Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Διαδικασία - Προσφυγή στο Δικαστήριο βάσει ρήτρα διαιτησίας - Εφαρμογή του εθνικού δικαίου που διέπει τη σύμβαση - Ερμηνεία της συμβάσεως λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου της - Σύμβαση παρέχουσα κοινοτική χρηματοδοτική ενίσχυση ως αντιστάθμισμα υποχρεώσεων του δικαιούχου - Διαλυτική αίρεση - Ευχέρεια των συμβαλλομένων να παρεκκλίνουν από το γενικό καθεστώς του εφαρμοστέου νόμου
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 181· κανονισμός 3640/85 του Συμβουλίου)
Περίληψη
Επιλαμβανόμενο υποθέσεως στο πλαίσιο ρήτρας διαιτησίας υπό την έννοια του άρθρου 181 της Συνθήκης, το Δικαστήριο οφείλει να επιλύσει τη διαφορά βάσει του εθνικού δικαίου που έχει εφαρμογή στη σύμβαση η οποία περιέχει την εν λόγω ρήτρα και, επιπλέον, λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται η σύμβαση.
Επομένως, όταν μία σύμβαση συνάπτεται δυνάμει του κανονισμού 3649/85, για την προαγωγή, μέσω χρηματοδοτικής ενισχύσεως, σχεδίων επιδείξεως και προτύπων βιομηχανικών σχεδίων στον ενεργειακό τομέα, ο οποίος προβλέπει ότι οι ενισχύσεις χορηγούνται ως αντιστάθμισμα υποχρεώσεων που αναλαμβάνουν οι δικαιούχοι και ο νόμος που έχει εφαρμογή στη σύμβαση αναγνωρίζει στους συμβαλλομένους, στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων, το δικαίωμα να καθορίσουν ελεύθερα το περιεχόμενο της συμβάσεως εντός των ορίων που θέτει ο νόμος, οι συμβαλλόμενοι μπορούν να περιλάβουν στη σύμβαση διαλυτική αίρεση η πλήρωση της οποίας δεν προϋποθέτει τη δυνατότητα καταλογισμού της μη εκτελέσεως στον συμβαλλόμενο, κατά παρέκκλιση από το γενικό καθεστώς των συμβάσεων, ενόψει ιδίως της ειδικής φύσεως των σχέσεων μεταξύ της Κοινότητας και της επιχειρήσεως στην οποία αυτή χορηγεί ενίσχυση βάσει του εν λόγω κανονισμού.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-69/97,
Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Paolo Stancanelli, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, και Jean-Francis Pasquier, δημόσιο υπάλληλο κράτους μέλους που τέθηκε στη διάθεση της υπηρεσίας αυτής, επικουρούμενους από τον Albergo Dal Ferro, δικηγόρο Vicenza, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gσmez de la Cruz, μέλος της ίδιας Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
ενάγουσα,
κατά
SNUA Srl, με έδρα το Pordenone (Ιταλία), εκπροσωπουμένη από τον Andrea Guarino, δικηγόρο Ρώμης, και τον Ezio Trampus, δικηγόρο Tεργέστης, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο το δικηγορικό γραφείο του Alain Lorang, 51, rue Albert 1er,
εναγομένης,
