, ii) παραβίαση της αρχής της αναγκαιότητας, iii) αθέμιτη εφαρμογή αμιγώς εθνικής πολιτικής και iv) παράβαση του άρθρου 4, στοιχείο γ_, της Συνθήκης. Η British Steel προβάλλει δύο λόγους αναιρέσεως, ήτοι αναρμοδιότητα για την έκδοση των προσβαλλομένων αποφάσεων και παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Η British Steel υποστηρίζεται από την επιχείρηση Danske Stålvalsevaerk A/S. Η Επιτροπή αντικρούει και τις δύο αιτήσεις αναιρέσεως, υποστηριζόμενη από την Ιταλική Δημοκρατία και το Συμβούλιο, ενώ το Βασίλειο της Ισπανίας υποστηρίζει την Επιτροπή στην υπόθεση British Steel.
34. Στη συνέχεια, θα συνοψίσω και θα αναλύσω με τη σειρά τους λόγους αναιρέσεως και τους επ' αυτών ισχυρισμούς των άλλων διαδίκων. άντως, ο πρώτος και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως της Wirtschaftsvereinigung, μαζί με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως της British Steel, μπορούν να εξετασθούν από κοινού δεδομένου ότι είναι κατ' ουσίαν όμοιοι.
A - Wirtschaftsvereinigung: i) και iv) παράβαση του πέμπτου κώδικα ενισχύσεων και του άρθρου 4, στοιχείο γ_, της Συνθήκης
British Steel: i) αναρμοδιότητα
1) Επιχειρήματα
35. Η Wirtschaftsvereinigung προβάλλει ότι το ρωτοδικείο πλανήθηκε περί το δίκαιο κρίνοντας ότι ο κώδικας ενισχύσεων ήταν δεσμευτικός για την Επιτροπή μόνον όσον αφορά κατηγορίες ενισχύσεων η χορήγηση των οποίων ρυθμίζεται ειδικά από τον κώδικα. Εκθέτει ότι το ρωτοδικείο δεν παρέθεσε πλήρως την τρίτη φράση της τέταρτης αιτιολογικής σκέψεως του κώδικα ενισχύσεων, κατά την οποία φράση «απαγορεύεται η χορήγηση οποιασδήποτε άλλης ενίσχυσης για τη λειτουργία ή για την πραγματοποίηση επενδύσεων» και δεν συνήγαγε το αναγκαίο συμπέρασμα από την τρίτη αιτιολογική σκέψη, κατά την οποία οι κανόνες αυτοί «αφορούν τις ενισχύσεις, ειδικές ή μη, που χορηγούν τα κράτη μέλη υπό οποιαδήποτε μορφή» , ή από την παρόμοια διατύπωση του άρθρου 1, παράγραφος 1, του κώδικα ενισχύσεων. αραθέτει επίσης το κείμενο της τρίτης αιτιολογικής σκέψεως του δεύτερου κώδικα ενισχύσεων, όπου εκτίθεται ότι κάθε ενίσχυση πρέπει να αντιμετωπίζεται ενιαίως βάσει ενός και μόνο διαδικαστικού πλαισίου και ότι ένα καθολικό κοινοτικό σύστημα ενισχύσεων αποτελεί απαραίτητο στοιχείο της συνολικής κοινοτικής πολιτικής για την ανάκαμψη της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα , καθώς και το ακόλουθο χωρίο που περιέχεται στην έκτη αιτιολογική σκέψη του τρίτου κώδικα ενισχύσεων:
«Αυτός ο σχεδιασμός του [κατά το άρθρο 95 της Συνθήκης] σφαιρικού χαρακτήρα του κοινοτικού συστήματος συνεπάγεται ότι, πέραν των ρητά προβλεπόμενων και δεόντως εγκρινόμενων βάσει της παρούσας απόφασης ενισχύσεων, όλες οι άλλες τυχόν επιχορηγήσεις των κρατών μελών, οποιασδήποτε μορφής, ειδικές και μη, δεν θα δικαιολογούνται κατά κανένα τρόπο από το άρθρο 67 και θα πρέπει, ως εκ τούτου, να θεωρούνται απαγορευμένες βάσει του άρθρου 4, στοιχείο γ_, της Συνθήκης ΕΚΑΧ» .
Η Wirtschaftsvereinigung αναφέρει επίσης την ακολουθούμενη από την Επιτροπή πρακτική, όπου αυτή, όταν αρνείται να εγκρίνει ενισχύσεις, εκθέτει ότι οι μόνες δυνατές εξαιρέσεις από την απαγόρευση που περιέχει το άρθρο 4, στοιχείο γ_, της Συνθήκης είναι αυτές που προβλέπονται ρητώς και περιοριστικώς στον κώδικα ενισχύσεων .
36. Η Wirtschaftsvereinigung προβάλλει ότι το γενικό σύστημα που θεσπίστηκε με τον πέμπτο κώδικα ενισχύσεων έχει ανώτερη τυπική ισχύ από αυτή οποιουδήποτε ατομικού μέτρου. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, εξέθεσε ότι ο κώδικας αποτελεί καθολική, οριστική και πλήρη ρύθμιση. Επομένως, μια απόφαση όπως η απόφαση 94/259/ΕΚΑΧ δεν μπορεί να παρεκκλίνει από τον κώδικα ακόμη και αν έχει εκδοθεί από το ίδιο όργανο . Το συμπέρασμα αυτό επιτάσσει η αρχή της ισότητας ενώπιον του νόμου, η παραβίαση της οποίας είχε εν προκειμένω ως συνέπεια διαφορετική μεταχείριση δημοσίων και ιδιωτικών χαλυβουργικών επιχειρήσεων. Επιπλέον, η ανάλυση αυτή δεν επηρεάζεται από τη χρησιμοποίηση κοινού νομικού ερείσματος, όπως αυτό συνέβαινε επίσης στην υπόθεση «ένσφαιροι τριβείς». Η τήρηση της αρχής της υπεροχής των μέτρων γενικής εφαρμογής έναντι ατομικών μέτρων έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία λόγω της ελλείψεως ουσιαστικού κοινοβουλευτικού ελέγχου κατά τη σύμφωνα με το άρθρο 95 της Συνθήκης διαδικασία.
37. Επομένως, η μόνη περίπτωση στην οποία παρεκκλίνοντα ατομικά μέτρα μπορούν να θεωρηθούν θεμιτά είναι όταν το γενικό μέτρο ρητώς προβλέπει τη δυνατότητα αυτή , όπως αυτό συνέβαινε με το άρθρο 12 του δεύτερου κώδικα ενισχύσεων. Στον πέμπτο κώδικα ενισχύσεων αποκλείστηκε ηθελημένα ένα τέτοιο νομικό έρεισμα για ατομικές παρεκκλίσεις. Η Wirtschaftsvereinigung αναφέρει ως ένα πρόσθετο παράδειγμα αποφάσεις του Δικαστηρίου κατά τις οποίες οποιαδήποτε ενίσχυση που δεν συνάδει με τους δεσμευτικούς κανόνες που έχει θεσπίσει το Συμβούλιο βάσει του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο ε_, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο ε_, ΕΚ) και αφορούν τη χορήγηση ενισχύσεων στον τομέα των ναυπηγήσεων είναι ipso facto ασυμβίβαστη προς τη Συνθήκη ΕΚ . Ο εκπρόσωπος της Wirtschaftsvereinigung εξέθεσε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι θα ήταν τελείως τυπολατρικό να υποστηριχθεί ότι η κατά το άρθρο 95 της Συνθήκης αρμοδιότητα της Επιτροπής περιορίζεται, στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων, στην πρόβλεψη ειδικών εξαιρέσεων από το άρθρο 4, στοιχείο γ_, της Συνθήκης, πράγμα που θα στερούσε από κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα την απόφαση «ένσφαιροι τριβείς».
38. Η Wirtschaftsvereinigung, προς στήριξη του λόγου της αναιρέσεως, που αφορά παράβαση του άρθρου 4, στοιχείο γ_, της Συνθήκης, παραθέτει τη διάταξη του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-399/95 R, Γερμανία κατά Επιτροπής, και προβάλλει ότι ο πέμπτος κώδικας ενισχύσεων θέσπισε αυστηρούς κανόνες όσον αφορά τη χορήγηση ενισχύσεων στον ευαίσθητο χαλυβουργικό τομέα με την επιφύλαξη των γενικών κανόνων που έχουν εφαρμογή σ' αυτόν κατά τη Συνθήκη ΕΚΑΧ . Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν διευκρινίζει το γιατί κατέστη δυνατόν μια ατομική απόφαση που επιτρέπει τη χορήγηση περαιτέρω ενισχύσεων να θίξει τους γενικούς αυτούς κανόνες.
39. Η Επιτροπή, το Συμβούλιο και η Ιταλία αντικρούουν τους ισχυρισμούς της Wirtschaftsvereinigung. Οι αναφορές της στον κώδικα ενισχύσεων και σε άλλα δευτερεύοντα μέτρα δεν αποδυναμώνουν την κρίση του ρωτοδικείου ότι η Επιτροπή δεν ήταν αρμόδια κατά το άρθρο 95 της Συνθήκης να επιβάλει μια γενική απαγόρευση ενισχύσεων που δεν καλύπτονται ρητώς από τον πέμπτο κώδικα ενισχύσεων, δεδομένου ότι μια τέτοια απαγόρευση επιβάλλεται ήδη από το άρθρο 4, στοιχείο γ_, της Συνθήκης. Εν πάση περιπτώσει, ενόψει ιδίως των κοινών δηλώσεων που περιέχονται στα πρακτικά του Συμβουλίου της 17ης Δεκεμβρίου 1993, οι αιτιολογικές σκέψεις και οι διατάξεις του παραγώγου δικαίου στις οποίες στηρίζεται η Wirtschaftsvereinigung είτε καθιστούν σαφές ότι η γενική απαγόρευση ενισχύσεων προκύπτει άμεσα από το άρθρο 4, στοιχείο γ_, της Συνθήκης , είτε μπορούν να θεωρηθούν ότι έχουν την έννοια ότι αναφέρονται μόνο στις ειδικές κατηγορίες ενισχύσεων που αφορά ο εν λόγω κώδικας , είτε ότι έχουν απλώς δηλωτικό χαρακτήρα ως προς την αδυναμία της Επιτροπής, όταν ενεργεί αυτοτελώς, να εγκρίνει άλλες κατηγορίες ενισχύσεων, χωρίς να υφίστανται πρόσθετα μέτρα βάσει του άρθρου 95 της Συνθήκης .
40. Δεδομένου ότι η απόφαση 94/259/ΕΚΑΧ έχει διαφορετικό πεδίο εφαρμογής από τον πέμπτο κώδικα ενισχύσεων, η κρίση του ρωτοδικείου ότι παρεκκλίσεις από τον κώδικα ενισχύσεων μπορούσαν να θεσπιστούν μόνο μέσω γενικών τροποποιητικών μέτρων αποτελεί obiter dictum. Με την ίδια συλλογιστική, σαφώς δεν ήταν αναγκαίο ο πέμπτος κώδικας ενισχύσεων να προβλέπει ρητώς τη δυνατότητα παρεκκλινουσών αποφάσεων. Τα περιστατικά της υποθέσεως «ένσφαιροι τριβείς» ήταν τελείως διαφορετικά, καθόσον στην υπόθεση εκείνη επρόκειτο για την επιβολή κυρώσεων κατά το άρθρο 113 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 133 ΕΚ) όταν πληρούνταν οι προϋποθέσεις ενός παραγώγου γενικού μέτρου για τη μη επιβολή κυρώσεως. ράγματι, δεν υφίσταται ιεραρχική σχέση μεταξύ γενικών και ατομικών μέτρων που θεσπίζονται από την Επιτροπή, με την ομόφωνη εκάστοτε σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου, βάσει του άρθρου 95 της Συνθήκης. Στην παρούσα υπόθεση δεν πρόκειται για μια διάκριση μεταξύ βασικών κανονιστικών πράξεων όπως του κώδικα ενισχύσεων, οι οποίες έχουν, σύμφωνα με τη Wirtschaftsvereinigung, τον χαρακτήρα αφηρημένου γενικού κανόνα, και εκτελεστικών πράξεων, που εκδίδει αυτοτελώς η Επιτροπή κατόπιν εξουσιοδοτήσεως, με τις οποίες αυτή συμπληρώνει τέτοιου είδους πράξεις ή παρεκκλίνει από αυτές. Η αρχή της ισότητας δεν αποτελεί εμπόδιο για την έκδοση ατομικών αποφάσεων βάσει του άρθρου 95 της Συνθήκης, διότι η διαδικασία αυτή προβλέπεται ειδικά για εξαιρετικές καταστάσεις. ράγματι, ο εκπρόσωπος της Ιταλίας έφθασε μέχρι του σημείου να αμφισβητήσει την καταλληλότητα του άρθρου 95 για τη θέσπιση μέτρων τόσο γενικού πεδίου εφαρμογής όσο των κωδίκων ενισχύσεων. Ο εν λόγω εκπρόσωπος υπογράμμισε τον χαρακτήρα του επείγοντος των ενεργειών στις οποίες αναφέρεται αυτό το άρθρο. Για τον ίδιο λόγο, η Επιτροπή δεν μπορεί να αυτοδεσμεύεται όσον αφορά τη δυνατότητα μελλοντικώς προσφυγής σ' αυτή τη διάταξη της Συνθήκης σε περιπτώσεις που δεν προβλέπονται από γενικό μέτρο. Αν το έκανε αυτό, θα στερούνταν τη δυνατότητα να αντιμετωπίζει νέες περιστάσεις, δυνατότητα ακριβώς που το άρθρο 95 υποτίθεται ότι διασφαλίζει. Η προσέγγιση κρατικών ενισχύσεων για τις ναυπηγήσεις βάσει της Συνθήκης ΕΚ είναι άσχετη λόγω της κατά τις δύο Συνθήκες διαφορετικής ρυθμίσεως των αρμοδιοτήτων προς έγκριση ενισχύσεων. Εν πάση περιπτώσει, το Συμβούλιο θα μπορούσε να εγκρίνει τη χορήγηση περαιτέρω ενισχύσεων βάσει του άρθρου 93 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 88 ΕΚ) σε εξαιρετικές περιστάσεις, ακριβώς όπως βάσει του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΚΑΧ.
41. ροβάλλεται ότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αποδυναμώνονται από τη διάταξη στην υπόθεση C-399/95 R, Γερμανία κατά Επιτροπής , δεδομένου ότι η υπόθεση εκείνη δεν αφορούσε την έκδοση κατά το άρθρο 95 της Συνθήκης πρόσθετης αποφάσεως για τις ενισχύσεις από την Επιτροπή εκτός του πεδίου εφαρμογής του πέμπτου κώδικα ενισχύσεων. Το ρωτοδικείο διευκρίνισε στη σκέψη 34 της αποφάσεως Wirtschaftsvereinigung ότι το άρθρο 4, στοιχείο γ_, της Συνθήκης δεν απαγορεύει να επιτρέπονται, κατά παρέκκλιση, βάσει του άρθρου 95, ενισχύσεις προκειμένου να αντιμετωπισθούν απρόβλεπτες καταστάσεις. Ο λόγος αυτός, καθόσον δεν ταυτίζεται προς τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, συνιστά νέο επιχείρημα που προβάλλεται απαραδέκτως.
42. Όσον αφορά τον πρώτο της λόγο αναιρέσεως, η British Steel προβάλλει ότι το ρωτοδικείο δέχτηκε το κύριο επιχείρημά της ότι η Επιτροπή δεν είναι αρμόδια να εκδίδει ατομικές αποφάσεις σε τομείς που ρυθμίζονται πλήρως με γενική απόφαση. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι αυτό είναι αναντίρρητο και αναμφισβήτητο, πλην όμως άσχετο, δεδομένο ότι ο πέμπτος κώδικας ενισχύσεων απλώς ρυθμίζει πλήρως τα της χορηγήσεως των κατηγοριών ενισχύσεων στις οποίες αναφέρονται τα άρθρα 2 έως 5 του εν λόγω κώδικα.
43. Η British Steel προβάλλει ότι το ρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, στις σκέψεις 50 και 51 της αποφάσεως British Steel, δεχόμενο ότι το πεδίο εφαρμογής του πέμπτου κώδικα ενισχύσεων περιορίζεται στις κατηγορίες ενισχύσεων που ρητώς επιτρέπει. Αυτό επιρρωννύεται, όπως ισχυρίζεται, από α) το προοίμιο του κώδικα, β) το κείμενό του, γ) το ιστορικό θεσπίσεώς του, δ) την ίδια την πρακτική της Επιτροπής και ε) τις γνώμες ορισμένων συγγραφέων.
α) Η British Steel υποστηρίζει ότι η περιεχόμενη στην πρώτη αιτιολογική σκέψη του κώδικα ενισχύσεων αναφορά στην απαγόρευση που αφορά «κάθε ενίσχυση των κρατών μελών (...) υπό οποιαδήποτε μορφή» και η με παρόμοια διατύπωση αναφορά που περιέχει η τρίτη αιτιολογική σκέψη πρέπει να θεωρηθούν ότι έχουν την έννοια επεκτάσεως σε κατηγορίες ενισχύσεων που δεν προβλέπονται από τον κώδικα, όπως λειτουργικών ή επενδυτικών ενισχύσεων. Αυτό επιβεβαιώνεται από την περιεχόμενη στην πέμπτη αιτιολογική σκέψη αναφορά στο ότι η ρύθμιση δεν αντιβαίνει προς τη συναφθείσα με τις Ηνωμένες ολιτείες Συμφωνία για τη χαλυβουργία, η οποία απαγορεύει τέτοιες μορφές ενισχύσεων . Η Επιτροπή απαντά ότι κατά τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη ο κώδικας ενισχύσεων θέσπισε από το 1986 «τους κανόνες βάσει των οποίων επιτρέπεται η χορήγηση ενισχύσεων προς τη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα σε ορισμένες περιπτώσεις», χωρίς να προδικάζεται το πώς θα αντιμετωπίζονται άλλου είδους ενισχύσεις. Η αναφορά στη Συμφωνία που συνήφθη με τις Ηνωμένες ολιτείες επιβεβαιώνει απλώς ότι ο κώδικας ενισχύσεων δεν συνιστά παράβασή της· αυτό δεν εμπόδισε την έγκριση άλλου είδους ενισχύσεων το 1994, μετά τη λήξη της Συμφωνίας τον Μάρτιο του 1992. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση στην υπόθεση Wirtschaftsvereinigung, ο εκπρόσωπος της Επιτροπής θεώρησε ότι η ερώτηση του Δικαστηρίου αν η Συμφωνία εμπόδισε ή όχι τη θέσπιση μέτρων όπως της αποφάσεως 94/259/ΕΚΑΧ πριν από τη λήξη της κατά τα τέλη του Μαρτίου του 1992 έχει υποθετικό χαρακτήρα.
β) Η British Steel προβάλλει ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, του πέμπτου κώδικα ενισχύσεων πρέπει να θεωρηθεί ότι αποτελεί ένδειξη για το ότι η Επιτροπή άσκησε εξ ολοκλήρου την κατά το άρθρο 95, παράγραφος 1, της Συνθήκης αρμοδιότητά της, διασφαλίζοντας ότι συμβιβάζονται με τη Συνθήκη οι κατηγορίες ενισχύσεων που περιγράφονται στα άρθρα 2 έως 5 του κώδικα ενισχύσεων. Η Επιτροπή παρατηρεί ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κώδικα ενισχύσεων δεν έχει διατυπωθεί ως απαγόρευση όλων των άλλων ειδών ενισχύσεων και δεν μπορεί να ερμηνευθεί κατά την έννοια αυτή. Μολονότι η θέσπιση του κώδικα ενισχύσεων, θεωρουμένου αυτοτελώς, σήμαινε ότι όλα τα είδη ενισχύσεων που δεν καλύπτονται από αυτόν εξακολουθούν να απαγορεύονται, αυτό προέκυπτε ήδη από τη σταθερή εφαρμογή του άρθρου 4, στοιχείο γ_, της Συνθήκης, και όχι από το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κώδικα ενισχύσεων και, επομένως, εξακολουθούσε να υπόκειται δυνάμει σε περαιτέρω παρεκκλίσεις βάσει του άρθρου 95, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Ο περιορισμός του πεδίου εφαρμογής του κώδικα ενισχύσεων (ο πρώτος και ο δεύτερος κώδικας κάλυπταν επίσης ενισχύσεις λειτουργίας και ενισχύσεις αναδιαρθρώσεως) πρέπει να θεωρηθεί απλώς ως περιορισμός της μεταβιβάσεως εξουσίας στην Επιτροπή να ενεργεί σε ατομικές περιπτώσεις, χωρίς να χρειάζεται να ζητεί την ομόφωνη σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου. Το Συμβούλιο δεν είχε εν προκειμένω την πρόθεση να παραιτηθεί από την εξουσία να εγκρίνει τέτοιου είδους ενισχύσεις στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η Επιτροπή προτείνει να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά.
γ) H British Steel υιοθετεί αντίθετη άποψη ως προς τον προοδευτικό περιορισμό του πεδίου εφαρμογής του κώδικα ενισχύσεων, θεωρώντας ότι αποτελεί ένδειξη για το ότι πλήρης ρύθμιση των κατηγοριών δυνάμει επιτρεπτών ενισχύσεων κατέστη αυστηρότερη. Η Επιτροπή απαντά ότι τα χωρία των διαφόρων κωδίκων ενισχύσεων, τα οποία ορίζουν ότι άλλα είδη ενισχύσεως απαγορεύονται, αποτελούν απλώς επαναλήψεις της απαγορεύσεως του άρθρου 4, στοιχείο γ_, της Συνθήκης, η οποία εξακολουθεί να υπόκειται σε παρεκκλίσεις σύμφωνα με το άρθρο 95, παράγραφος 1, της Συνθήκης, και όχι ότι αποτελούν καθευατά πλήρη απαγόρευση, την οποία η Επιτροπή δεν θα ήταν αρμόδια, εν πάση περιπτώσει, να επιβάλει βάσει του άρθρου 95, παράγραφος 1.
δ) Η British Steel παραθέτει ως παράδειγμα από την πρακτική της Επιτροπής ορισμένο αριθμό αποφάσεων με τις οποίες είτε δεν εγκρίθηκε η χορήγηση ενισχύσεως είτε απαιτήθηκε η επιστροφή ενισχύσεως που είχε ήδη καταβληθεί για τον λόγο ότι δεν ήταν σύμφωνη με τον πέμπτο κώδικα ενισχύσεων . Η Επιτροπή απαντά ότι απλώς δεν ήταν σε θέση να εγκρίνει τέτοιου είδους ενισχύσεις χρησιμοποιώντας την εξουσία που της μεταβιβάστηκε με τον κώδικα ενισχύσεων για να εγκρίνει ορισμένες κατηγορίες ενισχύσεων, χωρίς να ζητεί την έγκριση του Συμβουλίου σε ατομικές περιπτώσεις. Η British Steel επισημαίνει επίσης το γεγονός ότι μια παρέκκλιση για ενίσχυση που παρασχέθηκε στην ολλανδική και τη δανική χαλυβουργία μέσω ελαφρύνσεως του φόρου για εκπομπές διοξειδίου του άνθρακος, η οποία δεν ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 2 έως 5 του πέμπτου κώδικα ενισχύσεων, εγκρίθηκε μέσω τροποποιήσεως του κώδικα ενισχύσεων. Η Επιτροπή εκθέτει ότι η άποψη αυτή είναι εσφαλμένη και ότι το εν λόγω μέτρο, δηλαδή η απόφαση 92/411/ΕΚΑΧ , ήταν, στην πραγματικότητα, ατομική απόφαση που περιοριζόταν ως προς τα αποτελέσματά της στις ειδικές περιπτώσεις που αφορούσε, πράγμα που επιβεβαιώνει ότι η οδός αυτή παραμένει ανοιχτή στην Επιτροπή βάσει του άρθρου 95, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Η εικοστή δεύτερη έκθεση της Επιτροπής για την πολιτική ανταγωνισμού, καθόσον σ' αυτήν εκτίθενται τα αντίθετα, δεν είναι ορθή .
2) Εκτίμηση
44. Ούτε η Wirtschaftsvereinigung ούτε η British Steel αμφισβήτησαν ρητώς με τα υπομνήματά τους το βασικό στοιχείο της συλλογιστικής του ρωτοδικείου στις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις, ότι δηλαδή η Επιτροπή δεν είναι αρμόδια να θεσπίζει μέτρα κατά το άρθρο 95, παράγραφος 1, της Συνθήκης τα οποία απλώς επαναλαμβάνουν υφιστάμενη απαγόρευση κρατικών ενισχύσεων, προβλεπόμενη από το ίδιο το άρθρο 4, στοιχείο γ_, της Συνθήκης. Όπως ήδη προανέφερα, ο εκπρόσωπος της Wirtschaftsvereinigung επέκρινε τη θέση αυτή κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ως τυπολατρική και ανακόλουθη προς τους προστατευτικούς σκοπούς της αποφάσεως στην υπόθεση «ένσφαιροι τριβείς». Οι αναιρεσείουσες, και στις δύο υποθέσεις, μπορούν επίσης να θεωρηθούν ότι αμφισβητούν εμμέσως την πτυχή αυτή των αναιρεσιβαλλομένων αποφάσεων, προβάλλοντας ότι ο πέμπτος κώδικας ενισχύσεων επέβαλε πράγματι γενική απαγόρευση ενισχύσεων που δεν υπάγονται στα άρθρα 2 και 5 αυτού. Εντούτοις, το επιχείρημα αυτό είναι, κατά την άποψή μου, εσφαλμένο για τους λόγους που εξέθεσε το ρωτοδικείο στις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις.
45. Στην απόφαση Κάτω Χώρες κατά Ανωτάτης Αρχής , το Δικαστήριο εξέθεσε ότι «το άρθρο 95, πρώτο εδάφιο, έχει ως μόνο σκοπό τη δημιουργία ενός συστήματος ιδιαίτερης παρεκκλίσεως από τη Συνθήκη προκειμένου να έχει η Ανωτάτη Αρχή τη δυνατότητα να αντιμετωπίσει μια απρόβλεπτη κατάσταση» . Τέτοια παρέκκλιση από τη Συνθήκη δεν υφίσταται στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η Επιτροπή μπορεί να ενεργεί κάνοντας χρήση εξουσιών που παρέχονται από τη Συνθήκη και, επομένως, να εφαρμόζει τη Συνθήκη σε περιστάσεις που καλύπτονται από τις διατάξεις της. Η υπόθεση εκείνη αφορούσε μια σύσταση της Επιτροπής προς τα κράτη μέλη, η οποία δεν επέβαλλε νέες υποχρεώσεις, αλλ' απλώς διευκρίνιζε τις υποχρεώσεις που υπείχαν από την ίδια τη Συνθήκη. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή ήταν αρμόδια να ενεργήσει κατ' αυτόν τον τρόπο βάσει άλλων διατάξεων της Συνθήκης και ότι, κατά συνέπεια, το άρθρο 95 της Συνθήκης δεν αποτελούσε θεμιτή νομική βάση για τέτοια μέτρα. Το συμπέρασμα που συνήχθη στην υπόθεση εκείνη, ότι δηλαδή το άρθρο 95 της Συνθήκης εφαρμόζεται μόνον επικουρικώς και δεν αποτελεί την κατάλληλη νομική βάση για την εν προκειμένω δράση της Επιτροπής, έχει μεγάλη σημασία για τις περιστάσεις της παρούσας υποθέσεως, στις οποίες επίσης τίθεται το ζήτημα αν η Επιτροπή μπορεί να χρησιμοποιήσει το άρθρο 95, παράγραφος 1, της Συνθήκης απλώς και μόνο για να υπενθυμίσει τις υποχρεώσεις που υπέχουν τα κράτη μέλη από το άρθρο 4, στοιχείο γ_, το οποίο αποτελεί επίσης «συγκεκριμένη και δεσμευτική διάταξη» . Με την ίδια συλλογιστική, η εφαρμογή του άρθρου 4, στοιχείο γ_, της Συνθήκης δεν μπορεί να θεωρηθεί ως περίπτωση που δεν προβλέπεται από τη Συνθήκη.
46. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, ο πέμπτος κώδικας ενισχύσεων πρέπει να θεωρηθεί ότι παραθέτει ένα «θετικό» κατάλογο κατηγοριών ενισχύσεων οι οποίες, όταν συνάδουν προς τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από αυτόν, μπορούν να θεωρηθούν από την Επιτροπή ότι συνάδουν με την κοινή αγορά, χωρίς να χρειάζεται να αποφανθεί το Συμβούλιο. Αυτό δεν μπορεί να αποκλείσει τη χρησιμοποίηση πρόσθετων μέτρων, είτε γενικών είτε ατομικών, λαμβανομένων απευθείας βάσει του άρθρου 95 της Συνθήκης, προκειμένου να εγκριθούν (ή των οποίων η έγκριση να πραγματοποιηθεί μόνον από την Επιτροπή) κατηγορίες ενισχύσεων ως προς τις οποίες ο πέμπτος κώδικας ενισχύσεων σιωπά. Η κατάσταση στις παρούσες υποθέσεις διαφέρει επομένως από την κατάσταση υπό το καθεστώς των προηγουμένων κωδίκων ενισχύσεων, οι οποίοι περιείχαν γενικούς κανόνες για την έγκριση ενισχύσεων στην αναδιάρθρωση: κατά τον χρόνο της ισχύος τους, η προσβολή ατομικής αποφάσεως εκδοθείσας βάσει του άρθρου 95 της Συνθήκης περί εγκρίσεως μέτρων για την αναδιάρθρωση για λόγους που δεν προβλέπονταν από αυτούς τους κώδικες θα απαιτούσε έλεγχο του κοινοτικού δικαστή ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής, στο πλαίσιο της ΕΚΑΧ, της αποφάσεως για τους ένσφαιρους τριβείς.
47. Κατά τη γνώμη μου, δεν αποτελεί υπερβολική τυπολατρία να ερμηνευθεί μια νομική πράξη παραγώγου δικαίου υπό το φως των περιορισμένων αρμοδιοτήτων του οργάνου που την εξέδωσε ή να αποκλεισθεί το να αυτοδεσμευθεί ένα όργανο όσον αφορά μελλοντικές πράξεις κατά τρόπο που δεν προβλέπεται από την παρέχουσα την εξουσιοδότηση αρχή. Κατόπιν της διαπιστώσεως αυτής, το επιχείρημα των αναιρεσειουσών, όσον αφορά την ορθή ερμηνεία του πέμπτου κώδικα ενισχύσεων, δεν μπορεί να ευδοκιμήσει. Ο πέμπτος κώδικας ενισχύσεων αποτελεί περιορισμένη παραχώρηση εκτελεστικής εξουσίας στην Επιτροπή, όταν ενεργεί αυτοτελώς, για να εγκρίνει περιορισμένο αριθμό κατηγοριών ενισχύσεων σε καθορισμένες περιστάσεις. Ο πέμπτος κώδικας ενισχύσεων δεν θα μπορούσε να περιέχει θεμιτώς, ούτε, επομένως, θα έπρεπε, σε περίπτωση αμφιβολίας, να θεωρηθεί ότι περιέχει γενική απαγόρευση κατηγοριών κρατικών ενισχύσεων άλλων από αυτές που ρητώς επιτρέπει. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή είχε πάντοτε την ευχέρεια κατά το άρθρο 95 της Συνθήκης, όπως αυτό επαναλήφθηκε με την κοινή δήλωση του Συμβουλίου και της Επιτροπής της 17ης Δεκεμβρίου 1993, να θεσπίζει πρόσθετα μέτρα, είτε γενικά είτε ατομικά, για την έγκριση ενισχύσεως για την οποία ο πέμπτος κώδικας ενισχύσεων δεν περιείχε λεπτομερείς διατάξεις.
48. Δεδομένου ότι η παρούσα υπόθεση αφορά τέτοια πρόσθετα μέτρα, δεν είναι αναγκαίο να εξετασθεί η κρίση του ρωτοδικείου ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να εγκρίνει με ατομική απόφαση, αντιβαίνουσα προς τους γενικούς κανόνες που θεσπίζει ο κώδικας ενισχύσεων, ενισχύσεις που εμπίπτουν σε μια από τις κατηγορίες ενισχύσεων που καθορίζονται με τον κώδικα αυτό . Η εκτίμηση στην οποία προέβην στην αμέσως προηγούμενη παράγραφο σαφώς καθιστά περιττή την ανάγκη να εξετασθεί εν προκειμένω το ενδεχόμενο ιεραρχίας κανόνων κατά την εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφος 1, της Συνθήκης στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων ή η δυνατότητα εφαρμογής της αποφάσεως «ένσφαιροι τριβείς» στο πλαίσιο της ΕΚΑΧ. Η Επιτροπή οφείλει, φυσικά, να τηρεί τις διατάξεις του πέμπτου κώδικα ενισχύσεων, όταν αποφασίζει, αυτοτελώς, ως προς το αν θα εγκρίνει ενίσχυση που υπάγεται στον κώδικα αυτόν. Εξάλλου, η Επιτροπή είναι ελεύθερη, όπως έχω ήδη πει, τηρουμένων των άλλων διατάξεων της Συνθήκης, περιλαμβανομένων των προϋποθέσεων αυτού τούτου του άρθρου 95, παράγραφος 1, να ζητήσει τη σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου για οποιοδήποτε άλλο προτεινόμενο μέτρο, γενικό ή ατομικό, με το οποίο εγκρίνεται η ενίσχυση σε διαφορετικές περιστάσεις. Αυτό ακριβώς συνέβη στην περίπτωση των προσβαλλομένων αποφάσεων. Δεν είναι αναγκαίο ο κώδικας ενισχύσεων να προβλέπει τέτοιες «παρεκκλίσεις», διότι αυτές αποτελούν παρεκκλίσεις από το άρθρο 4, στοιχείο γ_, της Συνθήκης και όχι από τον κώδικα ενισχύσεων και στηρίζονται, όπως και ο κώδικας ενισχύσεων, απευθείας στο άρθρο 95, παράγραφος 1 . Αυτό ανατρέπει επίσης τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως της Wirtschaftsvereinigung, διότι ατομικές παρεκκλίσεις από τον γενικό κανόνα που θέτει το άρθρο 4, στοιχείο γ_, της Συνθήκης επιτρέπονται υπό την προϋπόθεση ότι εξυπηρετούν την επίτευξη των σκοπών των άρθρων 2 έως 4 της Συνθήκης, ζήτημα το οποίο αποτέλεσε το αντικείμενο ξεχωριστικής αναλυτικής εξετάσεως εκ μέρους του ρωτοδικείου.
49. Χάριν πληρότητας, θα εξετάσω τώρα υπό το φως αυτών των βασικών συμπερασμάτων ως προς την αρμοδιότητα της Επιτροπής τα διάφορα ερμηνευτικά επιχειρήματα που προβλήθηκαν στο πλαίσιο των δύο αιτήσεων αναιρέσεως. Μπορώ να προσθέσω ότι το γράμμα του πέμπτου κώδικα ενισχύσεων, θεωρούμενο αυτοτελώς, επιβεβαιώνει το ανωτέρω βασικό συμπέρασμα όσον αφορά το περιορισμένο πεδίο του εφαρμογής. Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του πέμπτου κώδικα ενισχύσεων πρέπει επομένως να θεωρηθεί ότι έχει την έννοια, όταν ορίζει ότι ενισχύσεις «είτε ειδικές είτε μη ειδικές (...) οποιασδήποτε μορφής» μπορούν να θεωρούνται ως κοινοτικές ενισχύσεις «μόνον εφόσον πληρούν τις διατάξεις των άρθρων 2 έως 5», ότι απλώς καθορίζει με γενικούς όρους την έκταση της παρεκκλίσεως από το άρθρο 4, στοιχείο γ_, της Συνθήκης και ότι η Επιτροπή δεν έχει καμία άλλη εξουσία βάσει του κώδικα ενισχύσεων να εγκρίνει άλλα είδη ενισχύσεων. Όπως επισήμανε η Επιτροπή, το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κώδικα ενισχύσεων δεν διατυπώνεται υπό μορφή απαγορεύσεως και, επομένως, δεν σκοπεί στο να αποκλείεται η θέσπιση άλλων μέτρων που παρεκκλίνουν από την απαγόρευση του άρθρου 4, στοιχείο γ_, της Συνθήκης.
50. Όπως επισήμανε ο εκπρόσωπος της Ιταλίας κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση στην υπόθεση Wirtschaftsvereinigung, το προοίμιο μιας νομικής πράξεως δεν μπορεί, αφεαυτού, να αλλοιώνει το πεδίο της εφαρμογής. Επομένως, το γεγονός ότι στην τέταρτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου του κώδικα ενισχύσεων εκτίθεται ότι οι κανόνες που περιείχαν οι προηγούμενοι κώδικες ενισχύσεων απαγόρευαν τη χορήγηση κάθε άλλου είδους ενισχύσεως μπορεί να οδηγεί σε εσφαλμένα συμπεράσματα, πλην όμως η αναφορά αυτή δεν αντιστοιχεί σε καμία υφιστάμενη διάταξη του κώδικα ενισχύσεων. Εν πάση περιπτώσει, στην πρώτη αιτιολογική σκέψη του πέμπτου κώδικα ενισχύσεων σαφώς εκτίθεται ότι, «δυνάμει του άρθρου 4, στοιχείο γ_, της Συνθήκης, απαγορεύεται κάθε ενίσχυση υπό οποιαδήποτε μορφή» , πράγμα που αποτελεί ακριβέστερη διατύπωση, ενώ στη δεύτερη αιτιολογική σκέψη εκτίθεται ότι με τους προηγούμενους κώδικες ενισχύσεων «[θεσπίστηκαν οι] κανόνες βάσει των οποίων επιτρέπεται η χορήγηση ενισχύσεων προς τη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα σε ορισμένες περιπτώσεις» , πράγμα που επιβεβαιώνει ότι ο κώδικας ενισχύσεων παραθέτει απλώς ένα θετικό κατάλογο συμβατών ενισχύσεων. Η αμέσως μετέπειτα αναφορά, στην τρίτη αιτιολογική σκέψη, στους κανόνες που καλύπτουν ενισχύσεις, ειδικές ή μη, που χορηγούν τα κράτη μέλη υπό οποιαδήποτε μορφή πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να θεωρηθεί ως απλή ένδειξη για το ότι οι κατηγορίες ενισχύσεων που ρητώς προβλέπονται στα άρθρα 2 έως 5 του κώδικα ενισχύσεων μπορούν να λάβουν οποιαδήποτε μορφή. Τα εκτιθέμενα στην πέμπτη αιτιολογική σκέψη, ότι δηλαδή ο κώδικας ενισχύσεων συνάδει προς τη Συμφωνία που συνήφθη με τις Ηνωμένες ολιτείες, δεν βρίσκονται σε αναντιστοιχία προς την ανωτέρω εκτίμηση, διότι έλλειψη αντιστοιχίας θα προέκυπτε, αν ήταν καν δυνατό, μόνον από άλλα μέτρα θεσπιζόμενα βάσει του άρθρου 95, παράγραφος 1, της Συνθήκης για την έγκριση ενισχύσεων που δεν καλύπτονται από τη Συμφωνία αυτή .
51. Συμφωνώ επίσης με το επιχείρημα της Επιτροπής ότι ο προοδευτικός περιορισμός του πεδίου εφαρμογής του κώδικα ενισχύσεων δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά ευρύτερη νομοθετική απαγόρευση ενισχύσεων. Αντιθέτως, πρέπει να νοηθεί ως οριοθέτηση της εξουσίας της Επιτροπής να εγκρίνει ενισχύσεις, με την προϋπόθεση τηρήσεως των προϋποθέσεων που ορίζονται στους κώδικες, χωρίς να χρειάζεται η παρεμβολή του Συμβουλίου. Δεδομένου ότι απαιτείται ομοφωνία στο Συμβούλιο, αυτό πιθανόν να έχει το αποτέλεσμα περιορισμού του ποσού των ενισχύσεων που μπορούν να εγκριθούν.
52. Οι αναφορές στο προοίμιο του δεύτερου κώδικα ενισχύσεων σ' ένα ενιαίο διαδικαστικό πλαίσιο και σ' ένα κοινοτικό συνολικό σύστημα ενισχύσεων μπορούν ίσως να νοηθούν ως αναφορές στο ευρύτερο περιεχόμενο των προηγουμένων του πέμπτου κώδικα ενισχύσεων κωδίκων, δεν μπορούν όμως να αποτελούν απόδειξη για το ότι η Επιτροπή αυτοδεσμεύθηκε (ή θα μπορούσε να αυτοδεσμευθεί) να παραμείνει σ' αυτήν την κατά κανόνα αξιέπαινη πολιτική όταν αντιμετωπίζει απρόβλεπτες καταστάσεις που απαιτούν ειδική αντιμετώπιση. Μπορεί επίσης να σημειωθεί ότι στο χωρίο που παραθέτουν οι αναιρεσείουσες από το προοίμιο του τρίτου κώδικα ενισχύσεων εκτίθεται ότι ενισχύσεις που δεν προβλέπονται ρητώς σ' αυτό το σφαιρικό σύστημα κοινοτικών κανόνων θα πρέπει να θεωρούνται ότι απαγορεύονται από το άρθρο 4, στοιχείο γ_, της Συνθήκης, οπότε ανοίγεται έτσι η οδός για παρεκκλίσεις από τη διάταξη αυτή της Συνθήκης, όταν συντρέχουν οι κατάλληλες περιστάσεις, βάσει του άρθρου 95, παράγραφος 1, της Συνθήκης.
53. Τέλος, είναι σαφές ότι ορθώς η Επιτροπή εκθέτει ότι η απόφαση 92/411 για τις δανικές και ολλανδικές ενισχύσεις σε σχέση με περιβαλλοντικούς φόρους εκδόθηκε ως ατομική απόφαση και όχι ως τροποποιητική πράξη του πέμπτου κώδικα ενισχύσεων. Επομένως, καθόσον η πρακτική των οργάνων έχει σημασία για την ερμηνεία άλλων μέτρων που αυτά θεσπίζουν , το μέτρο αυτό δεν παρέχει έρεισμα για τους ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών.
54. Η ανάλυση αυτή του γράμματος του πέμπτου κώδικα ενισχύσεων είναι απολύτως συνεπής προς την άποψή μου για την ορθότητα της κρίσεως του ρωτοδικείου, που διατυπώνεται στη σκέψη 43 της αποφάσεως Wirtschaftsvereinigung και στην σκέψη 51 της αποφάσεως British Steel όσον αφορά την ορθή ερμηνεία της Συνθήκης και του θεμιτού πεδίου εφαρμογής του κώδικα ενισχύσεων. Επομένως, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι ο πρώτος και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως της Wirtschaftsvereinigung πρέπει να απορριφθούν, καθώς επίσης ο πρώτος λόγος αναιρέσεως της British Steel.
B - Wirtschaftsvereinigung: ii) παραβίαση της αρχής της αναγκαιότητας
55. Οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στο ρωτοδικείο ότι μετέβαλε τις περιστάσεις, υπό τις οποίες μπορούν να εγκριθούν κρατικές ενισχύσεις κατά το άρθρο 95, από απολύτως εξαιρετικές περιπτώσεις («σε καμία περίπτωση (...) κρατικών ενισχύσεων οι οποίες δεν είναι απαραίτητες») , σε γενικό κανόνα («κάθε φορά που (...) αναγκαία») . Υποστηρίζουν ότι το ρωτοδικείο έπρεπε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι, κατ' αρχήν, ενίσχυση για την αναδιάρθρωση δεν μπορεί να είναι αναγκαία παρά μόνο μια φορά. Η αρχή αυτή επιρρωννύεται από τις κοινοτικές βασικές κατευθύνσεις για τις κρατικές ενισχύσεις υπέρ της διάσωσης και αναδιάρθρωσης προβληματικών επιχειρήσεων, όπου εκτίθεται ότι ενισχύσεις για την αναδιάρθρωση πρέπει κανονικά να χορηγούνται μία μόνον φορά , και επαναλαμβάνεται σε διάφορες άλλες πράξεις .
56. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι βάλλει κατά της εκ μέρους του ρωτοδικείου κρίσεως των πραγματικών περιστατικών που αφορούν προηγούμενες ενισχύσεις προς την Ilva και την υφιστάμενη ανάγκη περαιτέρω ενισχύσεων αναδιαρθρώσεως κατά το χρονικό σημείο της εκδόσεως της αποφάσεως 94/259 . Εσφαλμένη κρίση του ρωτοδικείου ως προς την εκτίμηση εκ μέρους της Επιτροπής της καταστάσεως θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι υφίσταται μόνο συνεπεία πολιτικών εξαγγελιών που περιέχονται στη Συνθήκη ΕΚ, χωρίς να διατυπώνονται με απόλυτο τρόπο. Μια απόλυτη αρχή «μια φορά ίσον τελευταία φορά» θα ήταν απαράδεκτη υπό το φως της κατά το άρθρο 95 της Συνθήκης περίπλοκης εκτιμήσεως που πρέπει να πραγματοποιηθεί υπό το φως των σκοπών που διατυπώνονται στα άρθρα 2 έως 4 της Συνθήκης. Τα χωρία του Δικαστηρίου και του ρωτοδικείου που συγκρίνουν οι αναιρεσείουσες ταυτίζονται εννοιολογικώς.
57. Δεν νομίζω ότι το επιχείρημα της Wirtschaftsvereinigung, που αφορά τη χρησιμοποιηθείσα από το ρωτοδικείο ορολογία, έχει κανένα έρεισμα. Αυτό που απαιτεί από κοινού η απόφαση του ρωτοδικείου και η προηγούμενη νομολογία του Δικαστηρίου είναι ότι ενισχύσεις μπορούν να εγκρίνονται μόνον όταν αποδεικνύεται ότι είναι αναγκαίες. ράγματι, είναι αξιοσημείωτο ότι το ρωτοδικείο όντως παρέθεσε το χωρίο της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση 214/83, Γερμανία κατά Επιτροπής , το οποίο επικαλείται η Wirtschaftsvereinigung. Το γενικότερο βασικό επιχείρημα ότι μια ενίσχυση μπορεί να είναι αναγκαία μόνο μια φορά για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας μιας επιχειρήσεως δεν λαμβάνει, κατά τη γνώμη μου, υπόψη τη μεταβαλλόμενη φύση των συνθηκών στις επιχειρηματικές δραστηριότητες, την οποία μεταβολή μπορεί να αντιμετωπίσει η Επιτροπή βάσει του άρθρου 95, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Για να αναφερθώ σε μια οριακή περίπτωση, δύσκολα μπορεί να υποστηριχθεί ότι μια ενίσχυση που χορηγήθηκε στις χαλυβουργικές επιχειρήσεις της Κοινότητας το 1950, μετά την ίδρυση της Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα, θα ήταν, κατ' αρχήν, επαρκής για να επιτρέψει στις επιχειρήσεις αυτές να αντιμετωπίσουν όλες τις ανταγωνιστικές προκλήσεις της δεκαετίας του 1990 και θα εμπόδιζε την Επιτροπή, στην τελευταία αυτή περίπτωση, να εγκρίνει πρόσθετες ενισχύσεις που θεωρούνται αναγκαίες για την επίτευξη των σκοπών που διατυπώνονται στα άρθρα 2 και 4 της Συνθήκης. Το πολιτικού χαρακτήρα σύνθημα «μια φορά ίσον τελευταία φορά» μπορεί μεν να είναι μια χρήσιμη έκφραση της ανάγκης να εξετάζονται μέχρι υπερβολικού βαθμού σχολαστικότητας αιτήσεις για την έγκριση χορηγήσεως ενισχύσεων στις ίδιες επιχειρήσεις, πλην όμως δεν μπορεί να αναχθεί σε δεσμευτική αρχή αποκλείουσα την εξέταση εκ μέρους της Επιτροπής των επιταγών του κοινού συμφέροντος υπό τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περιπτώσεως. Άπαξ το βασικό αυτό επιχείρημα απορριφθεί, το ίδιο πρέπει να απορριφθεί και αυτός ο λόγος αναιρέσεως, καθώς η Επιτροπή εξέθεσε ότι η Wirtschaftsvereinigung δεν βάλλει κατά της συγκεκριμένης εξετάσεως εκ μέρους του ρωτοδικείου, που συνοψίζεται στο σημείο 31 ανωτέρω, της εκτιμήσεως της Επιτροπής για την αναγκαιότητα της χορηγήσεως ενισχύσεως, ενόψει των συγχρόνως με αυτή μειώσεων ικανότητας παραγωγής και άλλων υποχρεώσεων που επεβλήθηκαν στην Ilva.
Γ - Wirtschaftsvereinigung: iii) αθέμιτη επιδίωξη αμιγώς εθνικής πολιτικής
58. Οι αναιρεσείουσες προβάλλουν ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν λαμβάνει υπόψη το σοβαρό σφάλμα εκτιμήσεως της Επιτροπής, που διαπιστώνεται στο τμήμα IV, παράγραφος 1, δεύτερη φράση, της αιτιολογίας της αποφάσεως 94/259, καθόσον η Επιτροπή κατέστησε την ενίσχυση της ιταλικής χαλυβουργίας αντικείμενο της αποφάσεως αυτής. Αυτό αντιβαίνει προς την απόφαση στην υπόθεση Fabrique de Fer de Charleroi κατά Επιτροπής, κατά την οποία δεν μπορούν θεμιτώς να ληφθούν υπόψη οι ειδικές ανάγκες ενός μόνον κράτους μέλους κατά τη ρύθμιση της κοινής αγοράς στο σύνολό της .
59. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι περιέχει απλώς έναν ασαφή ισχυρισμό ο οποίος δεν αφορά τα κρίσιμα μέρη της εξετάσεως στην οποία προέβη το ρωτοδικείο . Η Ιταλία υποστηρίζει ότι ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι συνιστά νέο επιχείρημα και διότι, εν πάση περιπτώσει, είναι προφανές ότι η ιταλική χαλυβουργία αποτελεί σημαντικό μέρος ολόκληρου του κοινοτικού κλάδου.
60. Κατά τη γνώμη μου, ο λόγος αυτός αναιρέσεως συνάγεται σαφώς από το επιχείρημα που προβλήθηκε ενώπιον του ρωτοδικείου, το οποίο συνοψίζεται ανωτέρω στο σημείο 28, και επομένως, κατά τη γνώμη μου, δεν μπορεί να απορριφθεί ως απαραδέκτως προβαλλόμενο νέο επιχείρημα. άντως, είναι σαφές ότι το ρωτοδικείο εξέτασε το επιχείρημα ότι εγκριθείσες ενισχύσεις, προκειμένου να αποκτήσει η ιταλική χαλυβουργία μια υγιή και οικονομικώς βιώσιμη διάρθρωση, δεν εξυπηρετούσαν τους σκοπούς της Συνθήκης. Η απάντηση του ρωτοδικείου, με βάση τη γενική κρίση στον χαλυβουργικό τομέα και το γεγονός ότι η απόφαση 94/259/ΕΚΑΧ αποτελούσε μέρος μιας ευρύτερης δέσμης μέτρων που αφορούσαν ποικίλες χαλυβουργικές επιχειρήσεις, συνοψίζεται ανωτέρω στο σημείο 30. Δεδομένου ότι η Wirtschaftsvereinigung δεν βάλλει κατά οποιουδήποτε συγκεκριμένου στοιχείου της εξετάσεως στην οποία προέβη εν προκειμένω το ρωτοδικείο, ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Δ - British Steel: ii) δικαιολογημένη εμπιστοσύνη
61. Η British Steel προβάλλει ότι η πρακτική της Επιτροπής δημιούργησε τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ότι δεν θα ενέκρινε ενισχύσεις για την αναδιάρθρωση καθόσον χρόνο θα ίσχυε ο κώδικας ενισχύσεων. Αναφέρει ως παράδειγμα ορισμένες αποφάσεις της Επιτροπής με τις οποίες αυτή αρνήθηκε να εγκρίνει ενισχύσεις για τον λόγο ότι οι ενισχύσεις αυτές δεν ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής του κώδικα ενισχύσεων . Επιπλέον, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είχε λόγους ανησυχίας συνεπεία των σχεδίων της Επιτροπής, λόγω του ότι είχε εκπροσωπηθεί στη Συμβουλευτική Επιτροπή ΕΚΑΧ, δεδομένου ότι τα μέλη της συμμετείχαν σ' αυτήν ατομικώς. Τέλος, η απόφαση 92/411/ΕΚΑΧ, που επέτρεψε την απαλλαγή δανικών και ολλανδικών χαλυβουργικών επιχειρήσεων από ορισμένους περιβαλλοντικούς φόρους, δεν συγκρίνεται με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, διότι δεν αναφερόταν σε ενισχύσεις για την αναδιάρθρωση και επέτρεπε απλώς την επέκταση στον χαλυβουργικό τομέα μιας γενικότερης ενισχύσεως, διεπόμενης εξάλλου από τη Συνθήκη ΕΚ. Επομένως, η έκδοσή της δεν μπορούσε να θίξει τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη της British Steel.
62. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το επιχείρημα της British Steel αφορά ως επί το πλείστον την πρακτική της Επιτροπής μετά την ημερομηνία εκδόσεως των προσβαλλομένων αποφάσεων. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να υποκαταστήσει εν προκειμένω το ρωτοδικείο στην κρίση του ή να εξετάσει νέα αποδεικτικά στοιχεία που προβάλλει η British Steel. Το Συμβούλιο, η Ιταλία και η Ισπανία προβάλλουν ότι δεν μπορεί να υφίσταται δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ως προς το ότι μια δεδομένη ρύθμιση θα διατηρηθεί, δεδομένου ότι η εύρυθμη λειτουργία της κοινής αγοράς απαιτεί συνεχείς προσαρμογές προς τις οικονομικές συνθήκες. Εν πάση περιπτώσει, ο πέμπτος κώδικας ενισχύσεων δεν αποτελεί πλήρη ρύθμιση. Μολονότι ένας από τους διευθυντές της British Steel συμμετείχε υπό ατομική ιδιότητα στη Συμβουλευτική Επιτροπή, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι αυτό δεν σημαίνει ότι η British Steel δεν πληροφορούνταν συνεχώς για τις συζητήσεις που διεξάγονταν στη Συμβουλευτική Επιτροπή· στην British Steel εναπόκειται να αποδείξει το αντίθετο. Η Ιταλία προσθέτει ότι αυτό αποτελεί ένα καθαρά δευτερεύον στοιχείο στη συλλογιστική του ρωτοδικείου.
63. Δεν βλέπω κανένα λόγο ώστε να αποστώ από τη βασική κρίση του ρωτοδικείου, όπως συνοψίζεται ανωτέρω στο σημείο 26, ότι ο κώδικας ενισχύσεων δεν μπορούσε να δημιουργήσει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ως προς το ότι δεν θα εγκρίνονταν από την Επιτροπή άλλου είδους ενισχύσεις, διότι δεν απέκλεισε (και δεν μπορούσε να αποκλείσει), κατά τον χρόνο της ισχύος του, τη χορήγηση τέτοιων άλλων ενισχύσεων σε εξαιρετικές περιστάσεις. Στην αλληλουχία αυτή, το ρωτοδικείο ορθώς έκρινε ότι ένας καλώς ενημερωμένος επιχειρηματίας δεν μπορούσε να υποθέσει ότι θα διατηρηθεί μια δεδομένη νομική κατάσταση ακόμη και ενόψει οικονομικών συνθηκών που έχουν μεταβληθεί. Ακόμη και αν αγνοηθεί το γεγονός ότι η πρακτική της Επιτροπής στην οποία αναφέρεται η British Steel είναι κατά το πλείστον μεταγενέστερη της εκδόσεως των προσβαλλομένων αποφάσεων, η άρνηση της Επιτροπής να εγκρίνει ενισχύσεις στις περιπτώσεις αυτές μπορεί να θεωρηθεί ως ένδειξη για την έλλειψη αρμοδιότητας να εγκρίνει, σύμφωνα με τις απλοποιημένες διαδικασίες του κώδικα ενισχύσεων, ενισχύσεις που δεν υπάγονται στα άρθρα 2 έως 5 αυτού του κώδικα. Επομένως, οι αποφάσεις αυτές δεν μπορούσαν να δημιουργήσουν οποιαδήποτε δικαιολογημένη εμπιστοσύνη για το ότι η Επιτροπή δεν θα έκανε χρήση του άρθρου 95, παράγραφος 1, της Συνθήκης προκειμένου να εγκρίνει τις ενισχύσεις. αρά το ότι, όπως εκθέτει η British Steel, η απόφαση 92/411/ΕΚΑΧ έχει εντελώς διαφορετικό αντικείμενο από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, δεν νομίζω ότι οι διαφορές αυτές έχουν σημασία. Η απόφαση αυτή αποτελεί σαφή περίπτωση, πριν από την έκδοση των προσβαλλομένων αποφάσεων, εγκρίσεως ενισχύσεων που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κώδικα ενισχύσεων. Αν το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κώδικα ενισχύσεων θεωρούνταν ότι έχει την έννοια ότι απαγορεύει οποιαδήποτε άλλη μορφή ενισχύσεων - πράγμα που, κατά τη γνώμη μου, δεν αποτελεί ορθή ερμηνεία του - θα απέκλειε, στην ίδια έκταση, την έγκριση με ατομική απόφαση των κατηγοριών ενισχύσεων που καλύπτονται από την απόφαση 92/411/ΕΚΑΧ και από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις. Με την ίδια συλλογιστική, η πάντοτε υφιστάμενη δυνατότητα εγκρίσεως της χορηγήσεως ενισχύσεων μέσω φορολογικής ελαφρύνσεως καθιστά φανερό ότι το άρθρο 95, παράγραφος 1, της Συνθήκης θα μπορούσε εύκολα να χρησιμοποιηθεί για την έγκριση και άλλων επίσης ειδών ενισχύσεως. Υπό το φως των παρατηρήσεων αυτών, δεν νομίζω ότι η φύση των πληροφοριακών στοιχείων, τα οποία η British Steel διέθετε ή όφειλε να διαθέτει ως εκ της συμμετοχής ενός από τους διευθυντές της στη Συμβουλευτική Επιτροπή ΕΚΑΧ, έχει σημασία για την απόφαση επί της υποθέσεως. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως της British Steel.
V - ρόταση
64. Ενόψει των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφασίσει ως εξής στις δύο αυτές υποθέσεις:
Στην υπόθεση C-441/97 P, Wirtschaftsvereinigung Stahl κ.λπ. κατά Επιτροπής,
- να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και
- να καταδικάσει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα.
Στην υπόθεση C-1/98 P, British Steel plc κατά Επιτροπής,
- να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και
- να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy