Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Προσέγγιση των νομοθεσιών - Δημόσιες συμβάσεις στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών - Οδηγία 92/13 - Διάταξη που υποχρεώνει τα κράτη μέλη να δημιουργήσουν όργανα για την εκδίκαση προσφυγών - Έλλειψη μεταφοράς της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη - Συνέπειες - Δυνατότητα των οργάνων που είναι αρμόδια να εκδικάζουν προσφυγές που αφορούν τις διαδικασίες συνάψεως δημοσίων συμβάσεων να αποφαίνονται επίσης και στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών - Μη αναγκαστική συνέπεια - Υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων να ελέγχουν τη δυνατότητα προσφυγής βάσει της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας
(Οδηγία 92/13 του Συμβουλίου)
Περίληψη
Ούτε το άρθρο 1, παράγραφοι 1 έως 3, ούτε το άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 7 έως 9, ούτε οι λοιπές διατάξεις της οδηγίας 92/13, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με την εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων στις διαδικασίες σύναψης των συμβάσεων φορέων οι οποίοι λειτουργούν στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών, μπορούν να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι, ελλείψει μεταφοράς της οδηγίας αυτής στο εσωτερικό δίκαιο κατά τη λήξη της ταχθείσας προς τούτο προθεσμίας, οι αρχές των κρατών μελών που είναι αρμόδιες να εκδικάζουν τις προσφυγές που αφορούν τις διαδικασίες συνάψεως συμβάσεων δημοσίων έργων και κρατικών προμηθειών είναι επίσης αρμόδιες για τις προσφυγές που αφορούν τις διαδικασίες συνάψεως δημοσίων συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών. Ωστόσο, οι επιταγές περί ερμηνείας του εθνικού δικαίου κατά τρόπο σύμφωνο προς την οδηγία 92/13 και περί αποτελεσματικής προστασίας των δικαιωμάτων των ιδιωτών επιβάλλουν στο εθνικό δικαστήριο την υποχρέωση να ελέγχει αν οι κρίσιμες διατάξεις του εθνικού δικαίου επιτρέπουν να αναγνωρίζεται στους ιδιώτες δικαίωμα προσφυγής όσον αφορά τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών. Ειδικότερα, το εθνικό δικαστήριο υποχρεούται να διερευνά αν το εν λόγω δικαίωμα προσφυγής μπορεί να ασκείται ενώπιον ακριβώς των αρχών εκείνων που είναι αρμόδιες για τις προσφυγές στον τομέα της συνάψεως συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων.
Αν οι εθνικές διατάξεις δεν μπορούν να ερμηνευθούν κατά τρόπο σύμφωνο προς την οδηγία 92/13, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να ζητήσουν, σύμφωνα με τις κατάλληλες διαδικασίες του εθνικού δικαίου, την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν λόγω της μη μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο εντός της ταχθείσας προθεσμίας.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-111/97,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Bundesvergabeamt (Αυστρία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
EvoBus Austria GmbH
και
Niederφsterreichische Verkehrsorganisations GmbH (Nφvog),
"η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 92/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1992, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με την εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων στις διαδικασίες σύναψης των συμβάσεων φορέων οι οποίοι λειτουργούν στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών (ΕΕ L 76, σ. 14),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους H. Ragnemalm, πρόεδρο τμήματος, G. F. Mancini, P. J. G. Kapteyn (εισηγητή), J. L. Murray και K. M. Ιωάννου, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Ν. Fennelly
γραμματέας: H. A. Rόhl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Wolf Okresek, Ministerialrat στην Καγκελαρία,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τον Hendrik van Lier, νομικό σύμβουλο, και την Claudia Schmidt, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Niederφsterreichische Verkehrsorganisations GmbH (Nφvog), εκπροσωπουμένης από τον Claus Casati, ασκούμενο δικηγόρο Βιένης, της Αυστριακής Κυβερνήσεως εκπροσωπουμένης από τον Michael Fruhmann υπηρετούντα στην Καγκελαρία, και της Επιτροπής, εκπροσωπουμένης από τον Hendrik van Lier και την Claudia Schmidt, κατά τη συνεδρίαση της 12ης Φεβρουαρίου 1998,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 2ας Απριλίου 1998,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 25ης Νοεμβρίου 1996, η οποία περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 17 Μαρτίου 1997, το Bundesvergabeamt υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 92/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1992, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με την εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων στις διαδικασίες σύναψης των συμβάσεων φορέων οι οποίοι λειτουργούν στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών (ΕΕ L 76, σ. 14).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της EvoBus Austria GmbH (στο εξής: EvoBus) και της Niederφsterreichische Verkehrsorganisations GmbH (στο εξής: Nφvog) σχετικά με τη σύναψη δημόσιας συμβάσεως για την προμήθεια λεωφορείων.
Νομικό πλαίσιο
3 Η οδηγία 92/13 υποχρεώνει τα κράτη μέλη να θεσπίσουν, πριν από την 1η Ιανουαρίου 1993, τις κατάλληλες διαδικασίες για τον έλεγχο της νομιμότητας των διαδικασιών συνάψεως των συμβάσεων στους προαναφερθέντες τομείς.
4 Το άρθρο 1 της οδηγίας αυτής ορίζει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι κατά των αποφάσεων που λαμβάνουν οι αναθέτοντες φορείς είναι δυνατόν να ασκηθούν προσφυγές, αποτελεσματικές και, ιδιαιτέρως, με όσο το δυνατόν ταχύτερες διαδικασίες, υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται από τα επόμενα άρθρα, και ιδίως, από το άρθρο 2, παράγραφος 8, λόγω του ότι οι αποφάσεις αυτές παραβιάζουν είτε την κοινοτική νομοθεσία τη σχετική με τη σύναψη συμβάσεων είτε τους εθνικούς κανόνες εφαρμογής της νομοθεσίας αυτής (...).
2. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να μη γίνεται καμία διάκριση μεταξύ των επιχειρήσεων που μπορούν να ισχυρισθούν ότι υπέστησαν ζημία στα πλαίσια διαδικασίας σύναψης σύμβασης, λόγω του διαχωρισμού που γίνεται με την παρούσα οδηγία μεταξύ των εθνικών κανόνων εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου και των άλλων εθνικών κανόνων.
3. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τις διαδικασίες προσφυγών να είναι δυνατόν να κινήσει, βάσει αναλυτικών κανόνων που μπορούν να θεσπίζουν τα κράτη μέλη, τουλάχιστον κάθε πρόσωπο που έχει ή είχε συμφέρον να του ανατεθεί συγκεκριμένη σύμβαση και υπέστη ή ενδέχεται να υποστεί βλάβη από προβαλλομένη παράβαση. Ειδικότερα, τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να απαιτούν, από τον προτιθέμενο να χρησιμοποιήσει τη διαδικασία αυτή, να ενημερώνει προηγουμένως τον αναθέτοντα φορέα για την προβαλλομένη παράβαση και για την πρόθεσή του να ασκήσει προσφυγή.»
5 Το άρθρο 2 προβλέπει στη συνέχεια:
«1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα μέτρα που λαμβάνουν όσον αφορά τις προσφυγές που αναφέρονται στο άρθρο 1, να προβλέπουν τις εξουσίες προκειμένου:
είτε
α) να λαμβάνονται, το συντομότερο και με διαδικασίες ασφαλιστικών μέτρων, προσωρινά μέτρα για τη θεραπεία της προβαλλομένης παράβασης ή την αποτροπή περαιτέρω ζημίας των θιγομένων συμφερόντων, συμπεριλαμβανομένων μέτρων που αναστέλλουν ή εξασφαλίζουν την αναστολή της διαδικασίας σύναψης της σύμβασης, ή της εκτέλεσης κάθε απόφασης που έχει ληφθεί από τον αναθέτοντα φορέα
και
β) να ακυρώνονται οι παράνομες αποφάσεις ή να εξασφαλίζεται η ακύρωσή τους, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας κατάργησης των τεχνικών, οικονομικών ή χρηματοδοτικών προδιαγραφών που εισάγουν διακρίσεις και που περιέχονται στην διακήρυξη της δημοπρασίας, στην ενδεικτική περιοδική διακήρυξη, στην διακήρυξη σχετικά με την ύπαρξη συστήματος προεπιλογής, στην πρόσκληση υποβολής προσφορών, στη συγγραφή υποχρεώσεων ή σε οποιοδήποτε άλλο έγγραφο που έχει σχέση με την εν λόγω διαδικασία σύναψης της σύμβασης,
είτε
γ) να λαμβάνονται, το συντομότερο, ει δυνατόν με διαδικασίες ασφαλιστικών μέτρων και εάν χρειάζεται με οριστική διαδικασία ως προς την ουσία, άλλα μέτρα εκτός των προβλεπομένων στα στοιχεία αα και ββ, με στόχο τη θεραπεία της διαπιστωθείσας παράβασης και την αποτροπή ζημίας των ενεχομένων συμφερόντων· ιδίως, να εκδίδεται εντολή πληρωμής καθορισμένου ποσού στην περίπτωση κατά την οποία η παράβαση δεν επανορθώθηκε ή δεν αποτράπηκε.