που έχει ως αντικείμενο αγωγή που άσκησε η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, δυνάμει του άρθρου 181 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητεί, αφενός, την απόδοση της προκαταβολής ποσού 195 397 ECU που κατέβαλε για την υλοποίηση ολοκληρωμένου συστήματος περισυλλογής και ανακυκλώσεως στερεών αποβλήτων σε ιδιωτική εγκατάσταση, συν τόκους ανερχομένους σε 43,09 ECU ανά ημέρα καθυστερήσεως, από 1ης Απριλίου 1988, και, αφετέρου, την επιβολή στην SNUA Srl της υποχρεώσεως να καταβάλει στην Επιτροπή, για ανόρθωση της ζημίας που αυτή υπέστη, αποζημίωση ανερχόμενη σε ποσό 60 000 ECU,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J.-P. Puissochet (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, P. Jann, C. Gulmann D. A. O. Edward και L. Sevσn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: A. La Pergola
γραμματέας: H. A. Rόhl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 25ης Ιουνίου 1998,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 15ης Οκτωβρίου 1998,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 18 Φεβρουαρίου 1997, η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων άσκησε αγωγή, δυνάμει ρήτρας διαιτησίας συνομολογηθείσας βάσει του άρθρου 181 της Συνθήκης ΕΚ, κατά της εταιρίας SNUA Srl (στο εξής: SNUA) που έχει ως αντικείμενο, αφενός, την απόδοση της προκαταβολής ποσού 195 397 ECU που κατέβαλε για την υλοποίηση ολοκληρωμένου συστήματος περισυλλογής και ανακυκλώσεως στερεών αποβλήτων σε ιδιωτική εγκατάσταση, συν τόκους ανερχομένους σε 43,09 ECU ανά ημέρα καθυστερήσεως, από 1ης Απριλίου 1988, και, αφετέρου, την επιβολή στην SNUA της υποχρεώσεως να καταβάλει στην Επιτροπή, για την ανόρθωση της ζημίας που αυτή υπέστη, αποζημίωση ανερχόμενη σε ποσό 60 000 ECU.
2 Στις 8 Ιανουαρίου 1998, η Ευρωπαϋκή Οικονομική Κοινότητα, εκπροσωπούμενη από την Επιτροπή, συνήψε με την SNUA τη σύμβαση ΒΜ 441/86 (στο εξής: σύμβαση), βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) 3640/85 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1985, για την προαγωγή, μέσω χρηματοδοτικής ενισχύσεως, σχεδίων επιδείξεως και προτύπων βιομηχανικών σχεδίων στον ενεργειακό τομέα (ΕΕ L 350, σ. 29). Ως αντιπαροχή για την καταβολή της χρηματοδοτικής ενισχύσεως εκ μέρους της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας, η SNUA ανέλαβε την υποχρέωση, με την εν λόγω σύμβαση, να εκτελέσει, μεταξύ Ιουνίου 1987 και Αυγούστου 1988, ένα σύνολο έργων των οποίων η περιγραφή περιλαμβάνεται στο παράρτημα της συμβάσεως.
3 Σε περίπτωση αδυναμίας ενάρξεως των εργασιών κατά την προβλεφθείσα ημερομηνία, η SNUΑ όφειλε, δυνάμει του άρθρου 4.3.1 της συμβάσεως, να ενημερώσει την Επιτροπή τουλάχιστον 15 ημέρες πριν και να προτείνει νέα ημερομηνία την οποία η Επιτροπή μπορούσε να δεχθεί ή να απορρίψει εντός προθεσμίας 30 ημερών. Σε περίπτωση αρνήσεως, υπήρχε δυνατότητα αυτοδικαίας καταγγελίας της συμβάσεως και οι δοθείσες προκαταβολές έπρεπε να επιστραφούν.
4 Η SNUA όφειλε επίσης, δυνάμει του άρθρου 4.3.2 της συμβάσεως, να καταρτίζει για την Επιτροπή, εντός τριών μηνών από της υπογραφής της συμβάσεως και, εν συνεχεία, κάθε εξάμηνο, εκθέσεις αναφερόμενες στην πρόοδο των εργασιών και εμφαίνουσες τον λεπτομερή λογαριασμό των πραγματοποιηθέντων εξόδων.
5 Κατά το άρθρο 8, η σύμβαση «μπορεί να καταγγελθεί αυτοδικαίως από την Επιτροπή σε περίπτωση μη εκπληρώσεως, από τον συμβαλλόμενο, μιας από τις υποχρεώσεις που υπέχει από την παρούσα σύμβαση, ειδικότερα σε περίπτωση μη τηρήσεως των διατάξεων του άρθρου 4.3. Η καταγγελία αυτή καθίσταται ενεργός κατόπιν οχλήσεως, που κοινοποιείται με συστημένη επιστολή με αποδεικτικό παραλαβής, και εφόσον δεν ακολουθεί εκπλήρωση της συμβάσεως εντός προθεσμίας ενός μήνα». Σε παρόμοια περίπτωση, κατά το ίδιο άρθρο, «ο συμβαλλόμενος οφείλει να αποδώσει αμέσως στην Επιτροπή τα καταβληθέντα ως οικονομική συνδρομή ποσά, πλέον των τόκων που τρέχουν από την ημέρα λήψεως της συνδρομής αυτής. Το επιτόκιο είναι εκείνο της Ευρωπαϋκής Τράπεζας Επενδύσεων που έχει εφαρμογή κατά την ημερομηνία της αποφάσεως της Επιτροπής περί της χορηγήσεως της oικονομικής συνδρομής στο πρόγραμμα.»
6 Με το άρθρο 13 της συμβάσεως, τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν «να υποβάλουν στο Δικαστήριο των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων όλες τις ενδεχόμενες διαφορές ως προς το κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση της συμβάσεως», η οποία διέπεται, βάσει του άρθρου 14, από το ιταλικό δίκαιο.
7 Στις 26 Ιανουαρίου 1988 η Επιτροπή κατέβαλε στην SNUA το ποσό των 195 397 ECU, το οποίο αποτελούσε προκαταβολή αντιστοιχούσα στο 30 % του μεγίστου ποσού της κοινοτικής συνδρομής στο πρόγραμμα.
8 Είναι σαφές ότι η SNUA δεν εκτέλεσε κανένα έργο ως αντιπαροχή για την καταβολή αυτή πριν από τις 7 Δεκεμβρίου 1994, ήτοι επτά έτη περίπου μετά την υπογραφή της συμβάσεως.
9 Εν τω μεταξύ, η Επιτροπή όχλησε τέσσερις φορές την SNUA ζητώντας της να την ενημερώσει για την έναρξη των εργασιών, άλλως η σύμβαση θα καταγγελλόταν αυτοδικαίως: στις 15 Μαρτίου 1989, τάσσοντας ως ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας ενάρξεως των εργασιών την 10η Απριλίου 1989, στις 12 Ιουλίου 1990, τάσσοντας ως ημερομηνία λήξεως της εν λόγω προθεσμίας την 30ή Σεπτεμβρίου 1990, στις 10 Ιουλίου 1991, τάσσοντας ως ημερομηνία λήξεως της εν λόγω προθεσμίας την 15η Αυγούστου 1991 και, τέλος, στις 18 Σεπτεμβρίου 1991, ορίζοντας ότι οι εργασίες έπρεπε να αρχίσουν στις 31 Δεκεμβρίου 1991 επ' απειλή καταγγελίας κατά την ημερομηνία αυτή. Μόλις στις 5 Νοεμβρίου 1992 η Επιτροπή ενημέρωσε την SNUA, η οποία δεν είχε απαντήσει από της τελευταίας οχλήσεως, για την καταγγελία της συμβάσεως και για την υποχρέωση της εταιρίας να επιστρέψει την προκαταβολή.
10 Η SNUA ζήτησε παράταση της προθεσμίας εκτελέσεως της συμβάσεως τρεις φορές, ήτοι στις 6 Μαρτίου 1989, στις 24 Σεπτεμβρίου 1990 και στις 22 Αυγούστου 1991, ισχυριζόμενη κάθε φορά ότι η καθυστέρηση δεν οφειλόταν στην ίδια αλλά σε «ισχυρή τοπική αντίδραση» ως προς την αρχικώς επιλεγείσα για το σχέδιο τοποθεσία, η οποία δεν μπορούσε να παρακαμφθεί παρά με απόφαση της αυτόνομης περιφέρειας Frioul-Vιnιtie-Julienne με την οποία θα διδόταν η άδεια για την έναρξη των εργασιών. Η απόφαση που κατέστησε δυνατή την υλοποίηση του σχεδίου επί διαφορετικής τοποθεσίας από την αρχικώς επιλεγείσα εκδόθηκε μόλις στις 15 Ιουλίου 1993.
