Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Προσέγγιση των νομοθεσιών - Καλλυντικά προϋόντα - Συσκευασία και επισήμανση - Οδηγία 76/768 - Μέτρα κατά της διαφημίσεως που αποδίδει στα καλλυντικά προϋόντα ιδιότητες που αυτά δεν έχουν - Υπόκεινται στην αρχή της αναλογικότητας - Ρύθμιση απαγορεύουσα οποιαδήποτε διαφήμιση που αφορά ουσίες που δεν αναφέρονται ρητώς στην εν λόγω ρύθμιση - Απαράδεκτο
(Οδηγία 76/768 του Συμβουλίου, άρθρο 6 § 3)
Περίληψη
Είναι μεν αληθές ότι το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 76/768, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των αναφερομένων στα καλλυντικά προϋόντα, υποχρεώνει τα κράτη μέλη να λάβουν κάθε πρόσφορο μέτρο ώστε, στην επισήμανση, την παρουσίαση προς πώληση και τη διαφήμιση των καλλυντικών προϋόντων, το κείμενο, οι ονομασίες, τα σήματα, οι εικόνες ή τα άλλα σύμβολα, παραστατικά ή μη, να μη χρησιμοποιούνται για να αποδώσουν στα προϋόντα αυτά ιδιότητες που δεν έχουν, όμως τα μέτρα που τα κράτη μέλη καλούνται να λάβουν για τη θέση σε εφαρμογή της διατάξεως αυτής πρέπει να τηρούν την αρχή της αναλογικότητας.
Η εν λόγω διάταξη απαγορεύει, επομένως, την εφαρμογή εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως η οποία απαγορεύει τη διαφήμιση καλλυντικού προϋόντος, προοριζομένου να έρθει σε επαφή με τους βλεννογόνους, σύμφωνα με την οποία το προϋόν αυτό προλαμβάνει τη δημιουργία πέτρας και ουλίτιδας, επειδή στη σύνθεσή του δεν υπάρχει καμία από τις δραστικές ουσίες που απαριθμούνται στην εν λόγω κανονιστική ρύθμιση ως δυνάμενες να επιτύχουν ένα τέτοιο αποτέλεσμα, ο δε ενδιαφερόμενος δεν έλαβε άδεια για τη χρησιμοποίηση άλλων ουσιών.
Μια τέτοια κανονιστική ρύθμιση, στο μέτρο που δεν περιέχει όλες τις δραστικές ουσίες που μπορούν να προλάβουν τη δημιουργία πέτρας ή ουλίτιδας, μπορεί πράγματι να απαγορεύσει τη διαφήμιση ορισμένων οδοντοκρεμών παρόλον ότι δεν μπορεί να παραπλανήσει τους καταναλωτές, και η ανάγκη λήψεως μιας τέτοιας αδείας, για τους σκοπούς της απαλλαγής από αυτή την απαγόρευση, συνιστά εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία του οικείου προϋόντος, το οποίο ουδόλως μπορεί να δικαιολογηθεί.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-77/97,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Handelsgericht Wien (Αυστρία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
sterreichische Unilever GmbH
και
Smithkline Beecham Markenartikel GmbH,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΚ και της οδηγίας 76/768/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1976, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στα καλλυντικά προϋόντα (ΕΕ ειδ. έκδ. 13/004, σ. 145),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J.-P. Puissochet, πρόεδρο τμήματος, J. C. Moitinho de Almeida (εισηγητή), C. Gulmann, D. A. O. Edward και M. Wathelet, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Γ. Κοσμάς
γραμματέας: D. Louterman-Hubeau, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η Φsterreichische Unilever GmbH, εκπροσωπουμένη από τον Ernst Ploil, δικηγόρο Βιέννης,
- η Smithkline Beecham Markenartikel GmbH, εκπροσωπουμένη από τον Gottfried Korn, δικηγόρο Βιέννης,
- η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπουμένη από την Christine Stix-Hackl, Gesandte στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Εξωτερικών,
- η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπουμένη από την Kareen Rispal-Bellanger, υποδιευθύντρια στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και την Rιgine Loosli-Surrans, chargι de mission στην ίδια διεύθυνση,
- η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπουμένη από τη Lindsey Nicoll, του Treasury Solicitor's Department, επικουρουμένη από τον Μark Hoskins, barrister,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τον Pieter van Nuffel και την Claudia Schmidt, μέλη της νομικής υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Φsterreichische Unilever GmbH, εκπροσωπουμένης από τους Ernst Ploil και Markus Boesch, δικηγόρο Βιέννης, της Smithkline Beecham Markenartikel GmbH, εκπροσωπουμένης από τους Gottfried Korn και Andreas Frauenberger, ασκούμενο δικηγόρο Βιέννης, της Γαλλικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από την Rιgine Loosli-Surrans, και της Επιτροπής, εκπροσωπουμένης από την Claudia Schmidt, κατά τη συνεδρίαση της 7ης Μαου 1998,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 2ας Ιουλίου 1998,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Mε διάταξη της 20ής Δεκεμβρίου 1996, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 21 Φεβρουαρίου 1997, το Handelsgericht Wien υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΚ και της οδηγίας 76/768/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1976, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στα καλλυντικά προϋόντα (ΕΕ ειδ. έκδ. 13/004, σ. 145).
