Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Προσέγγιση των νομοθεσιών - Περιορισμός της κυκλοφορίας στην αγορά και της χρήσεως επικινδύνων ουσιών και παρασκευασμάτων - Οδηγία 76/769, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/173 - Τιμή-όριο συγκεντρώσεως της πενταχλωροφαινόλης - Εφαρμογή στα προϋόντα που έχουν τύχει επεξεργασίας με τις ουσίες και τα παρασκευάσματα που παράγονται με την πενταχλωροφαινόλη - Αποκλείεται
(Οδηγία 76/769 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/173)
Περίληψη
Η τιμή-όριο που καθορίζεται στο σημείο 23, πρώτη φράση, του παραρτήματος Ι της οδηγίας 76/769, που αφορά τον περιορισμό της κυκλοφορίας στην αγορά και της χρήσεως ορισμένων επικινδύνων ουσιών και παρασκευασμάτων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/173, έχει εφαρμογή στην πενταχλωροφαινόλη, τα άλατά της και τους εστέρες της, καθώς και στα παρασκευάσματα που παράγονται με τις ουσίες αυτές, αλλ' όχι στα προϋόντα που έχουν τύχει επεξεργασίας με τις ουσίες αυτές ή τα παρασκευάσματα αυτά. Ως προς τα τελευταία, επομένως, τα κράτη μέλη παραμένουν, κατ' αρχήν ελεύθερα να καθορίζουν αυτοτελείς τιμές-όρια.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-127/97,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Bayerisches Verwaltungsgericht Regensburg (Γερμανία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Willi Burstein
και
Freistaat Bayern,
"η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 76/769/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1976, περί προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που αφορούν περιορισμούς κυκλοφορίας στην αγορά και χρήσεως μερικών επικινδύνων ουσιών και παρασκευασμάτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 13/004, σ. 178), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/173/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1991 (EE L 85, σ. 34), και του άρθρου 100 Α, παράγραφος 4, της Συνθήκης ΕΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους H. Ragnemalm, πρόεδρο τμήματος, R. Schintgen, G. F. Mancini, P. J. G. Kapteyn (εισηγητή) και G. Hirsch, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: A. Saggio
γραμματέας: H. A. Rόhl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- ο Burstein, εκπροσωπούμενος από τον B. Weber, δικηγόρο Amberg,
- το Freistaat Bayern, εκπροσωπούμενο από τον E. Boettcher, Generallandesanwalt bei der Landesanwaltschaft Bayern, Μόναχο,
- η Δανική Κυβέρνηση, εκπροσωπουμένη από τον P. Biering, νομικό σύμβουλο στο Υπουργείο Εξωτερικών,
- η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπουμένη από τον A. Bos, νομικό σύμβουλο στο Υπουργείο Εξωτερικών,
- η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπουμένη από τον F. Cede, Πρέσβη στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Εξωτερικών,
- η Φινλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπουμένη από την T. Pynnδ, νομική σύμβουλο στο Υπουργείο Εξωτερικών,
- η Σουηδική Κυβέρνηση, εκπροσωπουμένη από τον E. Brattgεrd, departementsrεd στο τμήμα εξωτερικού εμπορίου του Υπουργείου Εξωτερικών,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τον R. Wainwright, νομικό σύμβουλο, επικουρούμενο από τον B. Wδgenbaur, δικηγόρο Βρυξελλών,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις του Burstein, εκπροσωπουμένου από τον δικηγόρο B. Weber, του Freistaat Bayern, εκπροσωπουμένου από τον R. Beer, Oberlandesanwalt bei der Landesanwaltschaft Bayern, Μόναχο, της Γαλλικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από την R. Loosli-Surrans, chargι de mission στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον M. Fierstra, βοηθό νομικό σύμβουλο στο Υπουργείο Εξωτερικών, της Αυστριακής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από την A. Bernhard, ασκουμένη δικηγόρο στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Εξωτερικών, της Σουηδικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον E. Brattgεrd, και της Επιτροπής, εκπροσωπουμένης από τον R. Wainwright και τον δικηγόρο B. Wδgenbaur, κατά τη συνεδρίαση της 12ης Μαρτίου 1998,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 7ης Μαου 1998,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 13ης Μαρτίου 1997, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 28 Μαρτίου 1997, το Bayerisches Verwaltungsgericht Regensburg υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 76/769/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1976, περί προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που αφορούν περιορισμούς κυκλοφορίας στην αγορά και χρήσεως μερικών επικινδύνων ουσιών και παρασκευασμάτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 13/004, σ. 178), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/173/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1991 (EE L 85, σ. 34), και του άρθρου 100 Α, παράγραφος 4, της Συνθήκης ΕΚ.
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο προσφυγής που άσκησε ο Burstein κατά της Gewerbeaufsichtsamt Regensburg (Υπηρεσία Εποπτείας Επιτηδευμάτων του Regensburg) για να επιτύχει την ακύρωση αποφάσεως της αρχής αυτής σχετικά με την καταστροφή επικινδύνων αποβλήτων.
Νομικό πλαίσιο
3 Το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 76/769 ορίζει:
«1. Υπό την επιφύλαξη της εφαρμογής άλλων σχετικών διατάξεων της Κοινότητος, η παρούσα οδηγία αφορά τον περιορισμό της κυκλοφορίας στην αγορά και της χρήσεως στα Κράτη μέλη της Κοινότητος των επικινδύνων ουσίων και παρασκευασμάτων που περιλαμβάνονται στον κατάλογο του παραρτήματος.
(...)
3. Κατά την έννοια της παρούσης οδηγίας:
α) "ουσίαι": σημαίνει χημικά στοιχεία και ενώσεις τους, ως απαντώνται σε φυσική κατάσταση ή ως παρασκευάζονται βιομηχανικώς.
β) "παρασκευάσματα": σημαίνει μίγματα ή διαλύματα αποτελούμενα από δύο ή περισσότερες ουσίες.»
4 Το άρθρο 2 της οδηγίας 76/769 προβλέπει στη συνέχεια:
«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα απαιτούμενα μέτρα ώστε οι επικίνδυνες ουσίες και τα παρασκευάσματα που περιλαμβάνονται στον κατάλογο του παραρτήματος να μη δύνανται να κυκλοφορούν στην αγορά ή να χρησιμοποιηθούν παρά μόνο υπό τους όρους τους προβλεπομένους στο παράρτημα. Οι περιορισμοί αυτοί δεν εφαρμόζονται κατά τη διάθεση στην αγορά ή κατά τη χρησιμοποίηση των ουσίων και παρασκευασμάτων τούτων δια σκοπούς ερευνητικούς και αναπτυξιακούς ή δι' αναλύσεις.»
5 Στην αρχική του διατύπωση, το παράρτημα της οδηγίας 76/769 δεν ανέφερε την πενταχλωροφαινόλη (στο εξής: PCP).
6 Στις 17 Δεκεμβρίου 1989, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας εξέδωσε την Pentachlorphenolverbotsverordnung (κανονιστική απόφαση σχετικά με την απαγόρευση της πενταχλωροφαινόλης, BGBl. 1989, σ. 2235, στο εξής: κανονιστική απόφαση PCP). Σύμφωνα με το άρθρο της 1, παράγραφος 1, η εν λόγω κανονιστική απόφαση έχει εφαρμογή στην PCP, στο πενταχλωροφαινολικό νάτριο, στα λοιπά άλατα και παράγωγα της PCP, στα παρασκευάσματα που περιέχουν συνολικώς ποσοστό ανώτερο του 0,01 % των ουσιών αυτών καθώς και στα προϋόντα τα οποία, λόγω της επεξεργασίας τους με τα παρασκευάσματα αυτά, περιέχουν τις ουσίες αυτές σε συγκέντρωση μεταλύτερη από 5 mg ανά κιλό (ppm). Δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 1, της κανονιστικής αποφάσεως PCP, απαγορεύεται η παρασκευή, η διάθεση στην αγορά ή η χρησιμοποίηση ουσιών που αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, της εν λόγω κανονιστικής αποφάσεως για επαγγελματικούς λόγους, στο πλαίσιο άλλων εμπορικών επιχειρήσεων ή ακόμη της απασχολήσεως μισθωτών.
7 Στις 21 Μαρτίου 1991, το Συμβούλιο, βάσει του άρθρου 100 Α της Συνθήκης, εξέδωσε την οδηγία 91/173, η οποία τροποποίησε την οδηγία 76/769, εισάγοντας κανονιστική ρύθμιση σχετικά με την PCP.
8 Το άρθρο 1 της οδηγίας 91/173 ορίζει:
«Στο παράρτημα Ι της οδηγίας 76/769/ΕΟΚ προστίθεται το ακόλουθο σημείο:
"23. Πενταχλωροφαινόλη (αριθ. CAS 87-86-5) και τα άλατα και οι εστέρες της:
δεν χρησιμοποιούνται σε συγκέντρωση ίση ή μεγαλύτερη από 0,1 % κατά μάζα σε ουσίες και παρασκευάσματα που κυκλοφορούν στην αγορά.
Κατ' εξαίρεση, η παρούσα διάταξη δεν εφαρμόζεται σε ουσίες και παρασκευάσματα που προορίζονται να χρησιμοποιηθούν σε βιομηχανικές εγκαταστάσεις από τις οποίες δεν είναι δυνατόν να εκλυθεί ή/και να απορριφθεί πενταχλωροφαινόλη (PCP) σε ποσότητα μεγαλύτερη από αυτή που επιτρέπει η ισχύουσα νομοθεσία:
α) για την επεξεργασία του ξύλου.
Ωστόσο, τα επεξεργασμένα ξύλα δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται:
- στο εσωτερικό κτιρίων για διακοσμητικούς ή όχι σκοπούς, για όποια χρήση κι αν αυτά προορίζονται (κατοικία, εργασία, αναψυχή),
- για την κατασκευή και την ενδεχόμενη νέα επεξεργασία κιβωτίων που προορίζονται για τις καλλιέργειες και για την κατασκευή και την ενδεχόμενη νέα επεξεργασία συσκευασίας η οποία μπορεί να έρχεται σε επαφή με ακατέργαστα, ημικατεργασμένα ή/και τελικά προϋόντα που προορίζονται για τη διατροφή των ανθρώπων ή/και των ζώων ή άλλων υλικών που μπορούν να μολύνουν τα προϋόντα αυτά·
β) για τον εμποτισμό ινών και βαρέων κλωστοϋφαντουργικών προϋόντων (...)·
γ) ως παράγοντας σύνθεσης ή/και μεταποίησης σε βιομηχανικές μεθόδους·
δ) κατά ειδική εξαίρεση (...).
Εν πάση περιπτώσει:
α) η ολική περιεκτικότητα σε εξαχλωροδιβενζοπαραδιοξίνη (H6CDD) της πενταχλωροφαινόλης που χρησιμοποιείται αυτή καθεαυτή ή ως συστατικό παρασκευασμάτων που χρησιμοποιούνται στα πλαίσια των προαναφερομένων εξαιρέσεων πρέπει να είναι κατώτερη των 4 ppm·
(...)
Επιπλέον, η διάταξη αυτή δεν ισχύει για τα απόβλητα που αποτελούν αντικείμενο των οδηγιών 75/442/ΕΟΚ και 78/319/ΕΟΚ."»
9 Το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/173 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη όφειλαν να θέσουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την οδηγία αυτή το αργότερο έως την 1η Ιουλίου 1992.
10 Η τέταρτη και η πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 91/173 έχουν ως εξής:
«εκτιμώντας ότι η Επιτροπή θα αναπτύξει συντονισμένη κοινοτική στρατηγική όσον αφορά την κυκλοφορία στην αγορά και τη χρησιμοποίηση των χημικών προϋόντων που χρησιμοποιούνται ως συντηρητικά του ξύλου· ότι η στρατηγική αυτή θα βασίζεται στις πληροφορίες που θα της παρέχουν τα κράτη μέλη, και ιδίως στην εκτίμηση του κινδύνου για τον άνθρωπο και το περιβάλλον, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη τα διάφορα προβλήματα που θέτει η συντήρηση του ξύλου στα κράτη μέλη·
ότι το ισχύον κοινοτικό δίκαιο σχετικά με την ενδεχόμενη θέσπιση, από κράτη μέλη, αυστηρότερων περιορισμών, σχετικά με τη χρήση των ουσιών και παρασκευασμάτων αυτών στο χώρο εργασίας, δεν επηρεάζεται από την παρούσα οδηγία.»
11 Το άρθρο 100 Α, παράγραφος 4, της Συνθήκης, ορίζει:
«Όταν, αφού το Συμβούλιο εγκρίνει με ειδική πλειοψηφία ένα μέτρο εναρμόνισης, ένα κράτος μέλος θεωρεί αναγκαίο να εφαρμόσει εθνικές διατάξεις που δικαιολογούνται από σοβαρές ανάγκες που αναφέρονται στο άρθρο 36 ή σχετικές με την προστασία του χώρου της εργασίας ή του περιβάλλοντος, τις κοινοποιεί στην Επιτροπή.
Η Επιτροπή επιβεβαιώνει τις διατάξεις αυτές αφού εξακριβώσει ότι δεν αποτελούν μέσο αυθαίρετων διακρίσεων ούτε συγκεκαλυμμένο περιορισμό του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών».
12 Στις 2 Αυγούστου 1991, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κοινοποίησε στην Επιτροπή, κατ' εφαρμογήν της διατάξεως αυτής, την απόφασή της να συνεχίσει να εφαρμόζει την κανονιστική απόφαση PCP αντί της οδηγίας 91/173.
13 Με απόφαση της 2ας Δεκεμβρίου 1992, η Επιτροπή επιβεβαίωσε, σύμφωνα με το άρθρο 100 Α, παράγραφος 4, της Συνθήκης, τις διατάξεις της κανονιστικής αποφάσεως PCP (ανακοίνωση της Επιτροπής, ΕΕ C 334, σ. 8).
14 Με την απόφαση της 17ης Μαου 1994, C-41/93, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. Ι-1829), το Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση αυτή της Επιτροπής με το αιτιολογικό ότι παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως που επιβάλλει το άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΚ.
15 Με έγγραφο της 18ης Μαου 1994 απευθυνόμενο προς την Επιτροπή, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας επιβεβαίωσε την πρόθεσή της να συνεχίσει να εφαρμόζει την κανονιστική απόφαση PCP.
16 Με την απόφαση 94/783/ΕΚ, της 14ης Σεπτεμβρίου 1994, για την απαγόρευση της πενταχλωροφαινόλης (PCP) που κοινοποιήθηκε από τη Γερμανία (ΕΕ L 316, σ. 43), η Επιτροπή επιβεβαίωσε εκ νέου τις διατάξεις της κανονιστικής αποφάσεως PCP.
Τα πραγματικά περιστατικά
17 Με απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1992, η Gewerbeaufsichtsamt Regensburg διέταξε τον Burstein να καταστρέψει ως επικίνδυνα απόβλητα περίπου 120 000 κιβώτια πολεμοφοδίων αποθηκευμένα στο οικόπεδό του προς μεταπώληση, τα οποία προέρχονταν από αποθέματα του αμερικανικού στρατού και του Εθνικού Λαϋκού Στρατού, για τον λόγο ότι επρόκειτο για προϋόντα επεξεργασμένα με PCP σε βαθμό ανώτερο από την τιμή-όριο των 5 mg ανά κιλό, που καθόρισε η κανονιστική απόφαση PCP.
18 Ο Burstein άσκησε προσφυγή ενώπιον του Bayerisches Verwaltungsgericht Regensburg κατά της αποφάσεως αυτής, ισχυριζόμενος ιδίως ότι ήταν ασυμβίβαστη προς την οδηγία 91/173.
19 Επειδή το Bayerisches Verwaltungsgericht Regensburg έχει αμφιβολίες ως προς την ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στην οδηγία αυτή ανέστειλε τη διαδικασία για να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
«1) Πρέπει η οδηγία 91/173/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1991, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι τα κράτη μέλη δεσμεύονται μόνον από την απαγόρευση της χρησιμοποιήσεως της πενταχλωροφαινόλης και των αλάτων της και των εστέρων της σε συγκέντρωση ίση ή μεγαλύτερη από 0,1 % κατά μάζα σε ουσίες και παρασκευάσματα που κυκλοφορούν στην αγορά, αλλ' ότι αντιθέτως είναι ελεύθερα να καθορίζουν αυτοτελείς τιμές-όρια για τα επεξεργασμένα με πενταχλωροφαινόλη προϋόντα;
2) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:
Απαγορεύει η ανωτέρω οδηγία την εφαρμογή αυστηρότερης εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως που ήδη ίσχυε πριν από την έκδοσή της, έως ότου η Επιτροπή εκδώσει απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 100 Α, παράγραφος 4, της Συνθήκης ΕΚ;
3) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα:
Μπορεί η εν λόγω εθνική κανονιστική ρύθμιση, στην περίπτωση αυτή, να εφαρμόζεται από τον χρόνο κατά τον οποίο επιβεβαιώθηκε από την Επιτροπή, ακόμη και αν η απόφαση αυτή προσβληθεί αργότερα ενώπιον του Δικαστηρίου και κηρυχθεί κατόπιν της προσφυγής αυτής άκυρη;
Έχει διαφορά αν η απόφαση της Επιτροπής ακυρωθεί μόνο για τυπικούς λόγους, αργότερα δε εκδοθεί εκ νέου; Προσδίδεται στη μεταγενέστερη αυτή απόφαση της Επιτροπής αναδρομική ισχύς;
4) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο τρίτο ερώτημα:
Έχει η ανωτέρω αναφερθείσα οδηγία άμεση εφαρμογή εντός του οικείου κράτους μέλους έως ότου ληφθεί οριστικώς απόφαση σχετικά με τη δυνατότητα εφαρμογής της εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως;»
Επί του πρώτου ερωτήματος
20 Με το πρώτο του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ' ουσίαν, αν η τιμή-όριο που καθορίζεται στο σημείο 23, πρώτη φράση, του παραρτήματος Ι της οδηγίας 76/669, το οποίο εισήχθη με το άρθρο 1 της οδηγίας 91/173, έχει εφαρμογή μόνο στην PCP, στα άλατά της και τους εστέρες της, καθώς και στα παρασκευάσματα που παράγονται με τις ουσίες αυτές, ή η τιμή αυτή εφαρμόζεται επίσης στα προϋόντα που είναι επεξεργασμένα με τις ουσίες αυτές ή με τα παρασκευάσματα αυτά.
21 Ο προσφεύγων της κύριας δίκης υποστηρίζει ότι οι οδηγίες 76/769 και 91/173 δεν προβαίνουν σε διάκριση μεταξύ, αφενός, των εννοιών των «ουσιών» και των «παρασκευασμάτων» και, αφετέρου, της εννοίας των προϋόντων που είναι επεξεργασμένα με αυτά. Κατ' αρχάς, οι ορισμοί των ουσιών και των παρασκευασμάτων που περιλαμβάνονται στο άρθρο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας 76/769 είναι διατυπωμένοι τόσον ευρέως ώστε περιλαμβάνουν επίσης τα προϋόντα που είναι επεξεργασμένα με τις οικείες ουσίες ή τα οικεία παρασκευάσματα. Ακολούθως, το σημείο 23, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο αα, περιέχει απαγόρευση της χρησιμοποιήσεως των επεξεργασμένων με PCP ξύλων. Τέλος, πολλές άλλες οδηγίες τροποποιούσες την οδηγία 76/769 αφορούν τόσο τις ίδιες τις επικίνδυνες ουσίες ή τα επικίνδυνα παρασκευάσματα όσο και τα προϋόντα που είναι επεξεργασμένα με αυτές τις ουσίες ή τα παρασκευάσματα.
22 Πρέπει να παρατηρηθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, η οδηγία 76/769 αφορά τον περιορισμό της κυκλοφορίας στην αγορά και της χρήσεως στα κράτη μέλη των επικινδύνων ουσιών και παρασκευασμάτων που απαριθμούνται στο παράρτημά της.
23 Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχεία αα και ββ, της οδηγίας 76/769, ως «ουσίες» νοούνται τα χημικά στοιχεία και ενώσεις τους, ως απαντώνται σε φυσική κατάσταση ή ως παρασκευάζονται «βιομηχανικώς», ως «παρασκευάσματα» δε νοούνται «τα μίγματα ή διαλύματα αποτελούμενα από δύο ή περισσότερες ουσίες».
24 Επομένως, ελλείψει αντιθέτων διατάξεων, οι περιορισμοί που θέτει η οδηγία 76/769 στην κυκλοφορία στην αγορά και στη χρήση, εντός των κρατών μελών, των επικινδύνων ουσιών και παρασκευασμάτων που απαριθμούνται στο παράρτημα αυτής δεν εφαρμόζονται στα προϋόντα που είναι επεξεργασμένα με αυτές τις ουσίες ή τα παρασκευάσματα.
25 Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται από το σημείο 23, πρώτη φράση, του παραρτήματος Ι της οδηγίας 76/769, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/173, σύμφωνα με την οποία η PCP (CAS αριθ. 87-86-5), τα άλατά της και οι εστέρες της δεν χρησιμοποιούνται σε συγκέντρωση ίση ή μεγαλύτερη από 0,1 % κατά μάζα σε ουσίες και παρασκευάσματα που κυκλοφορούν στην αγορά.
26 Στην ερμηνεία αυτή, ο προσφεύγων της κυρίας δίκης θα μπορούσε μόνον να αντιτάξει ότι το σημείο 23, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο αα, του παραρτήματος Ι της οδηγίας 76/769, όπως τροποποιήθηκε, περιέχει απαγόρευση της χρησιμοποιήσεως των επεξεργασμένων με PCP ξύλων.
27 Πράγματι, από το γράμμα του σημείου 23 προκύπτει ότι η απαγόρευση χρησιμοποιήσεως των επεξεργασμένων με PCP ξύλων στις περιπτώσεις που προβλέπει το δεύτερο εδάφιο, στοιχείο αα, πρώτη και δεύτερη περίπτωση, συνιστά εξαίρεση από την παρέκκλιση που προβλέπει το σημείο 23, δεύτερο εδάφιο, για τις ουσίες και τα παρασκευάσματα που προορίζονται να χρησιμοποιηθούν σε βιομηχανικές εγκαταστάσεις. Στο πλαίσιο της παρεκκλίσεως αυτής απαγορεύεται να χρησιμοποιούνται τα ξύλα, που έχουν τύχει επεξεργασίας με PCP σε συγκέντρωση μεγαλύτερη από την προβλεπομένη για ορισμένους σκοπούς που θεωρούνται ιδιαίτερα επικίνδυνοι.
28 Εξάλλου, σύμφωνα με την τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 91/173, η Επιτροπή θα αναπτύξει συντονισμένη κοινοτική στρατηγική όσον αφορά την κυκλοφορία στην αγορά και τη χρησιμοποίηση των χημικών προϋόντων που χρησιμοποιούνται ως συντηρητικά του ξύλου. Όπως ο γενικός εισαγγελέας παρατήρησε στο σημείο 13 των προτάσεών του, από αυτό προκύπτει ότι ο κοινοτικός νομοθέτης παρεμβαίνει μόνον ως προς ορισμένες ειδικές λεπτομέρειες χρησιμοποιήσεως των ξύλων, ενώ παραπέμπει, όσον αφορά τα γενικά μέτρα, σε μελλοντική κανονιστική ρύθμιση.
29 Επομένως, το σημείο 23, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο αα, του παραρτήματος Ι της οδηγίας 76/769, όπως τροποποιήθηκε, δεν έχει ως αποτέλεσμα την επέκταση του πεδίου εφαρμογής της προβλεπομένης στο σημείο 23, πρώτη φράση, απαγορεύσεως στα προϋόντα που είναι επεξεργασμένα με ουσίες ή παρασκευάσματα που απαριθμούνται εκεί.
30 Ως προς τις τροποποιητικές οδηγίες που επικαλείται ο Burstein, αρκεί η διαπίστωση ότι, όπως η Επιτροπή παρατήρησε, εφαρμόζονται στα προϋόντα που είναι επεξεργασμένα με επικίνδυνες ουσίες ή παρασκευάσματα απαριθμούμενα στο παράρτημα Ι της οδηγίας 76/769 μόνο δυνάμει ρητών διατάξεων.
31 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/769, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/173, δεν εφαρμόζεται στα προϋόντα που έχουν τύχει επεξεργασίας με PCP, με τα άλατά της και τους εστέρες της ή με παρασκεύασμα βάσει της ουσίας αυτής, ώστε τα κράτη μέλη παραμένουν κατ' αρχήν ελεύθερα να καθορίζουν αυτοτελείς τιμές-όρια για τέτοια προϋόντα.
32 Επομένως, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί ως απάντηση ότι η τιμή-όριο που καθορίζεται στο σημείο 23, πρώτη φράση, του παραρτήματος Ι της οδηγίας 76/769, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/173, έχει εφαρμογή στην PCP, τα άλατά της και τους εστέρες της, καθώς και στα παρασκευάσματα που παράγονται με τις ουσίες αυτές, αλλ' όχι στα προϋόντα που έχουν τύχει επεξεργασίας με τις ουσίες αυτές ή τα παρασκευάσματα αυτά.
Επί του δευτέρου, τρίτου και του τετάρτου ερωτήματος
33 Ενόψει της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο, το τρίτο και το τέταρτο ερώτημα.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
34 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Δανική, η Γαλλική, η Ολλανδική, η Αυστριακή, η Φινλανδική, η Σουηδική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί ττων ερωτημάτων που του υπέβαλε, με διάταξη της 13ης Μαρτίου 1997, το Bayerisches Verwaltungsgericht Regensburg, αποφαίνεται:
Η τιμή-όριο που καθορίζεται στο σημείο 23, πρώτη φράση, του παραρτήματος Ι της οδηγίας 76/769/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1976, περί προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που αφορούν περιορισμούς κυκλοφορίας στην αγορά και χρήσεως μερικών επικινδύνων ουσιών και παρασκευασμάτων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/173/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1991, έχει εφαρμογή στην PCP, τα άλατά της και τους εστέρες της, καθώς και στα παρασκευάσματα που παράγονται με τις ουσίες αυτές, αλλ' όχι στα προϋόντα που έχουν τύχει επεξεργασίας με τις ουσίες αυτές ή τα παρασκευάσματα αυτά.
Full & Egal Universal Law Academy