Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Κοινωνική ασφάλιση των διακινουμένων εργαζομένων - Παροχές - Εθνικοί κανόνες κατά της σωρεύσεως - Δεν χωρεί επίκλησή τους έναντι δικαιούχων παροχών της ιδίας φύσεως οι οποίες έχουν εκκαθαριστεί σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού 1408/71 - Μείωση του συμπληρώματος συντάξεως αναλόγως των παροχών που οφείλονται στον ενδιαφερόμενο δυνάμει ασφαλιστικού συστήματος άλλου κράτους μέλους - Δεν επιτρέπεται
(Κανονισμοί του Συμβουλίου 1408/71, άρθρα 12 §§ 2 και 12, 46 § 3 και 46β, και 1248/92)
Περίληψη
Ένας εθνικός κανόνας πρέπει να χαρακτηρίζεται ως ρήτρα μειώσεως, υπό την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, όπως διατυπώθηκε με τον κανονισμό 2001/83, και υπό την έννοια των άρθρων 12, παράγραφος 2, 46, παράγραφος 3, και 46β του ούτω διατυπωθέντος κανονισμού 1408/71, όπως αυτός τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1248/92, αν ο υπολογισμός τον οποίο επιβάλλει έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση του ποσού της συντάξεως, την οποία μπορεί να αξιώσει ο ενδιαφερόμενος, λόγω του ότι ο τελευταίος δικαιούται παροχή εντός άλλου κράτους μέλους. Επομένως, ένας εθνικός κανόνας ο οποίος προβλέπει ότι το συμπλήρωμα το οποίο προστίθεται στη σύνταξη μειώνεται κατά το ποσό της συντάξεως την οποία ο ενδιαφερόμενος μπορεί να αξιώσει δυνάμει ασφαλιστικού συστήματος άλλου κράτους μέλους συνιστά ρήτρα μειώσεως υπό την έννοια των προμνησθεισών διατάξεων.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-143/97,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του cour du travail de Liθge (Βέλγιο) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Office national des pensions (ONP)
και
Francesco Conti,
"η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 12, παράγραφος 2, 46, παράγραφος 3, και 46β του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73), όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ L 230, σ. 6), όπως αυτός τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1248/92 του Συμβουλίου, της 30ής Απριλίου 1992 (ΕΕ L 136, σ. 7),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. Jann, πρόεδρο τμήματος, D. A. O. Edward (εισηγητή) και M. Wathelet, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: S. Alber
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- ο οργανισμός Office national des pensions (ONP), εκπροσωπούμενος από τον Gabriel Perl, administrateur gιnιral,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Peter Hillenkamp, νομικό σύμβουλο, και τη Μαρία Πατακιά, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις του Office national des pensions (ONP), εκπροσωπηθέντος από τον Jan C. A. De Clerck, σύμβουλο, της Σουηδικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπηθείσας από τον Erik Brattgεrd, departementsrεd στο Υπουργείο Εξωτερικών, και της Επιτροπής, εκπροσωπηθείσας από τη Μαρία Πατακιά, κατά τη συνεδρίαση της 11ης Δεκεμβρίου 1997,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 12ης Φεβρουαρίου 1998,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με απόφαση της 28ης Μαρτίου 1997, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 16 Απριλίου 1997, το cour du travail de Liθge υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 12, παράγραφος 2, 46, παράγραφος 3, και 46β του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73), όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ L 230, σ. 6), όπως αυτός τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1248/92 του Συμβουλίου, της 30ής Απριλίου 1992 (ΕΕ L 136, σ. 7).
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του F. Conti και του Office national des pensions (στο εξής: ONP), σχετικά με την εκκαθάριση συντάξεως γήρατος.
Το κοινοτικό δίκαιο
3 Το άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, όπως αυτό διατυπώθηκε με τον κανονισμό 2001/83, όριζε τα εξής:
«Οι διατάξεις περί μειώσεως (...) που προβλέπονται από τη νομοθεσία κράτους μέλους σε περίπτωση σωρεύσεως μιας παροχής με άλλες παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως ή με άλλα εισοδήματα, εφαρμόζονται εις βάρος του δικαιούχου, ακόμη και αν πρόκειται περί παροχών που εκτήθησαν δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους ή περί εισοδημάτων που εκτήθησαν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει όταν ο δικαιούχος λαμβάνει παροχές της ίδιας φύσεως για αναπηρία, γήρας, θάνατο (συντάξεις) ή επαγγελματική ασθένεια που καταβάλλονται από τους φορείς δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 46, 50, 51 ή του άρθρου 60, παράγραφος 1, περίπτωση ββ.»
4 Το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1248/92, ο οποίος ετέθη σε ισχύ την 1η Ιουνίου 1992. Το νυν ισχύον άρθρο έχει ως εξής:
«Οι ρήτρες μειώσεως, αναστολής ή καταργήσεως που προβλέπονται από τη νομοθεσία κράτους μέλους σε περίπτωση σωρεύσεως μιας παροχής με άλλες παροχές κοινωνικής ασφάλισης ή με άλλα εισοδήματα πάσης φύσεως εφαρμόζονται εις βάρος του δικαιούχου, εφόσον δεν ορίζεται άλλως στον παρόντα κανονισμό, ακόμα και αν πρόκειται περί παροχών που αποκτήθηκαν δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους ή περί εισοδημάτων που αποκτήθηκαν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους.»
5 Όπως διατυπώθηκε με τον κανονισμό 2001/83, η παράγραφος 3 του άρθρου 46 του κανονισμού 1408/71, το οποίο θεσπίζει τη μέθοδο εκκαθαρίσεως των παροχών, προέβλεπε τα εξής:
«Ο ενδιαφερόμενος δικαιούται το συνολικό ποσό των παροχών που υπολογίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2, με ανώτατο όριο το μεγαλύτερο από τα θεωρητικά ποσά παροχών που υπολογίζονται κατά τις διατάξεις της παραγράφου 2, περίπτωση αα.
Εφόσον το ποσό που αναφέρεται στο προηγούμενο εδάφιο υπερβαίνει το όριο, κάθε φορέας ο οποίος εφαρμόζει την παράγραφο 1 προσαρμόζει την παροχή του στο ποσό που αντιστοιχεί στη σχέση μεταξύ του ποσού της εν λόγω παροχής και του συνολικού ποσού των παροχών που προσδιορίζονται κατά τις διατάξεις της παραγράφου 1.»
6 Μετά την τροποποίησή του από τον κανονισμό 1248/92, το άρθρο 46, παράγραφος 3, ορίζει τα εξής:
«Ο ενδιαφερόμενος δικαιούται, από τον αρμόδιο φορέα κάθε κράτους μέλους, το υψηλότερο ποσό που υπολογίζεται σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2, με την επιφύλαξη, ενδεχομένως, της εφαρμογής των ρητρών μειώσεως, αναστολής ή καταργήσεως που προβλέπονται από τη νομοθεσία δυνάμει της οποίας οφείλεται η παροχή.
Στην περίπτωση αυτή, η σύγκριση που πραγματοποιείται αφορά τα ποσά που καθορίζονται μετά την εφαρμογή των εν λόγω ρητρών.»
7 Εξάλλου, με τον κανονισμό 1248/92 προστέθηκε στον κανονισμό 1408/71, όπως αυτός είχε διαμορφωθεί με τον κανονισμό 2001/83, το άρθρο 46β. Το νέο αυτό άρθρο περιέχει ειδικές διατάξεις που εφαρμόζονται στην περίπτωση σωρεύσεως παροχών της ιδίας φύσεως οφειλομένων δυνάμει της νομοθεσίας δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών. Το άρθρο αυτό ορίζει τα εξής:
«1. Οι ρήτρες μειώσεως, αναστολής ή καταργήσεως, που προβλέπονται από τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους, δεν εφαρμόζονται σε παροχή που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 46, παράγραφος 2 [επιμερισμός].
2. Οι ρήτρες μειώσεως, αναστολής ή καταργήσεως, που προβλέπονται από τη νομοθεσία κράτους μέλους, εφαρμόζονται για παροχή που έχει υπολογιστεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 46, παράγραφος 1, στοιχείο αα, σημείο i, μόνον υπό την προϋπόθεση ότι πρόκειται:
α) είτε για παροχή της οποίας το ποσό είναι ανεξάρτητο από τη διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας που έχουν πραγματοποιηθεί, και η οποία αναφέρεται στο παράρτημα IV, μέρος Δ·
ή
β) είτε για παροχή της οποίας το ποσό καθορίζεται σε συνάρτηση με πλασματική περίοδο η οποία θεωρείται ότι έχει πραγματοποιηθεί μεταξύ της ημερομηνίας επελεύσεως του κινδύνου και μιας μεταγενέστερης ημερομηνίας. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, οι εν λόγω ρήτρες εφαρμόζονται σε περίπτωση σώρευσης τέτοιας παροχής:
i) είτε για παροχή του ίδιου τύπου, εκτός αν έχει συναφθεί συμφωνία μεταξύ δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών με σκοπό να αποφεύγεται ο υπολογισμός της ίδιας πλασματικής περιόδου δύο ή περισσότερες φορές·
ii) είτε για παροχή του τύπου που αναφέρεται στο στοιχείο αα.
Οι παροχές και οι συμφωνίες που αναφέρονται στο στοιχείο αα αναγράφονται στο παράρτημα IV, μέρος Δ.»
Η βελγική νομοθεσία
8 Ο βελγικός νόμος της 20ής Ιουλίου 1990 καθιέρωσε ελαστικό όριο ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των μισθωτών και προσάρμοσε τις συντάξεις των μισθωτών στο γενικό επίπεδο ζωής (Moniteur belge της 15ης Αυγούστου 1990). Το άρθρο 3, παράγραφος 2, του νόμου προβλέπει ότι «ο εργαζόμενος που έχει εργαστεί κατά συνήθη και κύρια απασχόληση ως εργάτης ανθρακωρυχείου επί είκοσι τουλάχιστον έτη δικαιούται σύνταξη υπολογιζόμενη σε ένα τριακοστό ανά ημερολογιακό έτος απασχολήσεώς του ως εργάτη ανθρακωρυχείου».
9 Το άρθρο 3, παράγραφος 6, πρώτο εδάφιο, ορίζει τα εξής: «Η σύνταξη του μισθωτού που δεν συμπληρώνει μεν τριάντα ημερολογιακά έτη εργασίας κατά συνήθη και κύρια απασχόληση ως εργάτης ανθρακωρυχείου ή υπογείου λατομείου, αλλά συμπληρώνει τουλάχιστον είκοσι πέντε έτη, αυξάνεται κατά ένα συμπλήρωμα.»
10 Σύμφωνα με την παράγραφο 6, δεύτερο εδάφιο, «Το συμπλήρωμα αυτό ισούται προς τη διαφορά μεταξύ του ύψους της συντάξεως την οποία θα ελάμβανε αν είχε πράγματι εργαστεί (...) επί τριάντα ημερολογιακά έτη και του συνολικού ύψους των συντάξεων ή αντιστοίχων παροχών τις οποίες μπορεί να αξιώσει δυνάμει ενός ή πλειόνων από τα συστήματα που αναφέρονται στην παράγραφο 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο a». Το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο a, αναφέρεται μεταξύ άλλων τόσο στα βελγικά όσο και στα αλλοδαπά συνταξιοδοτικά συστήματα.
Η διαφορά της κύριας δίκης
11 Ο F. Conti, ο οποίος γεννήθηκε στην Ιταλία στις 26 Οκτωβρίου 1934, εργάστηκε διαδοχικά στην Ιταλία, στη Γερμανία και στο Βέλγιο. Στο τελευταίο αυτό κράτος, εργάστηκε, κατά συνήθη και κύρια απασχόληση, ως εργάτης ανθρακωρυχείου επί 26 έτη από το 1965 έως το 1990.
12 Με διοικητική απόφαση που κοινοποιήθηκε στον F. Conti στις 23 Αυγούστου 1994, ο ONP τού χορήγησε σύνταξη ανθρακωρύχου από 1ης Ιανουαρίου 1991, ύψους 449 417 βελγικών φράγκων (BFR) ετησίως, με δείκτη τιμών καταναλωτή 360,12 και υπολογισθείσα με βάση τα 26/30 της πλήρους σταδιοδρομίας.
13 Στην απόφαση αυτή αναφέρεται, εξάλλου, ότι ο ενδιαφερόμενος δικαιούται ετήσιο συμπλήρωμα 40 591 BFR με τον ίδιο δείκτη τιμών καταναλωτή, προστίθεται δε ότι «το συμπλήρωμα αυτό θα μειωθεί κατά το ποσό των λοιπών συντάξεων ή αντιστοίχων παροχών τις οποίες ενδεχομένως [δικαιούται] δυνάμει βελγικού ή αλλοδαπού ασφαλιστικού συστήματος».
14 Το εν λόγω συμπλήρωμα μειώθηκε στο μηδέν λόγω του ότι ο F. Conti εισέπραττε δύο συντάξεις, τη μία στην Ιταλία από 1ης Νοεμβρίου 1989, ύψους 101 619 ιταλικών λιρών (LIT) μηνιαίως, και την άλλη στη Γερμανία από 1ης Ιανουαρίου 1991, ύψους 3 208,80 γερμανικών μάρκων (DM) ετησίως.
15 Με δικόγραφο της 22ας Σεπτεμβρίου 1994, ο F. Conti προσέβαλε την απόφαση αυτή ενώπιον του tribunal du travail de Liθge, προβάλλοντας κυρίως ότι ο ONP «δεν λαμβάνει υπόψη του τους ευρωπαϋκούς κανονισμούς». Το δικαστήριο αυτό δικαίωσε τον F. Conti, κρίνοντας ότι το άρθρο 3, παράγραφος 6, του νόμου της 20ής Ιουλίου 1990 συνιστούσε ρήτρα μειώσεως υπό την έννοια του άρθρου 12 του κανονισμού 1408/71.
16 Στις 26 Απριλίου 1996, ο ONP άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του cour du travail de Liθge, υποστηρίζοντας ότι, για να υπάρξει μείωση, αναστολή ή κατάργηση παροχής σε περίπτωση σωρεύσεώς της με παροχή εισπραττόμενη εντός άλλου κράτους μέλους, έπρεπε πρώτα να προσδιοριστεί η πρώτη παροχή σύμφωνα με τη βελγική νομοθεσία και ότι οι ρήτρες μειώσεως που προβλέπονται από το τροποποιημένο άρθρο 1408/71 αναφέρονταν σε μια ήδη χορηγηθείσα παροχή.
Το προδικαστικό ερώτημα
17 Το cour du travail de Liθge, αμφιβάλλοντας ως προς την ερμηνεία των άρθρων 12, παράγραφος 2, 46, παράγραφος 3, και 46β του τροποποιημένου κανονισμού 1408/71, ανέστειλε τη διαδικασία για να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχει ο όρος "ρήτρα μειώσεως" που περιέχεται στα άρθρα 12, παράγραφος 2, 46, παράγραφος 3, και 46β του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 την έννοια ότι καλύπτει τη διάταξη νόμου κράτους μέλους η οποία, προβλέποντας ότι το ποσό της συντάξεως μισθωτού ο οποίος δεν συμπληρώνει τριάντα έτη απασχολήσεως, αλλά μόνον είκοσι πέντε έτη, προσαυξάνεται κατά ένα συμπλήρωμα, ορίζει ότι το συμπλήρωμα αυτό ισούται προς τη διαφορά μεταξύ του ποσού της συντάξεως την οποία ο εργαζόμενος θα ελάμβανε αν είχε όντως εργαστεί επί τριακονταετία και του συνολικού ποσού των συντάξεων τις οποίες μπορεί ο ενδιαφερόμενος να αξιώσει δυνάμει συνταξιοδοτικού συστήματος του εν λόγω κράτους μέλους ή συνταξιοδοτικού συστήματος άλλου κράτους μέλους;»
18 Με το υποβληθέν ερώτημα ζητείται μόνο να διευκρινιστεί αν ένας εθνικός κανόνας που προβλέπει ότι το συμπλήρωμα που προστίθεται στη σύνταξη ανθρακωρύχου μειώνεται κατά το ποσό της συντάξεως την οποία ο ενδιαφερόμενος μπορεί να αξιώσει δυνάμει ασφαλιστικού συστήματος άλλου κράτους μέλους συνιστά ρήτρα μειώσεως υπό την έννοια του τροποποιημένου κανονισμού 1408/71.
19 Προκαταρκτικώς, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η έννοια της «ρήτρας μειώσεως» στο άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, όπως αυτό διατυπώθηκε με τον κανονισμό 2001/83, δεν μεταβλήθηκε με τον κανονισμό 1248/92. Πράγματι, οι τροποποιήσεις που επέφερε ο τελευταίος αυτός κανονισμός στη διάταξη αυτή αφορούσαν μόνον τα όρια εφαρμογής των εθνικών κανόνων κατά της σωρεύσεως, αλλά δεν έθιξαν την αρχή της (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, την απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 1998, C-366/96, Cordelle, Συλλογή 1998, σ. Ι-583, σκέψη 12). Συνεπώς, προς απάντηση του προδικαστικού ερωτήματος, δεν χρειάζεται να γίνει διάκριση μεταξύ του προ της 1ης Ιουνίου 1992 και του μετά την ημερομηνία αυτή χρόνου.
20 Πρέπει, στη συνέχεια, να υπενθυμιστεί ότι το Δικαστήριο, με την απόφαση της 4ης Ιουνίου 1985, 58/84, Romano (Συλλογή 1985, σ. 1697), αποφάνθηκε ότι εθνικός κανόνας που μειώνει τα πρόσθετα έτη πλασματικής απασχολήσεως που μπορούν να αναγνωριστούν στον εργαζόμενο, αναλόγως του αριθμού των ετών για τα οποία ο τελευταίος μπορεί να αξιώσει σύνταξη σε άλλο κράτος μέλος, αποτελεί ρήτρα μειώσεως κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71.
21 Ο ONP υποστηρίζει ότι η εφαρμοστέα στη διαφορά της κύριας δίκης εθνική διάταξη διαφέρει ουσιωδώς από εκείνη που ίσχυε την εποχή της προμνησθείσας υποθέσεως Romano, καθόσον δεν μειώνει μια ήδη προσδιορισθείσα παροχή, αλλ' αυξάνει το ποσό της συντάξεως κατά ένα συμπλήρωμα. Επιπλέον, κατά τον ONP, από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο υπολογισμός του ποσού του συμπληρώματος, το οποίο αποτελεί συνάρτηση του συνολικού ποσού τόσο των βελγικών όσο και των αλλοδαπών συντάξεων, γίνεται πριν από την εφαρμογή τυχόν κανόνα μειώσεως. Συνεπώς, πρόκειται για ρήτρα υπολογισμού της παροχής και όχι για ρήτρα μειώσεως μιας εθνικής παροχής. Αντιθέτως, οι ρήτρες μειώσεως στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 46β του τροποποιημένου κανονισμού 1408/71 έχουν ως αποτέλεσμα τη μείωση ήδη χορηγηθεισών παροχών.
22 Η Σουηδική Κυβέρνηση συντάσσεται με την ερμηνεία αυτή και προσθέτει ότι η λήψη υπόψη άλλων συντάξεων για τον καθορισμό του συμπληρώματος αποτελεί απαραίτητη φάση του υπολογισμού του. Επικουρικώς, σε περίπτωση που η βελγική διάταξη θα εθεωρείτο ρήτρα μειώσεως υπό την έννοια του τροποποιημένου κανονισμού 1408/71, η Σουηδική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το σύστημα συντονισμού που προβλέπει ο κανονισμός αυτός θα οδηγούσε σε τόσο αρνητικά αποτελέσματα όσον αφορά τις συμπληρωματικές βελγικές παροχές ώστε το κοινοτικό δίκαιο θα επέτρεπε να αποκλειστεί η εφαρμογή του σ' αυτό το είδος παροχών.
23 Αντιθέτως, η Επιτροπή θεωρεί ότι η νομική κατάσταση που υφίστατο την εποχή της προμνησθείσας υποθέσεως Romano είναι παρεμφερής με τη νομική κατάσταση την οποία αφορά η διαφορά της κύριας δίκης. Η Επιτροπή αμφισβητεί το επιχείρημα ότι το άρθρο 46β του τροποποιημένου κανονισμού 1408/71 αφορά τις ρήτρες μειώσεως μιας ήδη χορηγηθείσας παροχής. Συγκεκριμένα, κατά την Επιτροπή, το άρθρο 46, παράγραφος 3, προβλέπει ρητώς ότι η εκκαθάριση της παροχής που προκύπτει από τη σύγκριση των ποσών που καθορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 46, παράγραφοι 1 και 2, γίνεται «μετά την εφαρμογή των εν λόγω ρητρών». Συνεπώς, ο ONP όφειλε να προβεί στον υπολογισμό της παροχής σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 46, παράγραφος 3.
24 Πρέπει να τονιστεί ότι δεν μπορούν οι εθνικές ρήτρες μειώσεως να εξαιρεθούν από τις προϋποθέσεις και τα όρια εφαρμογής που επιβάλλει ο κανονισμός 1408/71 μέσω χαρακτηρισμού τους ως ρητρών υπολογισμού.
25 Ένας εθνικός κανόνας πρέπει να χαρακτηρίζεται ως ρήτρα μειώσεως αν ο υπολογισμός τον οποίο επιβάλλει έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση του ποσού της συντάξεως, την οποία μπορεί να αξιώσει ο ενδιαφερόμενος, λόγω του ότι ο τελευταίος δικαιούται παροχή εντός άλλου κράτους μέλους.
26 Συναφώς, πρέπει να παρατηρηθεί ότι μια ρύθμιση όπως η βελγική ρύθμιση περί της συντάξεως των ανθρακωρύχων - τόσο όπως αυτή ίσχυε την εποχή της προμνησθείσας υποθέσεως Romano όσο και όπως αυτή εφαρμόζεται στην υπό κρίση περίπτωση - προβλέπει ιδιαίτερα πλεονεκτήματα για τους μισθωτούς του τομέα αυτού. Μετά από περίοδο τουλάχιστον εικοσιπενταετούς πραγματικής απασχολήσεως, το ποσό της συντάξεως αναβαθμίζεται στο επίπεδο συντάξεως υπολογιζομένης βάσει τριακονταετούς περιόδου απασχολήσεως. Η ούτως αναβαθμισμένη αυτή σύνταξη μειώνεται στη συνέχεια αναλόγως των παροχών συντάξεως τις οποίες ο ενδιαφερόμενος μπορεί να αξιώσει δυνάμει άλλων συστημάτων.
27 Ενώ, κατά τη ρύθμιση που ίσχυε την εποχή της προμνησθείσας υποθέσεως Romano, οι περίοδοι πραγματικής απασχολήσεως συμπληρώνονταν με την αναγνώριση πλασματικών περιόδων, οι δε τελευταίες μειώνονταν κατά τον αριθμό των ετών για τα οποία ο εργαζόμενος μπορούσε να αξιώσει άλλη σύνταξη, η νέα ρύθμιση προβλέπει τη χορήγηση συμπληρώματος το οποίο, και αυτό, μειώνεται κατά το ποσό άλλων συνταξιοδοτικών παροχών.
28 Αμφότερες οι ρυθμίσεις οδηγούν, συνεπώς, στο ίδιο αποτέλεσμα· η μόνη διαφορά έγκειται, όπως παρατηρεί ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 22 και 23 των προτάσεών του, στην τεχνική της αναβαθμίσεως της συντάξεως.
29 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ρύθμιση όπως η επίδικη στην κύρια δίκη συνιστά, όπως και στην προμνησθείσα υπόθεση Romano, ρήτρα μειώσεως υπό την έννοια του τροποποιημένου κανονισμού 1408/71.
30 Συνεπώς, στο υποβληθέν ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι εθνικός κανόνας ο οποίος προβλέπει ότι το συμπλήρωμα το οποίο προστίθεται στη σύνταξη εργάτη ανθρακωρυχείου μειώνεται κατά το ποσό της συντάξεως την οποία ο ενδιαφερόμενος μπορεί να αξιώσει δυνάμει ασφαλιστικού συστήματος άλλου κράτους μέλους συνιστά ρήτρα μειώσεως υπό την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, όπως διατυπώθηκε με τον κανονισμό 2001/83, και υπό την έννοια των άρθρων 12, παράγραφος 2, 46, παράγραφος 3, και 46β του ούτω διατυπωθέντος κανονισμού 1408/71, όπως αυτός τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1248/92.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
31 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Σουηδική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πρώτο τμήμα)
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με απόφαση της 28ης Μαρτίου 1997 το cour du travail de Liθge, αποφαίνεται:
Εθνικός κανόνας ο οποίος προβλέπει ότι το συμπλήρωμα το οποίο προστίθεται στη σύνταξη εργάτη ανθρακωρυχείου μειώνεται κατά το ποσό της συντάξεως την οποία ο ενδιαφερόμενος μπορεί να αξιώσει δυνάμει ασφαλιστικού συστήματος άλλου κράτους μέλους συνιστά ρήτρα μειώσεως υπό την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως διατυπώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983, και υπό την έννοια των άρθρων 12, παράγραφος 2, 46, παράγραφος 3, και 46β του ούτω διατυπωθέντος κανονισμού 1408/71, όπως αυτός τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1248/92 του Συμβουλίου, της 30ής Απριλίου 1992.
Full & Egal Universal Law Academy