Τα κράτη μέλη μπορούν να προβαίνουν σε αυτή την επιλογή, είτε για το σύνολο των αναθετόντων φορέων είτε για κατηγορίες αναθετόντων φορέων οριζόμενες βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, διαφυλάσσοντας πάντοτε την αποτελεσματικότητα των μέτρων που θεσπίστηκαν για να αποτραπούν οι ζημίες των ενεχομένων συμφερόντων·
δ) και, στις δύο προαναφερόμενες περιπτώσεις, να χορηγείται αποζημίωση στα βλαπτόμενα από την παράβαση πρόσωπα.
Όταν απαιτείται αποζημίωση διότι μια απόφαση έχει ληφθεί παράνομα, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι, όταν το εσωτερικό τους σύστημα δικαίου το απαιτεί και διαθέτει αρχές που έχουν την αναγκαία προς τούτο αρμοδιότητα, η αμφισβητούμενη απόφαση πρέπει πρώτα να ακυρωθεί ή να κηρυχθεί παράνομη.
(...)
7. Όταν ένα πρόσωπο υποβάλλει αίτηση αποζημίωσης για δαπάνες στις οποίες προέβη για την προετοιμασία της προσφοράς ή τη συμμετοχή σε διαδικασία σύναψης συμβάσεως, το εν λόγω πρόσωπο υποχρεούται μόνον να αποδείξει την παράβαση της κοινοτικής νομοθεσίας της σχετικής με τη σύναψη συμβάσεων ή των εθνικών κανόνων εφαρμογής της εν λόγω νομοθεσίας και ότι είχε όντως πιθανότητα να αναλάβει τη σύμβαση, την οποία πιθανότητα όμως έχασε, λόγω της παράβασης αυτής.
8. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αποφάσεις που λαμβάνουν οι αρχές οι υπεύθυνες για τις διαδικασίες προσφυγής, να μπορούν να εκτελούνται με αποτελεσματικό τρόπο.
9. Όταν οι αρχές οι υπεύθυνες για τις διαδικασίες προσφυγής δεν είναι δικαστικές, οι αποφάσεις τους πρέπει πάντοτε να αιτιολογούνται γραπτώς. Επιπλέον, στην περίπτωση αυτή, πρέπει να θεσπίζονται διατάξεις που να εξασφαλίζουν διαδικασίες δυνάμει των οποίων κάθε μέτρο που εικάζεται ότι είναι παράνομο και που ελήφθη από τη βασική αρχή, ή κάθε εικαζόμενη παράλειψή της κατά την εκτέλεση των εξουσιών που της έχουν ανατεθεί, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής προσφυγής ή προσφυγής ενώπιον άλλης αρχής, η οποία θεωρείται δικαιοδοτικό όργανο κατά την έννοια του άρθρου 177 της Συνθήκης και είναι ανεξάρτητη από τον αναθέτοντα φορέα και από τη βασική αρχή.
Ο διορισμός και η λήξη της θητείας των μελών αυτής της ανεξάρτητης αρχής πρέπει να υπόκεινται στους ίδιους όρους με αυτούς οι οποίοι ισχύουν για τους δικαστές όσον αφορά την αρμόδια για το διορισμό τους αρχή, τη διάρκεια της θητείας τους και τη δυνατότητα παύσης τους. Ο πρόεδρος τουλάχιστον της εν λόγω ανεξάρτητης αρχής πρέπει να έχει τις ίδιες νομικές γνώσεις και επαγγελματικά προσόντα με δικαστή. Η ανεξάρτητη αρχή λαμβάνει τις αποφάσεις της μετά τη διεξαγωγή διαδικασίας κατ' αντιμωλίαν. Οι αποφάσεις αυτές έχουν, με τα μέσα που καθορίζει κάθε κράτος μέλος, δεσμευτικά νομικά αποτελέσματα.»
6 Στην Αυστρία, ο Bundesgesetz όber die Vergabe von Auftrδgen (ομοσπονδιακός νόμος περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων, BGBl. αριθ. 463/1993, στο εξής: BVergG), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1994, μετέφερε στο εσωτερικό δίκαιο:
- την οδηγία 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων (ΕΕ L 395, σ. 33), και
- την οδηγία 93/38/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών (ΕΕ L 199, σ. 84).
7 Το άρθρο 7, παράγραφος 2, του BVergG ορίζει:
«Ο παρών νόμος εφαρμόζεται στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών όπως προβλέπεται στο τέταρτο κεφάλαιο του τρίτου μέρους. Οι διατάξεις του τετάρτου μέρους δεν έχουν εφαρμογή στη σύναψη συμβάσεων στους προαναφερθέντες τομείς.»
8 Το τέταρτο μέρος του BVergG, περί νομικής προστασίας (Rechtsschutz), προβλέπει διαδικασία προσφυγής ενώπιον του Bundesvergabeamt. Ειδικότερα, το άρθρο 91, παράγραφος 3, ορίζει ότι η προσφυγή κατά της συνάψεως δημοσίας συμβάσεως πρέπει να ασκηθεί ενώπιον του Bundesvergabeamt από μη επιλεγέντα υποψήφιο εντός προθεσμίας δύο εβδομάδων αφότου έλαβε γνώση της κατακυρώσεως της εν λόγω συμβάσεως.
9 Στο τέταρτο κεφάλαιο, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ειδικές διατάξεις σχετικά με τους αναθέτοντες φορείς στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών», το άρθρο 67, παράγραφος 1, του BVergG ορίζει:
«Μόνον οι διατάξεις του κεφαλαίου αυτού έχουν εφαρμογή στους δημόσιους αναθέτοντες φορείς, εφόσον ασκούν δραστηριότητα υπό την έννοια της παραγράφου 2, καθώς και στους ιδιωτικούς αναθέτοντες φορείς.»
10 Η οδηγία 92/13 μεταφέρθηκε στο εσωτερικό δίκαιο με τον ομοσπονδιακό νόμο περί τροποποιήσεως του ομοσπονδιακού νόμου περί συνάψεως των δημοσίων συμβάσεων και του νόμου περί εργασίας των αλλοδαπών (BGBl. αριθ. 776/1996). Ο νόμος αυτός τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1997.
Η διαφορά της κύριας δίκης
11 Στις 18 Ιουλίου 1996, η EvoBus ζήτησε από το Bundesvergabeamt (ομοσπονδιακή υπηρεσία δημοσίων διαγωνισμών) να κινήσει διαδικασία προσφυγής σύμφωνα με το άρθρο 91, παράγραφος 3, του BVergG. Η αίτηση αυτή αφορούσε τη διαδικασία του διαγωνισμού που προκήρυξε η Nφvog περί πωλήσεως 36 έως 46 λεωφορείων για τις τοπικές τακτικές ταχείες λεωφορειακές γραμμές.
12 Προς στήριξη της αιτήσεώς της, η EvoBus ισχυρίστηκε ότι, στο πλαίσιο του διαγωνισμού αυτού, η προσφορά τροποποιήθηκε εκ των υστέρων, με αποτέλεσμα η τιμή εξαγοράς των λεωφορείων να αυξηθεί από το 34 στο 55 %.
13 Υπ' αυτές τις συνθήκες, το Bundesvergabeamt αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει τα ακόλουθα ερωτήματα:
«1) Μπορεί από αυτές τις διατάξεις [άρθρο 1, παράγραφοι 1 έως 3, και άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 7 έως 9] ή από άλλες διατάξεις της οδηγίας 92/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου να αντληθεί ατομική αξίωση για τη διεξαγωγή διαδικασίας προσφυγής ενώπιον αρχών ή δικαστηρίων ή οργάνων, που ανταποκρίνονται στις διατάξεις του άρθρου 2, παράγραφος 9, της οδηγίας 92/13/ΕΟΚ, το οποίο είναι επαρκώς σαφές και συγκεκριμένο ώστε ένας ιδιώτης, σε περίπτωση μη μεταφοράς των διατάξεων της εν λόγω οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο κράτους μέλους, να μπορεί να επικαλεστεί τη διάταξη αυτή;
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:
2) Πρέπει ένα εθνικό δικαστήριο, με τα χαρακτηριστικά του Bundesvergabeamt, κατά τη διεξαγωγή διαδικασίας προσφυγής να μη λαμβάνει υπόψη του διατάξεις του εθνικού δικαίου, όπως το άρθρο 7, παράγραφος 2, του BVergG σε συνδυασμό με το άρθρο 67, παράγραφος 1, του BVergG, οι οποίες του απαγορεύουν τη διεξαγωγή διαδικασίας προσφυγής, έστω και αν αυτή η διαδικασία προσφυγής, σύμφωνα με τη βούληση του εθνικού νομοθέτη, πρέπει να εξυπηρετεί αποκλειστικώς τη μεταφορά της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ στο εσωτερικό δίκαιο;
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:
3) Πρέπει το εθνικό δικαστήριο υπ' αυτές τις συνθήκες να μη λαμβάνει υπόψη του αυτές ή παρόμοιες διαδικαστικές διατάξεις του εθνικού δικαίου, όταν αυτές εμποδίζουν ή παρακωλύουν την αποτελεσματική διεξαγωγή μιας διαδικασίας προσφυγής;»
Επί του πρώτου και δευτέρου ερωτήματος
14 Με το πρώτο και δεύτερο ερώτημα, τα οποία πρέπει να εξετασθούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν τα άρθρα 1, παράγραφοι 1 έως 3, και 2, παράγραφοι 1 και 7 έως 9, ή άλλες διατάξεις της οδηγίας 92/13 έχουν την έννοια ότι, σε περίπτωση μη μεταφοράς της οδηγίας αυτής στο εσωτερικό δίκαιο κατά τη λήξη της προς τούτο ταχθείσας προθεσμίας, οι αρχές των κρατών μελών που είναι αρμόδιες για τις προσφυγές στον τομέα των διαδικασιών συνάψεως συμβάσεων δημοσίων έργων και κρατικών προμηθειών είναι επίσης αρμόδιες να εκδικάζουν προσφυγές αφορώσες διαδικασίες συνάψεως δημοσίων συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών.
15 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί καταρχάς ότι, με την απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1997, C-54/96 (Dorsch Consult, Συλλογή 1997, σ. Ι-4961, σκέψη 40), το Δικαστήριο τόνισε ότι στην έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους εναπόκειται να προσδιορίσει το δικαστήριο που είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί διαφορών στο πλαίσιο των οποίων διακυβεύονται ατομικά δικαιώματα απορρέοντα από την κοινοτική έννομη τάξη, υπό την προϋπόθεση, πάντως, ότι τα κράτη μέλη έχουν σε κάθε περίπτωση την ευθύνη της διασφαλίσεως αποτελεσματικής προστασίας των δικαιωμάτων αυτών. Με την επιφύλαξη αυτή, το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να επεμβαίνει για να επιλύει ζητήματα αρμοδιότητας που μπορούν να ανακύψουν στην οργάνωση των εθνικών δικαστηρίων από τον νομικό χαρακτηρισμό ορισμένων εννόμων καταστάσεων που στηρίζονται στο κοινοτικό δίκαιο.
16 Ακολούθως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το άρθρο 1 της οδηγίας 92/13, μολονότι επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν την άσκηση αποτελεσματικών προσφυγών όσον αφορά τις δημόσιες συμβάσεις στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών, δεν αναφέρει ούτε ποιες εθνικές αρχές πρέπει να είναι αρμόδιες ούτε ότι πρέπει να πρόκειται για τις ίδιες αρχές που έχουν ορίσει τα κράτη μέλη ως αρμόδιες στον τομέα των συμβάσεων δημοσίων έργων και κρατικών προμηθειών.
17 Δεν αμφισβητείται ότι, κατά τον χρόνο ασκήσεως της προσφυγής ενώπιον του Bundesvergabeamt από την EvoBus, ήτοι στις 18 Ιουλίου 1996, η οδηγία 92/13 δεν είχε μεταφερθεί στο αυστριακό δίκαιο.
18 Υπ' αυτές τις συνθήκες, το Δικαστήριο υπενθύμισε, με τη σκέψη 43 της προμνησθείσας αποφάσεως Dorsch Consult, ότι η απορρέουσα από οδηγία υποχρέωση των κρατών μελών να επιτύχουν το αποτέλεσμα που επιδιώκει η οδηγία αυτή, καθώς και το καθήκον που αυτά έχουν δυνάμει του άρθρου 5 της Συνθήκης ΕΚ να λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση της υποχρεώσεως αυτής, επιβάλλονται σε όλες τις αρχές των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων των δικαστηρίων, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους. Επομένως, εφαρμόζοντας το εθνικό δίκαιο - είτε πρόκειται για προγενέστερες είτε για μεταγενέστερες της οδηγίας διατάξεις - ένα εθνικό δικαστήριο που καλείται να το ερμηνεύσει οφείλει να πράξει τούτο κατά το μέτρο του δυνατού υπό το φως του κειμένου και του σκοπού της οδηγίας, ώστε να επιτευχθεί το αποτέλεσμα που αυτή επιδιώκει, συμμορφούμενο έτσι προς το άρθρο 189, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (βλ. αποφάσεις της 13ης Νοεμβρίου 1990 στην υπόθεση C-106/89, Marleasing, Συλλογή 1990, σ. Ι-4135, σκέψη 8· της 16ης Δεκεμβρίου 1993 στην υπόθεση C-334/92, Wagner Miret, Συλλογή 1993, σ. Ι-6911, σκέψη 20, και της 14ης Ιουλίου 1994 στην υπόθεση C-91/92, Faccini Dori, Συλλογή 1994, σ. Ι-3325, σκέψη 26).
19 Η υποχρέωση αυτή επιβάλλει στο εθνικό δικαστήριο να ελέγχει αν οι κρίσιμες διατάξεις του εθνικού δικαίου επιτρέπουν να αναγνωρίζεται στους ιδιώτες δικαίωμα προσφυγής όσον αφορά τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών. Υπό περιστάσεις όπως αυτές της προκειμένης υποθέσεως, το εθνικό δικαστήριο υποχρεούται, ειδικότερα, να διερευνά αν το εν λόγω δικαίωμα προσφυγής μπορεί να ασκείται ενώπιον ακριβώς των αρχών εκείνων που είναι αρμόδιες για τις προσφυγές στον τομέα της συνάψεως συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων (βλ. προμνησθείσα απόφαση Dorsch Consult, σκέψη 46, in fine).
20 Στην κύρια δίκη πάντως δεν αμφισβητείται ότι, σύμφωνα με τα άρθρα 7, παράγραφος 2, και 67, παράγραφος 1, του BVergG, οι αναθέτοντες φορείς υπό την έννοια του άρθρου 67, παράγραφος 2, του νόμου αυτού αποκλείονται ρητώς του συστήματος προσφυγών που θέσπισε ο νόμος αυτός κατ' εφαρμογήν της οδηγίας 89/665.
21 Υπ' αυτές τις συνθήκες, πρέπει να υπομνηστεί ότι, αν οι εθνικές διατάξεις δεν μπορούν να ερμηνευθούν κατά τρόπο σύμφωνο προς την οδηγία 92/13, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να ζητήσουν, σύμφωνα με τις κατάλληλες διαδικασίες του εθνικού δικαίου, την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν λόγω της μη μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο εντός της ταχθείσας προθεσμίας (προμνησθείσα απόφαση Dorsch Consult, σκέψη 45· περί της ευθύνης των κρατών μελών σε περίπτωση μη μεταφοράς οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, βλ., ιδίως, τις αποφάσεις της 19ης Νοεμβίου 1991, C-6/90 και C-9/90, Francovich κ.λπ., Συλλογή 1991, σ. Ι-5357, και της 8ης Οκτωβρίου 1996, C-178/94, C-179/94, C-188/94, C-189/94 και C-190/94, Dillenkofer κ.λπ., Συλλογή 1996, σ. Ι-4845).
22 Επομένως, στο πρώτο και δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ούτε το άρθρο 1, παράγραφοι 1 έως 3, ούτε το άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 7 έως 9, ούτε οι λοιπές διατάξεις της οδηγίας 92/13 μπορούν να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι, ελλείψει μεταφοράς της οδηγίας αυτής στο εσωτερικό δίκαιο κατά τη λήξη της ταχθείσας προς τούτο προθεσμίας, οι αρχές των κρατών μελών που είναι αρμόδιες να εκδικάζουν τις προσφυγές που αφορούν τις διαδικασίες συνάψεως συμβάσεων δημοσίων έργων και κρατικών προμηθειών είναι επίσης αρμόδιες για τις προσφυγές που αφορούν τις διαδικασίες συνάψεως δημοσίων συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών. Ωστόσο, οι επιταγές περί ερμηνείας του εθνικού δικαίου κατά τρόπο σύμφωνο προς την οδηγία 92/13 και περί αποτελεσματικής προστασίας των δικαιωμάτων των ιδιωτών επιβάλλουν στο εθνικό δικαστήριο την υποχρέωση να ελέγχει αν οι κρίσιμες διατάξεις του εθνικού δικαίου επιτρέπουν να αναγνωρίζεται στους ιδιώτες δικαίωμα προσφυγής όσον αφορά τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών. Ειδικότερα, το εθνικό δικαστήριο υποχρεούται να διερευνά αν το εν λόγω δικαίωμα προσφυγής μπορεί να ασκείται ενώπιον ακριβώς των αρχών εκείνων που είναι αρμόδιες για τις προσφυγές στον τομέα της συνάψεως συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων. Αν οι εθνικές διατάξεις δεν μπορούν να ερμηνευθούν κατά τρόπο σύμφωνο προς την οδηγία 92/13, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να ζητήσουν, σύμφωνα με τις κατάλληλες διαδικασίες του εθνικού δικαίου, την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν λόγω της μη μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο εντός της ταχθείσας προθεσμίας.
Επί του τρίτου ερωτήματος
23 Ενόψει της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο και δεύτερο ερώτημα παρέλκει η απάντηση στο τρίτο ερώτημα.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
24 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Αυστριακή Κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 25ης Νοεμβρίου 1996 το Bundesvergabeamt, αποφαίνεται:
Ούτε το άρθρο 1, παράγραφοι 1 έως 3, ούτε το άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 7 έως 9, ούτε οι άλλες διατάξεις της οδηγίας 92/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1992, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με την εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων στις διαδικασίες σύναψης των συμβάσεων φορέων οι οποίοι λειτουργούν στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών, μπορούν να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι, ελλείψει μεταφοράς της οδηγίας αυτής στο εσωτερικό δίκαιο κατά τη λήξη της ταχθείσας προς τούτο προθεσμίας, οι αρχές των κρατών μελών που είναι αρμόδιες να εκδικάζουν τις προσφυγές που αφορούν τις διαδικασίες συνάψεως συμβάσεων δημοσίων έργων και κρατικών προμηθειών είναι επίσης αρμόδιες για τις προσφυγές που αφορούν τις διαδικασίες συνάψεως δημοσίων συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών. Ωστόσο, οι επιταγές περί ερμηνείας του εθνικού δικαίου κατά τρόπο σύμφωνο προς την οδηγία 92/13 και περί αποτελεσματικής προστασίας των δικαιωμάτων των ιδιωτών επιβάλλουν στο εθνικό δικαστήριο την υποχρέωση να ελέγχει αν οι κρίσιμες διατάξεις του εθνικού δικαίου επιτρέπουν να αναγνωρίζεται στους ιδιώτες δικαίωμα προσφυγής όσον αφορά τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών. Ειδικότερα, το εθνικό δικαστήριο υποχρεούται να διερευνά αν το εν λόγω δικαίωμα προσφυγής μπορεί να ασκείται ενώπιον ακριβώς των αρχών εκείνων που είναι αρμόδιες για τις προσφυγές στον τομέα της συνάψεως συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων. Αν οι εθνικές διατάξεις δεν μπορούν να ερμηνευθούν κατά τρόπο σύμφωνο προς την οδηγία 92/13, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να ζητήσουν, σύμφωνα με τις κατάλληλες διαδικασίες του εθνικού δικαίου, την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν λόγω της μη μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο εντός της ταχθείσας προθεσμίας.
Full & Egal Universal Law Academy