Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 Πράξεις των οργάνων - Αιτιολόγηση - Υποχρέωση - Έκταση - Απόφαση περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών των σχετικών με τις δαπάνες που χρηματοδοτούνται από το ΕΓΤΠΕ
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 190 (νυν άρθρο 253 ΕΚ)]
2 Γεωργία - ΕΓΤΠΕ - Εκκαθάριση των λογαριασμών - Άρνηση αναλήψεως δαπανών που απορρέουν από πλημμέλειες κατά την εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας - Αμφισβήτηση από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος - Βάρος αποδείξεως
(Κανονισμός 729/70 του Συμβουλίου)
3 Γεωργία - Κοινή γεωργική πολιτική - Ξρηματοδότηση από το ΕΓΤΠΕ - Αρχές - Συμβατό των δαπανών προς τους κοινοτικούς κανόνες - Υποχρέωση ελέγχου που υπέχουν τα κράτη μέλη
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 5 (νυν άρθρο 10 ΕΚ)· κανονισμός 729/70 του Συμβουλίου, άρθρο 8 § 1]
Περίληψη
1 Στο ειδικό πλαίσιο της επεξεργασίας των αποφάσεων περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών των σχετικών με τις δαπάνες που χρηματοδοτούνται από το ΕΓΤΠΕ, η αιτιολογία της αποφάσεως με την οποία δεν γίνεται δεκτός ο καταλογισμός σε αυτό μέρους των δηλωθεισών δαπανών πρέπει να θεωρείται επαρκής εφόσον το κράτος-αποδέκτης της αποφάσεως αυτής συνεργάστηκε στενά στη διαδικασία καταρτίσεως της αποφάσεως και γνώριζε τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή έκρινε ότι δεν έπρεπε να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ με το επίδικο ποσό.
2 Οσάκις η Επιτροπή αρνείται να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ με ορισμένες δαπάνες για τον λόγον ότι οι δαπάνες αυτές προκλήθηκαν από καταλογιστέες σε κράτος μέλος παραβάσεις των κοινοτικών ρυθμίσεων, σ' αυτό το κράτος εναπόκειται να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση της χρηματοδοτήσεως την οποία του αρνείται η Επιτροπή. Η Επιτροπή δεν υποχρεούται να αποδείξει κατά τρόπο εξαντλητικό τον πλημμελή χαρακτήρα των διαβιβασθέντων από τα κράτη μέλη στοιχείων, αλλά να προσκομίσει ένα αποδεικτικό στοιχείο της σοβαρής και εύλογης αμφιβολίας με την οποία αντιμετωπίζει τα αριθμητικά στοιχεία που διαβίβασαν οι εθνικές διοικητικές αρχές. Ο εν λόγω μετριασμός του βάρους αποδείξεως της Επιτροπής εξηγείται από το γεγονός ότι το κράτος είναι αυτό που μπορεί καλύτερα να συλλέξει και επαληθεύσει τα αναγκαία στοιχεία για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ και το οποίο υποχρεούται, συνεπώς, να προσκομίσει την πλέον λεπτομερή και πλήρη απόδειξη περί του αληθούς των αριθμητικών στοιχείων του και, ενδεχομένως, της ανακρίβειας των υπολογισμών της Επιτροπής. Σε περίπτωση αμφισβητήσεως, στην Επιτροπή εναπόκειται να αποδείξει την ύπαρξη παραβάσεως των κανόνων της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών και, εφόσον το αποδείξει, στο κράτος μέλος εναπόκειται να αποδείξει, ενδεχομένως, ότι η Επιτροπή έσφαλε ως προς τις σχετικές χρηματοοικονομικές συνέπειες.
3 Το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70, το οποίο αποτυπώνει, στον τομέα της γεωργικής πολιτικής, τις υποχρεώσεις που επιβάλλει στα κράτη μέλη το άρθρο 5 της Συνθήκης (νυν άρθρο 10 ΕΚ), ορίζει τις αρχές βάσει των οποίων η Κοινότητα και τα κράτη μέλη οφείλουν να ρυθμίζουν την εφαρμογή των κοινοτικών αποφάσεων περί των γεωργικών παρεμβάσεων που χρηματοδοτούνται από το ΕΓΤΠΕ και να λαμβάνουν μέτρα προς καταπολέμηση των απατών και των παρανομιών που διαπράττονται σε σχέση με τις ανωτέρω πράξεις. Το άρθρο αυτό επιβάλλει στα κράτη μέλη τη γενική υποχρέωση λήψεως των αναγκαίων μέτρων για τη διασφάλιση της πραγματοποιήσεως και του συννόμου των χρηματοδοτουμένων από το Ταμείο πράξεων, ακόμη και αν η συγκεκριμένη κοινοτική νομική πράξη δεν προβλέπει ρητά τη θέσπιση του τάδε ή του δείνα μέτρου ελέγχου.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-44/97,
Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εκπροσωπουμένη από τους E. Rφder, Ministerialrat στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, και B. Kloke, Oberregierungsrat στο ίδιο υπουργείο, Postfach 13 08, D - 53003 Bonn,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τον K.-D. Borchardt, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον C. Gσmez de la Cruz, μέλος της ίδιας υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο τη μερική ακύρωση της αποφάσεως 96/701/ΕΚ της Επιτροπής, της 20ής Νοεμβρίου 1996, για τροποποίηση της απόφασης 96/311/ΕΚ σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών στο πλαίσιο των δαπανών που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϋκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1992 καθώς και ορισμένων δαπανών για το οικονομικό έτος 1993 (ΕΕ L 323, σ. 26), στον βαθμό που αρνήθηκε να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ με το ποσό των 19 591 000 γερμανικών μάρκων (DEM),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. J. G. Kapteyn (εισηγητή), προεδρεύοντα του έκτου τμήματος, G. Hirsch και H. Ragnemalm, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: D. Louterman-Hubeau, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 16ης Δεκεμβρίου 1998, στην οποία η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας εκπροσωπήθηκε από τον C.-D. Quassowski, Regierungsdirektor στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομικών, επικουρούμενο από τον G. Konopka, προϋστάμενο του τμήματος κρέατος στο Bundesanstalt fόr Landwirtschaft und Ernδhrung, και η Επιτροπή από τον K.-D. Borchardt,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 9ης Μαρτίου 1999,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 4 Φεβρουαρίου 1997, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας άσκησε, δυνάμει του άρθρου 173, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 230, πρώτο εδάφιο, ΕΚ), προσφυγή με την οποία ζητεί τη μερική ακύρωση της αποφάσεως 96/701/ΕΚ της Επιτροπής, της 20ής Νοεμβρίου 1996, για τροποποίηση της απόφασης 96/311/ΕΚ σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών στο πλαίσιο των δαπανών που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϋκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1992 καθώς και για ορισμένες δαπάνες για το οικονομικό έτος 1993 (ΕΕ L 323, σ. 26, στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), στον βαθμό που αρνήθηκε να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ με το ποσό των 19 591 000 DEM.
2 Από τον φάκελο προκύπτει ότι το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε μία κατ' αποκοπήν διόρθωση κατά 2 % του συνόλου των δαπανών που δηλώθηκαν για την παράδοση βοείων κρεάτων στην παρέμβαση κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους 1992. Η κατ' αποκοπήν αυτή διόρθωση πραγματοποιήθηκε από την Επιτροπή δυνάμει των «κατευθυντηρίων γραμμών για τις κατ' αποκοπήν διορθώσεις σε περιπτώσεις πλημμελειών των ελέγχων στους οποίους προβαίνουν τα κράτη μέλη», που περιέχονται στην από 31 Ιουλίου 1992 απόφασή της [έγγραφο Com. (92) PV 1116] που διαβιβάστηκε στην επιτροπή του ΕΓΤΠΕ στις 3 Ιουνίου 1993.
3 Αυτές οι κατευθυντήριες γραμμές προβλέπουν κατ' αποκοπήν διορθώσεις κατά 2 %, 5 % ή 10 % σε σχέση με τη σοβαρότητα των πλημμελειών. Η διόρθωση κατά 2 %, που εφαρμόστηκε εν προκειμένω, επιβάλλεται όταν η παράλειψη περιορίζεται σε ορισμένα στοιχεία ήσσονος σημασίας του συστήματος ελέγχου ή στην εκτέλεση ελέγχων που δεν είναι ουσιώδεις για τη διασφάλιση του συννόμου της δαπάνης, οπότε μπορεί να συναχθεί ευλόγως ότι ήταν αμελητέος ο κίνδυνος απωλειών για το ΕΓΤΠΕ.
4 Η Επιτροπή αιτιολόγησε αυτή την κατ' αποκοπή διόρθωση με ορισμένες αδυναμίες του γερμανικού συστήματος ελέγχου οι οποίες υπέπεσαν στην αντίληψή της κατά τη διάρκεια ερευνών σχετικά με τα μέτρα αγοράς και πώλησης καθώς και σχετικά με την αποθεματοποίηση του βοείου κρέατος από παρέμβαση που διεξήχθησαν το 1993 και 1994, τόσο στο Bundesanstalt fόr landwirtschaftliche Marktordnung (ομοσπονδιακό γραφείο για την οργάνωση γεωργικών αγορών, στο εξής: BALM), που εκείνη την περίοδο ήταν ο γερμανικός οργανισμός παρέμβασης, όσο και σε τέσσερις ψυκτικές αποθήκες, καθώς και βάσει των ετησίων απογραφών των 107 ψυκτικών αποθηκών που υπάρχουν στη Γερμανία.
5 Οι αιτιάσεις της Επιτροπής κατά του γερμανικού συστήματος ελέγχου αποτέλεσαν το αντικείμενο συζητήσεων με τις αρμόδιες γερμανικές αρχές κατά τα έτη 1994 και 1995, κατά τη διάρκεια των οποίων υπήρξαν αρκετές ανταλλαγές παρατηρήσεων και συζητήσεις, μία εκ των οποίων πραγματοποιήθηκε στα γραφεία του BALM στη Φραγκφούρτη. Ωστόσο, οι συζητήσεις αυτές παρέμειναν άκαρπες.
6 Κατόπιν αιτήσεως συμβιβασμού της Γερμανικής Κυβερνήσεως, η υπόθεση εισήχθη ενώπιον του συμβιβαστικού οργάνου που συστάθηκε με την απόφαση 94/442/ΕΚ της Επιτροπής, της 1ης Ιουλίου 1994, σχετικά με τη θέσπιση διαδιασίας συμβιβασμού στο πλαίσιο της εκκαθάρισης των λογαριασμών του Ευρωπαϋκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεως (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων (EE L 182, σ. 45). Ωστόσο, ενόψει της εμμονής των μερών στις διιστάμενες θέσεις τους, το συμβιβαστικό όργανο δεν προχώρησε στη λύση της διαφοράς και περιορίστηκε, με την οριστική του έκθεση της 29ης Μαρτίου 1996, να διαπιστώσει ότι δεν του ήταν εφικτός ο προσδιορισμός των στοιχείων που θα μπορούσαν να αποτελέσουν μια ικανοποιητική βάση για την επίτευξη συμφωνίας μεταξύ των μερών.
7 Στη συνθετική της έκθεση σχετικά με τα αποτελέσματα των ελέγχων για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1992 καθώς και για ορισμένες δαπάνες για το οικονομικό έτος 1993 (έγγραφο VI/6355/95, της 27ης Μαρτίου 1996) καθώς και στο συμπλήρωμα της εν λόγω εκθέσεως (έγγραφο VI/5112/96, της 23ης Σεπτεμβρίου 1996), η Επιτροπή αναφέρει ότι διαπίστωσε πλημμέλειες σε όλα τα στάδια των ελέγχων, ήτοι κατά την είσοδο στην αποθεματοποίηση, κατά τη διάρκεια της αποθεματοποιήσεως και κατά την έξοδο από την αποθεματοποίηση του βοείου κρέατος που είχε γίνει δεκτό στην παρέμβαση.
8 Κατά την Επιτροπή, οι πλημμέλειες στο επίπεδο των ελέγχων συνιστούν παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ L 94, σ. 13), καθώς και των άρθρων 3 και 4 του κανονισμού (ΕΟΚ) 618/90 της Επιτροπής, της 14ης Μαρτίου 1990, περί καθορισμού των κανόνων για την κατάρτιση της ετήσιας απογραφής των γεωργικών προϋόντων στη δημόσια παρέμβαση (ΕΕ L 67, σ. 21).
9 Με βάση τις διατάξεις αυτές, η Επιτροπή εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
10 Προς στήριξη της προσφυγής της, η Γερμανική Κυβέρνηση αμφισβητεί, καταρχάς, τις αιτιάσεις της Επιτροπής σχετικά με το γερμανικό σύστημα ελέγχου στο σύνολό του καθώς και την ακρίβεια των διαπιστώσεων στις οποίες κατέληξε η Επιτροπή. Ακολούθως, η Γερμανική Κυβέρνηση εξετάζει διαδοχικά τις επικρίσεις που διατυπώνει η Επιτροπή σχετικά με τους διενεργηθέντες ελέγχους κατά την παραλαβή, κατά τη διάρκεια της αποθεματοποιήσεως και κατά την έξοδο από την αποθεματοποίηση.
Εισαγωγικές παρατηρήσεις
11 Προκειμένου να αμφισβητήσει το βάσιμο της κατ' αποκοπήν διορθώσεως του 2 % στην οποία προέβη η Επιτροπή, η Γερμανική Κυβέρνηση προβάλλει τέσσερις λόγους ακυρώσεως.
12 Πρώτον, η Γερμανική Κυβέρνηση επικαλείται το γεγονός ότι κατά τα προηγούμενα οικονομικά έτη οι γερμανικοί έλεγχοι διενεργήθηκαν με βάση το ίδιο σύστημα χωρίς η Επιτροπή να την επιβαρύνει με τις δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν. Επομένως, αυτή η έλλειψη καταλογισμού στη Γερμανική Κυβέρνηση εμποδίζει την Επιτροπή να επικαλεστεί τις ίδιες ελλείψεις σε σχέση με ένα μεταγενέστερο οικονομικό έτος και επιβεβαιώνει την απουσία αδυναμιών στο γερμανικό σύστημα ελέγχου.
13 Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι, μολονότι διαπίστωσε ελλείψεις στο επίπεδο ελέγχου της δημόσιας αποθεματοποιήσεως βοείου κρέατος παρεμβάσεως στη Γερμανία για τα οικονομικά έτη 1987 και 1988 και μολονότι διαβίβασε συναφώς τις συστάσεις της στις γερμανικές αρχές, απέστη, πράγματι, από του να επιβαρύνει με διάφορα ποσά τη Γερμανική Κυβέρνηση ως προς τα οικονομικά αυτά έτη. Ωστόσο, φρονεί ότι το γεγονός αυτό δεν την εμπόδισε να επισημάνει, στο πλαίσιο μεταγενέστερων εξετάσεων του συστήματος ελέγχου, τόσο ελλείψεις που είχαν ήδη διαπιστωθεί και μη διορθωθεί όσο και μεταγενεστέρως αναφανείσες παραλείψεις και να τις θεωρήσει ουσιώδεις προκειμένου να προβεί σε καταλογισμούς.
14 Συναφώς, όπως επισημαίνει ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 21 των προτάσεών του, το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν αντλεί χρηματοοικονομικές συνέπειες από τη διαπίστωση πλημμελειών κατά τη διάρκεια ενός οικονομικού έτους δεν μπορεί να της στερήσει το δικαίωμα να πράξει τούτο στο πλαίσιο μεταγενέστερων οικονομικών ετών, ιδίως όταν οι εν λόγω πλημμέλειες εξακολουθούν να υφίστανται. Εξάλλου, οι πλημμέλειες που διαπιστώνονται μεταγενεστέρως μπορούν και αυτές να λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό του επιπέδου της κατ' αποκοπήν διορθώσεως.
15 Δεύτερον, η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η άποψή της ενισχύεται από ορισμένα συμπεράσματα των προσωρινών συμπερασμάτων του συμβιβαστικού οργάνου της 1ης Μαρτίου 1996 που επισυνάπτεται στην οριστική του έκθεση.
16 Συναφώς, ενόψει των σκέψεων αυτών που περιέχουν τα σημεία 24, 26 και 28 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα, επιβάλλεται καταρχάς η διαπίστωση ότι το συμβιβαστικό όργανο δεν κατέληξε σε οριστικά συμπεράσματα, αλλά, αφού έκρινε ότι τα γερμανικά μέτρα δεν επέτρεπαν να συναχθεί με βεβαιότητα το συμπέρασμα ότι το γερμανικό σύστημα ελέγχου ανταποκρίνεται ή όχι στην ανάγκη αποτελεσματικότητας προκειμένου να αποφευχθούν χρηματοοικονομικοί κίνδυνοι για το ΕΓΤΠΕ, διατύπωσε το ίδιο τη σύσταση για ακριβέστερη εξέταση της αποτελεσματικής λειτουργίας του συστήματος αυτού.
17 Στη συνέχεια, έστω και αν, σε ορισμένες συγκεκριμένες περιπτώσεις, τα συμπεράσματα του συμβιβαστικού οργάνου καταδεικνύουν ότι οι γερμανικές αρχές είχαν αποδείξει την ακρίβεια των ισχυρισμών τους, τα συμπεράσματα αυτά, όπως επισημαίνει ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 27 των προτάσεών του, αφήνουν ανοιχτό το ζήτημα αν μπορεί να συναχθεί ένα γενικό συμπέρασμα από τις περιπτώσεις αυτές.
18 Τέλος, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο αα, της αποφάσεως 94/442, η Επιτροπή, όπως ορθώς υποστηρίζει η ίδια χωρίς να αντικρούεται στο σημείο αυτό από τη Γερμανική Κυβέρνηση, δεν δεσμεύεται, όταν εκδίδει την απόφασή της, από τα συμπεράσματα του συμβιβαστικού οργάνου.
19 Συνεπώς, τα συμπεράσματα του οργάνου αυτού δεν θα μπορούσαν να έχουν αποδεικτική αξία, εν προκειμένω, για την εκτίμηση του γερμανικού συστήματος ελέγχου.
20 Τρίτον, η Γερμανική Κυβέρνηση προσάπτει στην Επιτροπή ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένη.
21 Συναφώς, επιβάλλεται να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, στο ειδικό πλαίσιο της επεξεργασίας των αποφάσεων περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών, η αιτιολογία μιας αποφάσεως πρέπει να θεωρείται επαρκής εφόσον το κράτος-αποδέκτης συνεργάστηκε στενά στη διαδικασία καταρτίσεως της αποφάσεως και γνώριζε τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή έκρινε ότι δεν έπρεπε να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ με το επίδικο ποσό (βλ. αποφάσεις της 13ης Δεκεμβρίου 1990, C-22/89, Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. Ι-4799, σκέψη 18, και της 1ης Οκτωβρίου 1998, C-27/94, Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. Ι-5581, σκέψη 36).
22 Εν προκειμένω, από τον φάκελο προκύπτει ότι η Γερμανική Κυβέρνηση συνεργάστηκε στη διαδικασία καταρτίσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως. Πράγματι, οι αμφιβολίες της Επιτροπής ως προς την αξιοπιστία του γερμανικού συστήματος ελέγχου έγιναν επανειλημμένως γνωστές στις γερμανικές αρχές, τόσο προφορικώς όσο και εγγράφως, έλαβαν χώρα συζητήσεις και το συμβιβαστικό όργανο επελήφθη της υποθέσεως.
23 Επιπλέον, πρέπει να επισημανθεί ότι στη συνθετική της έκθεση η Επιτροπή διατύπωσε τους λόγους που την οδήγησαν να αρνηθεί την εκκαθάριση του επίδικου ποσού.
24 Υπό τις συνθήκες αυτές, η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως πρέπει να θεωρηθεί επαρκής.
25 Τέταρτον, η Γερμανική Κυβέρνηση φρονεί ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά στοιχεία που προέβαλε προ της ασκήσεως της προσφυγής.
26 Αντιθέτως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα εξέτασε, αλλά ότι τα στοιχεία αυτά δεν κλόνισαν την πεποίθησή της. Διευκρινίζει ότι οι διαπιστώσεις της και η κατ' αποκοπήν διόρθωση του 2 % αφορούν τις ανεπάρκειες του ελέγχου στο σύνολό του, ήτοι τις πλημμέλειες που αφορούν τα τρία στάδια ελέγχου (κατά την ανάληψη, κατά τη διάρκεια της αποθεματοποιήσεως και την έξοδο από την αποθεματοποίηση) και όχι τις ανεπάρκειες κατά τα επιμέρους τρία αυτά στάδια.
27 Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί η πάγια νομολογία του Δικαστηρίου περί της κατανομής του βάρους αποδείξεως στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως που ασκεί κράτος μέλος κατ' αποφάσεως της Επιτροπής που αφορά εκκαθάριση λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ.
28 Οσάκις η Επιτροπή αρνείται να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ με ορισμένες δαπάνες για τον λόγον ότι οι δαπάνες αυτές προκλήθηκαν από καταλογιστέες σε κράτος μέλος παραβάσεις των κοινοτικών ρυθμίσεων, σ' αυτό το κράτος εναπόκειται να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση της χρηματοδοτήσεως την οποία του αρνείται η Επιτροπή (βλ. αποφάσεις της 24ης Μαρτίου 1988, 347/85, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 1749, σκέψη 14, και της 10ης Νοεμβρίου 1993, Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. Ι-5611, σκέψη 16). Η Επιτροπή δεν υποχρεούται να αποδείξει κατά τρόπο εξαντλητικό τον πλημμελή χαρακτήρα των διαβιβασθέντων από τα κράτη μέλη στοιχείων, αλλά να προσκομίσει ένα αποδεικτικό στοιχείο της σοβαρής και εύλογης αμφιβολίας με την οποία αντιμετωπίζει τα αριθμητικά στοιχεία που διαβίβασαν οι εθνικές διοικητικές αρχές. Ο εν λόγω μετριασμός του βάρους αποδείξεως της Επιτροπής εξηγείται από το γεγονός ότι το κράτος είναι αυτό που μπορεί καλύτερα να συλλέξει και επαληθεύσει τα αναγκαία στοιχεία για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ και το οποίο υποχρεούται, συνεπώς, να προσκομίσει την πλέον λεπτομερή και πλήρη απόδειξη περί του αληθούς των αριθμητικών στοιχείων του και, ενδεχομένως, της ανακρίβειας των υπολογισμών της Επιτροπής (προαναφερθείσα απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 1993, Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής, σκέψη 17). Σε περίπτωση αμφισβητήσεως, στην Επιτροπή εναπόκειται να αποδείξει την ύπαρξη παραβάσεως των κανόνων της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών και, εφόσον το αποδείξει, στο κράτος μέλος εναπόκειται να αποδείξει, ενδεχομένως, ότι η Επιτροπή έσφαλε ως προς τα συναφή χρηματοοικονομικά συμπεράσματα (βλ. αποφάσεις της 19ης Φεβρουαρίου 1991, C-281/89, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. Ι-347, σκέψη 19· της 10ης Νοεμβρίου 1993, Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα, σκέψη 18, και της 18ης Μαρτίου 1999, C-59/97, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. Ι-1683, σκέψεις 54 και 55).
29 Συνεπώς, επιβάλλεται να εξεταστούν τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζει η Γερμανική Κυβέρνηση κατά των διαπιστώσεων επί των οποίων στήριξε η Επιτροπή την προσβαλλόμενη απόφαση.
Επί των ελέγχων κατά την ανάληψη του προϋόντος στην αποθεματοποίηση
30 Η Γερμανική Κυβέρνηση προβάλλει πέντε επιχειρήματα για να αντικρούσει τις αιτιάσεις της Επιτροπής κατά των ελέγχων που διενεργήθηκαν στο στάδιο της αναλήψεως στην αποθεματοποίηση του βοείου κρέατος από παρέμβαση.
31 Πρώτον, στη συνθετική της έκθεση, η Επιτροπή επέκρινε τη Γερμανική Κυβέρνηση για τη συχνή χρησιμοποίηση των υπαλλήλων των ψυκτικών αποθηκών ως εντεταλμένων από το ΒΑLM, αντί οργάνων του BALM, για τη ζύγιση του κρέατος και την πιστοποίηση της αναλήψεώς του. Αυτή η χρησιμοποίηση εντεταλμένου προσωπικού θέτει, κατά την Επιτροπή, σε κίνδυνο την ορθή εκτέλεση των ελέγχων στο στάδιο της αναλήψεως στην αποθεματοποίηση και προκαλεί αμφιβολίες ως προς την αξιοπιστία των εκθέσεων που συντάσσει το εν λόγω εντεταλμένο προσωπικό. Αυτό συνιστά αδυναμία του γερμανικού συστήματος, διότι άπαξ το κρέας καταψυχθεί, τυλιχθεί και τοποθετηθεί στην ψυκτική αποθήκη, είναι αδύνατο να διορθωθούν εκ των υστέρων οι παραλείψεις ή οι παρατυπίες των ελέγχων που ενδεχομένως θα διαπιστωθούν.
32 Η Γερμανική Κυβέρνηση φρονεί ότι δεν υπάρχει αδυναμία του γερμανικού συστήματος ελέγχου κατά την ανάληψη στην αποθεματοποίηση ως προς το σημείο αυτό και ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη της στο πλαίσιο των επικρίσεών της το γεγονός ότι το εν λόγω σύστημα περιλαμβάνει δύο στάδια. Στο πρώτο στάδιο, οι έλεγχοι διενεργούνται στο σφαγείο αποκλειστικά από όργανα του ΒΑLM· στο δεύτερο, οι έλεγχοι διενεργούνται στην ψυκτική αποθήκη είτε από όργανα του BALM είτε, λόγω ελλείψεως προσωπικού, από τους συνεργάτες της ψυκτικής αποθήκης. Η Γερμανική Κυβέρνηση διευκρινίζει εντούτοις ότι, στη δεύτερη περίπτωση, οι έλεγχοι που πραγματοποιήθηκαν από τα εντεταλμένα από το ΒΑLΜ πρόσωπα επαληθεύθηκαν στη συνέχεια με επαληθεύσεις βάσει εγγράφων και με επί τόπου ελέγχους του κρέατος που ανελήφθη στην αποθεματοποίηση που πραγματοποίησαν όργανα του ΒΑLM. Κατ' ακολουθίαν, δεδομένου ότι αυτό το σύστημα ελέγχου αποτελεί ένα πλήρες σύστημα, πρέπει να εξεταστεί στο σύνολό του και όχι να κρίνεται βάσει μεμονωμένης εκτιμήσεως του δεύτερου σταδίου.
33 Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι, δυνάμει του άρθρου 14 του κανονισμού (ΕΟΚ) 859/89 της Επιτροπής, της 29ης Μαρτίου 1989, περί των λεπτομερειών εφαρμογής των μέτρων παρέμβασης στον τομέα του βοείου κρέατος (ΕΕ L 91, σ. 5), που ήταν εφαρμοστέος κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, «η ανάληψη των προϋόντων από τον οργανισμό παρέμβασης πραγματοποιείται την ημέρα της εισόδου των προϋόντων στο κέντρο παρέμβασης». Επομένως, η ημέρα αυτή, και πιο συγκεκριμένα η στιγμή της παράδοσης του κρέατος στην ψυκτική αποθήκη, είναι καθοριστική για την εκτίμηση του συννόμου των ελέγχων κατά την ανάληψη του προϋόντος.
34 Συνεπώς, όπως ορθώς παρατηρεί η Επιτροπή, η ενδεχόμενη παράλειψη των ελέγχων ή οι πλημμέλειες κατά την εφαρμογή τους στο στάδιο της αναλήψεως δεν μπορούν να θεραπευθούν αργότερα με επαληθεύσεις βάσει εγγράφων ή επί τόπου ελέγχους, ακόμη και αν πραγματοποιούνται από όργανα του ΒΑLM.
35 Συγκεκριμένα, οι έλεγχοι βάσει εγγράφων καθώς και οι επί τόπου έλεγχοι που επικαλείται η Γερμανική Κυβέρνηση και που πραγματοποιούνται εκ των υστέρων από όργανα του ΒΑLM, έστω κι αν έχουν κάποια χρησιμότητα, δεν μπορούν εν πάση περιπτώσει να θεραπεύσουν ενδεχόμενες αδυναμίες των ελέγχων που πραγματοποιούνται κατά την ανάληψη του προϋόντος. Όπως επισημαίνει ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 77 έως 79 των προτάσεών του, όταν ο ελεγκτής του ΒΑLM δεν είναι παρών κατά την ανάληψη του προϋόντος, θα επιθεωρήσει τα κρέατα είτε όταν αυτά βρίσκονται στον θάλαμο καταψύξεως (Schockraum) είτε όταν έχουν ήδη αποθεματοποιηθεί. Πάντως, και στη μία και στην άλλη περίπτωση, δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί προσηκόντως σε βάθος έλεγχος της καταστάσεως του κρέατος όταν η κατάψυξη του κρέατος έχει αρχίσει ή έχει ήδη ολοκληρωθεί και το κρέας έχει συσκευαστεί και τοποθετηθεί σε παλέτες μέσα στην αποθήκη.
36 Δεύτερον, η Επιτροπή υπογράμμισε, στη συνθετική της έκθεση, ότι η χρησιμοποίηση εντεταλμένου προσωπικού δημιουργεί αναπόφευκτα κίνδυνο συγκρούσεως συμφερόντων μεταξύ του σφαγείου που πωλεί και της ψυκτικής αποθήκης που είναι επιφορτισμένη με την αποθεματοποίηση του προϋόντος, οσάκις οι δύο αυτές επιχειρήσεις ανήκουν στον ίδιο όμιλο επιχειρήσεων (συνδεδεμένες επιχειρήσεις). Ο κίνδυνος αυτός συγκεκριμενοποιείται κυρίως στην περίπτωση των συνδεδεμένων επιχειρήσεων λόγω της δυνατότητας υποβολής νοθευμένων πρακτικών στο σύστημα πληρωμής· επομένως, καθίστατο απαραίτητο όπως η Γερμανική Κυβέρνηση λάβει αποτελεσματικά μέτρα προκειμένου αυτή η σύγκρουση συμφερόντων να μην είναι επιζήμια για την ποιότητα των ελέγχων. Πάντως, κατά την Επιτροπή, οι οδηγίες του ΒΑLM ουδεμία αναφορά περιέχουν σχετικά με το ιδιαίτερο πρόβλημα των συνδεδεμένων επιχειρήσεων.
37 Όσον αφορά τα μέτρα για την αντιμετώπιση του κινδύνου σύγκρουσης συμφερόντων, η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, από τη στιγμή που, στο πλαίσιο ενεργειών παρέμβασης, το σφαγείο που πωλεί συνδέεται με ψυκτική αποθήκη, το ΒΑLM απέφυγε, στο μέτρο του δυνατού, την αποθεματοποίηση του αγορασθέντος κρέατος στην αποθήκη αυτή. Στις σπάνιες περιπτώσεις που, για λόγους οργανωτικούς, δεν ήταν δυνατή η τήρηση της αρχής αυτής, οι έλεγχοι της ανάληψης του προϋόντος στην ψυκτική αποθήκη που ήταν συνδεδεμένη με το σφαγείο διενεργούνταν αποκλειστικά από όργανα του ΒΑLM. Η Γερμανική Κυβέρνηση διευκρινίζει ότι το ΒΑLM είχε επιβάλει την τήρηση των αρχών αυτών δίδοντας προφορικές οδηγίες στις περιφερειακές του υπηρεσίες.
38 Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η παρείσφρηση νοθευμένων πρακτικών στο σύστημα πληρωμής δεν είναι δυνατή παρά μόνο στην περίπτωση συμπαιγνίας όλων των προσώπων και των υπηρεσιών που είναι αρμόδια για την ανάληψη του βοείου κρέατος παρεμβάσεως και για τον διοικητικό έλεγχο (σφαγείο, ελεγκτής του ΒΑLM/εντεταλμένο από το ΒΑLM πρόσωπο, ορκωτός ζυγιστής, ψυκτική αποθήκη, περιφερειακή και κεντρική υπηρεσία του ΒΑLM). Πάντως, κατά την Γερμανική Κυβέρνηση, έναντι μιας τόσο ευρείας και σημαντικής δολίας συμπράξεως του συνόλου των προσώπων και των υπηρεσιών, κανένα σύστημα δεν παρέχει επαρκή προστασία.
39 Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι η Γερμανική Κυβέρνηση, με την απάντησή της σε έγγραφο της Επιτροπής της 13ης Απριλίου 1994, στο οποίο υπογραμμιζόταν ο κίνδυνος παρεισφρήσεως νοθευμένων πρακτικών, απάντησε ήδη στις 6 Ιουλίου 1994 ότι, «προκειμένου να διασφαλιστεί η αντιστοιχία μεταξύ των πρακτικών αναλήψεως της κεντρικής υπηρεσίας του BALM, των περιφερειακών του υπηρεσιών και της ψυκτικής αποθήκης (...), θα προβλεφθεί, παράλληλα με την υφιστάμενη διαδικασία ελέγχου - όπως προτείνει το ΕΓΤΠΕ -, μια εσωτερική διαδικασία ελέγχου και προσαρμογής». Κατά την Επιτροπή, με τη δήλωση αυτή, η Γερμανική Κυβέρνηση αναγνώρισε ότι η μέχρι τούδε εφαρμοζόμενη διαδικασία δεν προστάτευε πλήρως το σύστημα πληρωμής από την παρείσφρηση νοθευμένων πρακτικών.
40 Όσον αφορά τα μέτρα σχετικά με την αποτροπή, κατά το στάδιο αυτό, του κινδύνου συγκρούσεως συμφερόντων λόγω της παρεμβάσεως των εντεταλμένων προσώπων του ΒΑLM, πρέπει να επισημανθεί ότι το σύννομο των ελέγχων κατά την ανάληψη του προϋόντος έχει αυξημένη σημασία στην περίπτωση κατά την οποία η ψυκτική αποθήκη συνδέεται με το σφαγείο και απαιτεί ιδιαίτερα μέτρα για τη διασφάλιση της πραγματοποιήσεως και της αποτελεσματικότητας αυτών των ελέγχων.
41 Όπως επισημαίνει ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 85 των προτάσεών του, με τις προφορικές του οδηγίες, το BALM αναγνώρισε αυτή τη σημασία, χωρίς παρά ταύτα να τις διασφαλίσει με τη βαρύτητα που θα είχαν γραπτές οδηγίες. Κατά συνέπεια, πρέπει να θεωρηθεί ότι ο προφορικός χαρακτήρας των οδηγιών του BALM δεν διασφαλίζει στις οδηγίες αυτές πλήρη αποτελεσματικότητα και, επομένως, υφίσταται αδυναμία του γερμανικού συστήματος ελέγχων.
42 Ως προς τον κίνδυνο παρεισφρήσεως νοθευμένων πρακτικών, στην περίπτωση των συνδεδεμένων επιχειρήσεων, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τέτοιος κίνδυνος δεν μπορεί να αποκλειστεί. Συγκεκριμένα, από τις δηλώσεις των γερμανικών αρχών που περιέχονται στο έγγραφό τους της 6ης Ιουλίου 1994 προκύπτει ότι αναγνώρισαν την ύπαρξη του κινδύνου αυτού, δηλώνοντας ότι θα θέσπιζαν μια διαδικασία προκειμένου να διασφαλίζεται ότι τα έντυπα των πρακτικών της ανάληψης του προϋόντος που κατέχουν η κεντρική υπηρεσία του BALM, οι περιφερειακές του υπηρεσίες και η ψυκτική αποθήκη βρίσκονται σε απόλυτη αντιστοιχία μεταξύ τους.
43 Τρίτον, η Επιτροπή προβάλλει στη συνθετική της έκθεση ότι από την εξέταση των εκθέσεων ελέγχου που τέθηκαν στη διάθεσή της προκύπτει ότι, οσάκις οι έλεγχοι διενεργούνται από όργανα του ΒΑLM, οι εκθέσεις τους περιλαμβάνουν ορισμένες αρνητικές παρατηρήσεις που καταλήγουν στην άρνηση της ανάληψης, αλλά ότι, αντιθέτως, όταν οι έλεγχοι εκτελούνται από τους υπαλλήλους των ψυκτικών αποθηκών ως εντεταλμένα πρόσωπα του ΒΑLM, οι εκθέσεις που συντάσσουν οι τελευταίοι δεν περιέχουν τέτοιες παρατηρήσεις. Κατά την Επιτροπή, αυτή η διαπίστωση επιβεβαιώνεται από τους μεταγενέστερους ελέγχους που πραγματοποιήθηκαν από τα όργανα του ΒΑLM και καταγράφηκαν στις «εκθέσεις περί του ελέγχου στην επιχείρηση παραλαβής».
44 Όσον αφορά τις τελευταίες αυτές εκθέσεις, η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι στο γερμανικό σύστημα μόνον τα «πρακτικά περί της ποιοτικής εκτιμήσεως και αναλήψεως του βοείου κρέατος» αποτελούν επίσημο έγγραφο· η «έκθεση περί του ελέγχου στην επιχείρηση παραλαβής» είναι μόνον εσωτερικό έγγραφο του ΒΑLM. Επιπλέον, κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, το έντυπο «πρακτικά περί της ποιοτικής εκτιμήσεως και της αναλήψεως του βοείου κρέατος» δεν περιελάμβανε αρχικά καμία ειδική στήλη για να καταγράψουν τα όργανα ή οι εντεταλμένοι του ΒΑLM τις ιδιομορφίες ή τα ελαττώματα που εμφανίζονται κατά την ανάληψη του προϋόντος. Εντούτοις, μεταγενεστέρως, το ΒΑLM, κατόπιν προτάσεως του ΕΓΤΠΕ, αναμόρφωσε το έντυπο αυτό προκειμένου να περιληφθεί σε αυτό μια στήλη για την καταγραφή των εμφανιζομένων ιδιομορφιών ή ελαττωμάτων.
45 Σχετικά με τις «εκθέσεις περί του ελέγχου στην επιχείρηση παραλαβής», η Επιτροπή παρατηρεί ότι οι ίδιες οι γερμανικές υπηρεσίες δημιούργησαν αυτή την κατηγορία εκθέσεων για να καταδείξουν τη σύννομη λειτουργία του γερμανικού συστήματος ελέγχου, αφότου η Επιτροπή διαπίστωσε πλημμέλειες στα πρακτικά αναλήψεως προϋόντος. Ως προς την ανυπαρξία κατά την περίοδο εκείνη ειδικής στήλης στα «πρακτικά περί της ποιοτικής εκτιμήσεως και της αναλήψεως του βοείου κρέατος», η Επιτροπή φρονεί ότι η παράλειψη αυτή συνιστά μια επιπλέον αδυναμία του γερμανικού συστήματος.
46 Συναφώς, δεν αμφισβητείται ότι, όπως βεβαιώνουν οι «εκθέσεις περί του ελέγχου στην επιχείρηση παραλαβής» που καταρτίστηκαν εκ των υστέρων από τα όργανα του ΒΑLM, οι έλεγχοι που διενεργήθηκαν κατά την ανάληψη του προϋόντος από τα εντεταλμένα πρόσωπα του ΒΑLM ήταν ελλιπείς.
47 Το επιχείρημα της Γερμανικής Κυβέρνησης ότι οι εκθέσεις αυτές αποτελούν εσωτερικό έγγραφο του ΒΑLM, ενώ μόνον τα πρακτικά που έχουν συνταχθεί κατά την ανάληψη του προϋόντος αποτελούν επίσημο έγγραφο, πρέπει να απορριφθεί. Συγκεκριμένα, όπως ορθώς υποστηρίζει η Επιτροπή, οι ίδιες οι γερμανικές υπηρεσίες επικαλέστηκαν τα έγγραφα αυτά για να καταδείξουν τη σύννομη λειτουργία του συστήματός τους ελέγχου. Συνεπώς, αν τα έγγραφα αυτά ενισχύουν τις διαπιστώσεις της Επιτροπής, δεν μπορεί να μην της επιτραπεί να τα επικαλείται.
48 Ως προς την ανυπαρξία ειδικής στήλης στα «πρακτικά περί της ποιοτικής εκτιμήσεως και της αναλήψεως βοείου κρέατος» για την αναγραφή των ιδιομορφιών ή των ελαττωμάτων, επιβάλλεται η διαπίστωση, όπως επισημαίνει ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 81 των προτάσεών του, ότι, καίτοι οι κύριοι έλεγχοι είναι οι πραγματοποιούμενοι κατά την ανάληψη του κρέατος, η ανυπαρξία, στα πρακτικά που χρησιμοποιήθηκαν το 1992 για τους ελέγχους της αναλήψεως του προϋόντος, ειδικής στήλης για την αναγραφή ενδεχομένων ιδιομορφιών που εμφανίζονται κατά τον έλεγχο της αναλήψεως του προϋόντος ή ασήμαντων ελαττωμάτων που διαπιστώνονται στο προς ανάληψη κρέας συνιστά πρόσθετη αδυναμία του τότε γερμανικού συστήματος. Αυτό θα ίσχυε ακόμη περισσότερο αν το εν λόγω έγγραφο ήταν πράγματι το μόνον επίσημο, όπως ισχυρίζεται η Γερμανική Κυβέρνηση. Η εν λόγω κυβέρνηση αναγνώρισε, εξάλλου, την αδυναμία αυτή και δήλωσε ότι τη θεράπευσε περιλαμβάνοντας, για τα μετέπειτα οικονομικά έτη, μια τέτοια στήλη.
49 Τέταρτον, η Επιτροπή δέχθηκε στη συνθετική της έκθεση και άλλα στοιχεία που της επιτρέπουν να αμφισβητήσει την αξιοπιστία του γερμανικού συστήματος. Υπογραμμίζει την ύπαρξη, σε τρεις περιπτώσεις, πλημμελειών που οφείλονται σε δόλιες ενέργειες, γεγονός που καταδεικνύει τις αδυναμίες του γερμανικού συστήματος και προσθέτει ότι οι αμφιβολίες της ενισχύθηκαν από τις διαθέσιμες στατιστικές σχετικά με τους ελέγχους που αποκάλυπταν σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των περιφερειακών υπηρεσιών του ΒΑLM ως προς τον αριθμό των ελέγχων που έχουν πραγματοποιήσει. Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι για ορισμένες περιοχές, των οποίων ο όγκος των εγχωρίων παραδόσεων είναι δευτερεύουσας σημασίας, ήταν υψηλό το ποσοστό ελέγχων, ενώ περιοχές όπως το Mόlheim, το Mannheim και το Μόναχο, των οποίων ο όγκος εγχωρίων παραδόσεων είναι ιδιαίτερα σημαντικός, χαρακτηρίζονται από σχετικά μειωμένο ποσοστό ελέγχων.
50 Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι τρεις περιπτώσεις στις οποίες διαπιστώθηκαν παραβάσεις δεν μπορούν να θέσουν συνολικώς εν αμφιβόλω την ασφάλεια και το σύννομο του γερμανικού συστήματος, όταν μάλιστα αποκαλύφθηκαν χάρη στις επαληθεύσεις που πραγματοποίησαν οι γερμανικές υπηρεσίες. Ως προς τις τοπικές αποκλίσεις που προκύπτουν από τα στατιστικά στοιχεία σχετικά με τους ελέγχους, η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, για το οικονομικό έτος 1992, περίπου το 52 % των ελέγχων στις ψυκτικές αποθήκες, ήτοι πλέον του ημίσεος, διενεργήθηκαν από ελεγκτή του ΒΑLM και ότι οι λοιποί έλεγχοι διενεργήθηκαν από εντεταλμένα πρόσωπα του ΒΑLM, οπότε διασφαλίστηκε ο έλεγχος κατά 100 % των αναλήψεων.
51 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, έστω κι αν οι τρεις αυτές περιπτώσεις παραβάσεων, που οφείλονται σε δόλιες ενέργειες, δεν μπορούν, αυτές μόνον, όπως ορθώς ισχυρίζεται η Γερμανική Κυβέρνηση, να θέσουν συνολικώς εν αμφιβόλω την ασφάλεια και το σύννομο του γερμανικού συστήματος ελέγχου, πάντως καθιστούν σαφές το ευάλωτο του συστήματος αυτού που οφείλεται στη χρησιμοποίηση εντεταλμένων προσώπων. Συγκεκριμένα, και μόνη η παρουσία των οργάνων του ΒΑLM κατά την παράδοση των εμπορευμάτων στην ψυκτική αποθήκη θα μπορούσε να καταστήσει δυσκολότερες τις δόλιες ενέργειες.
52 Η εκτίμηση αυτή ενισχύεται από τη διαπίστωση ότι ορισμένες περιφερειακές υπηρεσίες του ΒΑLM, που δέχονται στην παρέμβαση ιδιαιτέρως σημαντικές ποσότητες βοείου κρέατος, είναι εκείνες ακριβώς που διενήργησαν περιορισμένο αριθμό ελέγχων. Συγκεκριμένα, όπως επισημαίνει ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 83 των προτάσεών του, ακόμη κι αν, συνολικώς, το ποσοστό των ελέγχων που πραγματοποιήθηκαν άμεσα από τα όργανα του ΒΑLM είναι 52 %, είναι δυνατόν το ασθενές ποσοστό των επίσημων και ανεξάρτητων ελέγχων των υπηρεσιών του Mόhlheim, του Mannheim και ιδίως του Μονάχου να διευκόλυνε δόλιες ενέργειες αδίστακτων προσώπων.
53 Πέμπτον, κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, η Επιτροπή αμφισβητεί το σύστημα εισόδου στην αποθεματοποίηση που χρησιμοποιεί η Γερμανία στηριζόμενη - όχι βέβαια ρητώς, αλλά κατ' ουσίαν - στο άρθρο 17, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2456/93 της Επιτροπής, της 1ης Σεπτεμβρίου 1993, περί λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 805/68 του Συμβουλίου, όσον αφορά τα γενικά και ειδικά μέτρα παρέμβασης στον τομέα του βοείου κρέατος (ΕΕ L 225, σ. 4), το οποίο επιτρέπει όπως η διαδικασία αναλήψεως των προσφερομένων προϋόντων παραγματοποιείται από εντεταλμένο πρόσωπο του οργανισμού παρέμβασης, υπό τον όρον ότι είναι εντελώς ανεξάρτητος από τον υπερθεματιστή. Η Γερμανική Κυβέρνηση προσάπτει στην Επιτροπή ότι εφάρμοσε αναδρομικά από το οικονομικό έτος 1992 την απαίτηση αυτή που επιβάλλει το άρθρο 17, παράγραφος 4, του κανονισμού 2456/93, ενώ κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών δεν είχε τεθεί ακόμη σε ισχύ ο κανονισμός αυτός και το άρθρο 8 του κανονισμού 729/70, από την πλευρά του, δεν το επέβαλε.
54 Κατά την Επιτροπή, η μομφή αυτή είναι αδικαιολόγητη, διότι η επίκριση που ασκήθηκε στο γερμανικό σύστημα ελέγχου για το οικονομικό έτος 1992 δεν θεμελιώνεται ούτε πραγματικώς ούτε νομικώς στο καθεστώς που θέσπισε ο κανονισμός 2456/93, αλλά στο γεγονός ότι η Γερμανική Κυβέρνηση δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση του υποστατού και του συννόμου των πράξεων που χρηματοδοτεί το ΕΓΤΠΕ και για την πρόληψη και ποινική δίωξη των πλημμελειών.
55 Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι, ακόμη και αν το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70 δεν περιείχε διατάξεις τόσο ακριβείς όσο αυτές του άρθρου 17, παράγραφος 4, του κανονισμού 2456/93, είναι ωστόσο σαφές, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ότι η διάταξη αυτή, που αποτελεί, στον γεωργικό τομέα, την έκφραση των υποχρεώσεων που επιβάλλει στα κράτη μέλη το άρθρο 5 της Συνθήκης EK (νυν άρθρο 10 ΕΚ), ορίζει τις αρχές βάσει των οποίων η Κοινότητα και τα κράτη μέλη οφείλουν να ρυθμίζουν την εφαρμογή των κοινοτικών αποφάσεων περί των γεωργικών παρεμβάσεων που χρηματοδοτεί το ΕΓΤΠΕ καθώς την καταπολέμηση των απατών και των παρανομιών σε σχέση με τις ανωτέρω πράξεις (βλ. απόφαση της 6ης Μαου 1982, 146/81, 192/81 και 193/81, BayWa κ.λπ., Συλλογή 1982, σ. 1503, σκέψη 13). Το άρθρο αυτό επιβάλλει στα κράτη μέλη τη γενική υποχρέωση λήψεως των αναγκαίων μέτρων για τη διασφάλιση της πραγματοποιήσεως και του συννόμου των χρηματοδοτουμένων από το ΕΓΤΠΕ πράξεων, ακόμη και αν η συγκεκριμένη κοινοτική πράξη δεν προβλέπει ρητά τη θέσπιση του τάδε ή του δείνα μέτρου ελέγχου (βλ. απόφαση της 12ης Ιουνίου 1990, C-8/88, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. Ι-2321, σκέψεις 16 και 17, και της 1ης Οκτωβρίου 1998, C-209/96, Hvωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. Ι-5655, σκέψη 43).
56 Δεδομένου ότι μια τέτοια υποχρέωση της Γερμανικής Κυβερνήσεως απέρρεε ήδη από την ισχύουσα κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών κανονιστική ρύθμιση, δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι εφάρμοσε αναδρομικά τον κανονισμό 2456/93.
Επί των ελέγχων κατά τη διάρκεια της αποθεματοποιήσεως
57 Ως προς τους ελέγχους κατά τη διάρκεια της αποθεματοποιήσεως, η Γερμανική Κυβέρνηση αμφισβητεί την ακρίβεια των διαπιστώσεων της Επιτροπής σχετικά, αντιστοίχως, με την εγγραφή στην απογραφή, με τον έλεγχο των απογραφών και με την έλλειψη σαφών εθνικών οδηγιών για την εκτέλεση των ελέγχων αυτών.
58 Πρώτον, η Επιτροπή διαπίστωσε, στη συνθετική της έκθεση, ότι στις απογραφές το βάρος που καταχωρίστηκε συνέπιπτε με το βάρος που ελέγχθηκε. Το γεγονός ότι τα βάρη συνέπιπταν οδηγεί στο συμπέρασμα, κατά την Επιτροπή, ότι οι ελεγκτές δεν προέβαιναν στους ελέγχους των αποθεμάτων σύμφωνα με το άρθρο 3 του κανονισμού 618/90, το οποίο απαιτεί επαλήθευση της φυσικής παρουσίας του εμπορεύματος, αλλά ότι ελάμβαναν κατευθείαν τις ενδείξεις ποσότητας και βάρους από τους λογαριασμούς αποθεματοποιήσεως της ψυκτικής αποθήκης. Αυτή η διαπίστωση επιβεβαιώνεται εξάλλου από τις δηλώσεις των υπαλλήλων των ψυκτικών αποθηκών που συνάντησε η Επιτροπή κατά τις επιτόπιες επαληθεύσεις.
59 Η Γερμανική Κυβέρνηση εκτιμά ότι το άρθρο 3 του κανονισμού 618/90 δεν προβλέπει επαλήθευση του βάρους του κρέατος κατά την απογραφή και υποστηρίζει ότι εναπόκειται στην Επιτροπή να αποδείξει τους ισχυρισμούς των υπαλλήλων των ψυκτικών αποθηκών. Η Γερμανική Κυβέρνηση προτείνει, ανταποδεικτικώς, τη μαρτυρία ορισμένων οργάνων του ΒΑLM.
60 Η Επιτροπή προσκομίζει έγγραφο της Γερμανικής Κυβερνήσεως της 6ης Ιουλίου 1994 από το οποίο προκύπτει ότι η εν λόγω κυβέρνηση, αφενός, ανεγνώριζε ότι οι ελεγκτές του ΒΑLM δεν ήσαν πάντοτε παρόντες κατά την κατάρτιση της απογραφής και, αφετέρου, δήλωνε την πρόθεσή της να ελέγχει στο μέλλον αυστηρότερα την τήρηση των διατάξεων του κανονισμού 617/90 από τους πραγματοποιούντες την αποθεματοποίηση.
61 Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι, αν και το άρθρο 3 του κανονισμού 618/90 δεν επιβάλλει τη ζύγιση του κρέατος, όπως ορθώς υποστηρίζει η Γερμανική Κυβέρνηση, εντούτοις απαιτεί την αποτελεσματική επαλήθευση της φυσικής παρουσίας του εμπορεύματος.
62 Προς απόδειξη του ότι δεν τηρήθηκε η απαίτηση αυτή, η Επιτροπή στηρίζεται στις μαρτυρίες των υπαλλήλων των ψυκτικών αποθηκών, ενώ η Γερμανική Κυβέρνηση, που υποστηρίζει την αντίθετη άποψη, προτείνει τη μαρτυρία οργάνων του ΒΑLM.
63 Στο πλαίσιο εκτιμήσεως των προτεινομένων αποδεικτικών μέσων, επιβάλλεται η διαπίστωση, όπως επισημαίνει ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 122 των προτάσεών του, ότι τα όργανα του ΒΑLM δεν θα μπορούσαν να προσκομίσουν την απόδειξη αυτή παρά μόνον αποκλειστικά για τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ήσαν πράγματι παρόντα κατά την κατάρτιση της απογραφής.
64 Πάντως, από τις δηλώσεις της Γερμανικής Κυβερνήσεως προκύπτει ότι τα όργανα του ΒΑLM δεν ήσαν πάντοτε παρόντα κατά την κατάρτιση αυτής της απογραφής. Συνεπώς, οι διαπιστώσεις της Επιτροπής, που αντλούνται από μαρτυρίες κατά τις οποίες, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι πραγματοποιήσαντες την αποθεματοποίηση περιορίστηκαν σε λογιστική μεταφορά των στοιχείων των αποθεμάτων, δεν μπορούν να καταρριφθούν από τις μαρτυρίες οργάνων του ΒΑLM.
65 Πρέπει να προστεθεί ότι οι διαπιστώσεις αυτές επιβεβαιώνονται από τη δήλωση που περιέχεται στο έγγραφο της 6ης Ιουλίου 1994 στο οποίο η Γερμανική Κυβέρνηση, έχοντας επίγνωση των πλημμελειών, δεσμεύθηκε, για το μέλλον, να παρακολουθεί εγγύτερα την κατάρτιση των απογραφών προκειμένου να τηρηθεί ο κανονισμός 618/90.
66 Δεύτερον, όσον αφορά τον έλεγχο των απογραφών, η Επιτροπή, στη συνθετική της έκθεση, προσάπτει στη Γερμανική Κυβέρνηση ότι στα πρακτικά ετήσιας απογραφής δεν πιστοποιείται η τήρηση του άρθρου 4 του κανονισμού 618/90, το οποίο επιβάλλει την υποχρέωση επί τόπου επιθεωρήσεως του 5 % των αποθεματοποιημένων ποσοτήτων, σύμφωνα με τις μεθόδους που περιλαμβάνονται στο παράρτημα ΙΙΙ του εν λόγω κανονισμού. Κατά την Επιτροπή, από τα πρακτικά αυτά θα έπρεπε να προκύπτει ότι η διαδικασία και οι πράξεις, συμπεριλαμβανομένης της ενδείξεως του βάρους, που επιβάλλει το παράρτημα ΙΙΙ του κανονισμού 618/90, ακολουθήθηκαν σε όλες τους τις λεπτομέρειες. Όμως, τα πρακτικά ετήσιας απογραφής, συμπεριλαμβανομένων των καταστάσεων αποθεμάτων που τα συνοδεύουν, δεν παρέχουν τα πληροφοριακά αυτά στοιχεία.
67 Η Γερμανική Κυβέρνηση αντικρούει τις διαπιστώσεις της Επιτροπής και υποστηρίζει ότι επιλέγησαν και επιθεωρήθηκαν επί τόπου παρτίδες που αντιστοιχούν στο 5 % τουλάχιστον του συνόλου της αποθεματοποιημένης ποσότητας. Εξάλλου, κατά την πρόσθετη επιθεώρηση, που απαιτεί το παράρτημα ΙΙΙ του κανονισμού 618/90, του 20 % της ήδη ελεγχθείσας ποσότητας του 5 %, διενεργήθηκε επαλήθευση του βάρους από τα όργανα του ΒΑLM.
68 Κατά την Επιτροπή, οι ενδείξεις του βάρους που εμφαίνονται στην αντίστοιχη στήλη των πρακτικών των απογραφών καθιστούν απλώς γνωστό από ποια παρτίδα ή από ποια κατηγορία εμπορεύματος το 20 % της ήδη ελεγχθείσας ποσότητας του 5 %, ήτοι το 1 % του συνόλου του αποθέματος, επελέγη για τον έλεγχο του βάρους, αλλά δεν επιτρέπουν, μεταξύ άλλων, να διαπιστωθεί η ακριβής ποσότητα που αποτέλεσε αντικείμενο των επί τόπου επιθεωρήσεων.
69 Συναφώς, όπως επισημαίνει ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 125 των προτάσεών του, όταν, σε σχέση με τη χρησιμοποίηση των πόρων της Κοινότητας, το κοινοτικο δίκαιο επιβάλλει συγκεκριμένους ελέγχους, όπως εν προκειμένω την επιτόπου επιθεώρηση του 5 % του αποθεματοποιημένου βοείου κρέατος, οι αρμόδιες εθνικές υπηρεσίες οφείλουν να μεριμνούν ώστε να υφίσταται η δυνατότητα επαληθεύσεως, κατά τη διαδικασία εκκαθαρίσεως των λογαριασμών και με κατάλληλα έγγραφα ή σημειώσεις, του αν τηρήθηκε η υποχρέωση αυτή. Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, αν σε ένα σύστημα ελέγχων δεν υπάρχουν τέτοια έγγραφα ή σημειώσεις, η ανυπαρξία τους συνιστά ακριβώς την αδυναμία του.
70 Εξάλλου, όπως επισημαίνει ο γενικός εισαγγελέας στο ίδιο σημείο των προτάσεών του, η Γερμανική Κυβέρνηση αναγνώρισε την αδυναμία αυτή σε έγγραφο του Ομοσπονδιακού Υπουργού Τροφίμων, Γεωργίας και Δασών της 6ης Οκτωβρίου 1995, που προσκόμισε η ίδια η Γερμανική Κυβέρνηση, στο οποίο αυτός δήλωνε ότι, στο μέλλον, «οι έλεγχοι που πρέπει να διενεργούνται κατά την αποθεματοποίηση θα είναι σύμφωνα με [τις] προτάσεις [της Επιτροπής], πλήρως τεκμηριωμένοι».
71 Τρίτον, η Επιτροπή προσάπτει στη Γερμανική Κυβέρνηση ότι δεν εξέδωσε σαφείς εθνικές οδηγίες που θα έπρεπε να ακολουθούν οι ελεγκτές κατά τους επί τόπου ελέγχους του 5 % του αποθεματοποιημένου κρέατος, αλλά ότι περιορίστηκε στο να παραπέμψει στο παράρτημα ΙΙΙ του κανονισμού 618/90. Κατά την Επιτροπή, η παραπομπή αυτή δεν αρκούσε για να διασφαλίσει την ορθή εκτέλεση της επί τόπου επιθεωρήσεως ούτε, ενδεχομένως, προς απόδειξή της.
72 Αντιθέτως, η Γερμανική Κυβέρνηση φρονεί ότι η παραπομπή στο παράρτημα ΙΙΙ του κανονισμού 618/90, μέσω των υπηρεσιακών οδηγιών, αρκεί λόγω του εξαντλητικού και κατανοητού του χαρακτήρα.
73 Συναφώς, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, αν και αληθεύει ότι η ακολουθητέα διαδικασία προκύπτει σαφώς από το παράρτημα ΙΙΙ του κανονισμού 618/90, που ήταν συνημμένο στις υπηρεσιακές οδηγίες και που ήταν κατανοητό για τους ελεγκτές, ωστόσο οι γερμανικές αρχές δεν είναι σε θέση να αποδείξουν την ορθή εκτέλεση των πράξεων που απαιτεί το εν λόγω παράρτημα, διότι, όπως επισημαίνει ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 126 των προτάσεών του, θα έπρεπε να συμπεριλάβουν προς τούτο, στις υπηρεσιακές τους οδηγίες, την υποχρέωση των ελεγκτών να καταρτίζουν λεπτομερείς εκθέσεις ώστε να είναι δυνατή η επαλήθευση της ορθής εκτελέσεως των επί τόπου ελέγχων του 5 % του αποθεματοποιημένου κρέατος.
74 Συνεπώς, λόγω της ελλείψεως τέτοιας οδηγίας, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι υπάρχει αδυναμία του γερμανικού συστήματος ελέγχου ως προς το σημείο αυτό.
Επί των ελέγχων κατά την έξοδο του προϋόντος από την αποθεματοποίηση
75 Όπως και για τους ελέγχους κατά την ανάληψη του προϋόντος στην αποθεματοποίηση, η Επιτροπή προσάπτει στη Γερμανική Κυβέρνηση, με τη συνθετική της έκθεση, ότι εμπιστεύθηκε τους ελέγχους κατά την έξοδο του προϋόντος από την αποθεματοποίηση όχι στα όργανα του ΒΑLM, αλλά σε εντεταλμένα από το ίδιο πρόσωπα που ήσαν υπάλληλοι των ψυκτικών αποθηκών. Αυτή η χρησιμοποίηση εντεταλμένου προσωπικού καθιστά δυνατές, κατά την Επιτροπή, δόλιες ενέργειες και καταχρήσεις κατά τη διαδικασία εξόδου από την αποθεματοποίηση, οι οποίες καθίστανται ακόμη πιο εύκολες στην περίπτωση ψυκτικών αποθηκών που ανήκουν στον ίδιο όμιλο επιχειρήσεων με τον αγοραστή (συνδεδεμένες επιχειρήσεις). Κατά την Επιτροπή, η Γερμανική Κυβέρνηση θα έπρεπε τουλάχιστον να εκδώσει γραπτές οδηγίες προκειμένου να διασφαλίσει ότι οι έλεγχοι αυτοί θα διενεργούνταν παρουσία των οργάνων του ΒΑLM.
76 Η Γερμανική Κυβέρνηση φρονεί ότι οι έλεγχοι κατά την έξοδο από την αποθεματοποίηση εκτελέστηκαν προσηκόντως. Υποστηρίζει ότι, στην περίπτωση που η έξοδος από την αποθεματοποίηση πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο συνδεδεμένων επιχειρήσεων, οι επαληθεύσεις διενεργήθηκαν αποκλειστικά από τα όργανα του ΒΑLM.
77 Συναφώς, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, αν και η εφαρμοστέα το 1992 κοινοτική ρύθμιση δεν επιβάλλει την παρουσία οργάνων του οργανισμού παρέμβασης κατά την έξοδο από την αποθεματοποίηση, δεν σημαίνει ότι στην περίπτωση των συνδεδεμένων επιχειρήσεων οι έλεγχοι που διενεργούσαν τα όργανα του ΒΑLM, ή τουλάχιστον παρουσία τους, δεν αποτελούσαν εγγύηση για την αποτροπή κινδύνων ενδεχομένων δολίων ενεργειών ή καταχρήσεων.
78 Εν πάση περιπτώσει, λαμβανομένων υπόψη, αφενός, των κατηγορηματικών δηλώσεων της Γερμανικής Κυβερνήσεως και, αφετέρου, της ελλείψεως εξαντλητικής επαληθεύσεως από την πλευρά της Επιτροπής για το σύνολο των συνδεδεμένων επιχειρήσεων, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι τα όργανα του ΒΑLM απουσίαζαν κατά την παράδοση κρεάτων σε επιχειρήσεις που συνδέονταν με την ιδιοκτήτρια εταιρία της αποθήκης.
79 Εντούτοις, πρέπει να τονιστεί, όπως ακριβώς και στην περίπτωση των όσων διαπιστώθηκαν κατά την εξέταση του γερμανικού συστήματος ελέγχου των αναλήψεων στην αποθεματοποίηση, ότι οι αρμόδιες γερμανικές αρχές και πάλι δεν συμπεριέλαβαν, για την περίπτωση των συνδεδεμένων επιχειρήσεων, γραπτές οδηγίες επιτάσσουσες την παρουσία οργάνων του ΒΑLM κατά την έξοδο από την αποθεματοποίηση του κρέατος. Συνεπώς, αυτή η έλλειψη γραπτών οδηγιών αποτελεί αδυναμία του γερμανικού συστήματος ελέγχου.
80 Η Επιτροπή, με τη συνθετική της έκθεση, προσάπτει επίσης στη Γερμανική Κυβέρνηση ότι δεν μερίμνησε ώστε το βόειο κρέας να αποτελέσει αντικείμενο ζυγίσεως και ορθής λογιστικής καταχωρίσεως κατά την έξοδό του από την αποθεματοποίηση. Προβάλλει, μεταξύ άλλων, ορισμένες περιπτώσεις κατά τις οποίες η έξοδος από την αποθεματοποίηση πραγματοποιήθηκε υπό τον έλεγχο των οργάνων του ΒΑLM και στις οποίες το βάρος του παραδοθέντος εμπορεύματος ήταν ακριβώς το ίδιο με το βάρος του αναληφθέντος εμπορεύματος. Κατά την Επιτροπή, δεδομένου ότι τα τεμάχια κρέατος πρέπει κατά την ανάληψή τους να ζυγίζονται και εν συνεχεία να συσκευάζονται, ενώ κατά την έξοδο από την αποθεματοποίηση πρέπει να ζυγίζονται με τη συσκευασία τους (μικτό βάρος), είναι ελάχιστα πιθανό ότι η απώλεια βάρους που υφίσταται γενικά το αποθεματοποιημένο κρέας αντισταθμίζεται ακριβώς από το βάρος της συσκευασίας. Για τον λόγο αυτό, η Επιτροπή αμφιβάλλει αν τα κρέατα που εξήλθαν από την αποθεματοποίηση ζυγίστηκαν σε όλες τις περιπτώσεις.
81 Αφενός, η Επιτροπή υπενθυμίζει συναφώς ότι το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 147/91 της Επιτροπής, της 22ας Ιανουαρίου 1991, για τον ορισμό και τον καθορισμό ορίων ανοχής των ποσοτικών απωλειών των γεωργικών προϋόντων που αποθηκεύονται σε δημόσια παρέμβαση (ΕΕ L 17, σ. 9), καθορίζει σε 0,6 % για το βόειο κρέας το ποσοστό φυσιολογικών απωλειών που γίνονται αποδεκτές κατά την αποθεματοποίηση.
82 Αφετέρου, κατά την Επιτροπή, στις περιπτώσεις μη εξακριβωμένων απωλειών βοείου κρέατος, που υπερβαίνουν το όριο ανοχής του 0,6 % που καθορίζει ο κανονισμός 147/91, τα κράτη μέλη οφείλουν να καταχωρούν λογιστικώς σε πίστωση του ΕΓΤΠΕ ποσό σαφώς υψηλότερο της αγοραίας αξίας των ποσοτήτων που απωλέσθηκαν, δυνάμει των κανονισμών (ΕΟΚ) 3492/90 του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1990, για τον καθορισμό των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη στους ετήσιους λογαριασμούς για τη χρηματοδότηση των μέτρων παρεμβάσεως με τη μορφή δημόσιας αποθεματοποίησης από το Ευρωπαϋκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα Εγγυήσεων (ΕΕ L 337, σ. 3), και (ΕΟΚ) 3597/90 της Επιτροπής, της 12ης Δεκεμβρίου 1990, σχετικά με τους κανόνες λογιστικής καταχώρισης για τα μέτρα παρέμβασης που συνεπάγεται η αγορά, η αποθεματοποίηση και η πώληση γεωργικών προϋόντων από τους οργανισμούς παρέμβασης (ΕΕ L 350, σ. 43).
83 Η Επιτροπή φρονεί ότι εξήλθε από την αποθεματοποίηση ιδιαιτέρως σημαντική ποσότητα κρέατος, χωρίς η Γερμανική Κυβέρνηση να τηρήσει τις υποχρεώσεις της από το άρθρο 8 του κανονισμού 729/70, που επιβάλλει την υποχρέωση της πραγματοποιήσεως και του συννόμου των πράξεων που χρηματοδοτούνται από το ΕΓΤΠΕ, και ότι, συνεπώς, υπήρξαν παραλείψεις κατά τη διεξαγωγή των ελέγχων στην έξοδο από την αποθεματοποίηση, των οποίων οι χρηματοοικονομικές συνέπειες ήσαν καταλογιστέες στη Γερμανική Κυβέρνηση.
84 Η Γερμανική Κυβέρνηση προβάλλει τρία είδη επιχειρημάτων υπέρ του συστήματός της ελέγχου.
85 Πρώτον, οι ίδιοι οι αγοραστές μεριμνούσαν ώστε να παραδίδεται προσηκόντως, τόσο από άποψη ποιότητας όσο και ποσότητας, το κατακυρούμενο και πληρωνόμενο κρέας, διότι οι προϋποθέσεις πωλήσεως του ΒΑLM αποκλείουν κάθε μετέπειτα απαίτηση. Επομένως, θα εντοπίζονταν οι δόλιες ενέργειες κατά τη διάρκεια των πράξεων εξόδου από την αποθεματοποίηση.
86 Δεύτερον, οι μετέπειτα έλεγχοι που διενήργησαν τα όργανα του ΒΑLM επιβεβαίωσαν την ορθή πραγματοποίηση των πράξεων εξόδου από την αποθεματοποίηση.
87 Τρίτον, οι συγκεκριμένες περιπτώσεις ανωμαλιών που διαπίστωσε η Επιτροπή, κατά τις οποίες το βάρος κατά την έξοδο από την αποθεματοποίηση αντιστοιχούσε στο βάρος κατά την είσοδο σ' αυτήν, δεν προέρχονται από δόλιες ενέργειες ούτε από έλλειψη ζυγίσεως, αλλά από σφάλμα που οδήγησε στο να καταχωριστούν λογιστικώς από κοινού δύο διαφορετικές κατηγορίες κρέατος, ενώ θα έπρεπε να καταχωριστούν ξεχωριστά.
88 Η επιχειρηματολογία αυτή της Γερμανικής Κυβερνήσεως πρέπει να απορριφθεί. Καταρχάς, ο ισχυρισμός και μόνον ότι οι αγοραστές ουδεμία απαίτηση προέβαλαν δεν μπορεί να θεωρηθεί ως απόδειξη του συννόμου των ελέγχων που πραγματοποιούνται κατά την έξοδο από την αποθεματοποίηση, αφού, όπως η ίδια η Γερμανική Κυβέρνηση εξηγεί, οι προϋποθέσεις πωλήσεως του ΒΑLM αποκλείουν κάθε απαίτηση μετά την παράδοση. Ακολούθως, οι έλεγχοι βάσει εγγράφων που πραγματοποιήθηκαν μετέπειτα από όργανα του ΒΑLM δεν μπορούσαν να θεραπεύσουν τις πλημμέλειες που ενδεχομένως διαπράχθηκαν κατά την έξοδο από την αποθεματοποίηση. Τέλος, το σφάλμα που επικαλείται η Γερμανική Κυβέρνηση επιβεβαιώνει την έλλειψη αξιοπιστίας του γερμανικού συστήματος ελέγχου.
89 Συνεπώς, οι αμφιβολίες της Επιτροπής ως προς το αν το κρέας ζυγιζόταν πάντοτε κατά την έξοδο από την αποθεματοποίηση είναι και σοβαρές και εύλογες.
90 Από την εξέταση του συνόλου των στοιχείων που προσκόμισε η Γερμανική Κυβέρνηση προκύπτει ότι δεν απέδειξε ότι το σύστημά της είναι απαλλαγμένο αδυναμιών δυναμένων να συνεπάγονται κίνδυνο μικρών απωλειών για το ΕΓΤΠΕ και ότι οι διαπιστώσεις της Επιτροπής δεν ευσταθούν.
91 Συνεπώς, από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει να απορριφθεί.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
92 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και αυτή η τελευταία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy