Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Κοινωνική πολιτική - Προσέγγιση των νομοθεσιών - Προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη - Οδηγία 80/987 - Εγγύηση για τις απώλειες μισθού κατά την περίοδο αναφοράς - Ανεξόφλητες απαιτήσεις που γεννήθηκαν πριν από την περίοδο αναφοράς - Συμψηφισμός των καταβολών μισθού που πραγματοποίησε ο εργοδότης κατά την περίοδο αναφοράς κατά προτεραιότητα με τις απαιτήσεις που γεννήθηκαν πριν από την περίοδο αυτή
(Οδηγία 80/987 του Συμβουλίου, άρθρο 4 § 2)
Περίληψη
Το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 80/987, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη, έχει την έννοια ότι, στην περίπτωση κατά την οποία ο εργαζόμενος εξακολουθεί να έχει κατά του εργοδότη του τόσο απαιτήσεις που γεννήθηκαν σε περιόδους απασχολήσεως προγενέστερες της περιόδου αναφοράς, την οποία αφορά η διάταξη αυτή, όσο και απαιτήσεις που γεννήθηκαν κατά την ίδια την περίοδο αναφοράς, οι καταβολές μισθών που πραγματοποίησε ο εργοδότης κατά την τελευταία αυτή περίοδο πρέπει να συμψηφιστούν, κατά προτεραιότητα, με τις παλαιότερες απαιτήσεις.
Πράγματι, θα ήταν αντίθετο προς τον σκοπό της οδηγίας, ο οποίος έγκειται στη διασφάλιση ενός ελαχίστου ορίου προστασίας σε όλους τους εργαζομένους, να ερμηνευθεί το άρθρο της 4, παράγραφος 2, κατά τρόπον ώστε ο εργαζόμενος, να μη μπορεί να τύχει της εγγυήσεως για τις απώλειες μισθών που πράγματι υπέστη κατά την περίοδο αναφοράς.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-125/97,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Arrondissementsrechtbank te Alkmaar (Κάτω Ξώρες) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
A. G. R. Regeling
και
Bestuur van de Bedrijfsvereniging voor de Metaalnijverheid,
"η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 4 της οδηγίας 80/987/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1980, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/004, σ. 35),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. Gulmann, πρόεδρο τμήματος, M. Wathelet (εισηγητή), D. A. O. Edward, J.-P. Puissochet και P. Jann, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Γ. Κοσμάς
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- ο Regeling, εκπροσωπούμενος από τον R. Polderman, δικηγόρο Alkmaar,
- το Bestuur van de Bedrijfsvereniging voor de Metaalnijverheid, εκπροσωπουμένο από το Bestuur van het Landelijk Instituut Sociale Verzekeringen, το οποίο εκπροσώπησαν ο C. R. J. A. M. Brent, διευθυντής δικαστικού του αρμοδίου για την εφαρμογή του οικείου νόμου οργανισμού Gak Nederland BV, και η A. I. van der Κris, νομικός συνεργάτης του ιδίου οργανισμού,
- η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπουμένη από τον J. E. Collins, του Treasury Solicitor's Department, επικουρούμενο από τον C. Lewis, barrister,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τον P. J. Kuijper, νομικό σύμβουλο, και τη Μ. Πατακιά, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,$
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις του Bestuur van de Bedrijfsvereniging voor de Metaalnijverheid και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 5ης Μαρτίου 1998,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 14ης Μαου 1998,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 18ης Μαρτίου 1997, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 26 Μαρτίου 1997, το Arrondissementsrechtbank te Alkmaar υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, προδικαστικό ερώτημα σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 4 της οδηγίας 80/987/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1980, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/004, σ. 35, στο εξής: οδηγία).
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Regeling και του Bestuur van de Bedrijfsvereniging voor de Metaalnijverheid (διοικητικού συμβουλίου της ενώσεως των επιχειρήσεων μεταλλουργίας, στο εξής: οργανισμός εγγυήσεως) όσον αφορά τον υπολογισμό της προβλεπομένης από την οδηγία εγγυήσεως.
3 Η οδηγία αποσκοπεί να διασφαλίσει στους μισθωτούς, σε κοινοτικό επίπεδο, ένα κατώτατο όριο προστασίας σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη, υπό την επιφύλαξη των ευνοϋκοτέρων διατάξεων που ισχύουν στα κράτη μέλη.
4 Προς τούτο, το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα ώστε οι οργανισμοί εγγυήσεως να διασφαλίζουν την πληρωμή των ανεξοφλήτων απαιτήσεων των μισθωτών που προέρχονται από συμβάσεις εργασίας ή από σχέσεις εργασίας και αφορούν την αμοιβή για περίοδο πριν από μια ορισμένη ημερομηνία· σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 2, η ημερομηνία αυτή είναι, κατ' επιλογή των κρατών μελών, είτε η ημερομηνία επελεύσεως της αφερεγγυότητας του εργοδότη (πρώτη περίπτωση), είτε η ημερομηνία γνωστοποιήσεως της απολύσεως του μισθωτού που πραγματοποιείται λόγω της αφερεγγυότητας του εργοδότη (δεύτερη περίπτωση) είτε, εναλλακτικώς, η ημερομηνία επελεύσεως της αφερεγγυότητας του εργοδότη ή της λύσεως της συμβάσεως εργασίας ή της παύσεως της σχέσεως εργασίας του εν λόγω μισθωτού, λόγω αφερεγγυότητας του εργοδότη (τρίτη περίπτωση).
5 Εντούτοις, κατά το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας, η υποχρέωση προς πληρωμή μπορεί να περιοριστεί στις ανεξόφλητες απαιτήσεις που αφορούν την αμοιβή ορισμένων χρονικών περιόδων, ανάλογα με την κατ' εφαρμογή του άρθρου 3, παράγραφος 2, επιλογή των κρατών μελών, ήτοι:
- στην πρώτη περίπτωση του άρθρου 3, παράγραφος 2, [τα κράτη μέλη πρέπει] να διασφαλίζουν την πληρωμή των ανεξοφλήτων απαιτήσεων για αμοιβές των τριών τελευταίων μηνών της συμβάσεως εργασίας ή της σχέσεως εργασίας που περιλαμβάνονται εντός του εξαμήνου πριν από την ημερομηνία επελεύσεως της αφερεγγυότητας του εργοδότη (πρώτη περίπτωση)·
- στη δεύτερη περίπτωση του άρθρου 3, παράγραφος 2, [τα κράτη μέλη πρέπει] να διασφαλίζουν την πληρωμή ανεξοφλήτων απαιτήσεων για αμοιβές των τριών τελευταίων μηνών της συμβάσεως εργασίας ή της σχέσεως εργασίας που προηγούνται της ημερομηνίας γνωστοποιήσεως της απολύσεως του μισθωτού, η οποία οφείλεται στην αφερεγγυότητα του εργοδότη (δεύτερη περίπτωση)·
- στην τρίτη περίπτωση του άρθρου 3, παράγραφος 2, [τα κράτη μέλη πρέπει] να διασφαλίζουν την πληρωμή ανεξοφλήτων απαιτήσεων για αμοιβές των δεκαοκτώ τελευταίων μηνών της συμβάσεως εργασίας ή της σχέσεως εργασίας που προηγούνται της ημερομηνίας επελεύσεως της αφερεγγυότητας του εργοδότη ή της ημερομηνίας λύσεως της συμβάσεως εργασίας ή παύσεως της σχέσεως εργασίας του μισθωτού, εξαιτίας της αφερεγγυότητας του εργοδότη. Στην περίπτωση αυτή τα κράτη μέλη δύνανται να περιορίσουν την υποχρέωση πληρωμής απαιτήσεων για αμοιβές μιας περιόδου το πολύ οκτώ εβδομάδων ή περισσοτέρων επί μέρους περιόδων, που έχουν συνολικά την αυτή διάρκεια (τρίτη περίπτωση).
6 Σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 3, τα κράτη μέλη δύνανται ακόμη να καθορίσουν ένα ανώτατο όριο στη διασφάλιση της πληρωμής των ανεξοφλήτων απαιτήσεων των μισθωτών, «για να αποφευχθεί η καταβολή ποσών πέρα από τα πλαίσια της κοινωνικής σκοπιμότητας» της οδηγίας.
7 Το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας διευκρινίζει ότι αυτή «δεν θίγει το δικαίωμα των κρατών να διατυπώνουν ορισμούς των εννοιών "μισθωτός", "εργοδότης", "αμοιβή εργασίας", "κεκτημένο δικαίωμα" και "δικαίωμα προσδοκίας"».
8 Τέλος, κατά το άρθρο 9 της οδηγίας, τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να εφαρμόζουν ή να θεσπίζουν ευνοϋκότερες διατάξεις για τους μισθωτούς.
9 Η οδηγία μεταφέρθηκε στο ολλανδικό δίκαιο με τον Werkloosheidswet (νόμο περί ανεργίας, στο εξής: WW). Κατά το κεφάλαιο IV του νόμου αυτού, το οποίο καλύπτει την ανάληψη υποχρεώσεων που απορρέουν από τη σχέση εργασίας σε περίπτωση αδυναμίας του εργοδότη να καταβάλει τους μισθούς, ο εργαζόμενος, του οποίου ο εργοδότης έχει κηρυχθεί σε πτώχευση και ο οποίος έχει απαίτηση για τον μισθό του ή το επίδομα αδείας, έχει αξίωση για παροχή που καλύπτει:
- τις αποδοχές για δεκατρείς το πολύ εβδομάδες, οι οποίες προηγούνται αμέσως της ημερομηνίας της καταγγελίας της εργασιακής σχέσεως, πράγμα το οποίο αντιστοιχεί στην περίοδο αναφοράς των τριών μηνών που προηγούνται της ημερομηνίας γνωστοποιήσεως της απολύσεως του μισθωτού, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας·
- τις αποδοχές για το χρονικό διάστημα της ισχύουσας προθεσμίας καταγγελίας [το πολύ μέχρι τη διάρκεια που προβλέπει το άρθρο 40 του Faillissementswet (νόμου περί πτωχεύσεως)]·
- τα επιδόματα αδείας και τα ποσά τα οποία ο εργοδότης οφείλει σε τρίτους λόγω της σχέσεως εργασίας με τον μισθωτό, το πολύ για ένα έτος (άρθρα 61, παράγραφος 1, και 64 του WW).
10 Στις 29 Οκτωβρίου 1990 ο Regeling άρχισε να εργάζεται ως συγκολλητής στον Moojen. Η σύμβαση εργασίας καταγγέλθηκε στις 14 Ιουνίου 1991, με ισχύ από 1ης Αυγούστου 1991. Ο εργοδότης κηρύχθηκε σε πτώχευση στις 21 Απριλίου 1992· ορισμένους μήνες αργότερα έπαυσαν οι εργασίες της πτωχεύσεως ελλείψει ενεργητικού.
11 Μέχρι και τον Δεκέμβριο του 1990 ο Regeling εισέπραττε κανονικά τον μισθό του. Αντιθέτως, μεταξύ της 1ης Ιανουαρίου και της 1ης Αυγούστου 1991, ο εργοδότης του προέβαινε σποραδικά σε τμηματικές καταβολές μισθών. Ενώ ο Regeling είχε, κατά τους υπολογισμούς του, δικαίωμα, κατά την επίμαχη περίοδο, για καθαρό μισθό 21 892 ολλανδικών φιορινίων (HFL), που περιλαμβάνει τον βασικό μισθό, την αμοιβή για την υπερωριακή απασχόληση και το επίδομα αδείας, ο εργοδότης κατέβαλε, σποραδικά, κατά την ίδια αυτή περίοδο, συνολικό ποσό ύψους 18 136 HFL. Κατά τον Regeling, ο εργοδότης του τού όφειλε επομένως 3 756 HFL επιπλέον για καθυστερούμενους μισθούς συν τα παρεπόμενα αυτών.
12 Την 1η Ιουλίου 1992 ο Regeling ζήτησε, βάσει του κεφαλαίου IV του WW, τους εν λόγω καθυστερούμενους μισθούς από τον οργανισμό εγγυήσεως.
13 Με απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 1993, ο οργανισμός αυτός απέρριψε την εν λόγω αίτηση, με την αιτιολογία ότι ο Regeling δεν είχε απαίτηση για την καταβολή μισθών κατά την περίοδο αναφοράς, ήτοι από τις 15 Μαρτίου έως τις 25 Ιουλίου 1991, καθόσον το σύνολο των πληρωμών που πραγματοποίησε ο εργοδότης κατά το ίδιο χρονικό διάστημα υπερβαίνει το συνολικό ύψος των μισθολογικών απαιτήσεων του Regeling για την ίδια περίοδο.
14 Συναφώς, από τη δικογραφία προκύπτει ότι, κατά το άρθρο 43 του έκτου βιβλίου του Burgerlijk Wetboek (αστικού κώδικα, στο εξής: BW), που τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1992, το περιεχόμενό του όμως αντιστοιχεί στο περιεχόμενο των άρθρων 1432 και 1435 του προηγούμενου BW, όταν ένας οφειλέτης προβαίνει σε καταβολή η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την εξόφληση δύο τουλάχιστον απαιτήσεων, ο οφειλέτης καθορίζει ποια απαίτηση θα εξοφληθεί πρώτη· δεύτερον, αν ο οφειλέτης δεν το ορίσει, εξοφλούνται οι ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις· τρίτον, εξοφλούνται οι επαχθέστερες από τις ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις· τέλος, αν όλες οι απαιτήσεις είναι ληξιπρόθεσμες και εξίσου επαχθείς, εξοφλείται η παλαιότερη απαίτηση. Κατ' εφαρμογήν των διατάξεων αυτών, οι καταβολές στις οποίες προέβη ο Moojen κατά την περίοδο αναφοράς θα έπρεπε καταρχάς να χρησιμοποιηθούν για την εξόφληση των παλαιοτέρων απαιτήσεων, οπότε ο Regeling θα εξακολουθούσε να έχει ανεξόφλητες απαιτήσεις για τις οποίες θα εδικαιούτο της προβλεπομένης από την οδηγία εγγυήσεως.
15 Εντούτοις, από τη νομολογία των ολλανδικών διοικητικών δικαστηρίων και, ειδικότερα, του Centrale Raad van Beroep προκύπτει ότι κάθε καταβολή μισθού που πραγματοποιήθηκε εντός της περιόδου αναφοράς πρέπει να συμψηφιστεί με την αμοιβή που αφορά την περίοδο αυτή, μη εφαρμοζομένων των διατάξεων του αστικού κώδικα στις αιτήσεις που στηρίζονται στη νομοθεσία περί προστασίας των εργαζομένων σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη. Κατά τη νομολογία αυτή, ο Regeling δεν είχε ανεξόφλητες απαιτήσεις υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας, λόγω των πληρωμών που έγιναν κατά την περίοδο αναφοράς, και κατά συνέπεια δεν εδικαιούτο εγγυήσεως.
16 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Συνιστούν πλήρη εκτέλεση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την οδηγία 80/987 οι εθνικές διατάξεις οι οποίες ενδέχεται να έχουν ως συνέπεια ότι η προβλεπόμενη στην οδηγία αυτή πληρωμή απαιτήσεως για αμοιβή εργασίας χωρεί μόνον όταν και καθόσον η εν λόγω απαίτηση για αμοιβή εργασίας για την προβλεπόμενη από την οδηγία αυτή περίοδο αφορά μεγαλύτερο ποσό από το ποσό της αμοιβής εργασίας, το οποίο έλαβε ο μισθωτός κατά την περίοδο αυτή και το οποίο, εν τούτοις, κατά το αστικό δίκαιο του κράτους μέλους, πρέπει να καταλογιστεί σε απαίτηση για αμοιβή εργασίας η οποία είχε γεννηθεί πριν από την περίοδο αυτή;»
17 Με το ερώτημά του το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας έχει την έννοια ότι, στην περίπτωση κατά την οποία ο εργαζόμενος διατηρεί κατά του εργοδότη του τόσο απαιτήσεις που γεννήθηκαν σε περιόδους απασχολήσεως προγενέστερες της περιόδου αναφοράς την οποία αφορά η διάταξη αυτή όσο και απαιτήσεις που γεννήθηκαν εντός της ίδιας της περιόδου αναφοράς, πρέπει να θεωρηθεί ότι οι καταβολές μισθού που πραγματοποίησε ο εργοδότης κατά την τελευταία αυτή περίοδο καλύπτουν αποκλειστικά τις απαιτήσεις του εργαζομένου που γεννήθηκαν κατά την περίοδο αναφοράς ή ότι θα πρέπει να συμψηφιστούν, κατά προτεραιότητα, με τις προγενέστερες απαιτήσεις.
18 Κατά τον οργανισμό εγγυήσεως και την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εφόσον η οδηγία σκοπεί σε μερική εναρμόνιση των εθνικών νομοθεσιών και παρέχει ρητώς, με το άρθρο 2, παράγραφος 2, στα κράτη μέλη την αρμοδιότητα να διατυπώσουν τον ορισμό, μεταξύ άλλων, της «αμοιβής εργασίας», τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να καθορίσουν τη μέθοδο συμψηφισμού των πληρωμών σε περίπτωση διαδοχικών απαιτήσεων και, κατά συνέπεια, να αποφασίσουν αν οι πληρωμές στις οποίες προέβη ο εργοδότης κατά την περίοδο αναφοράς θα καλύψουν τις απαιτήσεις του εργαζομένου που γεννήθηκαν κατά την περίοδο αυτή ή τις παλαιότερες απαιτήσεις.
19 Η άποψη αυτή πρέπει να απορριφθεί. Καίτοι είναι αληθές ότι η οδηγία σκοπεί σε μερική μόνον εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών στον τομέα της προστασίας των μισθωτών που καθίστανται θύματα της αφερεγγυότητας του εργοδότη τους, το ερώτημα που υποβάλλει το αιτούν δικαστήριο αφορά εντούτοις την ερμηνεία των όρων «ανεξόφλητες απαιτήσεις για αμοιβές των τριών τελευταίων μηνών» της συμβάσεως εργασίας ή της σχέσεως εργασίας που προηγούνται της ημερομηνίας γνωστοποιήσεως της απολύσεως, οι οποίοι περιλαμβάνονται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας. Οι όροι αυτοί, που αφορούν αυτόν τούτον τον προσδιορισμό της ελάχιστης κοινοτικής διασφαλίσεως, πρέπει να ερμηνευθούν κατά τρόπο ομοιόμορφο προκειμένου να μη καταστεί άνευ αποτελέσματος η εναρμόνιση, έστω και μερική, που επιδιώκεται σε κοινοτικό επίπεδο.
20 Επιβάλλεται συναφώς η διαπίστωση ότι, καταρχήν, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας, οι οργανισμοί εγγυήσεως οφείλουν να διασφαλίσουν την πληρωμή των ανεξοφλήτων απαιτήσεων που αφορούν την αμοιβή για περίοδο πριν από μια ορισμένη ημερομηνία. Μόνον κατ' εξαίρεση έχουν τα κράτη μέλη την ευχέρεια, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 1, να περιορίζουν την εν λόγω υποχρέωση προς πληρωμή σε δεδομένη περίοδο, που ορίζεται βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 2. Όπως υπογραμμίζει ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 45 των προτάσεών του, η διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνευθεί στενώς και κατά τρόπο σύμφωνο προς την κοινωνική σκοπιμότητα της οδηγίας, η οποία έγκειται στη διασφάλιση ενός ελαχίστου ορίου προστασίας σε όλους τους εργαζομένους.
21 Στην περίπτωση κατά την οποία ο εργαζόμενος διατηρεί, όπως στην υπόθεση της κύριας δίκης, απαιτήσεις που αφορούν περιόδους εργασίας προγενέστερες της περιόδου αναφοράς, ο συμψηφισμός των πληρωμών στις οποίες προέβη ο εργοδότης κατά την τελευταία αυτή περίοδο με τις απαιτήσεις που γεννήθηκαν κατά την περίοδο αυτή, παρά την ύπαρξη προγενεστέρων ανεξοφλήτων απαιτήσεων, θα είχε ως συνέπεια την άμεση κατάργηση του ελαχίστου ορίου προστασίας που διασφαλίζει η οδηγία, η παροχή του οποίου θα εξηρτάτο, υπό τις συνθήκες αυτές, από την απόφαση, τυχαία ή εσκεμμένη, του εργοδότη να προβεί σε ορισμένες πληρωμές κατά την περίοδο αναφοράς.
22 Πράγματι, θα ήταν αντίθετο προς τον σκοπό της οδηγίας να ερμηνευθεί το άρθρο της 4, παράγραφος 2, κατά τρόπον ώστε ο εργαζόμενος, στην τελευταία αυτή περίπτωση, να μη μπορεί να τύχει της εγγυήσεως για τις απώλειες μισθών που πράγματι υπέστη κατά την περίοδο αναφοράς.
23 Κατά συνέπεια, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας έχει την έννοια ότι, στην περίπτωση κατά την οποία ο εργαζόμενος εξακολουθεί να έχει κατά του εργοδότη του τόσο απαιτήσεις που γεννήθηκαν σε περιόδους απασχολήσεως προγενέστερες της περιόδου αναφοράς, την οποία αφορά η διάταξη αυτή, όσο και απαιτήσεις που γεννήθηκαν κατά την ίδια την περίοδο αναφοράς, οι καταβολές μισθών που πραγματοποίησε ο εργοδότης κατά την τελευταία αυτή περίοδο πρέπει να συμψηφιστούν, κατά προτεραιότητα, με τις παλαιότερες απαιτήσεις.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
24 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με διάταξη της 18ης Μαρτίου 1997 το Arrondissementsrechtbank te Alkmaar, αποφαίνεται:
Το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 80/987/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1980, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη, έχει την έννοια ότι, στην περίπτωση κατά την οποία ο εργαζόμενος εξακολουθεί να έχει κατά του εργοδότη του τόσο απαιτήσεις που γεννήθηκαν σε περιόδους απασχολήσεως προγενέστερες της περιόδου αναφοράς, την οποία αφορά η διάταξη αυτή, όσο και απαιτήσεις που γεννήθηκαν κατά την ίδια την περίοδο αναφοράς, οι καταβολές μισθών που πραγματοποίησε ο εργοδότης κατά την τελευταία αυτή περίοδο πρέπει να συμψηφιστούν, κατά προτεραιότητα, με τις παλαιότερες απαιτήσεις.
Full & Egal Universal Law Academy