Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Φορολογικές διατάξεις - Εναρμόνιση των νομοθεσιών - Έμμεσοι φόροι επιβαλλόμενοι επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων - Φόρος εισφοράς εισπραττόμενος από τις κεφαλαιουχικές εταιρίες - Δεν τυγχάνει εφαρμογής σε περίπτωση συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως μιας εταιρίας από άλλη κατέχουσα ήδη το σύνολο των τίτλων της απορροφωμένης εταιρίας
(Οδηγία 69/335 του Συμβουλίου, άρθρα 4 § 1, στοιχ. γγ και δδ, 2, στοιχ. ββ, και 10, στοιχ. αα, ββ και γγ)
Περίληψη
Η καταβολή τέλους καταχωρίσεως σε περίπτωση απορροφήσεως επιχειρήσεων από εταιρία κατέχουσα ήδη το σύνολο των μετοχών και μερισμάτων των απορροφωμένων επιχειρήσεων δεν προσκρούει στην οδηγία 69/335, περί των εμμέσων φόρων των επιβαλλομένων επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 85/303.
Η εν λόγω πράξη απορροφήσεως δεν μπορεί να αναχθεί σε μια από τις περιπτώσεις που περιγράφονται στο άρθρο 4 της οδηγίας, το οποίο παραπέμπει στο άρθρο 10, στοιχεία αα και ββ. Η ανωτέρω πράξη, η οποία δεν συνεπάγεται αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου της απορροφώσας εταιρίας και η οποία δεν αμείβεται διά δικαιωμάτων της ιδίας φύσεως προς εκείνα των εταίρων, όπως το δικαίωμα ψήφου και το δικαίωμα συμμετοχής στα κέρδη ή στο εκκαθαριστικό υπόλοιπο, δεν εμπίπτει στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχεία γγ και δδ, αντίστοιχα της οδηγίας. Ούτε εμπίπτει στο άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, η αύξηση της εταιρικής περιουσίας η οποία δεν προέρχεται από παροχές εκ μέρους ενός εταίρου. Εξάλλου, η εξαγγελλόμενη στο άρθρο 10, στοιχείο γγ, της οδηγίας απαγόρευση επιβολής φόρου για την καταχώριση ή για οποιαδήποτε άλλη τυπική διατύπωση ως προϋπόθεση για την άσκηση δραστηριότητας, για την οποία μια εταιρία δύναται να υπόκειται λόγω της νομικής μορφής της, δεν ισχύει όταν πρόκειται για παρόμοιο τέλος καταχωρίσεως.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-152/97,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση της Commissione tributaria provinciale di Milano (Ιταλία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Abruzzi Gas SpA (Agas)
και
Amministrazione Tributaria di Milano,
"η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 69/335/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Ιουλίου 1969, περί των εμμέσων φόρων των επιβαλλομένων επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 20), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 85/303/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Ιουνίου 1985 (ΕΕ L 156, σ. 23),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους G. Hirsch, πρόεδρο του δευτέρου τμήματος, προεδρεύοντα του έκτου τμήματος, G. F. Mancini, H. Ragnemalm (εισηγητή) και K. M. Ιωάννου, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Γ. Κοσμάς
γραμματέας: D. Louterman-Hubeau, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον καθηγητή Umberto Leanza, προϋστάμενο της υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών του Υπουργείου Εξωτερικών, επικουρούμενο από τον Gianni De Bellis, avvocato dello Stato,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Enrico Traversa και Hιlθne Michard, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Ιταλικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 30ής Απριλίου 1998,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 25ης Ιουνίου 1998,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 24ης Μαρτίου 1997, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 21 Απριλίου 1997, η Commissione tributaria provinciale di Milano υπέβαλε στο Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 69/335/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Ιουλίου 1969, περί των εμμέσων φόρων των επιβαλλομένων επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 20), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 85/303/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Ιουνίου 1985 (ΕΕ L 156, σ. 23, στο εξής: οδηγία).
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Abruzzi Gas SpA (στο εξής: Agas), εταιρίας ιταλικού δικαίου, και της Amministrazione Tributaria di Milano (στο εξής: φορολογική αρχή) σχετικά με τέλος καταχωρίσεως που εισπράχθηκε λόγω συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως από την Agas των εταιριών Briangas SpA (στο εξής: Briangas) και Italgasdotti Serio Srl (στο εξής: Italgasdotti).
Η οδηγία
3 Όπως προκύπτει από το προοίμιό της, η οδηγία αποσκοπεί στην προώθηση της ελεύθερης κινήσεως των κεφαλαίων, η οποία θεωρείται ουσιώδης για τη δημιουργία μιας οικονομικής ενώσεως με χαρακτηριστικά γνωρίσματα ανάλογα εκείνων μιας εσωτερικής αγοράς. Η επιδίωξη του σκοπού αυτού προϋποθέτει, όσον αφορά τη φορολογία των συγκεντρώσεων κεφαλαίων, την κατάργηση των ισχυόντων στα κράτη μέλη φόρων και την αντικατάστασή τους από άπαξ εισπραττόμενο φόρο εντός της κοινής αγοράς και στο αυτό επίπεδο εντός όλων των κρατών μελών.
4 Το άρθρο 4 της οδηγίας καταλογογραφεί τις υποκείμενες σε φόρο εισφοράς πράξεις, καθώς και εκείνες επί των οποίων τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να υποβάλλουν παρόμοιο φόρο. Ορίζεται ειδικότερα ότι:
«1. Υπόκεινται στον φόρο εισφοράς οι ακόλουθες πράξεις:
α) η σύσταση κεφαλαιουχικής εταιρίας·
β) η μετατροπή σε κεφαλαιουχική εταιρία μιας εταιρίας, ενώσεως προσώπων ή ενός νομικού προσώπου, που δεν είναι κεφαλαιουχική εταιρία·
γ) η αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου μιας κεφαλαιουχικής εταιρίας δι' εισφορών σε είδος, οποιασδήποτε μορφής·
δ) η αύξηση της εταιρικής περιουσίας μιας κεφαλαιουχικής εταιρίας δι' εισφορών σε είδος, οποιασδήποτε μορφής, αμειβομένων όχι διά μεριδίων αντιπροσωπευτικών του εταιρικού κεφαλαίου ή της εταιρικής περιουσίας, αλλά διά δικαιωμάτων της ιδίας φύσεως προς εκείνα των εταίρων, όπως το δικαίωμα ψήφου, το δικαίωμα συμμετοχής στα κέρδη ή στο εκκαθαριστικό υπόλοιπο·
(...).
2. Οι ακόλουθες πράξεις μπορούν να συνεχίσουν να υπόκεινται στον φόρο εισφοράς, εφόσον υπάγονταν στον φορολογικό συντελεστή 1 % την 1η Ιουλίου 1984:
α) η αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου μιας κεφαλαιουχικής εταιρίας διά της κεφαλαιοποιήσεως κερδών, αποθεματικών ή προβλέψεων·
β) η αύξηση της εταιρικής περιουσίας μιας κεφαλαιουχικής εταιρίας διά παροχών πραγματοποιουμένων από ένα εταίρο, οι οποίες δεν επιφέρουν αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου, αλλά έχουν ως αντιπαροχή μεταβολή των εταιρικών δικαιωμάτων ή δύνανται να επιφέρουν αύξηση της αξίας των εταιρικών μεριδίων·
(...).»
5 Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το άρθρο 7 της οδηγίας, η πράξη διά της οποίας κεφαλαιουχική εταιρία εισφέρει το σύνολο της περιουσίας της σε άλλη υπό σύσταση ή προϋφισταμένη κεφαλαιουχική εταιρία απαλλάσσεται, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, πλήρως από τον φόρο εισφοράς.
6 Η τελευταία αιτιολογική σκέψη της οδηγίας εξαγγέλλει ότι η διατήρηση άλλων εμμέσων φόρων, εμφανιζόντων τα ίδια χαρακτηριστικά γνωρίσματα με εκείνα του φόρου εισφοράς ή του φόρου χαρτοσήμου επί των τίτλων, υπάρχει κίνδυνος να θέσει υπό αμφισβήτηση τους επιδιωκομένους στόχους. Οι έμμεσοι αυτοί φόροι, η είσπραξη των οποίων απαγορεύεται, απαριθμούνται στα άρθρα 10 και 11 της οδηγίας. Το άρθρο 10 ορίζει:
«Πλην του φόρου εισφοράς, τα κράτη μέλη δεν εισπράττουν, όσον αφορά τις εταιρίες, ενώσεις προσώπων ή τα νομικά πρόσωπα που επιδιώκουν κερδοσκοπικούς σκοπούς, κανένα φόρο υπό οποιαδήποτε μορφή:
α) για τις αναφερόμενες στο άρθρο 4 πράξεις·
β) για τις εισφορές, τα δάνεια ή τις παροχές που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο των αναφερομένων στο άρθρο 4 πράξεων·
γ) για την καταχώριση ή για οποιαδήποτε άλλη τυπική διατύπωση, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για την εκτέλεση μιας δραστηριότητας, ως εκ της οποίας μια εταιρία, ένωση προσώπων ή ένα νομικό πρόσωπο που επιδιώκουν κερδοσκοπικούς σκοπούς δύναται να υπόκειται λόγω της νομικής μορφής τους.»
Το ιταλικό δίκαιο
7 Κατά τον χρόνο της καταχωρίσεως της πράξεως συγχωνεύσεως, η οποία έδωσε λαβή για τη διαφορά της κυρίας δίκης, οι συναφείς διατάξεις περιλαμβάνονταν στο προεδρικό διάταγμα 131, της 26ης Απριλίου 1986 [GURI (Επίσημη Εφημερίδα της Ιταλικής Δημοκρατίας) αριθ. 99 της 30ής Απριλίου 1986, στο εξής: διάταγμα 131].
8 Το άρθρο 1 του διατάγματος 131 όριζε ότι ο φόρος καταχωρίσεως εφαρμοζόταν επί των υποκειμένων σε καταχώριση δικαιοπραξιών ή επί όσων υποβάλλονταν εκουσίως προς καταχώριση.
9 Σύμφωνα με το άρθρο 2 του διατάγματος 131, υπέκειντο υποχρεωτικώς σε καταχώριση οι απαριθμούμενες σε συνημμένο στο διάταγμα πίνακα πράξεις. Κατά το άρθρο 4 του πίνακα, οι καταχωριζόμενες και αφορώσες τη συγχώνευση ή τον διαχωρισμό εταιριών πράξεις υπέκειντο σε τέλος ύψους 1 %.
10 Η φορολογητέα βάση ρυθμιζόταν από το άρθρο 50, παράγραφος 4, του διατάγματος 131, το οποίο όριζε:
«Σε περίπτωση συγχωνεύσεως επιχειρήσεων οποιασδήποτε μορφής, ως φορολογητέα βάση λαμβάνεται το προκύπτον από την κατά το άρθρο 2501 ter του ιταλικού Αστικού Κώδικα περιουσιακή κατάσταση άθροισμα των κεφαλαίων και αποθεματικών των συγχωνευομένων εταιριών ή, σε περίπτωση συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως, από το άθροισμα των αντιστοίχων ποσών των απορροφωμένων εταιριών.»
11 Το νομοθετικό διάταγμα 323, της 20ής Ιουνίου 1996 (GURI αριθ. 143 της 20ής Ιουνίου 1996), το οποίο έλαβε νομοθετική ισχύ με τον νόμο 425, της 8ης Αυγούστου 1996 (GURI αριθ. 191 της 16ης Αυγούστου 1986), αντικατέστησε, από τις 20 Ιουνίου 1996, τον αναλογικό φόρο ύψους 1 % με σταθερό τέλος ανερχόμενο σε 250 000 ιταλικές λίρες (LIT).
Η διαφορά της κυρίας δίκης
12 Ενώ η Agas κατείχε το σύνολο του κεφαλαίου της ανώνυμης εταιρίας Briangas και της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης Italgasdotti, οι συνελεύσεις των μετόχων και των εταίρων των τριών αυτών εταιριών αποφάσισαν στις 20 Δεκεμβρίου 1994 την απορρόφηση των Briangas και Italgasdotti από την Agas. Η συγχώνευση δεν επέφερε αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου της Agas αλλά την ακύρωση της συμμετοχής, υπό μορφή μετοχών και εταιρικών μεριδίων, ήδη εγγεγραμμένων στο ενεργητικό του ισολογισμού της πρώτης, στις απορροφώμενες εταιρίες.
13 Συνεπεία της συγχωνεύσεως, οι Briangas και η Italgasdotti εισέφεραν στην Agas καθαρά περιουσιακά στοιχεία ανερχόμενα αντιστοίχως σε 1 439 682 051 LIT και 22 105 502 520 LIT.
14 Κατά την καταχώριση της πράξεως συγχωνεύσεως στις 28 Δεκεμβρίου 1994, το Ufficio del Registro Atti Pubblici di Milano (Γραφείο καταχωρίσεως των δημοσίων πράξεων του Μιλάνου) εισέπραξε το ποσό των 236 052 000 LIT ως τέλη καταχωρίσεως, εφαρμόζοντας συντελεστή ύψους 1 % επί των καθαρών περιουσιακών στοιχείων των απορροφωμένων εταιριών, όπως αυτά προέκυπταν από την περιουσιακή κατάστασή τους που είχε απογραφεί για τους σκοπούς της πράξεως συγχωνεύσεως.
15 Στις 11 Ιουλίου 1996 η Agas υπέβαλε στο Ufficio del Registro αίτηση περί επιστροφής, εντόκως, των καταβληθέντων τελών καταχωρίσεως, ισχυριζόμενη, κατ' ουσίαν, ότι το άρθρο 4 του συνημμένου στο διάταγμα 131 πίνακα αντέκειτο στα άρθρα 4 και 7 της οδηγίας.
16 Ελλείψει απαντήσεως της φορολογικής αρχής, η Agas άσκησε, με δικόγραφο της 13ης Νοεμβρίου 1996, κατά της εν λόγω αποφάσεως προσφυγή ενώπιον της Commissione tributaria provinciale di Milano.
17 Διατηρώντας επιφυλάξεις ως προς την ερμηνεία της οδηγίας, η Commissione tributaria provinciale di Milano ανέστειλε τη διαδικασία μέχρις ότου το Δικαστήριο αποφανθεί επί του ακολούθου ερωτήματος:
«Ερωτάται αν οι διατάξεις περί ενιαιοποιήσεως της έμμεσης φορολογήσεως των εταιρικών εισφορών εντός της Ενώσεως εφαρμόζονται και σε περίπτωση συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως μιας εταιρίας από άλλη, η οποία κατέχει ήδη το σύνολο του κεφαλαίου της πρώτης.»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
18 Με το εν λόγω ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν προσκρούει στην οδηγία τέλος καταχωρίσεως εισπραττόμενο σε περίπτωση απορροφήσεως εταιριών από άλλη εταιρία, κατέχουσα ήδη το σύνολο των μετοχών και των μεριδίων των απορροφωμένων εταιριών.
19 Συναφώς, όπως προκύπτει από το άρθρο 1 της οδηγίας, σε συνδυασμό με το άρθρο 4 αυτής, το εισπραττόμενο επί των εισφορών σε κεφαλαιουχικές εταιρίες τέλος συνιστά «φόρο εισφοράς» κατά την έννοια της οδηγίας οσάκις επιβάλλεται επί των προβλεπομένων από την οδηγία πράξεων (απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 1996 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-197/94 και C-252/94, Bautriaa και Sociιtι franηaise maritime, Συλλογή 1996, σ. Ι-505, σκέψη 31).
20 Πράγματι, οι υποκείμενες ή δυνάμενες να υπαχθούν, εκ μέρους των κρατών μελών, στον εναρμονισμένο φόρο εισφοράς πράξεις καθορίζονται στο άρθρο 4 της οδηγίας κατά τρόπο αντικειμενικό και ομοιόμορφο για όλα τα κράτη μέλη, χωρίς να γίνεται αναφορά στις ενδεχόμενες ιδιομορφίες συγκεκριμένων εθνικών δικαίων ή στην οργάνωση των εθνικών φορολογικών συστημάτων (προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση Bautriaa και Sociιtι franηaise maritime, σκέψη 32).
21 Έπεται ότι, για να υπαχθεί στην οδηγία, η οικεία πράξη πρέπει να μπορεί να αναχθεί σε μια από τις δυνάμενες να ανακύψουν περιπτώσεις, οι οποίες περιγράφονται στο άρθρο 4 αυτής, το οποίο παραπέμπει στο άρθρο 10, στοιχεία αα και ββ. Επιπροσθέτως, υφίσταται η εξαγγελλόμενη στο άρθρο 10, στοιχείο γγ, της οδηγίας απαγόρευση επιβολής φόρου για την καταχώριση ή για οποιαδήποτε άλλη τυπική διατύπωση ως προϋπόθεση για την άσκηση δραστηριότητας, για την οποία μια εταιρία δύναται να υπόκειται λόγω της νομικής μορφής της. Η εν λόγω απαγόρευση δικαιολογείται από το γεγονός ότι, μολονότι οι οικείες επιβαρύνσεις δεν πλήττουν αφεαυτές τις εισφορές κεφαλαίων, εισπράττονται, πάντως, λόγω των τυπικών διατυπώσεων που άπτονται της νομικής μορφής της εταιρίας, ήτοι του μέσου που χρησιμοποιήθηκε για τη συγκέντρωση των κεφαλαίων, οπότε η διατήρησή τους θα ενείχε τον κίνδυνο να τεθούν επίσης υπό αμφισβήτηση οι επιδιωκόμενοι με την οδηγία σκοποί (απόφαση της 11ης Ιουνίου 1996 στην υπόθεση C-2/94, Denkavit Internationaal κ.λπ., Συλλογή 1996, σ. Ι-2827, σκέψη 23).
22 Σε σχέση προς τη διαφορά της κύριας δίκης, επιβάλλεται η διαπίστωση, πρώτον, ότι η απορρόφηση εκ μέρους μιας εταιρίας κατέχουσας ήδη το σύνολο των μετοχών και των μεριδίων των απορροφωμένων εταιριών δεν συνεπάγεται αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου της απορροφώσας εταιρίας και δεν εμπίπτει, συνακόλουθα, στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο γγ, της οδηγίας.
23 Η οικεία πράξη δεν εμπίπτει ούτε στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο δδ, της οδηγίας.
24 Ασφαλώς, η εισφορά των καθαρών περιουσιακών στοιχείων των απορροφωμένων εταιριών στην απορροφώσα εταιρία μπορεί να σηματοδοτήσει αύξηση της εταιρικής περιουσίας της πρώτης εταιρίας. Πάντως, για να επιβαρυνθεί υποχρεωτικά με το τέλος εισφοράς, η εν λόγω πράξη πρέπει, σύμφωνα με την επίδικη διάταξη, να αμείβεται όχι διά μεριδίων αντιπροσωπευτικών του εταιρικού κεφαλαίου ή της εταιρικής περιουσίας αλλά διά δικαιωμάτων της ιδίας φύσεως προς εκείνα των εταίρων, όπως το δικαίωμα ψήφου, το δικαίωμα συμμετοχής στα κέρδη ή στο εκκαθαριστικό υπόλοιπο.
25 Στην περίπτωση απορροφήσεως μιας εταιρίας κατέχουσας το σύνολο των μετοχών ή των εταιριών μεριδίων της απορροφωμένης εταιρίας, τέτοιου είδους αμοιβή είναι εντελώς αδιανόητη.
26 Τέλος, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι πράξη όπως η επίδικη στα πλαίσια της κυρίας δίκης δεν εμπίπτει στο άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, της οδηγίας. Πράγματι, η διάταξη αυτή προϋποθέτει ότι η αύξηση της εταιρικής περιουσίας προέρχεται από παροχές εκ μέρους ενός εταίρου, πράγμα που δεν συμβαίνει με τη συγκεκριμένη πράξη.
27 Όσον αφορά, δεύτερον, τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 10, στοιχείο γγ, της οδηγίας, πρέπει να υπογραμμισθεί ότι, σε μια περίπτωση όπως αυτή της κυρίας δίκης, το τέλος καταχωρίσεως δεν εισπράχθηκε προφανώς επ' ευκαιρία της καταχωρίσεως νέας κεφαλαιουχικής εταιρίας, ήτοι κατά τη συμπλήρωση τυπικής διατυπώσεως προηγουμένης της ασκήσεως μιας δραστηριότητας. Επιπλέον, δεν εισπράχθηκε επ' ευκαιρία της καταχωρίσεως αυξήσεως του κεφαλαίου, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση και συνέχιση της δραστηριότητας αυτής (βλ., συναφώς, απόφαση της 2ας Δεκεμβρίου 1997 στην υπόθεση C-188/95, Fantask κ.λπ., Συλλογή 1997, σ. Ι-6783, σκέψη 22).
28 Επομένως, η προβλεπόμενη στο άρθρο 10, στοιχείο γγ, της οδηγίας απαγόρευση δεν καταλαμβάνει το επίδικο στα πλαίσια της κυρίας δίκης τέλος καταχωρίσεως.
29 Συμπερασματικώς, μολονότι ο στόχος της οδηγίας έγκειται, ιδίως, στο να αποφεύγεται η παρακώλυση, διά φορολογικών φραγμών, των μεταβιβάσεων ενεργητικού μεταξύ εταιριών, κατά τρόπον ώστε να ευνοείται η αναδιάρθρωση και η συνένωση των επιχειρήσεων (βλ. προς την κατεύθυνση αυτή απόφαση της 13ης Οκτωβρίου 1992 στην υπόθεση C-50/91, Commerz-Credit-Bank, Συλλογή 1992, σ. Ι-5225, σκέψη 11), εντούτοις δεν καταλαμβάνει τέλος καταχωρίσεως, εισπραττόμενο λόγω της απορροφήσεως εταιριών από άλλη εταιρία κατέχουσα ήδη το σύνολο του κεφαλαίου.
30 Κατόπιν αυτού, η απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα είναι ότι δεν προσκρούει στην οδηγία τέλος καταχωρίσεως εισπραττόμενο σε περίπτωση απορροφήσεως εταιριών από άλλη εταιρία κατέχουσα ήδη το σύνολο των μετοχών και των μεριδίων των απορροφωμένων εταιριών.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
31 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ιταλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κυρίας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με διάταξη της 24ης Μαρτίου 1997 η Commissione tributaria provinciale di Milano, αποφαίνεται:
Δεν προσκρούει στην οδηγία 69/335/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Ιουλίου 1969, περί των εμμέσων φόρων των επιβαλλομένων επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 85/303/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Ιουνίου 1985, τέλος καταχωρίσεως εισπραττόμενο σε περίπτωση απορροφήσεως εταιριών από άλλη εταιρία κατέχουσα ήδη το σύνολο των μετοχών και των μεριδίων των απορροφωμένων εταιριών.
Full & Egal Universal Law Academy