11 Αφ' ής η Επιτροπή ανήγγειλε την αυτοδίκαια καταγγελία της συμβάσεως, η SNUA δεν έδωσε συνέχεια στα αιτήματα αποδόσεως της προκαταβολής που της υποβλήθηκαν στις 25 Ιανουαρίου 1994, στις 2 Ιουνίου 1994 και στις 15 Φεβρουαρίου 1995.
Επί της καταγγελίας της συμβάσεως
12 Κατά την Επιτροπή, η καταγγελία κατέστη ενεργός στις 31 Δεκεμβρίου 1991, δυνάμει του άρθρου 8 της συμβάσεως, καθόσον η SNUA δεν εκπλήρωσε, παρά τις διάφορες παρατάσεις της προθεσμίας, τις απαριθμούμενες στο άρθρο 4.3 υποχρεώσεις της και οχλήθηκε νομοτύπως να το πράξει. Οι διαδοχικές μεταθέσεις της ημερομηνίας ενάρξεως των εργασιών οι οποίες της χορηγήθηκαν, για να ληφθεί υπόψη μια κατάσταση αδυναμίας εκπληρώσεως ανεξάρτητη από τη βούλησή της, δεν ισοδυναμούν με παραίτηση της Επιτροπής από τη δυνατότητά της να επικαλεστεί τη ρήτρα αυτοδίκαιης καταγγελίας, την οποία υπενθύμιζε σε κάθε έγγραφο που απηύθυνε στην SNUA.
13 Η SNUA ισχυρίζεται, πρώτον, ότι η διάταξη που περιλαμβάνεται στο άρθρο 8 της συμβάσεως είναι, κατά το ιταλικό δίκαιο, καθαρώς τυπική ρήτρα όσον αφορά τις συνέπειες λύσεως της συμβάσεως, εφόσον, δυνάμει του άρθρου 1456 του ιταλικού Αστικού Κώδικα, όπως είχε ερμηνευθεί από το Corte suprema di cassazione, η αυτοδίκαιη καταγγελία χωρεί μόνο στην περίπτωση κατά την οποία προβλέφθηκε ρητώς από τους συμβαλλομένους για τη μη εκπλήρωση συγκεκριμένης υποχρεώσεως. Εν όψει όμως της γενικής διατυπώσεώς του, το άρθρο 8, το οποίο αφορά, όπως αναφέρθηκε στη σκέψη 5 της παρούσας αποφάσεως, τη μη εκπλήρωση «μιας από τις υποχρεώσεις», «ειδικότερα σε περίπτωση μη τηρήσεως των διατάξεων που περιλαμβάνονται στο άρθρο 4.3», δεν πληροί το κριτήριο αυτό.
14 Η SNUA εκθέτει, δεύτερον, ότι δεν είναι δυνατό να της προσαφθούν περιστάσεις επί των οποίων δεν μπορούσε να ασκήσει κανέναν έλεγχο. Στηρίζεται, συναφώς, στο γεγονός ότι η αυτόνομη περιφέρεια Frioul-Vιnιtie-Julienne βεβαίωσε ότι δεν αμφισβητείται η επιμέλεια της εταιρίας, δεδομένου ότι η καθυστέρηση οφείλεται σε τοπική πολιτική αντίδραση ως προς το πρόγραμμα, η οποία υποχρέωσε τελικώς τις αρχές να επιλέξουν νέα τοποθεσία. Η Επιτροπή παραδέχθηκε ότι επρόκειτο, στην περίπτωση αυτή, για ανωτέρα βία, οπότε δεν μπορεί να προσαφθεί πταίσμα στην SNUA, και ότι δεν ήταν, εν πάση περιπτώσει, δυνατό να εφαρμοστεί σε βάρος της ρητή διαλυτική αίρεση, η εφαρμογή της οποίας εξαρτάται από την προϋπόθεση της δυνατότητας καταλογισμού της μη εκτελέσεως της συμβάσεως σε έναν από τους συμβαλλομένους.
15 Κατά την SNUA, η καταγγελία της συμβάσεως μπορούσε, επομένως, να χωρήσει μόνον κατά τη διαδικασία των άρθρων 1453 και 1454 του ιταλικού Αστικού Κώδικα. Οι εντολές που απηύθυνε η Επιτροπή στην SNUA δεν μπορούσαν, βάσει των διατάξεων αυτών, να έχουν ως συνέπεια τη λύση της συμβάσεως παρά μόνον εάν είχε υποβληθεί συγκεκριμένο αίτημα καταγγελίας της ως άνω συμβάσεως ενώπιον του δικαστηρίου, ώστε να μπορέσει αυτό να εκτιμήσει κατά πόσον η προθεσμία που χορηγήθηκε στον υπερήμερο συμβαλλόμενο ήταν επαρκής καθώς και τη σημασία και τη σοβαρότητα της μη εκτελέσεως της συμβάσεως. Εναπόκειται επίσης στην Επιτροπή, στο πλαίσιο αυτό, να αποδείξει την οφειλομένη σε πταισματική συμπεριφορά του συμβαλλομένου ευθύνη.
16 Επειδή δεν κατήγγειλε νομοτύπως τη σύμβαση, η SNUA καταλήγει ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να επικαλεστεί τις συνέπειες της καταγγελίας, ήτοι την απόδοση των καταβληθέντων ποσών.
17 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, καθόσον η ευχέρεια μονομερούς καταγγελίας την οποία διαθέτει η Επιτροπή στηρίζεται στο συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4.3 και 8 της συμβάσεως, η λύση της διαφοράς εξαρτάται από τις νομικές συνέπειες που πρέπει να προσδοθούν στις εν λόγω διατάξεις.
18 Επιλαμβανόμενο υποθέσεως στο πλαίσιο ρήτρας διαιτησίας, το Δικαστήριο oφείλει να επιλύσει τη διαφορά βάσει του εθνικού δικαίου που έχει εφαρμογή στη σύμβαση (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 1986, 426/85, Επιτροπή κατά Zoubek, Συλλογή 1986, σ. 4057, σκέψη 4). Εν προκειμένω, το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο είναι το ιταλικό δίκαιο, όπως εκτέθηκε στη σκέψη 6 της παρούσας αποφάσεως.
19 Επιπλέον, πρέπει να υπομνησθεί ότι ένα κείμενο, όπως η επίμαχη σύμβαση, πρέπει να ερμηνεύεται λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου του. Συναφώς, η χρηματοδοτική ενίσχυση την οποία έλαβε η SNUA αποφασίστηκε βάσει του κανονισμού 3640/85, ο οποίος προβλέπει, ιδίως στο άρθρο 7, παράγραφος 2, ότι οι ενισχύσεις χορηγούνται ως αντιπαροχή για τις υποχρεώσεις που έχουν αναλάβει οι δικαιούχοι, οι οποίοι πρέπει να ενημερώνουν τακτικά την Επιτροπή σχετικά με την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών.
20 Στο πλαίσιο αυτό, είναι προφανές ότι το άρθρο 8 της συμβάσεως πρέπει να ερμηνευθεί ως παρέχον στην Επιτροπή την ευχέρεια να λύει μονομερώς, βάσει αντικειμενικού κριτηρίου, τον δεσμό που τη συνδέει με τον αντισυμβαλλόμενό της, ειδικότερα αν ο τελευταίος δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις που περιλαμβάνονται στο άρθρο 4.3 της συμβάσεως.
21 Από το ιταλικό δίκαιο των συμβάσεων δεν είναι δυνατό να συναχθεί ότι είναι ανίσχυρη μία ρήτρα με το ως άνω περιεχόμενο. Πράγματι, το άρθρο 1456 του ιταλικού Αστικού Κώδικα παρέχει στους συμβαλλομένους τη δυνατότητα να συμφωνούν ρητώς ότι η σύμβαση θα καταγγελθεί αυτοδικαίως σε περίπτωση μη εκπληρώσεως συγκεκριμένης υποχρεώσεως. Η υποχρέωση εξειδικεύσεως που επιβάλλεται για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής από το Corte suprema di cassazione πρέπει να θεωρηθεί ότι εκπληρώνεται με την αναγραφόμενη στο άρθρο 8 μνεία των υποχρεώσεων που απαριθμούνται στο άρθρο 4.3 της συμβάσεως, το οποίο αφορά τις εκθέσεις που ο αντισυμβαλλόμενος πρέπει να καταρτίζει για την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 3640/85. Επομένως, όσον αφορά την παράβαση των υποχρεώσεων που περιλαμβάνονται στο άρθρο 4.3 της συμβάσεως, η υπαγωγή της συμβάσεως στο ιταλικό δίκαιο δεν είχε ως συνέπεια να στερεί το άρθρο 8 από τα συνιστάμενα στη λύση της συμβάσεως αποτελέσματά του.
22 Προκειμένου περί του επιχειρήματος που αντλεί η SNUA από το γεγονός ότι δεν είναι δυνατό να της καταλογιστεί η μη εκτέλεση των συμβατικών υποχρεώσεων, από το άρθρο 8 της συμβάσεως προκύπτει ότι η ευχέρεια αυτοδικαίας καταγγελίας δεν εξαρτάται από την ύπαρξη πταίσματος του αντισυμβαλλομένου, αλλά μόνον από την προϋπόθεση μη εκπληρώσεως ορισμένων συμβατικών υποχρεώσεων, ανεξαρτήτως της αιτίας.
23 Καίτοι είναι αληθές ότι η νομολογία του Corte suprema di cassazione εξαρτά την εφαρμογή των ρητών διαλυτικών αιρέσεων που διέπονται από το άρθρο 1456 του ιταλικού Αστικού Κώδικα από την προϋπόθεση καταλογισμού της μη εκτελέσεως της συμβάσεως στον υπερήμερο συμβαλλόμενο, εντούτοις, με το άρθρο 1322, ο κώδικας αυτός αναγνωρίζει στους συμβαλλομένους, στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων, το δικαίωμα να καθορίζουν ελεύθερα το περιεχόμενο της συμβάσεως εντός των ορίων που θέτει ο νόμος. Κατά συνέπεια, δεν απαγορεύεται στους συμβαλλομένους να επιλέξουν να περιλάβουν στη σύμβαση διαλυτική αίρεση η πλήρωση της οποίας δεν προϋποθέτει τη δυνατότητα καταλογισμού της μη εκτελέσεως στον συμβαλλόμενο, κατά παρέκκλιση από το γενικό καθεστώς των συμβάσεων του ιταλικού δικαίου.
24 Εν προκειμένω, είναι προφανής η πρόθεση των συμβαλλομένων να προβλέψουν ειδικές διαδικασίες καταγγελίας της συμβάσεως, ενόψει ιδίως της ειδικής φύσεως των σχέσεων μεταξύ της Κοινότητας και της επιχειρήσεως στην οποία αυτή χορηγεί ενίσχυση βάσει του κανονισμού 3640/85 και των πρακτικών δυνατοτήτων της Επιτροπής να παρακολουθεί την εκτέλεση του προγράμματος εργασιών, οι οποίες εξαρτώνται άμεσα από τις εκθέσεις που οφείλει να της διαβιβάζει ο συμβαλλόμενος, σύμφωνα με το άρθρο 4.3.
25 Κατά συνέπεια, ορθώς η Επιτροπή στηρίχθηκε στο άρθρο 8 της συμβάσεως για να καταγγείλει αυτοδικαίως τη σύμβαση.
26 Συναφώς, το έγγραφο που η Επιτροπή απηύθυνε στην SNUA στις 18 Σεπτεμβρίου 1991 πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 8 της συμβάσεως ώστε να συνιστά την όχληση κατόπιν της οποίας η καταγγελία μπορεί να καταστεί ενεργός, τούτο δε έστω και αν δεν περιλαμβάνει ρητή αναφορά στο άρθρο 8 και χορηγεί στην SNUA προθεσμία μακρότερη του μήνα για να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της.
