Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 Κοινωνική πολιτική - Προστασία της ασφαλείας και της υγείας των εργαζομένων - Οδηγία 90/394 σχετικά με την προστασία των εργαζομένων από τους κινδύνους που συνδέονται με την έκθεση σε καρκινογόνους παράγοντες κατά την εργασία - Ξρήση καρκινογόνου παράγοντα στον χώρο εργασίας - Υποχρεώσεις των εργοδοτών - Εξαρτώνται από το αποτέλεσμα της αξιολογήσεως του κινδύνου - Δεν συντρέχει παρόμοια εξάρτηση
(Οδηγία 90/394 του Συμβουλίου, άρθρα 3 και 4)
2 Κοινωνική πολιτική - Προστασία της ασφαλείας και της υγείας των εργαζομένων - Οδηγία 90/394 σχετικά με την προστασία των εργαζομένων από τους κινδύνους που συνδέονται με την έκθεση σε καρκινογόνους παράγοντες κατά την εργασία - Έκθεση των εργαζομένων σε καρκινογόνους παράγοντες - Υποχρεώσεις των εργοδοτών - Εξαρτώνται από το αποτέλεσμα της αξιολογήσεως του κινδύνου
(Οδηγία 90/394 του Συμβουλίου, άρθρα 3 και 5)
3 Κοινωνική πολιτική - Προστασία της ασφαλείας και της υγείας των εργαζομένων - Οδηγία 90/394 σχετικά με την προστασία των εργαζομένων από τους κινδύνους που συνδέονται με την έκθεση σε καρκινογόνους παράγοντες κατά την εργασία - Εθνική ρύθμιση επιβάλλουσα στους εργοδότες αυστηρότερες υποχρεώσεις από τις προβλεπόμενες με την οδηγία - Μέτρα ενισχυμένης προστασίας κατά την έννοια του άρθρου 118 Α, παράγραφος 3, της Συνθήκης - Επιτρεπτό - Προϋποθέσεις
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 118 Α § 3· οδηγία 90/394 του Συμβουλίου, άρθρο 5)
4 Κοινωνική πολιτική - Προστασία της ασφαλείας και της υγείας των εργαζομένων - Οδηγία 89/655 σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφαλείας και υγείας για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας από τους εργαζομένους κατά την εργασία τους - Προθεσμία για την προσαρμογή των υφισταμένων εξοπλισμών - Εθνική κανονιστική ρύθμιση καθορίζουσα βραχύτερη προθεσμία από την προβλεπόμενη με την οδηγία - Επιτρεπτό - Προϋποθέσεις
(Οδηγία 89/655 του Συμβουλίου, άρθρο 4 §§ 1, στοιχ. ββ)
Περίληψη
1 Το άρθρο 4 της οδηγίας 90/394, σχετικά με την προστασία των εργαζομένων από τους κινδύνους που συνδέονται με την έκθεση σε καρκινογόνους παράγοντες κατά την εργασία, έχει την έννοια ότι η υποχρέωση του εργοδότη να μειώσει τη χρήση του καρκινογόνου παράγοντα στον χώρο εργασίας ή να τον αντικαταστήσει δεν εξαρτάται από τα αποτελέσματα της κατά το άρθρο 3 της εν λόγω οδηγίας αξιολογήσεως του κινδύνου.
2 Το άρθρο 5 της οδηγίας 90/394 έχει την έννοια ότι η βαρύνουσα τον εργοδότη υποχρέωση αποφυγής ή μειώσεως της εκθέσεως των εργαζομένων στον καρκινογόνο παράγοντα εξαρτάται από το αποτέλεσμα της κατά το άρθρο 3 της εν λόγω οδηγίας αξιολογήσεως του κινδύνου.
3 Εθνική διάταξη υποχρεώνουσα τον εργοδότη να μειώσει την έκθεση των εργαζομένων στον καρκινογόνο παράγοντα ανεξάρτητα από την αξιολόγηση του κινδύνου δεν αντίκειται προς την οδηγία 90/394 οσάκις συνιστά μέτρο ενισχυμένης προστασίας των όρων εργασίας, επιτρεπόμενο από το άρθρο 118 Α, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ και από την οδηγία 90/394, η οποία θέτει απλώς επί του θέματος τις κατώτατες προδιαγραφές.
Αφενός, η υποχρέωση αυτή, η οποία αυξάνει την προστασία της υγείας και της ασφαλείας των εργαζομένων, επιπλέον δε περιορίζεται στην ενίσχυση της προβλεπομένης από το άρθρο 5 της οδηγίας υποχρεώσεως, δεν θέτει υπό αμφισβήτηση τη συνοχή της κοινοτικής παρεμβάσεως στον τομέα της προστασίας της υγείας και της ασφαλείας των εργαζομένων. Αφετέρου, εθνική διάταξη ενισχύουσα την προβλεπομένη στο άρθρο 5 της οδηγίας υποχρέωση, μέσω της υποχρεώσεως του εργοδότη να μειώσει την έκθεση των εργαζομένων στον καρκινογόνο παράγοντα ανεξάρτητα από την αξιολόγηση του κινδύνου, εφαρμόζεται κατά τρόπο μη εισάγοντα δυσμενή διάκριση και δεν παρακωλύει την άσκηση των θεμελιωδών ελευθεριών που εγγυάται η Συνθήκη.
4 Το άρθρο 4 της οδηγίας 89/655/ΕΟΚ, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφαλείας και υγείας για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας από τους εργαζομένους κατά την εργασία τους, δεν απαγορεύει σε κράτος μέλος να καθορίσει προθεσμία για την προσαρμογή των υφισταμένων εξοπλισμών εργασίας λήγουσα προς της 31ης Δεκεμβρίου 1996, στον βαθμό που η εν λόγω προθεσμία δεν είναι τόσο σύντομη ώστε να μην επιτρέπει στους εργοδότες να πραγματοποιήσουν την προσαρμογή ή να συνεπάγεται για τους τελευταίους προδήλως υπερβολικό κόστος σε σχέση με εκείνο που θα όφειλαν να φέρουν αν η προθεσμία ήταν μεγαλύτερη.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-2/97,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Tribunale di Genova (Ιταλία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Societΰ italiana petroli SpA (IP)
και
Borsana Srl,
"η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς προς την ερμηνεία του άρθρου 4 της οδηγίας 89/655/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 1989, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφαλείας και υγείας για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας από τους εργαζομένους κατά την εργασία τους (δεύτερη ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ) (EE L 393, σ. 13), καθώς και των άρθρων 3, 4 και 5 της οδηγίας 90/394/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1990, σχετικά με την προστασία των εργαζομένων από τους κινδύνους που συνδέονται με την έκθεση σε καρκινογόνους παράγοντες κατά την εργασία (έκτη ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ) (ΕΕ L 196, σ. 1),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. C. Rodrνguez Iglesias, Πρόεδρο, P. J. G. Kapteyn, J.-P. Puissochet, G. Hirsch και P. Jann, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, J. C. Moitinho de Almeida (εισηγητή), D. A. O. Edward, H. Ragnemalm, R. Schintgen και Κ. Μ. Ιωάννου, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η Societΰ italiana petroli SpA (IP), εκπροσωπούμενη από τους Μ. Maresca και G. Mensi, δικηγόρους Γένουας,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την I. Martνnez del Peral, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, και τον E. Altieri, δημόσιο υπάλληλο κράτους μέλους αποσπασμένο στην εν λόγω υπηρεσία,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Societΰ italiana petroli SpA (IP), εκπροσωπουμένης από τον δικηγόρο Μ. Maresca, της Γαλλικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από την R. Loosli-Surrans, chargι de mission στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και της Επιτροπής, εκπροσωπουμένης από την I. Martνnez del Peral και τον P. Stancanelli, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, κατά τη συνεδρίαση της 3ης Μαρτίου 1998,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 28ης Απριλίου 1998,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 14ης Δεκεμβρίου 1996, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 3 Ιανουαρίου 1997, το Tribunale di Genova υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, τρία προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 4 της οδηγίας 89/655/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 1989, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφαλείας και υγείας για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας από τους εργαζομένους κατά την εργασία τους (δεύτερη ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ) (EE L 393, σ. 13), καθώς και των άρθρων 3, 4 και 5 της οδηγίας 90/394/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1990, σχετικά με την προστασία των εργαζομένων από τους κινδύνους που συνδέονται με την έκθεση σε καρκινογόνους παράγοντες κατά την εργασία (έκτη ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ) (ΕΕ L 196, σ. 1).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Societΰ italiana petroli SpA (IP) (στο εξής: Italiana petroli) και της Borsana Srl (στο εξής: Borsana) ως προς την αιτούμενη από την πρώτη προμήθεια εκ μέρους της δεύτερης εταιρίας, με βάση τις οδηγίες 89/655 και 90/394, καυσίμων με τη χαμηλότερη δυνατή περιεκτικότητα σε βενζόλιο και συστημάτων απορροφήσεως των εκλυομένων αερίων και ατμών κατά τον χρόνο της διανομής.
Το κοινοτικό δίκαιο
3 Η οδηγία 89/655 εκδόθηκε με βάση το άρθρο 118 Α της Συνθήκης ΕΟΚ. Το άρθρο 4 αυτής, τιτλοφορούμενο «Κανόνες σχετικά με τον εξοπλισμό εργασίας», ορίζει:
«1. Υπό την επιφύλαξη του άρθρου 3, ο εργοδότης οφείλει να προμηθεύεται ή/και να χρησιμοποιεί εξοπλισμό εργασίας ο οποίος:
α) αν τίθεται για πρώτη φορά στη διάθεση των εργαζομένων στην επιχείρηση ή/και την εγκατάσταση μετά τις 31 Δεκεμβρίου 1992, να ανταποκρίνεται:
i) στις διατάξεις οποιασδήποτε συναφούς και ισχύουσας κοινοτικής οδηγίας,
ii) στις ελάχιστες προδιαγραφές που προβλέπει το παράρτημα, εφόσον δεν ισχύει καμία άλλη κοινοτική οδηγία ή ισχύει εν μέρει,
β) αν έχει ήδη τεθεί στη διάθεση των εργαζομένων στην επιχείρηση ή/και την εγκατάσταση στις 31 Δεκεμβρίου 1992, να ανταποκρίνεται στις ελάχιστες προδιαγραφές που προβλέπονται στο παράρτημα, τέσσερα το πολύ έτη μετά την ημερομηνία αυτή.»
4 Η οδηγία 90/394 εκδόθηκε με βάση το άρθρο 118 Α της Συνθήκης. Υπό τον τίτλο «Πεδίο εφαρμογής - Εντοπισμός και αξιολόγηση των κινδύνων», το άρθρο 3 αυτής προβλέπει:
«1. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στις δραστηριότητες [στα πλαίσια των οποίων] οι εργαζόμενοι εκτίθενται ή ενδέχεται να εκτεθούν σε καρκινογόνους παράγοντες λόγω της εργασίας τους.
2. Για κάθε δραστηριότητα που ενδέχεται να συνεπάγεται κίνδυνο εκθέσεως σε καρκινογόνους παράγοντες, πρέπει να προσδιορίζονται η φύση, ο βαθμός και η διάρκεια της εκθέσεως των εργαζομένων, ώστε να είναι δυνατό να αξιολογούνται όλοι οι κίνδυνοι για την ασφάλεια ή την υγεία των εργαζομένων και να μπορούν να καθορίζονται τα ληπτέα μέτρα.
Η αξιολόγηση αυτή πρέπει να επαναλαμβάνεται τακτικά και εν πάση περιπτώσει σε κάθε αλλαγή των συνθηκών που θα μπορούσε να επηρεάσει την έκθεση των εργαζομένων στους καρκινογόνους παράγοντες.
Ο εργοδότης οφείλει να παρέχει στις αρμόδιες αρχές, κατόπιν αιτήσεώς τους, τα χρησιμοποιηθέντα για την αξιολόγηση αυτή στοιχεία.
(...)»
5 Υπό τον τίτλο «Μείωση και υποκατάσταση», το άρθρο 4 της οδηγίας 90/394 διευκρινίζει:
«1. Ο εργοδότης μειώνει τη χρήση ενός καρκινογόνου παράγοντα στον χώρο εργασίας, υποκαθιστώντας τον κυρίως, στο μέτρο που είναι τεχνικά εφικτό, από μια ουσία, ένα παρασκεύασμα ή μια μέθοδο, τα οποία, υπό τις συνθήκες χρήσεώς τους, είναι ακίνδυνα ή λιγότερο επικίνδυνα για την υγεία ή, ενδεχομένως, την ασφάλεια των εργαζομένων.
2. Ο εργοδότης κοινοποιεί το αποτέλεσμα των ερευνών του στην αρμόδια αρχή μετά από αίτησή της.»
6 Υπό τον τίτλο «Διατάξεις για την πρόληψη ή τη μείωση της εκθέσεως», το άρθρο 5 της οδηγίας 90/394 προσθέτει:
«1. Aν τα αποτελέσματα της κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, αξιολογήσεως συνεπάγονται κίνδυνο για την ασφάλεια ή την υγεία των εργαζομένων, η έκθεση των εργαζομένων πρέπει να αποφεύγεται.
2. Αν δεν είναι τεχνικά δυνατή η αντικατάσταση του καρκινογόνου παράγοντα από ουσία, παρασκεύασμα ή μέθοδο, τα οποία, υπό τις συνθήκες χρήσεώς τους, είναι ακίνδυνα ή λιγότερο επικίνδυνα για την ασφάλεια ή την υγεία, ο εργοδότης μεριμνά ώστε η παραγωγή και η χρήση του καρκινογόνου παράγοντα να πραγματοποιούνται σε κλειστό σύστημα, στο μέτρο που είναι τεχνικά εφικτό.
3. Αν δεν είναι τεχνικά δυνατή η χρησιμοποίηση κλειστού συστήματος, ο εργοδότης μεριμνά ώστε η έκθεση των εργαζομένων να μειώνεται στο χαμηλότερο επίπεδο που είναι τεχνικά εφικτό.
(...)»
7 Η οδηγία 85/210/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 1985, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την περιεκτικότητα της βενζίνης σε μόλυβδο (ΕΕ L 96, σ. 25), εκδόθηκε με βάση το άρθρο 100 της Συνθήκης ΕΟΚ, πριν από την έναρξη ισχύος της Ενιαίας Πράξεως. Το άρθρο 4, πρώτο εδάφιο, αυτής ορίζει:
«Από 1ης Οκτωβρίου 1989, η περιεκτικότητα της βενζίνης με ή χωρίς μόλυβδο σε βενζόλιο δεν υπερβαίνει το 5 % κατ' όγκο.»
8 Το άρθρο 7 της οδηγίας 85/210 διευκρινίζει:
«1. Υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 2, τα κράτη μέλη δεν εμποδίζουν ούτε περιορίζουν, για λόγους που έχουν σχέση με την περιεκτικότητα σε μόλυβδο ή βενζόλιο, την ελεύθερη κυκλοφορία και εμπορία της βενζίνης που ανταποκρίνεται στην παρούσα οδηγία.
2. Εφόσον το κράτος μέλος εφαρμόζει το άρθρο 2, παράγραφος 3, η ανώτατη επιτρεπτή περιεκτικότητα σε μόλυβδο της βενζίνης με μόλυβδο που διατίθεται στην αγορά ορίζεται σε 0,15 g Pb/l.»
Η ιταλική νομοθεσία
9 Το νομοθετικό διάταγμα 626, της 19ης Σεπτεμβρίου 1994 [GURI (επίσημη εφημερίδα της Ιταλικής Δημοκρατίας) αριθ. 265 της 12ης Νοεμβρίου 1994, supplemento ordinario, στο εξής: νομοθετικό διάταγμα 626/94], ορίζει στο άρθρο 6, παράγραφος 1:
«Τα επιφορτισμένα με τον σχεδιασμό των χώρων ή θέσεων εργασίας ή των εγκαταστάσεων πρόσωπα τηρούν τις γενικές αρχές προλήψεως σε θέματα ασφαλείας και υγείας σε επίπεδο επιλογών κατά τον σχεδιασμό και την τεχνική υλοποίηση και επιλέγουν τα μηχανήματα και τις συσκευές προστασίας που ανταποκρίνονται στις ουσιώδεις επιταγές ασφαλείας, όπως προβλέπει η επί του θέματος νομοθεσία.»
10 Υπό τον τίτλο «Υποκατάσταση και μείωση» το άρθρο 62 του νομοθετικού διατάγματος 626/94 προβλέπει:
«1. Ο εργοδότης αποφεύγει ή μειώνει τη χρήση καρκινογόνου παράγοντα στον χώρο εργασίας, υποκαθιστώντας τον ιδίως, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό είναι τεχνικά εφικτό, από ουσία, παρασκεύασμα ή μέθοδο που, υπό τις συνθήκες χρήσεώς τους, είναι ακίνδυνα ή λιγότερο επικίνδυνα για την υγεία και, ενδεχομένως, για την ασφάλεια των εργαζομένων.
2. Αν η αντικατάσταση του καρκινογόνου παράγοντα δεν είναι τεχνικά εφικτή, ο εργοδότης μεριμνά ώστε η παραγωγή ή χρήση του καρκινογόνου παράγοντα να πραγματοποιείται εντός κλειστού συστήματος, πάντοτε υπό την προϋπόθεση ότι αυτό είναι τεχνικά εφικτό.
3. Αν η προσφυγή σε κλειστό σύστημα είναι τεχνικά ανέφικτη, ο εργοδότης μεριμνά ώστε το επίπεδο εκθέσεως των εργαζομένων να μειωθεί στο κατώτερο δυνατό από τεχνική άποψη επίπεδο.»
11 Υπό τον τίτλο «Αξιολόγηση του κινδύνου», το άρθρο 63 του νομοθετικού διατάγματος 626/94 διευκρινίζει:
«1. Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 62, ο εργοδότης αξιολογεί την έκθεση στους καρκινογόνους παράγοντες, τα δε αποτελέσματα καταχωρούνται στο κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, έγγραφο.
2. Στα πλαίσια της αξιολογήσεως αυτής λαμβάνονται ιδίως υπόψη τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των εργασιών, η διάρκεια και η συχνότητά τους, οι ποσότητες των παραγομένων ή χρησιμοποιουμένων καρκινογόνων παραγόντων, η περιεκτικότητά τους, η ικανότητά τους να διεισδύουν στον οργανισμό απορροφούμενοι με διαφόρους τρόπους· λαμβάνεται επίσης υπόψη η κατάστασή τους και, σε περίπτωση που οι εν λόγω παράγοντες απαντούν σε στερεά κατάσταση, πρέπει να διευκρινίζεται αν πρόκειται για συμπαγή μάζα, κατατετμημένη ή κονιορτοποιημένη, καθώς και αν απαντούν ή όχι εντός στερεού σκεύους που περιορίζει ή παρεμποδίζει την έξοδο.
3. Στηριζόμενος στα αποτελέσματα της κατά την παράγραφο 1 αξιολογήσεως, ο εργοδότης λαμβάνει τα κατά τον παρόντα τίτλο προληπτικά και προστατευτικά μέτρα, προσαρμόζοντάς τα στις ιδιομορφίες των διαφόρων τόπων εργασίας.
(...)»
12 Τα άρθρα 89 και 90 του νομοθετικού διατάγματος 626/94 προβλέπουν ποινικές κυρώσεις και συγκεκριμένα φυλάκιση τριών έως έξι μηνών, σε περίπτωση μη τηρήσεως των προβλεπομένων στα άρθρα 62 και 63 του εν λόγω διατάγματος υποχρεώσεων.
13 Το άρθρο 36, παράγραφος 7, του νομοθετικού διατάγματος 626/94 προσέθεσε στο άρθρο 20 του προεδρικού διατάγματος 303, της 19ης Μαρτίου 1996, την ακόλουθη παράγραφο:
«Οποιοσδήποτε εξοπλισμός εργασίας, ο οποίος εμφανίζει κινδύνους λόγω της εκλύσεως αερίου, ατμών ή υγρών ή λόγω της εκπομπής κονιορτού, πρέπει να είναι εφοδιασμένος με κατάλληλες συσκευές κατακρατήσεως ή εκβολής τοποθετημένες εγγύς της πηγής των ενεχουσών παρόμοιο κίνδυνο εκπομπών.»
14 Οι διατάξεις του άρθρου 36 του νομοθετικού διατάγματος 626/94 τέθηκαν σε ισχύ, σύμφωνα με την παράγραφο 8 της ιδίας διατάξεως, τρεις μήνες μετά τη δημοσίευση της πράξεως στην Gazetta ufficiale della Repubblica italiana.
15 Εξάλλου, το άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 2, του νομοθετικού διατάγματος 294, της 27ης Μαου 1996 (GURI αριθ. 123 της 28ης Μαου 1996, στο εξής: νομοθετικό διάταγμα 294/96), ορίζει:
«1. Από 1ης Ιουλίου 1997 και μέχρι 30ής Ιουνίου 1999 η ανώτατη επιτρεπόμενη περιεκτικότητα σε βενζόλιο ορίζεται σε 1,4 % κατ' όγκον.
2. Από 1ης Ιουλίου 1999 η ανώτατη επιτρεπόμενη περιεκτικότητα της βενζίνης σε μόλυβδο ορίζεται σε 1 % κατ' όγκον.»
Η διαφορά της κύριας δίκης
16 Στις 19 Ιουλίου 1991, η Italiana petroli συνήψε με την Borsana διάφορες συμβάσεις προμηθείας καυσίμων για οχήματα με κινητήρα, καθώς και συμβάσεις για τη δωρεάν παραχώρηση εγκαταστάσεων και εξοπλισμών, αναγκαίων για τη μεταπώληση των καυσίμων.
17 Με έγγραφο της 3ης Ιουνίου 1996, η Borsana κάλεσε την Italiana petroli να της προμηθεύει, κατ' εφαρμογήν των συνδυασμένων διατάξεων του νομοθετικού διατάγματος 626/94 και των οδηγιών 89/655 και 90/394, καύσιμα με τη χαμηλότερη δυνατή περιεκτικότητα σε βενζόλιο, καθώς και συστήματα απορροφήσεως των εκλυομένων αερίων και ατμών κατά τον χρόνο της διανομής, με σκοπό την προστασία της υγείας των μισθωτών της.
18 Η Italiana petroli θεώρησε ότι η ικανοποίηση του αιτήματος της Borsana ήταν αδύνατη λόγω της αποκλίσεως των διατάξεων του νομοθετικού διατάγματος 626/94, ειδικότερα δε των άρθρων 62 και 63 αυτού, από τις διατάξεις των οδηγιών 90/34 και 89/655, σχετικά με την αξιολόγηση του κινδύνου εκθέσεως σε καρκινογόνους παράγοντες και τις τασσόμενες στους εργοδότες προθεσμίες για την προσαρμογή των εξοπλισμών εργασίας. Η Italiana petroli αμφισβήτησε επίσης το συμβιβαστό της οδηγίας 90/394 και του νομοθετικού διατάγματος 626/94 προς τα άρθρα 30, 36 και 100 Α της Συνθήκης ΕΚ, στον βαθμό που επέβαλαν στους εργοδότες πρόσθετη υποχρέωση μειώσεως, με γνώμονα τις οφειλόμενες στην τεχνική εξέλιξη δυνατότητες, της εκθέσεως στους καρκινογόνους παράγοντες, επομένως και στο βενζόλιο που περιέχουν τα καύσιμα, κάτω του καθοριζομένου από την οδηγία 85/210 ορίου, και μάλιστα κάτω των ακόμη κατωτέρων, όπως καθορίζει το νομοθετικό διάταγμα 294/96, ορίων.
19 Υπό τις συνθήκες αυτές, η Italiana petroli ενήγαγε στις 25 Ιουνίου 1996 ενώπιον του Tribunale di Genova την Borsana, με αίτημα να αναγνωριστεί ότι δεν όφειλε να προμηθεύει στην Borsana καύσιμα με περιεκτικότητα σε βενζόλιο κατώτερη των καθοριζομένων με την οδηγία 85/210 και με το νομοθετικό διάταγμα 294/96, αλλ' ούτε και να της διαθέτει, πριν από τη λήξη των τασσομένων με την οδηγία 89/655 και το νομοθετικό διάταγμα 294/96 προθεσμιών, συστήματα απορροφήσεως των αερίων και ατμών.
20 Με τη διάταξη περί παραπομπής, το εθνικό δικαστήριο υπενθυμίζει κατ' αρχάς ότι, στο πλαίσιο του ιταλικού συστήματος διανομής, ο έχων την εκμετάλλευση ή το προσωπικό του εκτελεί όλες τις συναφείς με την προμήθεια των καυσίμων πράξεις και την παροχή υπηρεσιών στους αυτοκινητιστές, οι οποίοι έχουν απευθείας πρόσβαση στις αντλίες μέσω συστημάτων αυτόματης πληρωμής μόνο σε πολύ περιορισμένο αριθμό πρατηρίων και συνήθως αποκλειστικά κατά τις εορτές ή τις ώρες κατά τις οποίες τα πρατήρια παραμένουν κλειστά. Επομένως, λόγω της καταστάσεως αυτής, η έκθεση του εργαζομένου στα αέρια και τους ατμούς των καυσίμων είναι σημαντικότερη.
21 Ακολούθως, το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί ότι, όσον αφορά το ζήτημα κατά πόσον η αξιολόγηση του κινδύνου εκθέσεως σε καρκινογόνους παράγοντες πρέπει να προηγείται της υποχρεώσεως μειώσεως και αντικαταστάσεώς τους με φροντίδα του εργοδότη, με το νομοθετικό διάταγμα 626/94 επιχειρήθηκε προφανώς «αναστροφή» σε σχέση με την οδηγία 90/394 που μετέφερε. Συγκεκριμένα, το άρθρο 62 του εν λόγω διατάγματος προβλέπει την υποχρέωση του εργοδότη να αποφεύγει, να αντικαθιστά ή να μειώνει τη χρήση των καρκινογόνων παραγόντων και να μειώνει την έκθεση των εργαζομένων στους εν λόγω παράγοντες στο «χαμηλότερο δυνατό από τεχνικής απόψεως» επίπεδο, ενώ το άρθρο 63 του ιδίου διατάγματος υποχρεώνει τον εργοδότη, «Υπό την επιφύλαξη όσων προβλέπει το άρθρο 62», να αξιολογεί τον κίνδυνο εκθέσεως στους καρκινογόνους παράγοντες και να λαμβάνει προληπτικά και προστατευτικά μέτρα ενόψει των αποτελεσμάτων της εν λόγω αξιολογήσεως. Επομένως, η υποχρέωση μειώσεως της εκθέσεως των εργαζομένων στους καρκινογόνους παράγοντες στο «χαμηλότερο δυνατό από τεχνικής απόψεως» επίπεδο, όπως προβλέπει το άρθρο 62 του εν λόγω διατάγματος, επιβάλλεται στον εργοδότη ανεξάρτητα από την αξιολόγηση του κινδύνου, ενώ η οδηγία 90/394 εξαρτά την υποχρέωση αποφυγής ή μειώσεως της εκθέσεως των εργαζομένων στους καρκινογόνους παράγοντες από το αποτέλεσμα της εν λόγω αξιολογήσεως.
22 Όσον αφορά το ερώτημα της προσαρμογής των εξοπλισμών εργασίας, το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει ότι, σε αντίθεση με τη μεταβατική περίοδο τεσσάρων ετών του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/655, το άρθρο 36, παράγραφος 8, του νομοθετικού διατάγματος 626/34 προβλέπει ότι οι αφορώσες τους εξοπλισμούς εργασίας διατάξεις αρχίζουν να ισχύουν τρεις μήνες μετά τη δημοσίευση του διατάγματος στην Gazzetta ufficiale della Repubblica italiana. Σύμφωνα με το αιτούν δικαστήριο, η υποχρέωση του εργοδότη να συμμορφωθεί προς τη νέα κανονιστική ρύθμιση εντός τριών μηνών, σε συνδυασμό με την επιβολή ποινικών κυρώσεων φυλακίσεως τριών έως έξι μηνών, δεν είναι ούτε εύλογη ούτε αναλογική.
23 Ως προς το ερώτημα της μειώσεως της περιεκτικότητας των καυσίμων σε βενζόλιο κάτω των προβλεπομένων με την οδηγία 85/210 και το νομοθετικό διάταγμα 294/96 οριακών τιμών, το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει ότι η Ιταλική Κυβέρνηση καθόρισε με το εν λόγω διάταγμα κατώτερες από τις προβλεπόμενες με την εν λόγω οδηγία τιμές. Η Ιταλική Κυβέρνηση κατέφυγε προς τον σκοπό αυτό στον προβλεπόμενο από το άρθρο 100 Α, παράγραφος 4, της Συνθήκης μηχανισμό, οπότε κοινοποίησε το ανωτέρω νομοθετικό διάταγμα στην Επιτροπή. Το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί περαιτέρω ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, του νομοθετικού διατάγματος 626/94 επιβάλλει και «για τα πρόσωπα που σχεδιάζουν τους χώρους ή τις θέσεις εργασίας ή τις εγκαταστάσεις», όσον αφορά το θέμα του σχεδιασμού, τις υποχρεώσεις οι οποίες βαρύνουν, σύμφωνα με την οδηγία 90/394, τους εργοδότες. Κατά το αιτούν δικαστήριο, η βάσει του εθνικού δικαίου διεύρυνση των προβλεπομένων από την οδηγία 90/394 υποχρεώσεων συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο ως μέτρο ενισχυμένης προστασίας των όρων εργασίας. Πάντως, το Tribunale di Genova διατυπώνει επιφυλάξεις ως προς το ερώτημα αν η οδηγία 90/394, η οποία προβλέπει την υποχρέωση λήψεως των τεχνικώς εφικτών μέτρων μειώσεως του κινδύνου, επιβάλλει τη μείωση της περιεκτικότητας των καυσίμων σε βενζόλιο σε επίπεδο κατώτερο από τα προβλεπόμενα με την οδηγία 85/210 και το νομοθετικό διάταγμα 294/96.
24 Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Tribunale di Genova ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Ερωτάται αν οι διατάξεις των άρθρων 3, 4 και 5 της οδηγίας 90/394, της 28ης Ιουνίου 1990, σχετικά με την προστασία των εργαζομένων από τους κινδύνους που συνδέονται με την έκθεσή τους σε καρκινογόνους παράγοντες κατά την εργασία (έκτη ειδική οδηγία), έχουν στην πραγματικότητα την έννοια ότι εξαρτούν την υποχρέωση λήψεως των μέτρων μειώσεως και υποκαταστάσεως του κινδύνου, καθώς και των μέτρων προς αποφυγή ή μείωση της εκθέσεως στον καρκινογόνο παράγοντα, από το αποτέλεσμα της κατά το άρθρο 3 "αξιολογήσεως του κινδύνου".
Ερωτάται αν, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, αντίκειται προς την οδηγία εθνική κανονιστική ρύθμιση περί μεταφοράς της, προβλέπουσα υποχρεώσεις παρεμβάσεως του εργοδότη για την υποκατάσταση ή μείωση, εντός των θεωρουμένων ως "τεχνικά εφικτών" ορίων, της χρήσεως του καρκινογόνου παράγοντα και/ή υποχρεώσεις παρεμβάσεώς του για τη μείωση του επιπέδου εκθέσεως των εργαζομένων "στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο από τεχνικής απόψεως", ανεξάρτητα από την προηγούμενη και συγκεκριμένη αξιολόγηση του κινδύνου και τις κατά το άρθρο 3 της οδηγίας επαληθεύσεις, προβλέποντας, σε περίπτωση αθετήσεως των εν λόγω υποχρεώσεων, ποινικές κυρώσεις, ακόμα και στερητικές της ελευθερίας και μη κατά νόμο εξαγοράσιμες, εφόσον ο εργοδότης, αφού αξιολόγησε και βεβαίωσε συγκεκριμένα την ύπαρξη και τον βαθμό του κινδύνου, παρέλειψε να λάβει τα ενδεικνυόμενα νόμιμα μέτρα.
2) Ερωτάται αν αντίκειται προς την κατά το άρθρο 4 της οδηγίας 89/655 κοινοτική κανονιστική ρύθμιση (κατά το μέρος που η οδηγία διακρίνει, όσον αφορά τον χρόνο προσαρμογής των εξοπλισμών εργασίας, μεταξύ των εξοπλισμών που βρίσκονταν ήδη στη διάθεση των εργαζομένων στις 31 Δεκεμβρίου 1992 και εκείνων που τέθηκαν στη διάθεση των εργαζομένων μετά την εν λόγω ημερομηνία), εθνική διάταξη περί μεταφοράς της, η οποία, σε αντίθεση ενδεχομένως προς τις αρχές της λογικής και της αναλογικότητας, δεν προβαίνει σε καμία διάκριση και ορίζει κατά τρόπο ενιαίο περίοδο προσαρμογής τριών μηνών προκειμένου να αρχίσει να ισχύει και να παράγει πλήρως τα αποτελέσματά της (αλλά και σε συνδυασμό με αυστηρό σύστημα επιβολής ποινικών κυρώσεων στους εργοδότες).
3) Ερωτάται αν τα άρθρα 3, 4 και 5 της οδηγίας 90/394 (και τα αντίστοιχα άρθρα του νομοθετικού διατάγματος 624/94 περί μεταφοράς της στην εθνική έννομη τάξη) έχουν την έννοια ότι επιβάλλουν στον εργοδότη, αλλά και αντίστοιχα στα λοιπά κατά το άρθρο 6 του νομοθετικού διατάγματος 626/94 υποκείμενα δικαίου, υποχρεώσεις και ευθύνες ως προς τη μείωση της περιεκτικότητας της βενζίνης σε βενζόλιο, μεταγενέστερες σε σχέση προς τα όρια που είχαν καθοριστεί με την οδηγία 85/210 και προς τα ακόμη χαμηλότερα του νομοθετικού διατάγματος 294/96.»
25 Προκαταρκτικώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία αναγόμενη στην απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1986, 152/84, Marshall (Συλλογή 1986, σ. 723, σκέψη 48), η οδηγία δεν μπορεί αφεαυτής να δημιουργήσει υποχρέωση σε βάρος ιδιώτη, εν προκειμένω σε εργοδότη, και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει επίκλησή της έναντι του προσώπου αυτού.
26 Πάντως, όπως προκύπτει και από πάγια νομολογία αναγόμενη στην απόφαση της 10ης Απριλίου 1984, 14/83, Von Colson και Kamann (Συλλογή 1984, σ. 1891, σκέψη 26), η απορρέουσα από οδηγία υποχρέωση των κρατών μελών να επιτύχουν το επιδιωκόμενο με αυτήν αποτέλεσμα, καθώς και το δυνάμει του άρθρου 5 της Συνθήκης ΕΚ καθήκον τους να λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση της υποχρεώσεως αυτής, επιβάλλονται σε όλες τις αρχές των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων των δικαστηρίων στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους. Όπως προκύπτει από τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 13ης Νοεμβρίου 1990, C-106/89, Marleasing (Συλλογή 1990, σ. Ι-4135, σκέψη 8), και της 16ης Δεκεμβρίου 1993, C-334/92, Wagner Miret (Συλλογή 1993, σ. Ι-6911, σκέψη 20), εφαρμόζοντας το εθνικό δίκαιο, ανεξάρτητα από το αν πρόκειται ή όχι για ειδικές κανονιστικές ρυθμίσεις προς εκτέλεση οδηγίας, το εθνικό δικαστήριο που καλείται να το ερμηνεύσει οφείλει να το πράξει κατά το μέτρο του δυνατού υπό το φως των διατάξεων και του στόχου της οδηγίας, προκειμένου να επιτευχθεί το επιδιωκόμενο με το άρθρο 189, παράγραφος 3, της Συνθήκης αποτέλεσμα.
27 Υπό την επιφύλαξη των παρατηρήσεων αυτών, πρέπει να απαντηθούν τα υποβληθέντα από το αιτούν δικαστήριο ερωτήματα.
Επί του πρώτου ερωτήματος
28 Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν
- αν τα άρθρα 3, 4 και 5 της οδηγίας 90/394 έχουν την έννοια ότι οι υποχρεώσεις του εργοδότη να μειώσει ή να αντικαταστήσει τον καρκινογόνο παράγοντα, αλλά και να αποφύγει ή να μειώσει την έκθεση στον εν λόγω παράγοντα, εξαρτώνται από το αποτέλεσμα της κατά το άρθρο 3 της εν λόγω οδηγίας αξιολογήσεως του κινδύνου,
- και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, αν εθνική κανονιστική ρύθμιση υποχρεώνουσα τον εργοδότη να μειώσει ή να αντικαταστήσει τον καρκινογόνο παράγοντα και/ή να αποφύγει ή να μειώσει την έκθεση των εργαζομένων στον εν λόγω παράγοντα αντίκεινται προς την εν λόγω οδηγία, ανεξάρτητα από την αξιολόγηση του κινδύνου.
29 Πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 3 της οδηγίας 90/394 προβλέπει την υποχρέωση προσδιορισμού, όταν πρόκειται για κάθε δραστηριότητα δυνάμενη να συνεπάγεται κίνδυνο εκθέσεως σε καρκινογόνους παράγοντες, της φύσεως, του βαθμού και της διαρκείας της εκθέσεως των εργαζομένων, ώστε να είναι δυνατή η αξιολόγηση όλων των κινδύνων που αφορούν την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων και να μπορούν να προσδιορίζονται τα ληπτέα μέτρα.
30 Σε περίπτωση εντοπισμού, σύμφωνα με το άρθρο 3, κινδύνου αφορώντα στην ασφάλεια ή την υγεία των εργαζομένων, το άρθρο 5 της οδηγίας 90/394 υποχρεώνει τον εργοδότη να αποφεύγει την έκθεση των εργαζομένων στον καρκινογόνο παράγοντα ή να μειώνει την έκθεση σε όσο το δυνατό χαμηλότερο επίπεδο που είναι τεχνικά εφικτό.
31 Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 5 της εν λόγω οδηγίας υποχρέωση αποφυγής ή μειώσεως της εκθέσεως των εργαζομένων στον καρκινογόνο παράγοντα εξαρτάται ρητώς από τα αποτελέσματα της κατά το άρθρο 3 αξιολογήσεως.
32 Αντίθετα, δεν συμβαίνει το ίδιο με την προβλεπόμενη στο άρθρο 4 της οδηγίας 90/394 υποχρεώσεως. Πράγματι, η εν λόγω διάταξη επιβάλλει στον εργοδότη την υποχρέωση να μειώσει τη χρήση του καρκινογόνου παράγοντα στον χώρο εργασίας ή να τον αντικαταστήσει με παράγοντα που είναι ακίνδυνος ή λιγότερο επικίνδυνος, στο μέτρο που αυτό είναι τεχνικά εφικτό, χωρίς να εξαρτά τη συναφή υποχρέωση από τα αποτελέσματα της κατά το άρθρο 3 αξιολογήσεως.
33 Επομένως, όπως προκύπτει από τη διάταξη των άρθρων 3, 4 και 5 της οδηγίας 90/394, σε αντίθεση με την προβλεπόμενη από το άρθρο 4 υποχρέωση του εργοδότη να μειώσει ή να αντικαταστήσει τον καρκινογόνο παράγοντα, η προβλεπόμενη από το άρθρο 5 υποχρέωση αποφυγής ή μειώσεως της εκθέσεως στον εν λόγω παράγοντα εξαρτάται από το αποτέλεσμα της κατά το άρθρο 3 αξιολογήσεως του κινδύνου.
34 Όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, το άρθρο 62 του νομοθετικού διατάγματος 626/94 υποχρεώνει τον εργοδότη να μειώσει την έκθεση των εργαζομένων στον καρκινογόνο παράγοντα στο «χαμηλότερο από τεχνικής απόψεως επίπεδο» σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα από την αξιολόγηση του κινδύνου. Άρα, η ανωτέρω διάταξη επιβάλλει στον εργοδότη αυστηρότερη υποχρέωση από την προβλεπόμενη στο άρθρο 5 της οδηγίας 90/394, στον βαθμό που δεν εξαρτά ρητώς από το αποτέλεσμα της αξιολογήσεως του κινδύνου την υποχρέωση αποφυγής ή μειώσεως της εκθέσεως των εργαζομένων στον καρκινογόνο παράγοντα.
35 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι η οδηγία 90/394 θεσπίστηκε με βάση το άρθρο 118 A και καθορίζει «ελάχιστες προδιαγραφές» στον τομέα της προστασίας της ασφαλείας και της υγείας των εργαζομένων έναντι των κινδύνων που συνεπάγεται η έκθεσή τους σε καρκινογόνους παράγοντες κατά την εργασία. Όπως υπογράμμισε το Δικαστήριο με την απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 1996, C-84/94, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1996, σ. Ι-5755, σκέψη 17), η απαντώσα στο άρθρο 118 Α της Συνθήκης έκφραση «ελάχιστες προδιαγραφές», η οποία επαναλαμβάνεται στο άρθρο 1 της οδηγίας 90/394, σημαίνει ότι τα κράτη μέλη εξουσιοδοτούνται να θεσπίζουν κανόνες αυστηρότερους από εκείνους που αποτελούν το αντικείμενο της κοινοτικής παρεμβάσεως. Άλλωστε, η παράγραφος 3 του άρθρου 118 Α επιβεβαιώνει ότι, σε περίπτωση θεσπίσεως παρομοίων ελαχίστων προδιαγραφών δυνάμει του ανωτέρω άρθρου, τα κράτη μέλη παραμένουν ελεύθερα να θεσπίζουν μέτρα ενισχυμένης προστασίας των όρων εργασίας.
36 Επομένως, πρέπει να εξεταστεί αν εθνική διάταξη, όπως εν προκειμένω το άρθρο 62 του νομοθετικού διατάγματος 626/94, η οποία υποχρεώνει τον εργοδότη να μειώσει την έκθεση των εργαζομένων σε καρκινογόνο παράγοντα ανεξάρτητα από την αξιολόγηση του κινδύνου, συνιστά μέτρο ενισχυμένης προστασίας των όρων εργασίας, επιτρεπόμενο από το άρθρο 118 Α, παράγραφος 3, της Συνθήκης και από την οδηγία 90/394.
37 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί, αφενός, ότι η υποχρέωση του εργοδότη να μειώσει την έκθεση των εργαζομένων στον καρκινογόνο παράγοντα ανεξάρτητα από την αξιολόγηση του κινδύνου αυξάνει την προστασία της υγείας και της ασφαλείας των τελευταίων. Επιπλέον, η υποχρέωση αυτή περιορίζεται στην ενίσχυση της προβλεπομένης από το άρθρο 5 της οδηγίας 90/394 υποχρεώσεως. Επομένως, δεν θέτει υπό αμφισβήτηση τη συνοχή της κοινοτικής παρεμβάσεως στον τομέα της προστασίας της υγείας και της ασφαλείας των εργαζομένων.
38 Αφετέρου, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι εθνική διάταξη ενισχύουσα την προβλεπομένη στο άρθρο 5 της οδηγίας 90/394 υποχρέωση μέσω της υποχρεώσεως του εργοδότη να μειώσει την έκθεση των εργαζομένων στον καρκινογόνο παράγοντα ανεξάρτητα από την αξιολόγηση του κινδύνου εφαρμόζεται κατά τρόπο μη εισάγοντα δυσμενή διάκριση και δεν παρακωλύει την άσκηση των θεμελιωδών ελευθεριών που εγγυάται η Συνθήκη.
39 Άρα, πρέπει να αναγνωριστεί ότι εθνική διάταξη, όπως εν προκειμένω το άρθρο 62 του νομοθετικού διατάγματος 626/94, η οποία υποχρεώνει τον εργοδότη να μειώσει την έκθεση των εργαζομένων στον καρκινογόνο παράγοντα ανεξάρτητα από την αξιολόγηση του κινδύνου, συνιστά μέτρο ενισχυμένης προστασίας των όρων εργασίας, επιτρεπόμενο από το άρθρο 118 Α, παράγραφος 3, της Συνθήκης και από την οδηγία 90/394.
40 Όσον αφορά μέτρο ενισχυμένης προστασίας των συνθηκών εργασίας, σύμφωνο με τη Συνθήκη, όπως δηλαδή η άσκηση εκ μέρους κράτους μέλους των μη εκχωρηθεισών δυνάμει του άρθρου 118 Α, παράγραφος 3, της Συνθήκης αρμοδιοτήτων του, δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να αποφανθεί επί της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας στα πλαίσια της κανονιστικής αυτής ρυθμίσεως και των κυρώσεων που τη συνοδεύουν.
41 Επομένως, στο πρώτο ερώτημα επιβάλλεται η απάντηση ότι
- το άρθρο 4 της οδηγίας 90/394 έχει την έννοια ότι η υποχρέωση του εργοδότη να μειώσει ή να αντικαταστήσει τον καρκινογόνο παράγοντα δεν εξαρτάται από το αποτέλεσμα της κατά το άρθρο 3 της εν λόγω οδηγίας αξιολογήσεως του κινδύνου,
- το άρθρο 5 της οδηγίας 90/394 έχει την έννοια ότι η υποχρέωση του εργοδότη να αποφύγει ή να μειώσει την έκθεση στον καρκινογόνο παράγοντα εξαρτάται από το αποτέλεσμα της κατά το άρθρο 3 της εν λόγω οδηγίας αξιολογήσεως του κινδύνου,
- εθνική διάταξη υποχρεώνουσα τον εργοδότη να μειώσει την έκθεση των εργαζομένων στον καρκινογόνο παράγοντα ανεξάρτητα από την αξιολόγηση του κινδύνου δεν αντίκειται προς την εν λόγω οδηγία, εφόσον συνιστά μέτρο ενισχυμένης προστασίας των όρων εργασίας, επιτρεπόμενο από το άρθρο 118 Α, παράγραφος 3, της Συνθήκης και από την οδηγία 90/394.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
42 Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν η αρχή της αναλογικότητας και το άρθρο 4 της οδηγίας 89/655 απαγορεύουν σε κράτος μέλος να ορίσει τρίμηνη προθεσμία για την προσαρμογή των υφισταμένων εξοπλισμών εργασίας και να προβλέψει ποινικές κυρώσεις μέχρι και φυλάκιση τριών έως έξι μηνών σε βάρος του εργοδότη που δεν τηρεί την εν λόγω προθεσμία.
43 Κατ' αρχάς, πρέπει να υπομνησθεί ότι η επιβληθείσα στα κράτη μέλη προθεσμία για τη μεταφορά της οδηγίας 89/655 έληξε, σύμφωνα με το άρθρο 10 της εν λόγω οδηγίας, στις 31 Δεκεμβρίου 1992.
44 Επομένως, καθίσταται εκπρόθεσμη τυχόν μεταφορά της οδηγίας μετά την εν λόγω ημερομηνία, όπως συμβαίνει με το νομοθετικό διάταγμα 626/94, της 19ης Σεπτεμβρίου 1994.
45 Ακολούθως, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, της οδηγίας 89/655, ο εξοπλισμός εργασίας που έχει ήδη τεθεί στη διάθεση των εργαζομένων στις 31 Δεκεμβρίου 1992 πρέπει να ανταποκρίνεται στις ελάχιστες προδιαγραφές που προβλέπει το παράρτημα της οδηγίας τέσσερα το πολύ έτη μετά την ημερομηνία αυτή.
46 Ο καθορισμός προθεσμίας, σχετικά με την προσαρμογή των υφισταμένων εξοπλισμών εργασίας, λήγουσας πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 1996, δεν εκφεύγει συνεπώς του περιεχομένου των προβλεπομένων στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, της οδηγίας 89/655 υποχρεώσεων.
47 Πράγματι, η ορισθείσα με την ανωτέρω διάταξη τετραετής προθεσμία συνιστά την ανώτατη προθεσμία. Ουδέν εμπόδιο υφίσταται για την εκ των προτέρων εφαρμογή εκ μέρους των κρατών μελών των προβλεπομένων με την οδηγία υποχρεώσεων για τους υφισταμένους εξοπλισμούς εργασίας.
48 Πάντως, οσάκις λαμβάνουν, σύμφωνα με το άρθρο 5 της Συνθήκης, όλα τα κατάλληλα προς διασφάλιση της εκτελέσεως των απορρεουσών από οδηγία υποχρεώσεων μέτρα, τα κράτη μέλη οφείλουν να τηρούν τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου και, ιδίως, την αρχή της αναλογικότητας (βλ., συναφώς, ιδίως, την απόφαση της 10ης Ιουλίου 1990, C-362/88, Hansen, Συλλογή 1990, σ. Ι-2911, σκέψεις 17 έως 19).
49 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, θεσπίζοντας μέτρα όπως είναι ο καθορισμός προθεσμίας για την προσαρμογή των υφισταμένων εξοπλισμών εργασίας που συνεπάγονται τη συνεκτίμηση περιπλόκων οικονομικών και τεχνικών περιστάσεων, τα κράτη μέλη απολαύουν ευρέως περιθωρίου εκτιμήσεως (βλ. συναφώς, ιδίως, απόφαση της 14ης Ιουλίου 1983, 174/82, Sandoz, Συλλογή 1983, σ. 2445, σκέψη 19).
50 Επομένως, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξετάσει αν, λαμβάνοντας υπόψη το ευρύ αυτό περιθώριο εκτιμήσεως και ιδίως τα χαρακτηριστικά του ιταλικού συστήματος διανομής καυσίμων, τρίμηνη προθεσμία για την προσαρμογή των υφισταμένων εξοπλισμών εργασίας δεν προσκρούει στην αρχή της αναλογικότητας, υπό την έννοια ότι επιτρέπει στους εργοδότες να πραγματοποιήσουν την προσαρμογή και δεν συνεπάγεται για τους τελευταίους προδήλως υπερβολικό κόστος σε σχέση με το κόστος που θα έπρεπε να φέρουν αν η προθεσμία ήταν μεγαλύτερη.
51 Όσον αφορά το ερώτημα αν οι ποινικές κυρώσεις που προβλέπονται σε περίπτωση κατά την οποία η εν λόγω προθεσμία δεν τηρείται προσκρούουν στην αρχή της αναλογικότητας, επιβάλλεται να υπογραμμιστεί ότι η διαφορά της κυρίας δίκης, εκ φύσεως αστική, αφορά αίτημα της Borsana το οποίο συνίσταται στην απαίτησή της η Italiana petroli να της προμηθεύει καύσιμα, η περιεκτικότητα των οποίων σε βενζόλιο να είναι κατά το δυνατόν χαμηλή, καθώς και συστήματα απορροφήσεως των εκλυομένων αερίων και ατμών κατά τον χρόνο της διανομής με σκοπό την προστασία της υγείας των μισθωτών της.
52 Υπό τις περιστάσεις αυτές, είναι προφανές ότι τυχόν απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να είναι λυσιτελής στο αιτούν δικαστήριο για την έκδοση της αποφάσεώς του.
53 Άρα, στο δεύτερο ερώτημα επιβάλλεται η απάντηση ότι το άρθρο 4 της οδηγίας 89/655 δεν απαγορεύει σε κράτος μέλος να καθορίσει προθεσμία για την προσαρμογή των υφισταμένων εξοπλισμών εργασίας λήγουσα προς της 31ης Δεκεμβρίου 1996, στον βαθμό που η εν λόγω προθεσμία δεν είναι τόσο σύντομη ώστε να μην επιτρέπει στους εργοδότες να πραγματοποιήσουν την προσαρμογή ή να συνεπάγεται για τους τελευταίους προδήλως υπερβολικό κόστος σε σχέση με εκείνο που θα όφειλαν να φέρουν αν η προθεσμία ήταν μεγαλύτερη.
Επί του τρίτου ερωτήματος
54 Με το τρίτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν τα τα άρθρα 3, 4 και 5 της οδηγίας 90/394 και τα αντίστοιχα άρθρα του νομοθετικού διατάγματος 626/94 έχουν την έννοια ότι προβλέπουν την υποχρέωση του εργοδότη και των λοιπών κατά το άρθρο 6 του εν λόγω διατάγματος προσώπων να μειώσουν την περιεκτικότητα των καυσίμων σε βενζόλιο σε επίπεδο κατώτερο της οριακής τιμής που τάσσει η οδηγία 85/210 και των ακόμη χαμηλοτέρων τιμών που προβλέπει το νομοθετικό διάταγμα 294/96, οσάκις αυτό είναι τεχνικά εφικτό.
55 Κατ' αρχάς, πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 4 της οδηγίας 90/394 προβλέπει την υποχρέωση του εργοδότη να μειώσει τη χρήση του καρκινογόνου παράγοντα στον χώρο εργασίας, ιδίως αντικαθιστώντας τον «στο μέτρο που αυτό είναι τεχνικά εφικό» με ουσία η οποία δεν είναι επιβλαβής ή είναι λιγότερο επικίνδυνη για την υγεία ή την ασφάλεια των εργαζομένων.
56 Όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 57 επ. των προτάσεών του, δεν είναι τεχνικά εφικτό για έναν εργοδότη, υπεύθυνο πρατηρίων βενζίνης όπως η Borsana, να αντικαταστήσει το βενζόλιο στα καύσιμα που διανέμει με τη χρήση ουσίας η οποία δεν είναι επιβλαβής ή είναι λιγότερο επικίνδυνη για την υγεία ή την ασφάλεια των εργαζομένων.
57 Ακολούθως, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 23 της παρούσας αποφάσεως, το εθνικό δικαστήριο θεωρεί ότι το άρθρο 6 του νομοθετικού διατάγματος 626/94 επιβάλλει και για τα «πρόσωπα που είναι επιφορτισμένα με τον σχεδιασμό των χώρων ή των θέσεων εργασίας ή των εγκαταστάσεων», όσον αφορά το θέμα του σχεδιασμού αυτού, τις ίδιες υποχρεώσεις με εκείνες που επιβάλλονται στον εργοδότη, όσον αφορά το σύννομο του περιβάλλοντος εργασίας, μέσω των διατάξεων των άρθρων 3, 4 και 5 της οδηγίας 90/394. Κατόπιν αυτού, θέτει το ερώτημα αν οι ανωτέρω διατάξεις έχουν την έννοια ότι υποχρεώνουν τα αναφερόμενα στο άρθρο 6 του διατάγματος 626/94 πρόσωπα να μειώσουν την περιεκτικότητα των καυσίμων σε βενζόλιο κάτω της οριακής τιμής του 5 % κατ' όγκον, όπως καθορίζει η οδηγία 85/210, οσάκις η μείωση αυτή είναι τεχνικά εφικτή.
58 Έτσι, το εθνικό δικαστήριο εκτιμά ότι, προκειμένου να επιλύσει ζήτημα αφορών το εσωτερικό δίκαιο, είναι αναγκαία η εκ μέρους του δικαστηρίου ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου.
59 Κατά πάγια νομολογία, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο, βάσει του άρθρου 177 της Συνθήκης, να ερμηνεύει το κοινοτικό δίκαιο όταν το δίκαιο αυτό δεν ρυθμίζει άμεσα την υπό κρίση περίπτωση, αλλά ο εθνικός νομοθέτης αποφάσισε, επ' ευκαιρία της μεταφοράς των διατάξεων μιας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο, την εφαρμογή της ιδίας μεταχειρίσεως σε καταστάσεις αμιγώς εσωτερικές και σε καταστάσεις εμπίπτουσες στην οδηγία, δηλαδή την ευθυγράμμιση της νομοθεσίας του προς το κοινοτικό δίκαιο (βλ., όλως εσχάτως, απόφαση της 17ης Ιουλίου 1997, C-28/95, Leur-Bloem, Συλλογή 1997, σ. Ι-4161, σκέψη 34).
60 Πάντως, δεν συμβαίνει αυτό στην προκειμένη περίπτωση. Πράγματι, όσον αφορά την περιεκτικότητα των καυσίμων σε βενζόλιο, το νομοθετικό διάταγμα 626/94 δεν παραπέμπει σε διάταξη του κοινοτικού αλλά του ιταλικού δικαίου. Όπως όμως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, το εθνικό δίκαιο καθορίζει στο 1,4 % κατ' όγκον την ανώτατη περιεκτικότητα των καυσίμων σε βενζόλιο από 1ης Ιουλίου 1997 και σε 1 % κατ' όγκον από 1ης Ιουλίου 1999.
61 Υπό τις περιστάσεις αυτές, ανεξάρτητα από την επιλεγείσα από το Δικαστήριο ερμηνεία του, το κοινοτικό δίκαιο δεν έχει καμία επίπτωση επί της εφαρμογής στα κατά το άρθρο 6 του νομοθετικού διατάγματος 626/94 πρόσωπα των οριακών τιμών βενζολίου στα καύσιμα που καθορίζει το ιταλικό δίκαιο.
62 Επομένως, εν κατακλείδι το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
63 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 14ης Δεκεμβρίου 1996 το Tribunale di Genova, αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 4 της οδηγίας 90/394/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1990, σχετικά με την προστασία των εργαζομένων από τους κινδύνους που συνδέονται με την έκθεση σε καρκινογόνους παράγοντες κατά την εργασία (έκτη ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ), έχει την έννοια ότι η υποχρέωση του εργοδότη να μειώσει ή να αντικαταστήσει τον καρκινογόνο παράγοντα δεν εξαρτάται από το αποτέλεσμα της κατά το άρθρο 3 της εν λόγω οδηγίας αξιολογήσεως του κινδύνου.
Το άρθρο 5 της οδηγίας 90/394 έχει την έννοια ότι η υποχρέωση του εργοδότη να αποφύγει ή να μειώσει την έκθεση στον καρκινογόνο παράγοντα εξαρτάται από το αποτέλεσμα της κατά το άρθρο 3 της εν λόγω οδηγίας αξιολογήσεως του κινδύνου.
Εθνική διάταξη υποχρεώνουσα τον εργοδότη να μειώσει την έκθεση των εργαζομένων στον καρκινογόνο παράγοντα ανεξάρτητα από την αξιολόγηση του κινδύνου δεν αντίκειται προς την εν λόγω οδηγία, εφόσον συνιστά μέτρο ενισχυμένης προστασίας των όρων εργασίας, επιτρεπόμενο από το άρθρο 118 Α, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ και από την οδηγία 90/394.
2) Το άρθρο 4 της οδηγίας 89/655/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 1989, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφαλείας και υγείας για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας από τους εργαζομένους κατά την εργασία τους (δεύτερη ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ), δεν απαγορεύει σε κράτος μέλος να καθορίσει προθεσμία για την προσαρμογή των υφισταμένων εξοπλισμών εργασίας λήγουσα προς της 31ης Δεκεμβρίου 1996, στον βαθμό που η εν λόγω προθεσμία δεν είναι τόσο σύντομη ώστε να μην επιτρέπει στους εργοδότες να πραγματοποιήσουν την προσαρμογή ή να συνεπάγεται για τους τελευταίους προδήλως υπερβολικό κόστος σε σχέση με εκείνο που θα όφειλαν να φέρουν αν η προθεσμία ήταν μεγαλύτερη.
Full & Egal Universal Law Academy