2 Το ερώτημα αυτό τέθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Φsterreichische Unilever GmbH (στο εξής: Unilever) και της Smithkline Beecham Markenartikel GmbH (στο εξής: Smithkline) σχετικά με ενδείξεις που αναγράφονται τόσο επί των σωληναρίων οδοντόκρεμας που η Smithkline διαθέτει στο εμπόριο στην Αυστρία όσο και στις τηλεοπτικές διαφημίσεις που αυτή μεταδίδει στο εν λόγω κράτος.
Η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση
3 Η οδηγία 76/768, όπως τροποποιήθηκε ιδίως με την οδηγία 88/667/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988 (ΕΕ L 382, σ. 46), και την οδηγία 93/35/ΕΟΚ του Συμβoυλίου, της 14ης Ιουνίου 1993 (ΕΕ L 151, σ. 32), ορίζει στο άρθρο 1:
«1. Ως καλλυντικό νοείται κάθε ουσία ή παρασκεύασμα που προορίζεται να έλθει σε επαφή με διάφορα εξωτερικά μέρη του ανθρώπινου σώματος (επιδερμίδα, τριχωτά μέρη του σώματος και της κεφαλής, νύχια, χείλη και εξωτερικά γεννητικά όργανα) ή με τα δόντια και τους βλεννογόνους της στοματικής κοιλότητας, με αποκλειστικό ή κύριο σκοπό τον καθαρισμό τους, τον αρωματισμό τους, τη μεταβολή της εμφάνισής τους ή/και τη διόρθωση των σωματικών οσμών ή/και την προστασία τους ή τη διατήρησή τους σε καλή κατάσταση.
2. Πρέπει να θεωρούνται ως καλλυντικά προϋόντα κατά την έννοια του ορισμού αυτού, ιδίως, τα προϋόντα που περιλαμβάνονται στον κατάλογο του παραρτήματος I.
3. Αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας τα καλλυντικά προϋόντα που περιέχουν μία από τις ουσίες που απαριθμούνται στο παράρτημα V. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν κάθε μέτρο που θεωρούν αναγκαίο σχετικά με τα προϋόντα αυτά.»
4 Κατά το άρθρο της 2:
«Τα καλλυντικά προϋόντα που διατίθενται στην αγορά στο εσωτερικό της Κοινότητας δεν πρέπει να βλάπτουν την ανθρώπινη υγεία όταν χρησιμοποιούνται υπό κανονικές ή εύλογα αναμενόμενες συνθήκες χρήσης, λαμβάνοντας, ιδίως, υπόψη την παρουσίαση του προϋόντος, την επισήμανσή του, τις τυχόν οδηγίες χρήσης του και τον τρόπο απόρριψής του, καθώς και κάθε άλλη ένδειξη ή πληροφορία που προέρχεται από τον κατασκευαστή ή τον εντολοδόχο του ή κάθε άλλο υπεύθυνο της κυκλοφορίας αυτών των προϋόντων στην κοινοτική αγορά.
Η ύπαρξη προειδοποιήσεων αυτού του είδους δεν συνεπάγεται, ωστόσο, απαλλαγή από την τήρηση των άλλων υποχρεώσεων που προβλέπει η παρούσα οδηγία.»
5 Το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχεία αα και ββ, της οδηγίας 76/768 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη απαγορεύουν τη διάθεση στην αγορά καλλυντικών προϋόντων που περιέχουν ιδίως ουσίες που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ και ουσίες που απαριθμούνται στο πρώτο μέρος του παραρτήματος ΙΙΙ, πέραν των ορίων και εκτός των προϋποθέσεων που αναφέρονται.
6 Το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 76/768 προβλέπει:
«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν κάθε πρόσφορο μέτρο ώστε στην επισήμανση, την παρουσίαση προς πώληση και τη διαφήμιση των καλλυντικών προϋόντων, το κείμενο, οι ονομασίες, τα σήματα, οι εικόνες ή τα άλλα σύμβολα παραστατικά ή μη να μη χρησιμοποιούνται για να αποδώσουν στα προϋόντα αυτά ιδιότητες που δεν έχουν.
Επιπλέον, οποιαδήποτε αναφορά σε πειράματα σε ζώα πρέπει να δηλώνει σαφώς αν τα πειράματα που πραγματοποιήθηκαν αφορούσαν το τελικό προϋόν ή/και τα συστατικά του.»
7 Κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/768:
«Τα κράτη μέλη δεν δύνανται, για λόγους που αφορούν στις απαιτήσεις τις προβλεπόμενες από την οδηγία αυτή και τα παραρτήματά της, να αρνηθούν, να απαγορεύσουν ή να περιορίσουν τη διάθεση στην αγορά των καλλυντικών προϋόντων, τα οποία ανταποκρίνονται στις προδιαγραφές της παρούσας οδηγίας και των παραρτημάτων της.»
8 Το άρθρο 12 της οδηγίας 76/768 ορίζει:
«1. Αν ένα κράτος μέλος διαπιστώσει, επί τη βάσει επαρκώς τεκμηριωμένης αιτιολογήσεως, ότι ένα καλλυντικό προϋόν, αν και σύμφωνο προς τις προδιαγραφές της παρούσας οδηγίας, παρουσιάζει κίνδυνο για την υγεία, δύναται να απαγορεύσει προσωρινώς τη διάθεση στην αγορά του προϋόντος αυτού στο έδαφός του ή να την επιτρέψει υπό ειδικές προϋποθέσεις. Ενημερώνει αμέσως περί αυτού τα άλλα κράτη μέλη και την Επιτροπή και αναφέρει τους λόγους που αιτιολογούν την απόφασή του.
2. Η Επιτροπή προβαίνει, το γρηγορότερο δυνατόν, σε διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη και, στη συνέχεια, διατυπώνει τη γνώμη της χωρίς καθυστέρηση και λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα.
3. Αν η Επιτροπή έχει τη γνώμη ότι είναι ανάγκη να γίνουν τεχνικές προσαρμογές στην παρούσα οδηγία, οι προσαρμογές αυτές αποφασίζονται είτε από την Επιτροπή είτε από το Συμβούλιο, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 10. Στην περίπτωση αυτή, το κράτος μέλος που έλαβε τα προστατευτικά μέτρα, δύναται να τα διατυπώσει μέχρι της θέσεως σε ισχύ των προσαρμογών αυτών.»
Η αυστριακή κανονιστική ρύθμιση
9 Ο Lebensmittelgesetz [Bundesgesetz της 23ης Ιανουαρίου 1975, BGBl 86, όber den Verkehr mit Lebensmitteln, Verzehrprodukten, Zusatzstoffen, kosmetischen Mitteln und Gebrauchsgegenstδnden (Lebensmittelgesetz 1975 - LMG 1975) (ομοσπονδιακός νόμος περί της διαθέσεως στο εμπόριο τροφίμων, προϋόντων προοριζομένων για την ανθρώπινη κατανάλωση, προσθέτων ουσιών, καλλυντικών και αντικειμένων τρέχουσας χρήσεως, στο εξής: LMG)], ορίζει στο άρθρο του 5:
«Καλλυντικά προϋόντα είναι οι ουσίες οι οποίες προορίζονται για τον καθαρισμό, την περιποίηση ή τον αρωματισμό του ανθρώπου, για να επηρεάζουν την εξωτερική εμφάνισή του, για την προστασία του δέρματός του ή για τον καθαρισμό, την περιποίηση ή τη βελτίωση της χρησιμοποιήσεως τεχνητών μελών.»
10 Το άρθρο 9, παράγραφος 1, του LMG προβλέπει:
«Κατά τη διάθεση στην αγορά τροφίμων, προϋόντων προοριζομένων για την ανθρώπινη κατανάλωση ή προσθέτων ουσιών, απαγορεύεται:
a) η αναφορά στην προφύλαξη, καταπράυνση ή θεραπεία ασθενειών ή συμπτωμάτων ασθενείας ή σε φυσιολογικά ή φαρμακολογικά αποτελέσματα, ιδίως σχετικά με τη διατήρηση της νεότητας, την παρεμπόδιση της εμφανίσεως του γήρατος, με το αδυνάτισμα ή τη διατήρηση της υγείας και η δημιουργία εντυπώσεως ενός τέτοιου αποτελέσματος·
b) η παραπομπή στο ιστορικό ασθενών, σε ιατρικές συστάσεις ή γνωματεύσεις·
c) η χρησιμοποίηση σχετικών με την υγεία εικονογραφήσεων ή περιγραφών των οργάνων του ανθρωπίνου σώματος, απεικονίσεων των ασκούντων θεραπευτικά επαγγέλματα ή των μελών θεραπευτηρίων ή άλλων απεικονίσεων που παραπέμπουν σε θεραπευτικές δραστηριότητες.»
11 Κατά το άρθρο 26, παράγραφος 1, του LMG, απαγορεύεται η διάθεση στο εμπόριο καλλυντικών προϋόντων τα οποία:
«a) βλάπτουν την υγεία υπό κανονικές ή δυνάμενες να προβλεφθούν συνθήκες χρήσεως·
b) περιέχουν μη εγκεκριμένες, μη ανταποκρινόμενες στις προϋποθέσεις εγκρίσεως ή ανεπίτρεπτες ποσότητες φαρμακευτικών ουσιών ή χρωστικών ουσιών·
c) έχουν χαλάσει·
d) έχουν εσφαλμένα χαρακτηρισθεί·
e) δεν ανταποκρίνονται στις βάσει του άρθρου 27 εκδοθείσες διατάξεις.»
12 Κατά το άρθρο 26, παράγραφος 2, του LMG:
«Το άρθρο 8, στοιχεία a), b) και f), ισχύει κατ' αναλογία· το άρθρο 9 ισχύει υπό την επιφύλαξη ότι δεν επιτρέπονται παραπλανητικές αναφορές σε φυσιολογικά ή φαρμακευτικά αποτελέσματα καθώς και εικονογραφικές παραστάσεις για τη διευκρίνιση του τομέα χρήσεως. Σε περίπτωση ισχυρισμών σχετικά με την ύπαρξη τέτοιων αποτελεσμάτων, οι δραστικές συστατικές ουσίες πρέπει να γνωστοποιούνται, κατόπιν αιτήματος, στις αρχές.»
13 Το άρθρο 27 του LMG ορίζει:
«1. Ο Ομοσπονδιακός Υπουργός Υγείας και Προστασίας του Περιβάλλοντος, οσάκις επιβάλλεται για την προστασία της υγείας των καταναλωτών ή την παρεμπόδιση παραπλανήσεων, λαμβανομένης υπόψη της σχετικής καταστάσεως της επιστήμης και της τεχνολογίας κατόπιν ακροάσεως της επιτροπής Codex, ορίζει με κανονιστική απόφαση ότι, κατά τη διάθεση στο εμπόριο καλλυντικών προϋόντων, πρέπει να αποκλείονται ορισμένες ουσίες ή να περιορίζεται η χρήση τους, κατ' ανάλογη δε εφαρμογή του άρθρου 10, παράγραφος 1, σημεία 1 έως 3, λαμβάνει αποφάσεις. Για την προστασία της υγείας των καταναλωτών, ο Ομοσπονδιακός Υπουργός Υγείας και Προστασίας του Περιβάλλοντος οφείλει επίσης να λαμβάνει αποφάσεις κατ' ανάλογη εφαρμογή των λοιπών διατάξεων του άρθρου 10, παράγραφος 1. Στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 10, παράγραφος 2, εφαρμόζεται κατ' αναλογία.
2. Ο Ομοσπονδιακός Υπουργός Υγείας και Προστασίας του Περιβάλλοντος, οσάκις αυτό συμβιβάζεται με την προστασία της υγείας των καταναλωτών και την παρεμπόδιση παραπλανήσεων, λαμβάνοντας υπόψη την αντίστοιχη κατάσταση της επιστήμης και της τεχνολογίας και κατόπιν ακροάσεως της επιτροπής Codex, οφείλει να επιτρέπει με κανονιστική απόφαση ορισμένες ουσίες με φαρμακευτικό αποτέλεσμα και ορισμένες χρωστικές ουσίες, να ορίζει τις προϋποθέσεις για τη χρήση τους, να καθορίζει τον απαιτούμενο βαθμό καθαρότητας και τις επιτρεπόμενες ανώτατες ποσότητες στα καλλυντικά προϋόντα.
3. Ο Ομοσπονδιακός Υπουργός Υγείας και Προστασίας του Περιβάλλοντος, οσάκις αυτό συμβιβάζεται με την προστασία της υγείας των καταναλωτών και την παρεμπόδιση παραπλανήσεων, λαμβανομένης υπόψη της σχετικής καταστάσεως της επιστήμης και της τεχνολογίας, οφείλει να επιτρέπει με απόφαση, κατόπιν αιτήσεως, μη επιτρεπόμενες ουσίες με φαρμακευτικό αποτέλεσμα και χρωστικές ουσίες, να ορίζει τις προϋποθέσεις για τη χρήση τους, να καθορίζει τον απαιτούμενο βαθμό καθαρότητας και τις επιτρεπόμενες ανώτατες ποσότητες στα καλλυντικά προϋόντα. Η απόφαση πρέπει να έχει προθεσμία, η προθεσμία δε αυτή δεν πρέπει να υπερβαίνει τα τρία έτη. Η απόφαση πρέπει να ανακαλείται αν οι προϋποθέσεις για την έγκριση δεν συντρέχουν πλέον. Μαζί με την αίτηση για έγκριση, ο αιτών οφείλει να υποβάλει όλα τα δικαιολογητικά τα οποία καθιστούν δυνατή την αξιολόγηση της ουσίας».
14 Δυνάμει του άρθρου 27, παράγραφος 2, του LMG, εκδόθηκε η Verordnung des Bundesministers fόr Gesundheit und Konsumentenschutz όber die Zulassung von pharmakologisch wirksamen Stoffen fόr kosmetische Mittel (Kosmetikverordnung) (BGBl 166/1996, κανονιστική απόφαση του Ομοσπονδιακού Υπουργού Υγείας και Προστασίας των Καταναλωτών σχετικά με την έγκριση φαρμακευτικών ουσιών για καλλυντικά προϋόντα, στο εξής: Kosmetikverordnung), της οποίας το άρθρο 1 ορίζει:
«Για τα καλλυντικά προϋόντα, στα οποία αναφέρεται το άρθρο 5 του LMG του 1975, επιτρέπονται - από τις αναφερόμενες στο παράρτημα 1 ομάδες δραστικών ουσιών - μόνον εκείνες οι φαρμακευτικές ουσίες που περιλαμβάνονται στο παράρτημα 2».
15 Το παράρτημα 1 της Kosmetikverordnung απαριθμεί τις κατηγορίες δραστικών ουσιών που αφορούν τρεις τομείς χρήσεως μεταξύ των οποίων ο τομέας χρήσεως Α που περιλαμβάνει τις ουσίες που προορίζονται για να έλθουν σε επαφή με βλεννογόνους. Οι ουσίες αυτές κατατάσσονται σε επτά υποκατηγορίες μεταξύ των οποίων είναι οι ουσίες που ευνοούν την κερατινοποίηση (σημείο 1.1), οι ουσίες που εμποδίζουν την τερηδόνα (σημείο 1.4) και οι ουσίες που εμποδίζουν το επίστρωμα των οδόντων (σημείο 1.5). Το παράρτημα 2 (τμήματα 1, 4 και 5 που αντιστοιχούν στα σημεία 1.1, 1.4 και 1.5) περιλαμβάνει τον εξαντλητικό πίνακα των φαρμακευτικών ουσιών που μπορούν να χρησιμοποιούνται στις διάφορες αυτές υποκατηγορίες καθώς και τις μέγιστες ποσότητες και τις προϋποθέσεις χρήσεως.
Η διαφορά της κύριας δίκης
16 H Smithkline διαθέτει στο εμπόριο, στην Αυστρία, τις οδοντόκρεμες «Odol-Med 3 (Samtweiί)» που παρασκευάζονται στη Γερμανία από την εταιρία Lingner και Fischer και διατίθενται εκεί στο εμπόριο. Επί των σωληναρίων της οδοντόκρεμας και στις τηλεοπτικές διαφημίσεις, η Smithkline επισημαίνει ότι η «Odol-Med 3 (Samtweiί)» συνιστά πρόληψη από τις νόσους του περιοδοντίου, ενέχει ή συνιστά τριπλή προφύλαξη, συνιστά τριπλή πρόληψη από την τερηδόνα, το επίστρωμα των οδόντων και την ουλίτιδα και απομακρύνει το επίστρωμα οδόντων ή εμποδίζει τον σχηματισμό νέας πέτρας στα δόντια.
17 Στο πλαίσιο της κύριας δίκης, η Unilever ζητεί να παύσουν τέτοιες ενδείξεις, τις οποίες αυτή θεωρεί αντίθετες προς τις διατάξεις της Kosmetikverordnung και αυτές του άρθρου 9 του LMG. Διευκρινίζει, συναφώς, ότι η οδοντόκρεμα «Odol-Med 3 (Samtweiί)» περιέχει μόνο μια φαρμακευτική δραστική ουσία που προλαμβάνει την εμφάνιση τερηδόνας, περιλαμβανομένη στον κατάλογο του παραρτήματος 2 της Kosmetikverordnung (το μονο-φθορο-φωσφορικό νάτριο), αλλά δεν περιέχει, αντιθέτως, καμία από τις απαριθμούμενες εξαντλητικώς στον ίδιο αυτό κατάλογο ουσίες που εμποδίζουν τη δημιουργία πέτρας ή ουλίτιδας. Επομένως, θεωρεί ότι οι ενδείξεις σύμφωνα με τις οποίες η οδοντόκρεμα αυτή έχει ως αποτέλεσμα να προλαμβάνει τη δημιουργία πέτρας και ουλίτιδας είναι εσφαλμένες και παραπλανητικές και, συνεπώς, δεν συμβιβάζονται με τις διατάξεις της αυστριακής κανονιστικής ρυθμίσεως.
18 Η Unilever προσθέτει ότι η Smithkline δεν μπορεί, επικαλουμένη το άρθρο 30 της Συνθήκης, να επωφελείται από το γεγονός ότι η οδοντόκρεμα «Odol-Med 3 (Samtweiί)» διατίθεται στη Γερμανία, εφόσον η διατυπουμένη στο άρθρο 30 της Συνθήκης αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων συνοδεύεται από την εξαίρεση του άρθρου 36 της ιδίας Συνθήκης, σύμφωνα με την οποία τα κράτη μέλη μπορούν να εκδίδουν διατάξεις περιορίζουσες την ελευθερία αυτή αφής οι διατάξεις αυτές έχουν ως σκοπό την προστασία της υγείας των καταναλωτών - αυτό που συμβαίνει στην περίπτωση της Kosmetikverordnung - και την παρεμπόδιση των παραπλανήσεων. Εξάλλου, ως προς τη σύνθεση και το αναγκαίο περιεχόμενο των καλλυντικών προϋόντων δεν υφίσταται κοινοτική ρύθμιση και η Kosmetikverordnung δεν μπορεί, επομένως, να θεωρηθεί ως ασύμβατη προς το κοινοτικό δίκαιο.
19 Κατά τη Smithkline, οι διατάξεις των άρθρων 9 και 26 του LMG, που περιέχουν κανόνες αφορώντες το προϋόν, μπορούν να εμποδίσουν το ενδοκοινοτικό εμπόριο και είναι κατ' αρχήν ασύμβατες προς το άρθρο 30 της Συνθήκης. Δεδομένου ότι πρόκειται για επιτακτικές απαιτήσεις που μπορούν να δικαιολογήσουν τα εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, σύμφωνα με τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης, η Smithkline ισχυρίζεται ότι η οδηγία 76/768 προέβη στην πλήρη εναρμόνιση του τομέα αυτού. Εφόσον ένα καλλυντικό προϋόν ανταποκρίνεται στις διατάξεις της οδηγίας αυτής και των παραρτημάτων της, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να αρνηθούν, να απαγορεύσουν ή να περιορίσουν τη διάθεσή του στην αγορά.
20 Το Handelsgericht Wien τονίζει ότι η αιτουμένη από την Unilever απαγόρευση, η οποία μπορεί να διαταχθεί μόνο δυνάμει του άρθρου 1 του Gesetz gegen den unlauteren Wettbewerb (νόμου περί αθεμίτου ανταγωνισμού) και των άρθρων 9 και 26 του LMG, επηρεάζει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και ότι το κύρος των επικαλουμένων εθνικών διατάξεων συνιστά ερώτημα που προηγείται της αποφάσεως που το ίδιο πρέπει να λάβει στο πλαίσιο της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί.
21 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Handelsgericht Wien αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Απαγορεύει το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΚ, σε συνδυασμό με την οδηγία 76/768/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1976, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στα καλλυντικά προϋόντα, εθνική διάταξη η οποία επιβάλλει απαγορεύσεις ως προς τη διαφήμιση για την εμπορία καλλυντικών προϋόντων, οι οποίες βαίνουν πέραν των περιορισμών της οδηγίας;»
22 Με τις γραπτές παρατηρήσεις της, η Γαλλική Κυβέρνηση υπέβαλε το ερώτημα αν η οδοντόκρεμα για την οποία πρόκειται στην κύρια δίκη μπορεί να θεωρηθεί ως φάρμακο υπό την έννοια της οδηγίας 65/65/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιανουαρίου 1965, περί της προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με τα φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα (ΕΕ ειδ. έκδ. 13/001, σ. 25), η δε Επιτροπή καθώς και οι λοιποί παρεμβαίνοντες απάντησαν στην γραπτή ερώτηση που υποβλήθηκε ως προς το σημείο αυτό. Πάντως, η προβληματική αυτή δεν τέθηκε από το αιτούν δικαστήριο, στο οποίο απόκειται να εκτιμήσει τη λυσιτέλειά της για τη λύση της διαφοράς, το δε Δικαστήριο δεν κρίνει αναγκαίο να λάβει θέση συναφώς.
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
23 Με το ερώτημά του, το εθνικό δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν οι συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 30 της Συνθήκης και της οδηγίας 76/768 απαγορεύουν την εφαρμογή εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως η οποία απαγορεύει τη διαφήμιση καλλυντικού προϋόντος, το οποίο προορίζεται να έλθει σε επαφή με τους βλεννογόνους, σύμφωνα με την οποία το προϋόν αυτό προλαμβάνει τη δημιουργία πέτρας και ουλίτιδας, εφόσον στη σύνθεσή του δεν υπάρχει καμία από τις δραστικές ουσίες που απαριθμούνται στην εν λόγω κανονιστική ρύθμιση ως δυνάμενες να επιτύχουν ένα τέτοιο αποτέλεσμα, ο δε ενδιαφερόμενος δεν έλαβε άδεια για τη χρησιμοποίηση άλλων ουσιών.
24 Πρέπει να υπομνηστεί ότι η οδηγία 76/768 προέβη σε πλήρη εναρμόνιση των εθνικών κανόνων περί συσκευασίας και επισημάνσεως των καλλυντικών προϋόντων (απoφάσεις της 23ης Νοεμβρίου 1989, C-150/88, Parfόmerie-Fabrik 4711, Συλλογή 1989, σ. 3891, σκέψη 28, και της 2ας Φεβρουαρίου 1994, C-315/92, Verband Sozialer Wettbewerb, καλουμένη «Clinique», Συλλογή 1994, σ. Ι-317, σκέψη 11).
25 Μεταξύ των κανόνων που ορίζει η οδηγία 76/768 περιλαμβάνεται η διατυπουμένη στο άρθρο της 6, παράγραφος 3, υποχρέωση, σύμφωνα με την οποία τα κράτη μέλη οφείλουν να λάβουν κάθε πρόσφορο μέτρο ώστε, στην επισήμανση, την παρουσίαση προς πώληση και τη διαφήμιση των καλλυντικών προϋόντων, το κείμενο, οι ονομασίες, τα σήματα, οι εικόνες ή τα άλλα σύμβολα παραστατικά ή μη να μη χρησιμοποιούνται για να αποδώσουν στα προϋόντα αυτά ιδιότητες που δεν έχουν.
26 Η διάταξη αυτή, η οποία απαντά στο πλαίσιο οδηγίας που αποσκοπεί, όπως προκύπτει ιδίως από τη δεύτερη και την τρίτη αιτιολογική σκέψη της, στην εξασφάλιση της ελευθερίας των συναλλαγών των καλλυντικών προϋόντων, ορίζει επομένως τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν προς το συμφέρον της προστασίας των καταναλωτών και της νομιμότητας των εμπορικών συναλλαγών, που περιλαμβάνονται μεταξύ των επιτακτικών απαιτήσεων, όπως αυτές διευκρινίζονται από τη νομολογία του Δικαστηρίου για την εφαρμογή του άρθρου 30 της Συνθήκης. Η οδηγία αυτή έχει επίσης ως σκοπό την προστασία της υγείας των προσώπων, κατά την έννοια του άρθρου 36 της Συνθήκης, στο μέτρο που μια παραπλανητική πληροφορία περί των ιδιοτήτων των προϋόντων αυτών μπορεί να έχει επίπτωση στη δημόσια υγεία.
27 Πάντως, τα μέτρα που τα κράτη μέλη καλούνται να λάβουν για τη θέση σε εφαρμογή της διατάξεως αυτής πρέπει να τηρούν την αρχή της αναλογικότητας (βλ., ιδίως, την προπαρατεθείσα απόφαση Clinique, σκέψη 16).
28 Επομένως, πρέπει να εξεταστεί αν μια κανονιστική ρύθμιση, όπως αυτή για την οποία πρόκειται στην κύρια δίκη, είναι αναγκαία για να εξασφαλιστεί η προστασία των καταναλωτών, η νομιμότητα των εμπορικών συναλλαγών ή η προστασία της δημόσιας υγείας.
29 Η Unilever τονίζει συναφώς ότι ο κατάλογος των δραστικών ουσιών που περιλαμβάνεται στην αυστριακή κανονιστική ρύθμιση βασίζεται σε επιστημονικές και τεχνικές έρευνες που διαρκούν πολλά έτη και οι οποίες συγκεντρώνουν τις υπάρχουσες επιστημονικές γνώσεις ως προς τα αποτελέσματα των ουσιών αυτών. Οι παρασκευαστές καλλυντικών προϋόντων που περιέχουν δραστικές ουσίες, οι οποίες δεν αναφέρονται από την Kosmetikverordnung, μπορούν να ζητούν ειδική άδεια για τη χρήση τέτοιων ουσιών.
30 Λαμβάνοντας υπόψη τη σημασία του οικείου γενικού συμφέροντος, δηλαδή την προστασία της υγείας, η Unilever θεωρεί ότι η αυστριακή κανονιστική ρύθμιση τηρεί την αρχή της αναλογικότητας. Μια ολιγότερο αναγκαστική διάταξη είναι αδιανότητη.
31 Η Unilever και η Γαλλική Κυβέρνηση υπενθυμίζουν συναφώς το μεγάλο περιθώριο εκτιμήσεως που πρέπει να αναγνωρίζεται στα κράτη μέλη στον υπό εξέταση τομέα.
32 Πρέπει να τονιστεί, όπως παρατήρησαν η Smithkline και η Επιτροπή, ότι μια κανονιστική ρύθμιση, όπως αυτή για την οποία πρόκειται στην κύρια δίκη, θα ήταν συμβατή προς το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 76/768, αν ο περιλαμβανόμενος στο παράρτημα 2 της Kosmetikverordnung κατάλογος περιείχε όλες τις δραστικές ουσίες που μπορούν να προλάβουν τη δημιουργία πέτρας ή ουλίτιδας. Όμως, όπως προκύπτει από τις συναφείς διευκρινίσεις, στις οποίες προέβη η Smithkline κατά τη διάρκεια της επ' ακροατηρίου συζητήσεως και οι οποίες δεν αντικρούστηκαν, αυτό δεν συμβαίνει ακόμη και αν περιοριστεί κανείς στις νυν υφιστάμενες ουσίες.
33 Επομένως, η διαφήμιση ορισμένων οδοντοκρεμών είναι δυνατόν να απαγορευθεί παρόλον ότι δεν μπορεί να παραπλανήσει τους καταναλωτές.
34 Βεβαίως, η παροχή αδείας είναι δυνατή. Πάντως, η ανάγκη λήψεως μιας τέτοιας αδείας, περιορισμένης εξάλλου χρονικώς, συνιστά εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία του οικείου προϋόντος, το οποίο ουδόλως μπορεί να δικαιολογηθεί.
35 Πράγματι, η προστασία των καταναλωτών, της δημόσιας υγείας και της νομιμότητας των εμπορικών συναλλαγών μπορεί να εξασφαλιστεί με λιγότερο περιοριστικά της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων μέτρα απ' ό,τι είναι το μέτρο του αυτόματου αποκλεισμού της διαφημίσεως μέσω ενός συστήματος, σύμφωνα με το οποίο απαγορεύεται η διαφήμιση που αφορά ουσίες που δεν αναφέρονται ρητώς από την Kosmetikverordnung. Επομένως, ο εθνικός έλεγχος θα μπορούσε κυρίως να συνίσταται στην υποχρέωση του παρασκευαστή ή του διανομέα του οικείου προϋόντος να προσκομίζει, σε περίπτωση αμφιβολιών, την απόδειξη της ορθότητας των διαφημιστικών αναφορών, όπως προβλέπει το άρθρο 6 της οδηγίας 84/450/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Σεπτεμβρίου 1984, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την παραπλανητική διαφήμιση (ΕΕ L 250, σ. 17).
36 Εξάλλου, οι διατάξεις τις οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 76/768, τα κράτη μέλη οφείλουν να θεσπίσουν, προκειμένου να αποφευχθεί οποιαδήποτε διαφήμιση αποδίδουσα στα καλλυντικά προϋόντα ιδιότητες τις οποίες τα τελευταία δεν έχουν, πρέπει να προβλέπουν ότι μια τέτοια μορφή διαφημίσεως συνιστά παράβαση, και μάλιστα ποινικού χαρακτήρα, συνοδευομένη από κυρώσεις που έχουν αποτρεπτικό αποτέλεσμα.
37 Επομένως, στο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί ως απάντηση ότι οι διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 76/768 απαγορεύουν την εφαρμογή εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως η οποία απαγορεύει τη διαφήμιση καλλυντικού προϋόντος, προοριζομένου να έλθει σε επαφή με τους βλεννογόνους, σύμφωνα με την οποία το προϋόν αυτό προλαμβάνει τη δημιουργία πέτρας και ουλίτιδας, αν στη σύνθεσή του δεν υπάρχει καμία από τις δραστικές ουσίες που απαριθμούνται στην εν λόγω κανονιστική ρύθμιση ως δυνάμενες να επιτύχουν ένα τέτοιο αποτέλεσμα, ο δε ενδιαφερόμενος δεν έλαβε άδεια για τη χρησιμοποίηση άλλων ουσιών.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
38 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Αυστριακή και η Γαλλική Κυβέρνηση, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και η Επιτροπή, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με διάταξη της 20ής Δεκεμβρίου 1996 το Handelsgericht, αποφαίνεται:
Οι διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 76/768/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1976, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στα καλλυντικά προϋόντα, απαγορεύουν την εφαρμογή εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως η οποία απαγορεύει τη διαφήμιση καλλυντικού προϋόντος, προοριζομένου να έλθει σε επαφή με τους βλεννογόνους, σύμφωνα με την οποία το προϋόν αυτό προλαμβάνει τη δημιουργία πέτρας και ουλίτιδας, αν στη σύνθεσή του δεν υπάρχει καμία από τις δραστικές ουσίες που απαριθμούνται στην εν λόγω κανονιστική ρύθμιση ως δυνάμενες να επιτύχουν ένα τέτοιο αποτέλεσμα, ο δε ενδιαφερόμενος δεν έλαβε άδεια για τη χρησιμοποίηση άλλων ουσιών.
Full & Egal Universal Law Academy