Επί της αποδόσεως της προκαταβολής
27 Από το άρθρο 8.3 της συμβάσεως προκύπτει ότι η SNUA οφείλει να αποδώσει την προκαταβολή η οποία ανέρχεται στο ποσό των 195 397 ECU.
Επί των τόκων
28 Κατά το άρθρο 8.3 της συμβάσεως, οι τόκοι οφείλονται από της ημερομηνίας λήψεως της προκαταβολής και με το επιτόκιο που εφάρμοζε η Ευρωπαϋκή Τράπεζα Επενδύσεων κατά την ημερομηνία της εκδόσεως της αποφάσεως της Επιτροπής περί της χορηγήσεως χρηματοδοτικής ενισχύσεως.
29 Κατά συνέπεια, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι τόκοι οφείλονται από την 1η Απριλίου 1988. Εκθέτει ότι η απόφαση περί χορηγήσεως της χρηματοδοτικής ενισχύσεως εκδόθηκε στις 11 Νοεμβρίου 1986, οπότε το επιτόκιο που ίσχυε τότε ήταν 8,05 %, με συνέπεια το ύψος των τόκων να ανέρχεται στο ποσό των 43,09 ECU ανά ημέρα καθυστερήσεως μέχρι πλήρους εξοφλήσεως.
30 Ελλείψει οποιασδήποτε σχετικής αμφισβητήσεως εκ μέρους της SNUA, καθώς και οποιουδήποτε στοιχείου του φακέλου δυναμένου να θέσει υπό αμφισβήτηση την εκτίμηση αυτή, πρέπει να γίνει δεκτό το αίτημα της Επιτροπής στο μέτρο που αφορά το ύψος των τόκων.
31 Κατ' εφαρμογή του άρθρου 2 του κανονισμού (ΕΚ) 1103/97 του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 1997, σχετικά με ορισμένες διατάξεις που αφορούν την εισαγωγή του ευρώ (ΕΕ L 162, σ. 1), πρέπει να αντικατασταθεί, όσον αφορά το βασικό ποσό και τους τόκους, η αναφορά στο ECUαπό την αναφορά στο ευρώ, σε αντιστοιχία ενός ευρώ για ένα ECU.
Επί της αποκαταστάσεως της ζημίας
32 Στηριζόμενη στο άρθρο 1453 του ιταλικού Αστικού Κώδικα, η Επιτροπή ζητεί επιπλέον να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει αποζημίωση ύψους 60 000 ECU προς ανόρθωση της ζημίας που υπέστη η Επιτροπή λόγω μη εκτελέσεως της συμβάσεως, ζημίας που συνίσταται στην αδικαιολόγητη δέσμευση κοινοτικών πόρων από τους οποίους μπορούσαν να επωφεληθούν άλλα προγράμματα, στη σπατάλη πόρων σε προσωπικό και στη βλάβη που υπέστη η αξιοπιστία του κοινοτικού οργάνου.
33 Η SNUA αντιτάσσει ότι, ελλείψει πταίσματος εκ μέρους της, δεν μπορεί να της καταλογιστεί ευθύνη.
34 Η Επιτροπή αμφισβητεί την έλλειψη πταίσματος και ισχυρίζεται ότι, αν η SNUA είχε επιδείξει τη συνήθη συμβατική επιμέλεια, θα την είχε ενημερώσει για την ύπαρξη κινδύνου μη εκτελέσεως της συμβάσεως.
35 Προσήκει να τονιστεί συναφώς ότι η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, η οποία στηρίζεται σε ρήτρα διαιτησίας, περιορίζεται στα αιτήματα τα οποία απορρέουν από τη σύμβαση που συνήψε η Κοινότητα ή συνδέονται άμεσα με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση αυτή (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Zoubek, σκέψη 11).
36 Η διάταξη του άρθρου 1453 του ιταλικού αστικού κώδικα, η οποία αναγνωρίζει το δικαίωμα του συμβαλλομένου να ζητήσει, εν πάση περιπτώσει, από τον υπερήμερο αντισυμβαλλόμενο την ανόρθωση της ζημίας του, εφαρμόζεται, βάσει του ιδίου του γράμματος της διατάξεως, ανεξαρτήτως της διαδικασίας δυνάμει της οποίας καταγγέλθηκε η σύμβαση. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή μπορεί νομίμως να επικαλεστεί τη διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται στη σύμβαση δυνάμει του άρθρου 14 αυτής.
37 Προκειμένου να εξεταστεί το βάσιμο του αιτήματος αυτού, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ του προ και του μετά την καταγγελία της συμβάσεως χρόνου.
38 Όσον αφορά τον προ της καταγγελίας χρόνο, οι συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 4.3 και 8 της συμβάσεως έδωσαν στην Επιτροπή την ευχέρεια να συναγάγει εγκαίρως τις συνέπειες της μη τηρήσεως από τον συμβαλλόμενο των υποχρεώσεων που αυτός είχε αναλάβει και να θέσει τέρμα, πριν από τη λήξη της συμβάσεως και μονομερώς, στη συμβατική σχέση. Η Επιτροπή υπενθυμίζει άλλωστε ότι δεν ήταν υποχρεωμένη να χορηγήσει παράταση της προθεσμίας. Επομένως, η Επιτροπή δεν μπορεί να αναμένει όπως η εναγόμενη αναλάβει την ευθύνη της ζημίας που απορρέει από τις ίδιες τις αποφάσεις της Επιτροπής ή τη δική της παράλειψη.
39 Όσον αφορά τον μετά την καταγγελία της συμβάσεως χρόνο, η κατάσταση είναι διαφορετική λόγω της πταισματικής αρνήσεως του συμβαλλομένου να δεχθεί τα αιτήματα επιστροφής των προκαταβολών. Ωστόσο, όσον αφορά κατ' αρχάς την αδικαιολόγητη δέσμευση κοινοτικών πόρων, επιβάλλεται να παρατηρηθεί ότι, πρώτον, οι τόκοι υπερημερίας που βαρύνουν την εναγόμενη πρέπει να συνεπάγονται την άρση της οικονομικής ζημίας που μπορεί να υπέστη η Κοινότητα λόγω της καθυστερήσεως πληρωμής και, αφετέρου, όσον αφορά την απώλεια χρηματοδοτικών πηγών που υπέστησαν άλλοι μελλοντικοί συμβαλλόμενοι, η Επιτροπή αβασίμως επικαλείται υπέρ αυτής ενδεχόμενη ζημία την οποία υπέστησαν τρίτοι.
40 Όσον αφορά, εν συνεχεία, τη φερόμενη απρόσφορη χρήση πόρων σε προσωπικό της Επιτροπής κατά το δικαστικό στάδιο της διαφοράς, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι τα έξοδα στα οποία υποβάλλονται οι διάδικοι για τους σκοπούς της δίκης δεν μπορούν αυτά καθαυτά, εν πάση περιπτώσει, να θεωρηθούν ότι συνιστούν ζημία διακρινόμενη από τα δικαστικά έξοδα.
41 Τέλος, όσον αφορά τις λοιπές προβαλλόμενες ζημίες, η Επιτροπή δεν απέδειξε την ύπαρξή τους κατά τρόπο ακριβή και πειστικό.
42 Επομένως, το υποβληθέν από την Επιτροπή αίτημα περί αποζημιώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
43 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η SNUA ηττήθηκε ουσιαστικά, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Η SNUA Srl υποχρεούται να καταβάλει στην Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων το ποσό των 195 397 ευρώ πλέον τόκων ανερχομένων σε 43,09 ευρώ ανά ημέρα καθυστερήσεως, από 1ης Απριλίου 1988, και μέχρι πλήρους εξοφλήσεως.
2) Η αγωγή απορρίπτεται κατά τα λοιπά.
3) Η SNUA Srl φέρει τα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy