Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Κράτη μέλη - Υποχρεώσεις - Εκτέλεση των οδηγιών - Παράβαση - Αιτιολογία - Απαράδεκτο
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 169)
Περίληψη
Ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεστεί διατάξεις, πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής του έννομης τάξης προκειμένου να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και προθεσμιών που έχει ορίσει μια οδηγία.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-8/97,
Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Δημήτριο Γκουλούση, νομικό σύμβουλο, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gσmez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ελληνικής Δημοκρατίας, εκπροσωπουμένης από την Εύη Σκανδάλου, νομικό συνεργάτη ΑΑ στην ειδική νομική υπηρεσία Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων του Υπουργείου Εξωτερικών, και τη Νανά Δαφνίου, νομικό συνεργάτη ΒΒ στην ίδια υπηρεσία, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία της Ελλάδος, 117, Val Sainte-Croix,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να διαπιστωθεί ότι η Eλληνική Δημοκρατία, μη λαμβάνοντας και, επικουρικώς, μη ανακοινώνοντας στην Επιτροπή εντός της ταχθείσας προθεσμίας τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 90/434/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1990, σχετικά με το κοινό φορολογικό καθεστώς για τις συγχωνεύσεις, διασπάσεις, εισφορές ενεργητικού και ανταλλαγές μετοχών που αφορούν εταιρίες διαφορετικών κρατών μελών (ΕΕ L 225, σ. 1), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ και την οδηγία αυτή,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους H. Ragnemalm, πρόεδρο τμήματος, R. Schintgen, P. J. G. Kapteyn, J. L. Murray και G. Hirsch (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Lιger
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 16ης Δεκεμβρίου 1997,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 15 Ιανουαρίου 1997, η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να διαπιστωθεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, μη λαμβάνοντας και, επικουρικώς, μη ανακοινώνοντας στην Επιτροπή εντός της ταχθείσας προθεσμίας τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 90/434/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1990, σχετικά με το κοινό φορολογικό καθεστώς για τις συγχωνεύσεις, διασπάσεις, εισφορές ενεργητικού και ανταλλαγές μετοχών που αφορούν εταιρίες διαφορετικών κρατών μελών (ΕΕ L 225, σ. 1, στο εξής: οδηγία), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ και την οδηγία αυτή.
2 Το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας προβλέπει ότι τα κράτη μέλη όφειλαν να θέσουν σε ισχύ τις αναγκαίες διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθούν προς αυτήν έως την 1η Ιανουαρίου 1992 και να πληροφορήσουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά.
3 Επειδή η Επιτροπή δεν έλαβε ανακοίνωση των μέτρων περί μεταφοράς της οδηγίας στο ελληνικό δίκαιο, στις 6 Αυγούστου 1992 απηύθυνε έγγραφο οχλήσεως προς την Ελληνική Κυβέρνηση καλώντας την να της υποβάλει τις παρατηρήσεις της ως προς το σημείο αυτό εντός προθεσμίας δύο μηνών, σύμφωνα με το άρθρο 169, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης.
4 Ελλείψει απαντήσεως στο εν λόγω έγγραφο οχλήσεως, η Επιτροπή, με έγγραφο της 15ης Ιουλίου 1994, απηύθυνε στην Ελληνική Κυβέρνηση αιτιολογημένη γνώμη καλώντας την να συμμορφωθεί προς τις κοινοτικές υποχρεώσεις της εντός προθεσμίας δύο μηνών από της κοινοποιήσεώς της.
5 Με το από 19 Σεπτεμβρίου 1994 έγγραφο απαντήσεώς τους, οι ελληνικές αρχές παραδέχτηκαν τη μη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο και επικαλέστηκαν, αφενός, εσωτερικές δυσχέρειες της ελληνικής έννομης τάξης και, αφετέρου, το γεγονός ότι, στο κοινοτικό επίπεδο, η πρόταση δεκάτης οδηγίας του Συμβουλίου με βάση το άρθρο 54, παράγραφος 3, στοιχείο ζζ, της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας σχετικά με τις διαμεθοριακές συγχωνεύσεις των ανωνύμων εταιριών, την οποία υπέβαλε η Επιτροπή στο Συμβούλιο στις 14 Φεβρουαρίου 1985 (ΕΕ C 23, σ. 11), και η πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου περί του καταστατικού της Ευρωπαϋκής Εταιρίας, την οποία υπέβαλε η Επιτροπή στο Συμβούλιο στις 29 Αυγούστου 1989 (ΕΕ C 263, σ. 41), δεν είχαν ακόμη εγκριθεί.
6 Επειδή δεν έλαβε καμία άλλη ανακοίνωση εκ μέρους των ελληνικών αρχών, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή.
7 Η Ελληνική Δημοκρατία δεν αμφισβητεί ότι δεν έλαβε όλες τις αναγκαίες διατάξεις για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Πάντως, παρατηρεί ότι επίκειται η ψήφιση από το Ελληνικό Κοινοβούλιο του σχεδίου νόμου περί ενσωματώσεως των διατάξεων της οδηγίας στην ελληνική έννομη τάξη.
8 Κατά πάγια νομολογία, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεστεί διατάξεις, πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής του έννομης τάξης προκειμένου να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και προθεσμιών που έχει ορίσει μια οδηγία (βλ., ιδίως, την απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 1997, C-208/96, Επιτροπή κατά Βελγίου, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 9).
9 Εφόσον η μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο δεν έγινε εντός της ταχθείσας από αυτήν προθεσμίας, πρέπει να θεωρηθεί βάσιμη η προσφυγή που άσκησε συναφώς η Επιτροπή.
10 Επομένως, διαπιστώνεται ότι η Ελληνική Δημοκρατία, μη λαμβάνοντας εντός της ταχθείσας προθεσμίας τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
11 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα. Η Επιτροπή ζήτησε να καταδικαστεί η Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η Ελληνική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Η Ελληνική Δημοκρατία, μη λαμβάνοντας εντός της ταχθείσας προθεσμίας τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 90/434/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1990, σχετικά με το κοινό φορολογικό καθεστώς για τις συγχωνεύσεις, διασπάσεις, εισφορές ενεργητικού και ανταλλαγές μετοχών που αφορούν εταιρίες διαφορετικών κρατών μελών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής.
2) Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy