Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-59/97,
Ιταλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τον καθηγητή U. Leanza, προϋστάμενο της υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών του Υπουργείου Εξωτερικών, επικουρούμενο από τον G. De Bellis, avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία της Ιταλίας, 5, rue Marie-Adιlaοde,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τους E. de March, νομικό σύμβουλο, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον C. Gσmez de la Cruz, μέλος της Νομικής υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο τη μερική ακύρωση της αποφάσεως 96/701/ΕΚ της Επιτροπής, της 20ής Νοεμβρίου 1996, για τροποποίηση της απόφασης 96/311/ΕΚ σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών στο πλαίσιο των δαπανών που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϋκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1992 καθώς και για ορισμένες δαπάνες για το οικονομικό έτος 1993 (ΕΕ L 323, σ. 26),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. Jann, πρόεδρο του πρώτου τμήματος, προεδρεύοντα του πέμπτου τμήματος, C. Gulmann, D. A. O. Edward, L. Sevσn και M. Wathelet (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: S. Alber
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 18ης Ιουνίου 1998,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1998,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 11 Φεβρουαρίου 1997, η Ιταλική Δημοκρατία, ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 173, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ, τη μερική ακύρωση της αποφάσεως 96/701/ΕΚ της Επιτροπής, της 20ής Νοεμβρίου 1996, για τροποποίηση της απόφασης 96/311/ΕΚ σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών στο πλαίσιο των δαπανών που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϋκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1992 καθώς και για ορισμένες δαπάνες για το οικονομικό έτος 1993 (ΕΕ L 323, σ. 26, στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).
2 Με την προσφυγή ζητείται η ακύρωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως μόνο στο μέτρο που η Επιτροπή έκρινε μη καταλογιστέο στο ΕΓΤΠΕ, για το οικονομικό έτος 1992, το ποσό των 11 934 331 913 ιταλικών λιρών (LIT) ως ενίσχυση στην κατανάλωση για το ελαιόλαδο. Αυτή η δημοσιονομική διόρθωση αντιστοιχεί σε 82 φακέλους σχετικούς με τις ενισχύσεις που καταβλήθηκαν σε επιχειρήσεις ως προκαταβολές, τις οποίες η Επιτροπή θεωρεί ως εισπραχθείσες χωρίς νόμιμη αιτία, και οι οποίες δεν καλύπτονταν πλέον από έγκυρες εγγυήσεις και δεν είχαν ακόμη ανακτηθεί από τις εθνικές αρχές.
Η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση
3 Οι βασικές διατάξεις για την κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα των λιπαρών ουσιών περιέχονται στον κανονισμό 136/66/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1966, περί δημιουργίας κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των λιπαρών ουσιών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/002, σ. 33).
4 Το άρθρο 11 του κανονισμού 136/66 αποτελεί τη βάση του συστήματος ενισχύσεων που αποβλέπει στην ενθάρρυνση της καταναλώσεως ελαιολάδου που παράγεται και διατίθεται στο εμπόριο εντός της Κοινότητας. Το άρθρο αυτό, όπως τροποποιήθηκε με τους κανονισμούς (ΕΟΚ) 1917/80 του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1980 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/029, σ. 195), και 2210/88 του Συμβουλίου, της 19ης Ιουλίου 1988 (ΕΕ L 197, σ. 1), το οποίο είχε εφαρμογή κατά τον χρόνο των περιστατικών της κύριας δίκης, ορίζει:
«1. Όταν η ενδεικτική τιμή στην παραγωγή, μειωμένη κατά την ενίσχυση στην παραγωγή, είναι μεγαλύτερη από την αντιπροσωπευτική τιμή της αγοράς για το ελαιόλαδο, χορηγείται ενίσχυση στην κατανάλωση για το ελαιόλαδο που έχει παραχθεί και έχει διατεθεί στην αγορά της Κοινότητας. Η ενίσχυση αυτή ισούται με τη διαφορά μεταξύ των δύο αυτών ποσών.
(...)»
5 Οι γενικοί κανόνες περί της ενισχύσεως στην κατανάλωση για το ελαιόλαδο, που είχαν εφαρμογή κατά την περίοδο εμπορίας 1991/1992, θεσπίστηκαν από το Συμβούλιο με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3089/78, της 19ης Δεκεμβρίου 1978 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/023, σ. 236), που τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3461/87 του Συμβουλίου, της 17ης Νοεμβρίου 1987 (ΕΕ L 329, σ. 1).
6 Κατά το άρθρο 1 του κανονισμού 3089/78, η ενίσχυση στην κατανάλωση χορηγείται μόνο στα εγκεκριμένα συσκευαστήρια ελαιολάδου, η δε έγκριση εξαρτάται από την τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 2 του κανονισμού. Δυνάμει των άρθρων 5 και 6, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού, το δικαίωμα ενισχύσεως στην κατανάλωση αποκτάται τη στιγμή που το ελαιόλαδο εξέρχεται από το συσκευαστήριο, το οποίο οφείλει να υποβάλει αίτηση σύμφωνα με περιοδικότητα που θα καθοριστεί.
7 Το άρθρο 7 του κανονισμού 3089/78 διευκρινίζει τη φύση του ελέγχου που οφείλουν να διενεργούν τα κράτη μέλη:
«Τα κράτη μέλη καθιερώνουν ένα σύστημα ελέγχου, το οποίο εγγυάται ότι το προϋόν για το οποίο έχει ζητηθεί η ενίσχυση εκπληρώνει τους όρους για τη χορήγηση της ενισχύσεως.
(...)»
8 Το άρθρο 8 του ίδιου κανονισμού ορίζει:
«H ενίσχυση καταβάλλεται όταν ο οργανισμός ελέγχου που έχει ορισθεί από το κράτος μέλος, όπου πραγματοποιείται η συσκευασία, διαπίστωσε την τήρηση των όρων για τη χορήγηση της ενισχύσεως.
Εντούτοις, η ενίσχυση δύναται να προκαταβάλλεται κατά την υποβολή της αιτήσεως ενισχύσεως, υπό τον όρο ότι παρέχεται επαρκής ασφάλεια.»
9 Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του συστήματος ενισχύσεως στην κατανάλωση για το ελαιόλαδο, που ίσχυαν στην αρχή της περιόδου εμπορίας 1991/1992, προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΟΚ) 2677/85 της Επιτροπής, της 24ης Σεπτεμβρίου 1985 (ΕΕ L 254, σ. 5), που τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 571/91 της Επιτροπής, της 8ης Μαρτίου 1991 (ΕΕ L 63, σ. 19).
10 Κατά το άρθρο 9, παράγραφος 3, του κανονισμού 2677/85, το ποσό της ενισχύσεως καταβάλλεται κατ' αρχήν από το κράτος μέλος εντός των 150 ημερών που έπονται της ημερομηνίας καταθέσεως της αιτήσεως. Το άρθρο 11 του ίδιου κανονισμού, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 1, σημείο 19, του κανονισμού 571/91, προβλέπει ωστόσο ότι, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, το ποσό της ενισχύσεως μπορεί να προκαταβάλλεται:
«1. Το ποσό της ενίσχυσης προκαταβάλλεται μόλις ο ενδιαφερόμενος υποβάλει αίτηση ενίσχυσης συνοδευόμενη από βεβαίωση που πιστοποιεί την παροχή ασφαλείας ίσης με το ποσό αυτό.
2. Η εγγύηση παρέχεται από εγκατάσταση που ανταποκρίνεται στα κριτήρια που καθορίζονται από το κράτος μέλος στο οποίο έχει υποβληθεί η αίτηση ενίσχυσης. Η εγγύηση ισχύει τουλάχιστον επί 6 μήνες.
3. Η ασφάλεια αποδεσμεύεται μόλις η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους αναγνωρίσει το δικαίωμα για ενίσχυση για τις ποσότητες που αναφέρονται στην αίτηση.
Όταν δεν αναγνωρίζεται το δικαίωμα για ενίσχυση για το σύνολο ή για μέρος των ποσοτήτων που αναφέρονται στην αίτηση, η ασφάλεια καταπίπτει κατ' αναλογία των ποσοτήτων, για τις οποίες δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις που παρέχουν το δικαίωμα για ενίσχυση.
Ο οργανισμός που είναι επιφορτισμένος με τον έλεγχο του δικαιώματος για ενίσχυση ενημερώνει κάθε μήνα τον οργανισμό ο οποίος καταβάλλει τις πληρωμές σχετικά με τα αποτελέσματα της δραστηριότητάς του όσον αφορά την αναγνώριση του δικαιώματος για ενίσχυση κάθε εγκεκριμένης επιχείρησης.
(...)»
11 Το άρθρο 12, παράγραφος 1, του κανονισμού 2677/85 διευκρινίζει τη φύση και τις λεπτόμερειες των ελέγχων που αναφέρει το άρθρο 7 του κανονισμού 3089/78 και που σκοπούν να διασφαλίσουν ότι το προϋόν πληροί τις αναγκαίες προϋποθέσεις για να τύχει της αιτηθείσας ενισχύσεως. Το άρθρο αυτό προβλέπει, εξάλλου, ότι:
«2. Σε περίπτωση αμφιβολιών όσον αφορά την ακρίβεια των στοιχείων που περιέχονται στην αίτηση για ενίσχυση, το κράτος μέλος αναστέλλει την πληρωμή της ενίσχυσης για την ποσότητα ελαιολάδου που αποτελεί το αντικείμενο της επαλήθευσης και υιοθετεί κάθε μέτρο που είναι αναγκαίο για την εξασφάλιση της επιστροφής των ποσών των ενισχύσεων που ενδέχεται να αποδειχθεί ότι έχουν καταβληθεί αχρεωστήτως, καθώς και της πληρωμής ενδεχόμενων προστίμων (...).
3. (...)
Το ποσό που εισπράττεται από το κράτος μέλος αφαιρείται από τις δαπάνες του Ευρωπαϋκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ) από τις υπηρεσίες τους οργανισμούς πληρωμής των κρατών μελών.»
12 Τέλος, το άρθρο 29 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2220/85 της Επιτροπής, της 22ας Ιουλίου 1985, για τον καθορισμό των κοινών λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος εγγυήσεως για τα γεωργικά προϋόντα (ΕΕ L 205, σ. 5), ορίζει:
«Όταν η αρμόδια αρχή είναι σε γνώση των στοιχείων που συνεπάγονται την κατάπτωση της εγγύησης στο σύνολό της ή εν μέρει, ζητά, χωρίς καθυστέρηση από τον ενδιαφερόμενο, την πληρωμή του ποσού της εγγύησης που έχει καταπέσει· η δε πληρωμή αυτή πρέπει να πραγματοποιηθεί σε προθεσμία 30 ημερών από την ημέρα υποβολής της αίτησης.
Στην περίπτωση κατά την οποία η πληρωμή δεν έχει πραγματοποιηθεί στην ταχθείσα προθεσμία, [η αρμόδια αρχή]:
(...)
β) απαιτεί χωρίς καθυστέρηση από τον εγγυητή (...) να προβεί σε πληρωμή (...)»
13 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93), θέσπισε το σύστημα κοινοτικής χρηματοδοτήσεως των παρεμβάσεων που έχουν ως σκοπό τη ρύθμιση των γεωργικών αγορών. Στο άρθρο 3 προβλέπει ότι το ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων, χρηματοδοτεί τις παρεμβάσεις που έχουν ως σκοπό τη ρύθμιση των γεωργικών αγορών και που επιχειρούνται σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών. Βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, του ίδιου κανονισμού, η Επιτροπή προβαίνει στην εκκαθάριση των λογαριασμών που αφορούν τις δαπάνες τις οποίες πραγματοποίησαν οι υπηρεσίες και εθνικοί οργανισμοί βάσει των ετησίων λογαριασμών τους οποίους της διαβιβάζουν τα κράτη μέλη συνοδευόμενους από τα αναγκαία για την εκκαθάρισή τους έγγραφα.
14 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1723/72 της Επιτροπής, της 26ης Ιουλίου 1972, περί εκκαθαρίσεως λογαριασμών για το Ευρωπαϋκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα Εγγυήσεων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/008, σ. 115), προβλέπει στο άρθρο 1, παράγραφος 3, που προστέθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 422/86 της Επιτροπής, της 25ης Φεβρουαρίου 1986 (ΕΕ L 48, σ. 31), ότι:
«Είναι δυνατόν να διαβιβάζονται συμπληρωματικές πληροφορίες στην Επιτροπή, μέσα σε μια προθεσμία που αυτή θα καθορίσει λαμβάνοντας υπόψη τον όγκο της εργασίας που απαιτείται για την παροχή των πληροφοριών αυτών. Εκτός από την περίπτωση ανωτέρας βίας, αν δεν διαβιβασθούν οι συμπληρωματικές αυτές πληροφορίες μέσα στην προκαθορισμένη προθεσμία, η Επιτροπή θα λαμβάνει αποφάσεις επί τη βάσει των στοιχείων που έχει στην κατοχή της, εκτός αν η καθυστερημένη διαβίβαση των πληροφοριών δικαιολογείται λόγω εξαιρετικών περιστάσεων.»
Η ένδικη διαφορά
15 Η Επιτροπή, στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθαρίσεως των λογαριασμών για το οικονομικό έτος 1992, διαπίστωσε ότι οι ιταλικές αρχές διενεργούσαν τους ελέγχους με σημαντικές καθυστερήσεις και δεν κρατούσαν τις εγγυήσεις για τις προκαταβολές οι οποίες είχαν καταβληθεί χωρίς νόμιμη αιτία. Κατά συνέπεια, στις 24 Σεπτεμβρίου 1993 ζήτησε από τις ιταλικές αρχές να της διαβιβάσουν τα ακόλουθα έγγραφα για την ενίσχυση στην κατανάλωση για το ελαιόλαδο που αφορούσαν το οικονομικό έτος 1992: τον πίνακα των πραγματοποιηθεισών πληρωμών, κατανεμημένων κατά περίοδο εμπορίας και κατά επιχείρηση, με ένδειξη των σχετικών ποσοτήτων, τον πίνακα των πραγματοποιηθεισών επιστροφών, τον πίνακα των επιχειρήσεων κατά των οποίων κινήθηκαν δικαστικές διαδικασίες και τον πίνακα των επιχειρήσεων οι οποίες υποβλήθηκαν σε ελέγχους που πραγματοποίησε η Guardia di Finanza.
16 Η αρμόδια εθνική αρχή, η Azienda di Stato per gli Ιnterventi nel Mercato Agricolo (κρατική υπηρεσία παρεμβάσεων στις γεωργικές αγορές, στο εξής: ΑΙΜΑ), που κατέστη εν συνεχεία ο Ente per gli Interventi nel Mercato Agricolo (οργανισμός παρεμβάσεων στις γεωργικές αγορές, στο εξής: EIMA), απάντησε στην αίτηση αυτή στις 19 Νοεμβρίου 1993, αποστέλλοντας τα ακόλουθα έγγραφα: τον πίνακα των πραγματοποιηθεισών πληρωμών, κατανεμημένων κατά περίοδο εμπορίας και κατά επιχείρηση, με ένδειξη των σχετικών ποσοτήτων, τον πίνακα των πραγματοποιηθεισών επιστροφών, τον πίνακα των επιχειρήσεων που αναφέρονταν στο πρακτικό κοινοποιήσεως του Agecontrol (εθνικού οργανισμού επιφορτισμένου με τον έλεγχο του δικαιώματος ενισχύσεως) και της Guardia di Finanza, τον πίνακα των επιχειρήσεων στις οποίες ο Agecontrol δεν κατόρθωσε να πραγματοποιήσει τους ελέγχους και τον πίνακα των επιχειρήσεων στις οποίες ο Agecontrol διενεργούσε ακόμη τους ελέγχους.
17 Με το από 29 Ιουλίου 1994 έγγραφο, οι υπηρεσίες του ΕΓΤΠΕ πληροφόρησαν τις ιταλικές αρχές ότι, βάσει των στοιχείων που κοινοποίησαν οι αρχές αυτές με το από 19 Νοεμβρίου 1993 έγγραφο, πρότειναν, για το οικονομικό έτος 1992, αρνητική δημοσιονομική διόρθωση ύψους 17 149 929 372 LIT, που αντιστοιχούσε στο ποσό των ενισχύσεων οι οποίες, σύμφωνα με τις διαπιστώσεις του Agecontrol, είχαν εισπραχθεί χωρίς νόμιμη αιτία.
18 Στις 30 Σεπτεμβρίου 1994, οι ιταλικές αρχές κοινοποίησαν τον πίνακα των ποσών που τους είχαν εν τω μεταξύ επιστραφεί, τα οποία θεωρούσαν ότι έπρεπε να αφαιρεθούν από τη δημοσιονομική διόρθωση που πρότειναν οι υπηρεσίες του ΕΓΤΠΕ.
19 Βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 3, του κανονισμού 1723/72, κατά το οποίο η Επιτροπή μπορεί να καθορίσει καταληκτική ημερομηνία για τη διαβίβαση συμπληρωματικών πληροφοριών εκ μέρους των κρατών μελών, η Επιτροπή όρισε με την από 13 Ιανουαρίου 1995 απόφασή της, κοινοποιηθείσα στην Ιταλική Δημοκρατία στις 16 Ιανουαρίου 1995, ότι κάθε συμπληρωματική πληροφορία εκ μέρους των κρατών μελών που θεωρείται αναγκαία για την κατάρτιση της αποφάσεως εκκαθαρίσεως των λογαριασμών για το οικονομικό έτος 1992 έπρεπε να διαβιβαστεί στην Επιτροπή έως τις 28 Φεβρουαρίου 1995 το αργότερο.
20 Επειδή έως την καταληκτική αυτή ημερομηνία καμιά συμπληρωματική πληροφορία - πλην εκείνων που ανακοίνωσαν οι ιταλικές αρχές στις 30 Σεπτεμβρίου 1994 - δεν περιήλθε στις υπηρεσίες του ΕΓΤΠΕ, αυτές, με έγγραφο της 15ης Ιουνίου 1995, πληροφόρησαν τις ιταλικές αρχές ότι, βάσει της ανταλλαγείσας αλληλογραφίας και των διαθεσίμων εγγράφων, είχαν υπολογίσει τη δημοσιονομική διόρθωση σχετικά με την ενίσχυση στην κατανάλωση για το ελαιόλαδο για το οικονομικό έτος 1992 σε 11 934 331 913 LIT, που αντιστοιχούσαν στα χωρίς νόμιμη αιτία καταβληθέντα και μη επιστραφέντα ακόμη ποσά. Το ποσό αυτό ελήφθη αφού αφαιρέθηκαν από το σύνολο των ποσών που κοινοποίησε η ΑΙΜΑ με το από 19 Νομεβρίου 1993 έγγραφο (17 149 929 432 LIT) τα επιστραφέντα εν τω μεταξύ ποσά και τα οποία ο ΕΙΜΑ κοινοποίησε με το από 30 Σεπτεμβρίου 1994 έγγραφό του (5 215 597 519 LIT).
21 Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο αα, της αποφάσεως 94/442/ΕΚ της Επιτροπής, της 1ης Ιουλίου 1994, σχετικά με τη θέσπιση διαδικασίας συμβιβασμού στο πλαίσιο της εκκαθάρισης των λογαριασμών του Ευρωπαϋκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων (ΕΕ L 182, σ. 45), η Επιτροπή, με το από 6 Ιουλίου 1995 έγγραφο, πληροφόρησε επίσημα τις ιταλικές αρχές ότι οι δαπάνες ύψους 11 934 331 913 LIT που δήλωσε η Ιταλική Δημοκρατία στο κεφάλαιο 1220 (ενίσχυση στην κατανάλωση για το ελαιόλαδο) δεν μπορούσε να αναληφθεί από το ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1992.
22 Με το από 18 Σεπτεμβρίου 1995 έγγραφο, οι ιταλικές αρχές προσέφυγαν ενώπιον του συμβιβαστικού οργάνου σχετικά με τη δημοσιονομική αυτή διόρθωση. Οι ιταλικές αρχές αμφισβήτησαν τη διόρθωση αυτή προβάλλοντας, ιδίως, ότι ορισμένα ποσά είχαν εν τω μεταξύ επιστραφεί και πιστωθεί στο ΕΓΤΠΕ.
23 Η Επιτροπή υπέβαλε στον πρόεδρο του συμβιβαστικού οργάνου τις παρατηρήσεις της σχετικά με την αίτηση συμβιβασμού με το από 9 Νοεμβρίου 1995 υπηρεσιακό σημείωμα. Προέβαλε ότι είχαν ληφθεί υπόψη, κατά την εκκαθάριση των λογαριασμών του οικονομικού έτους 1992, οι πραγματοποιηθείσες έως τις 30 Σεπτεμβρίου 1994 ανακτήσεις, παραπέμπτοντας στο έγγραφο των ιταλικών αρχών της ίδιας ημέρας. Διευκρίνισε ότι οποιαδήποτε μεταγενέστερη ανάκτηση ποσών για τα οποία έγιναν δημοσιονομικές διορθώσεις εκ μέρους των υπηρεσιών του ΕΓΤΠΕ, για το οικονομικό έτος 1992, έπρεπε να πιστωθεί στον εθνικό προϋπολογισμό, αφού οι υπηρεσίες του ΕΓΤΠΕ δεν διέθεταν τα αναγκαία μέσα για να υποκαταστήσουν τις λογιστικές υπηρεσίες της ΑΙΜΑ.
24 Με το από 17 Ιανουαρίου 1996 έγγραφο, η Επιτροπή πληροφόρησε τις ιταλικές αρχές ότι ήταν διατεθειμένη να λάβει υπόψη, για το οικονομικό έτος 1995, τα ποσά τα οποία, αφού υπήρξαν αντικείμενο δημοσιονομικών διορθώσεων για τα έτη 1991 και 1992, είχαν στο μεταξύ ανακτηθεί από την ΑΙΜΑ και ανακαταβληθεί στο ΕΓΤΠΕ πριν τις 15 Οκτωβρίου 1995. Συμπερασματικά, διευκρίνισε ότι:
- οι αιτηθείσες πληροφορίες και τα έγγραφα έπρεπε να διαβιβαστούν στις υπηρεσίες του ΕΓΤΠΕ έως τις 29 Φεβρουαρίου 1996 το αργότερο·
- ελλείψει των διευκρινίσεων και των αποδείξεων που είχαν ζητηθεί, ή αν οι τελευταίες αποδεικνύονταν ανεπαρκείς για να επιτρέψουν στις υπηρεσίες του ΕΓΤΠΕ να βεβαιωθούν ότι τα εν λόγω ποσά επεστράφησαν όντως στο ΕΓΤΠΕ, τα εν λόγω ποσά δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη·
- οποιαδήποτε άλλη ανάκτηση των ποσών για τα οποία έγιναν δημοσιονομικές διορθώσεις κατά τα οικονομικά έτη 1991 και 1992 έπρεπε να εγγραφούν στις πιστώσεις του εθνικού προϋπολογισμού, αφού οι υπηρεσίες του ΕΓΤΠΕ δεν μπορούσαν να υποκαταστήσουν τη λογιστική υπηρεσία της ΑΙΜΑ.
25 Το συμβιβαστικό όργανο υπέβαλε στις 19 Ιανουαρίου 1996 την τελική του έκθεση στην υπόθεση 95/ΙΤ/021, με την οποία υπενθύμισε ότι οι υπηρεσίες της Επιτροπής δήλωσαν ότι ήσαν έτοιμες να λάβουν υπόψη τα καταβληθέντα έως τις 15 Οκτωβρίου 1995 στο ΕΓΤΠΕ ποσά, ενώ συγχρόνως κάλεσαν τα μέρη να συνεχίσουν τις επαφές προκειμένου να βρουν διμερώς μια λύση στα απομένοντα ζητήματα.
26 Οι ιταλικές αρχές πληροφόρησαν την Επιτροπή, στις 29 Φεβρουαρίου 1996, ότι δεν ήταν δυνατό να τηρηθεί η προθεσμία της 29ης Φεβρουαρίου 1996 που τάχθηκε με το από 17 Ιανουαρίου 1996 έγγραφο, λόγω της πολυπλοκότητας που χαρακτήριζε τους υπολογισμούς και τις διασταυρώσεις στοιχείων που έπρεπε να γίνουν και ζήτησαν την παράτασή της έως τις 31 Μαρτίου 1996.
27 Με το από 11 Μαρτίου 1996 έγγραφο, η Επιτροπή δέχθηκε να παραταθεί η καθορισθείσα προθεσμία για την παραλαβή των αιτηθέντων εγγράφων έως τις 31 Μαρτίου 1996, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι κανένα έγγραφο, υποβαλλόμενο μετά την ημερομηνία αυτή, δεν θα λαμβανόταν υπόψη.
28 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, εν συνεχεία, έλαβε από τις ιταλικές αρχές διάφορες εκδοχές μιας τηλεομοιοτυπίας της 29ης Μαρτίου 1996, απ' όπου προέκυπτε ότι οι πληροφορίες σχετικά με την ημερομηνία πιστώσεως του ΕΓΤΠΕ δεν μπορούσαν να παρασχεθούν παρά μόνο για ορισμένα ποσά.
29 Με το από 2 Μαου 1996 έγγραφο, οι υπηρεσίες του ΕΓΤΠΕ ανέφεραν ότι, βάσει των πληροφοριών που είχαν κοινοποιηθεί, θα λαμβανόταν υπόψη υπέρ της Ιταλίας, για το οικονομικό έτος 1995, θετική δημοσιονομική διόρθωση ύψους 743 129 209 LIT, αντιστοιχούσα σε έξι φακέλους, αφ' ης στιγμής οι υπηρεσίες της Επιτροπής θα βεβαιώνονταν ότι τα εν λόγω ποσά είχαν όντως πιστωθεί στο ΕΓΤΠΕ.
30 Στις 20 Νοεμβρίου 1996, η Επιτροπή εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση η οποία, βάσει των πληροφοριών οι οποίες είχαν διαβιβαστεί πριν τις 28 Φεβρουαρίου 1995, καταληκτική ημερομηνία καθορισθείσα με την από 13 Ιανουαρίου 1995 απόφαση της Επιτροπής, επιβεβαίωσε τη δημοσιονομική διόρθωση ύψους 11 934 331 913 LIT για το οικονομικό έτος 1992, σχετικά με τις ενισχύσεις στην κατανάλωση για το ελαιόλαδο, όπως αναφέρεται στο σημείο 4.7.3.1 της συνοπτικής εκθέσεως για τα αποτελέσματα του ελέγχου για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων (έγγραφο της Επιτροπής της 27ης Μαρτίου 1996, VI/6355/95 τελικό).
31 Με την από 11 Φεβρουαρίου 1996 προσφυγή της, η Ιταλική Δημοκρατία ζητεί τη μερική ακύρωση της αποφάσεως αυτής και, ειδικότερα, του τμήματος που αφορά την προαναφερθείσα δημοσιονομική διόρθωση.
Η προσφυγή
32 Η Ιταλική Κυβέρνηση αμφισβητεί την ακρίβεια των διατάξεων του σημείου 4.7.3.1 της συνοπτικής εκθέσεως της Επιτροπής, κατά την οποία η δημοσιονομική διόρθωση ύψους 11 934 331 913 LIT αντιστοιχεί σε 82 φακέλους ενισχύσεων στην κατανάλωση για το ελαιόλαδο οι οποίες καταβλήθηκαν χωρίς νόμιμη αιτία σε ιταλικές επιχειρήσεις, δεν καλύπτονται πλέον από έγκυρες εγγυήσεις και οι επωφεληθείσες επιχειρήσεις δεν επέστρεψαν στις εθνικές αρχές. Μεταξύ των φακέλων στους οποίους αναφέρεται η Επιτροπή και αντίθετα προς ό,τι αυτή υποστηρίζει, οι καταβληθείσες ως προκαταβολές ενισχύσεις είτε έχουν ήδη ανακτηθεί και ανακαταβληθεί στο ΕΓΤΠΕ είτε καλύπτονται πάντοτε από εγγυήσεις αφού η ΑΙΜΑ ενεργούσε πάντοτε σεβόμενη τις διατάξεις του άρθρου 11 του κανονισμού 2677/85 περί παροχής ασφαλείας. Κατά συνέπεια, τα επίδικα ποσά έπρεπε να καταβληθούν σύμφωνα με τους καθιερωμένους στον οικείο τομέα κανόνες και η Επιτροπή έπρεπε να τα καταλογίσει στο ΕΓΤΠΕ, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 3 του κανονισμού 729/70.
33 Ο πρώτος λόγος που επικαλείται η Ιταλική Κυβέρνηση διαιρείται σε δύο σκέλη. Το πρώτο αφορά διάφορες επιχειρήσεις που αποτελούν αντικείμενο επτά από τους 82 φακέλους στους οποίους αναφέρεται η συνοπτική έκθεση. Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, οι καταβληθείσες προκαταβολές στις επιχειρήσεις αυτές ως ενίσχυση στην κατανάλωση για το ελαιόλαδο έχουν ανακτηθεί από τις εθνικές αρχές και ανακαταβληθεί στο ΕΓΤΠΕ, αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζει η Επιτροπή. Πρόκειται για τα εξής ποσά: 75 808 299 LIT για την επιχείρηση Valdolio, 37 632 125 LIT για την επιχείρηση P. I. O., 533 877 675 LIT για την επιχείρηση Certo C., 90 938 022 LIT για την επιχείρηση Ol. F.lli de Sensi (το οποίο ανακτήθηκε από το συνολικό ποσό της ενισχύσεως που ανερχόταν σε 177 863 937 LIT), 119 593 700 LIT για την επιχείρηση Perilli, 55 989 901 LIT για την επιχείρηση Vizzari, 7 923 300 LIT και 52 130 522 LIT για την επιχείρηση Ol. Albanese.
34 Όπως παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 36 των προτάσεών του, όσον αφορά τις ως προκαταβολές καταβληθείσες ενισχύσεις στις τέσσερις από τις προαναφερθείσες επιχειρήσεις, ήτοι τις Valdolio, Ol. F.lli de Sensi, Vizzari και Ol. Albanese, η Ιταλική Κυβέρνηση αναγνώρισε κατά την προφορική διαδικασία ότι η προσφυγή κατέστη άνευ αντικειμένου, αφού τα ποσά που αμφισβητούνται στο πλαίσιο της προσφυγής ελήφθησαν υπόψη από την Επιτροπή για το οικονομικό έτος 1995. Επομένως εξακολουθεί να υπάρχει διαφορά μόνο στην περίπτωση των ποσών τα οποία καταβλήθηκαν ως προκαταβολές στις τρεις άλλες επιχειρήσεις που μνημονεύει η Ιταλική Κυβέρνηση, ήτοι στις P. I. O., Certo C. και Perilli.
35 Η Επιτροπή αρνήθηκε να θεωρήσει τις προκαταβολές αυτές ως καταλογιστέες στο ΕΓΤΠΕ για το οικονομικό έτος 1992 δεδομένου ότι, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 1, παράγραφος 3, του κανονισμού 1723/72, καθόρισε προθεσμία λήγουσα στις 28 Φεβρουαρίου 1995 για την υποβολή των δικαιολογητικών εγγράφων και τα έγγραφα αυτά δεν είχαν υποβληθεί πριν τη λήξη της προθεσμίας αυτής, οι εν λόγω προκαταβολές δεν ελήφθησαν υπόψη επειδή αυτές δηλώθηκαν εκπρόθεσμα.
36 Ως εκ περισσού, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, σχετικά με τα στοιχεία που αφορούν τις επιχειρήσεις P. I. O., Certo C. και Perilli που κοινοποίησαν οι ιταλικές αρχές μετά τις 28 Φεβρουαρίου 1995, διαπίστωσε ασάφειες και αντιφάσεις στα υποβληθέντα στοιχεία που δεν της επέτρεπαν να καταλήξει στο ότι πραγματοποιήθηκε επιστροφή των ενισχύσεων ούτε να προβεί σε θετική διόρθωση υπέρ της Ιταλίας κατά την εκκαθάριση των λογαριασμών των επόμενων οικονομικών ετών. Η Ιταλική Κυβέρνηση αμφισβήτησε την ύπαρξη αντιφάσεων ή ασαφειών στα έγγραφα που αφορούσαν τις επιχειρήσεις P. I. O., Certo C. και Perilli, χωρίς να προσκομίσει κανένα αποδεικτικό στοιχείο ικανό να ανατρέψει την ακρίβεια των συμπερασμάτων στα οποία κατέληξε η Επιτροπή και των εννόμων συνεπειών που συνήγαγε από αυτά.
37 Αρκεί η παρατήρηση ότι δεν αμφισβητείται εν προκειμένω ότι ως καταληκτική ημερομηνία, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού 1723/72, ορίστηκε από την Επιτροπή η 28η Φεβρουαρίου 1995. Δεδομένου ότι η Ιταλική Κυβέρνηση δεν επικαλείται εξαιρετικές περιστάσεις, έπεται εκ τούτου ότι οι προσκομισθείσες μετά την ημερομηνία αυτή συμπληρωματικές πληροφορίες πρέπει να θεωρηθούν εκπρόθεσμες (υπό την ίδια έννοια, όσον αφορά την κοινοποίηση πληροφοριών μετά τη λήξη της καθορισθείσας προθεσμίας ελλείψει εξαιρετικών περιστάσεων, βλ. αποφάσεις της 8ης Ιανουαρίου 1992, C-197/90, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. Ι-1, σκέψη 9, της 22ας Ιουνίου 1993, C-54/91, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. Ι-3399, σκέψη 14, και της 3ης Οκτωβρίου 1996, C-41/94, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. Ι-4733, σκέψη 23).
38 Το πρώτο σκέλος του λόγου ακυρώσεως που αντλείται από το ότι δεν ελήφθησαν υπόψη οι παρασχεθείσες από τις ιταλικές αρχές πληροφορίες για το οικονομικό έτος 1992, σχετικά με τις επιχειρήσεις Valdolio, P. I. O., Certo C., Ol. F.lli de Sensi, Perilli, Vizzari και Ol. Albanese, πρέπει επομένως να απορριφθεί.
39 Το δεύτερο σκέλος του λόγου ακυρώσεως που επικαλείται η Ιταλική Κυβέρνηση αφορά την προκαταβολή ποσού 32 113 434 LIT που καταβλήθηκε στην επιχείρηση Luccisano ως ενίσχυση στην κατανάλωση για ελαιόλαδο. Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, το ποσό αυτό έπρεπε να καταλογιστεί στο ΕΓΤΠΕ για το οικονομικό έτος 1992 διότι συμψηφίστηκε με άλλες αξιώσεις.
40 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, όσον αφορά την επιχείρηση Luccisano, τα παρασχεθέντα πριν από τις 28 Φεβρουαρίου 1995 από την αρμόδια εθνική αρχή έγγραφα δεν επέτρεπαν το συμπέρασμα ότι το δηλωθέν ποσό είχε επιστραφεί στο ΕΓΤΠΕ. Διευκρινίζει ότι με το από 18 Σεπτεμβρίου 1995 έγγραφο οι ιταλικές αρχές την πληροφόρησαν ότι η επιχείρηση Luccisano ζήτησε τον συμψηφισμό των επιστρεπτέων ενισχύσεων με απαιτητές αξιώσεις, αυτός δε ο συμψηφισμός επήλθε βάσει διατάγματος μόλις στις 15 Δεκεμβρίου 1995. Η Επιτροπή προσθέτει ότι έλαβε υπόψη, για το οικονομικό έτος 1995, τις παρασχεθείσες πληροφορίες μετά τη λήξη της ορισθείσας προθεσμίας προς υποβολή των δικαιολογητικών για το οικονομικό έτος 1992, στο μέτρο που οι πληροφορίες αυτές περιήλθαν σ' αυτήν πριν τις 15 Οκτωβρίου 1995, καταληκτική ημερομηνία προς υποβολή των σχετικών δικαιολογητικών για το οικονομικό έτος 1995.
41 Όπως παρατηρήθηκε προηγουμένως στη σκέψη 37 της παρούσας αποφάσεως, αρκεί η υπόμνηση ότι οι ιταλικές αρχές κοινοποίησαν στην Επιτροπή τα έγγραφα μετά τη λήξη της ορισθείσας από την Επιτροπή προθεσμίας και η Ιταλική Κυβέρνηση δεν επικαλέστηκε καμία εξαιρετική περίσταση για να δικαιολογήσει τη διαπιστωθείσα καθυστέρηση.
42 Επομένως, το δεύτερο σκέλος του λόγου ακυρώσεως που αντλείται από το ότι δεν ελήφθησαν υπόψη οι παρασχεθείσες από την Ιταλική Κυβέρνηση πληροφορίες ως προς την επιχείρηση Luccisano για το οικονομικό έτος 1992 πρέπει επίσης να απορριφθεί.
43 Ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως που επικαλείται η Ιταλική Κυβέρνηση αφορά την ενίσχυση, καταβληθείσα ως προκαταβολή στην εταιρία Valle Picentino, ποσού 175 839 700 LIT. Η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η εγγύηση που συνέστησε αρχικά η εταιρία Valle Picentino ορθώς ελευθερώθηκε με απόφαση της ΑΙΜΑ βάσει πληροφοριών που παρέσχε ο Agecontrol. Επομένως, η ελευθέρωση της εγγυήσεως αυτής δεν έγινε, αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζει η Επιτροπή, κατά παράβαση του άρθρου 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 2677/85.
44 Συναφώς, πρέπει να διευκρινιστεί ότι, αρχικά, η Ιταλική Κυβέρνηση έκανε μνεία, με τις γραπτές της παρατηρήσεις, μιας εκθέσεως του Agecontrol της 8ης Νοεμβρίου 1990, με την οποία διαπιστώνεται η έλλειψη πλημμελειών ή παραλείψεων ικανών να εμποδίσουν την άρση της εγγυήσεως ή τη χορήγηση των προκαταβολών που είχαν ζητηθεί. Εξ αυτού συνήγαγε ότι η ελεύθερωση της εγγυήσεως αυτής επήλθε κατ' εφαρμογήν του άρθρου 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 2677/85.
45 Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Ιταλική Κυβέρνηση ανασκεύασε τη θέση της και αναγνώρισε ότι η έκθεση του Agecontrol στην οποία έπρεπε να γίνει αναφορά δεν ήταν εκείνη του 1990, η οποία αφορούσε την ελαιοκομική περίοδο 1988/1989, αλλά εκείνη της 26ης Ιανουαρίου 1993, σχετική με την περίοδο 1991/1992. Προέβαλε ότι, στην έκθεση αυτή, ο Agecontrol διαπίστωσε πλημμέλειες οι οποίες αφορούσαν αποκλειστικά ποσό 759 300 LIT και δεν έκανε μνεία, για το απομένον ποσό, παρά για πιθανολόγηση απάτης. Ανέφερε ότι η έκθεση αυτή του Agecontrol περιήλθε στην ΑΙΜΑ, αφού η αρχικώς συσταθείσα εγγύηση είχε ελευθερωθεί, δεδομένου ότι η ελάχιστη διάρκεια ισχύος της εγγυήσεως ορισθείσα σε έξι μήνες με το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 2677/85 είχε λήξει.
46 Τέλος, η Ιταλική Κυβέρνηση προέβαλε επίσης ότι, τον Σεπτέμβριο του 1993, συστάθηκαν νέες εγγυήσεις αιτήσει της ΑΙΜΑ όταν ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά των εκπροσώπων της εταιρίας Valle Picentino, αφού η Guardia di Finanza πιθανολόγησε ότι ενισχύσεις των οποίων το συνολικό ύψος υπερέβαινε τα 7 εκατομμύρια LIT είχαν εισπραχθεί από την επιχείρηση χωρίς νόμιμη αιτία. Επομένως, η αξίωση ύψους 175 839 700 LIT που απαιτούν οι υπηρεσίες του ΕΓΤΠΕ καλύπτεται πάντοτε από εγγύηση, διότι περιλαμβάνεται στην αξίωση που καλύπτεται με ενυπόθηκη ασφάλεια συσταθείσα επί των ακινήτων της εταιρίας για το ποσό των 5 900 000 000 LIT και από την τραπεζική εγγύηση συσταθείσα για το πρόσθετο ποσό του 1 531 926 352 LIT. Η Ιταλική Κυβέρνηση καταλήγει, κατά συνέπεια, στο ότι η αρμόδια εθνική αρχή ενήργησε τηρώντας τις επιταγές του κανονισμού 2677/85.
47 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, κατά το άρθρο 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 2677/85, η εγγύηση δεν μπορεί να ελευθερωθεί παρά μόνον αν οι αρμόδιες εθνικές αρχές αναγνωρίσουν την ύπαρξη δικαιώματος προς λήψη της ενισχύσεως. Όμως, από την έκθεση του Agecontrol του 1993 προκύπτει ότι υπήρχαν σοβαρές αμφιβολίες ως προς τη νομιμότητα των ενεργειών της επιχειρήσεως. Στην έκθεση αυτή του Agecontrol γίνεται ιδίως μνεία τεκμηρίων απάτης υπό μορφή εικονικών αγορών ελαιολάδου. Κατά την Επιτροπή, με τη λήψη μιας τέτοιας εκθέσεως, η ΑΙΜΑ έπρεπε να ζητήσει συμπληρωματική έρευνα και να αναβάλει την ελευθέρωση της εγγυήσεως· δεν έπρεπε να προβεί στην αναγνώριση του δικαιώματος ενισχύσεως, που αποτελεί την απαραίτητη προϋπόθεση για την ελευθέρωση των εγγυήσεων, σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 2677/85. Κατά συνέπεια, η συσταθείσα αρχικά εγγύηση δεν έπρεπε να ελευθερωθεί και η σύσταση νέων εγγυήσεων σε μεταγενέστερο στάδιο ουδόλως μπορεί να αναιρέσει το συμπέρασμα αυτό.
48 Συναφώς, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, σύμφωνα με τη γενική αρχή που θέτει το άρθρο 8 του κανονισμού 3089/78, η ενίσχυση καταβάλλεται όταν οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους, όπου πραγματοποιείται η συσκευασία, διαπιστώσουν την τήρηση των όρων χορηγήσεως της ενισχύσεως. Κατά το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 2677/85, το ποσό της ενισχύσεως μπορεί ωστόσο να προκαταβάλλεται εφόσον η αίτηση ενισχύσεως συνοδεύεται από βεβαίωση που πιστοποιεί την παροχή εγγυήσεως ίσης με το ποσό αυτό. Από το άρθρο 11, παράγραφος 3, του ίδιου κανονισμού προκύπτει ότι, αν, βάσει των πληροφοριών που παρέχει ο εθνικός οργανισμός που είναι επιφορτισμένος με τον έλεγχο του δικαιώματος ενισχύσεως όσον αφορά την αναγνώριση ενός τέτοιου δικαιώματος για κάθε εγκεκριμένη επιχείρηση, η αρμόδια εθνική αρχή διαπιστώσει παρατυπίες, το δικάιωμα για ενίσχυση δεν μπορεί να αναγνωρισθεί και η εγγύηση πρέπει να καταπίπτει κατ' αναλογία των ποσοτήτων για τις οποίες δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις που παρέχουν το δικαίωμα για ενίσχυση.
49 Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Επιτροπή ορθώς κατέληξε στο ότι η αρχικώς συσταθείσα από την επιχείρηση Valle Picentino εγγύηση δεν έπρεπε να ελευθερωθεί από τις αρμόδιες εθνικές αρχές επειδή υπήρχαν σοβαρές αμφιβολίες ως προς τη νομιμότητα των πράξεων της επιχειρήσεως αυτής.
50 Εξάλλου, όπως παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 51 των προτάσεών του, η σύσταση νέων εγγυήσεων μετά την ελευθέρωση της αρχικώς συσταθείσας εγγυήσεως δεν επιδρά στην εκ μέρους των ιταλικών αρχών παράβαση του άρθρου 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 2677/85. Πράγματι, η διάταξη αυτή προϋποθέτει ότι τα προκαταβληθέντα ως ενίσχυση στην κατανάλωση για το ελαιόλαδο ποσά εξακολουθούν να καλύπτονται από ασφάλεια εφ' όσον χρόνο το δικαίωμα προς λήψη της ενισχύσεως δεν έχει αναγνωριστεί.
51 Ο λόγος ακυρώσεως που αντλείται από την έλλειψη παραβάσεως των διατάξεων του κανονισμού 2677/85 με την απόφαση ελευθερώσεως της εγγυήσεως που συνέστησε αρχικά η εταιρία Valle Picentino πρέπει, κατά συνέπεια, να απορριφθεί.
52 Με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, η Ιταλική Κυβέρνηση αμφισβητεί την εκτίμηση της Επιτροπής κατά την οποία οι προκαταβολές συνολικού ποσού 8 530 112 463 LIT, οι οποίες είχαν καταβληθεί χωρίς νόμιμη αιτία σε 30 επιχειρήσεις ως ενίσχυση στην κατανάλωση για το ελαιόλαδο, δεν έπρεπε να καταλογιστούν στο ΕΓΤΠΕ. Προβάλλει ότι η διαδικασία σχετικά με την ανάκτηση των οφειλομένων ποσών βρίσκονταν σε εξέλιξη και ότι οι εγγυήσεις υπήρχαν πάντοτε. Η Ιταλική Κυβέρνηση διευκρίνισε ότι επεφυλασσόταν του δικαιώματός της να αποδείξει την ύπαρξη των εγγυήσεων αυτών, χωρίς όμως να προσκομίσει κανένα σχετικό αποδεικτικό στοιχείο.
53 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η δημοσιονομική διόρθωση που αφορούσε το προαναφερθέν ποσό ήταν νόμιμη αφού η ίδια η Ιταλική Κυβέρνηση αναγνώρισε ότι η ανάκτηση δεν είχε ακόμη πραγματοποιηθεί και, ακόμη και στο πλαίσιο της προσφυγής της περί ακυρώσεως, δεν μπόρεσε να προσκομίσει την απόδειξη υπάρξεως των εγγυήσεων για τις οποίες έκανε λόγο. Άλλωστε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 2677/85, οι αρμόδιες εθνικές αρχές όφειλαν να κηρύξουν καταπεσούσες τις εγγυήσεις αυτές.
54 Επιβάλλεται συναφώς να υπομνηστεί η πάγια νομολογία του Δικαστηρίου περί της κατανομής του βάρους αποδείξεως στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως που ασκεί κράτος μέλος κατ' αποφάσεως της Επιτροπής περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ.
55 Οσάκις η Επιτροπή αρνείται να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ με ορισμένες δαπάνες για τον λόγο ότι οι δαπάνες αυτές προκλήθηκαν από καταλογιστέες σε κράτος μέλος παραβάσεις των κοινοτικών ρυθμίσεων, σ' αυτό το κράτος εναπόκειται να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση της χρηματοδοτήσεως για την οποία προβλήθηκε άρνηση (βλ. αποφάσεις της 24ης Μαρτίου 1988, 347/85, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 1749, σκέψη 14, και της 10ης Νοεμβρίου 1993, C-48/91, Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. Ι-5611, σκέψη 16). Η Επιτροπή δεν υποχρεούται να αποδείξει τον μη σύννομο χαρακτήρα των διαβιβασθέντων από τα κράτη μέλη στοιχείων, της αρκεί να καταδείξει ότι τρέφει σοβαρές και εύλογες αμφιβολίες. Αυτός ο μετριασμός του βάρους αποδείξεως εκ μέρους της Επιτροπής εξηγείται από το γεγονός ότι το κράτος είναι αυτό που μπορεί καλύτερα να συλλέξει και να επαληθεύσει τα αναγκαία στοιχεία για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ και στο οποίο εναπόκειται, συνεπώς, να προσκομίσει την πλέον λεπτομερή και πλήρη απόδειξη του υποστατού των στοιχείων του και, ενδεχομένως, της ανακρίβειας των υπολογισμών της Επιτροπής (προαναφερθείσα απόφαση Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής, σκέψη 17). Σε περίπτωση αμφισβητήσεως, στην Επιτροπή εναπόκειται να αποδείξει την ύπαρξη παραβάσεως των κανόνων της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών και, εφόσον η Επιτροπή το αποδείξει, στο κράτος μέλος εναπόκειται να αποδείξει, ενδεχομένως, ότι η Επιτροπή έσφαλε ως προς τα συναφή χρηματοοικονομικά συμπεράσματα (αποφάσεις της 19ης Φεβρουαρίου 1991, C-281/89, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. Ι-347, σκέψη 19, και προαναφερθείσα Κάτω Ξωρες κατά Επιτροπής, σκέψη 18).
56 Επιβάλλεται η παρατήρηση ότι, εν προκειμένω, η Ιταλική Κυβέρνηση αναγνώρισε ότι η ανάκτηση των οικείων ενισχύσεων δεν είχε ακόμη πραγματοποιηθεί, εφόσον εκκρεμούσαν ακόμη οι διαδικασίες. Εξάλλου, διαβεβαίωσε ότι υπάρχουν έγκυρες εγγυήσεις χωρίς να προσκομίσει τη σχετική απόδειξη. Συνάγεται ότι η Ιταλική Κυβέρνηση δεν απέδειξε ότι η Επιτροπή έσφαλε εκτιμώντας ότι οι ενισχύσεις καταβλήθηκαν χωρίς νόμιμη αιτία, οπότε ο τρίτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
57 Ο τελευταίος λόγος ακυρώσεως που επικαλείται η Ιταλική Κυβέρνηση αφορά την προκαταβολή η οποία καταβλήθηκε ως ενίσχυση στην κατανάλωση για το ελαιόλαδο στην επιχείρηση Caruso Rosa, ποσού 98 827 589 LIT. Η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η ελευθέρωση των συσταθεισών από την επιχείρηση Caruso Rosa εγγυήσεων ήταν σύμφωνη προς τους κανόνες του άρθρου 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 2677/85. Στην από 26 Απριλίου 1993 έκθεσή του, ο Agecontrol παρατήρησε την ύπαρξη μη συννόμων πράξεων όσον αφορά την επιχείρηση αυτή, δεν κατόρθωσε όμως να αποτιμήσει επακριβώς το ποσό των ενισχύσεων οι οποίες εισπράχθηκαν χωρίς νόμιμη αιτία. Ελλείψει ασφαλών στοιχείων, οι εθνικές αρχές δεν έκριναν δυνατό να προβούν στη δέσμευση των εν λόγω εγγυήσεων οι οποίες, επομένως, ελευθερώθηκαν. Η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει εξάλλου ότι από τις πρόσθετες έρευνες που διενήργησε η Guardia di Finanza δεν προέκυψε κανένα νέο στοιχείο, οπότε η παράταση της ισχύος της εγγυήσεως που προτείνει η Επιτροπή ήταν ανώφελη.
58 Η Επιτροπή αντιτάσσει ότι εφ' όσον χρόνο εκκρεμούσαν οι ελεγκτικές δραστηριότητες, οι εγγυήσεις δεν έπρεπε να ελευθερωθούν και οι ιταλικές αρχές όφειλαν, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 2677/85, να αποφασίσουν την παράταση της διάρκειας ισχύος των εγγυήσεων αυτών.
59 Συναφώς, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι από το άρθρο 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 2677/85 προκύπτει ότι, όταν υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες ως προς τη νομιμότητα των πράξεων μιας επιχειρήσεως η οποία ζητεί να τύχει της ενισχύσεως στην κατανάλωση για το ελαιόλαδο, οι προϋποθέσεις που διέπουν το δικαίωμα για ενίσχυση δεν συντρέχουν και η συσταθείσα από την επιχείρηση εγγύηση προκειμένου να λάβει την προκαταβολή δεν μπορεί να ελευθερωθεί.
60 Ο λόγος ακυρώσεως ως προς τον εσφαλμένο χαρακτήρα της διορθώσεως στην οποία προέβη η Επιτροπή, όσον αφορά το ποσό που εισέπραξε η επιχείρηση Caruso Rosa, πρέπει κατά συνέπεια να απορριφθεί.
61 Υπό τις προϋποθέσεις αυτές και ενόψει του συνόλου των προεκτεθέντων, η προσφυγή της Ιταλικής Δημοκρατίας πρέπει να απορριφθεί.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
62 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, πρώτη φράση, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η Ιταλική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy