Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Μεταφορές - Θαλάσσιες μεταφορές - Συμφωνία καταμερισμού φορτίων μεταξύ κράτους μέλους και τρίτης χώρας - Μελλοντική συμφωνία μη έχουσα επιτραπεί βάσει του άρθρου 5 του κανονισμού 4055/86 - Παράβαση κράτους μέλους
(Κανονισμός 4055/86 του Συμβουλίου, άρθρο 5)
Περίληψη
Αποτελεί μελλοντική συμφωνία περί καταμερισμού φορτίων, υπό την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 4055/86 για την εφαρμογή της αρχής της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στον τομέα των θαλασσίων μεταφορών μεταξύ κρατών μελών και μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών, η σχετική με τις θαλάσσιες μεταφορές συμφωνία μεταξύ κράτους μέλους και τρίτης χώρας η οποία, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις, τέθηκε σε ισχύ μόνο μετά την 1η Ιανουαρίου 1987, ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του εν λόγω κανονισμού, και η οποία περιέχει διακανονισμούς για καταμερισμό φορτίων μεταξύ των συμβαλλομένων μερών. Εφόσον οι διακανονισμοί αυτοί δεν επιτράπηκαν βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 4055/86, είναι αντίθετοι με τη διάταξη αυτή.
Διάδικοι
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-176/97 και C-177/97,
Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τον Frank Benyon, νομικό σύμβουλο, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gσmez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγoυσα,
κατά
Βασιλείου του Βελγίου, εκπροσωπουμένου από τον Jan Devadder, γενικό σύμβουλο του Υπουργείου Εξωτερικών, Εξωτερικού Εμπορίου και Συνεργασίας για την Ανάπτυξη, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία του Βελγίου, 4, rue des Girondins,
και
Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, εκπροσωπουμένου από τον Nicolas Schmit, διευθυντή διεθνών οικονομικών σχέσεων και συνεργασίας στο Υπουργείο Εξωτερικών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο το ίδιο υπουργείο, 5, rue Notre-Dame,
καθών,
που έχει ως αντικείμενο να διαπιστωθεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου (υπόθεση C-176/97) και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου (υπόθεση C-177/97), εισάγοντας και διατηρώντας σε ισχύ διακανονισμούς για καταμερισμό φορτίων στη σχετική με θαλάσσιες μεταφορές συμφωνία μεταξύ της Oικονομικής Eνώσεως Βελγίου-Λουξεμβούργου και της Μαλαισίας που επικυρώθηκε από το Βασίλειο του Βελγίου επ' ονόματί του και επ' ονόματι του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου και τέθηκε σε ισχύ μετά την 1η Ιανουαρίου 1987, παρέβησαν τις υποχρεώσεις που υπέχουν από το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 4055/86 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1986, για την εφαρμογή της αρχής της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στον τομέα των θαλασσίων μεταφορών μεταξύ κρατών μελών και μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών (ΕΕ L 378, σ. 1),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. Gulmann, πρόεδρο τμήματος, M. Wathelet, J. C. Moitinho de Almeida, D. A. O. Edward (εισηγητή) και L. Sevσn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: A. La Pergola,
γραμματέας: H. A. Rόhl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 29ης Ιανουαρίου 1998,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 5ης Μαρτίου 1998,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφα που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 5 Μαου 1997, η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων άσκησε δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ δύο προσφυγές με αντικείμενο να διαπιστωθεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου (υπόθεση C-176/97) και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου (υπόθεση C-177/97), εισάγοντας και διατηρώντας σε ισχύ διακανονισμούς για καταμερισμό φορτίων στη σχετική με θαλάσσιες μεταφορές συμφωνία μεταξύ της Οικονομικής Ενώσεως Βελγίου-Λουξεμβούργου και της Μαλαισίας που επικυρώθηκε από το Βασίλειο του Βελγίου τόσο επ' ονόματί του όσο και επ' ονόματι του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου και τέθηκε σε ισχύ μετά την 1η Ιανουαρίου 1987, παρέβησαν τις υποχρεώσεις που υπέχουν από το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 4055/86 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1986, για την εφαρμογή της αρχής της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στον τομέα των θαλασσίων μεταφορών μεταξύ κρατών μελών και μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών (ΕΕ L 378, σ. 1, στο εξής: κανονισμός).
Επί του νομικού πλαισίου
2 Το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού ορίζει:
«Οι διακανονισμοί για καταμερισμό φορτίων σε οποιαδήποτε μελλοντική συμφωνία με τρίτες χώρες απαγορεύονται, εκτός εξαιρετικών περιπτώσεων όπου οι κοινοτικές ναυτιλιακές εταιρίες τακτικών γραμμών δεν θα είχαν, σε αντίθετη περίπτωση, πραγματική δυνατότητα συμμετοχής στις μεταφορές προς και από τη συγκεκριμένη τρίτη χώρα. Υπό τις συνθήκες αυτές, είναι δυνατό να επιτραπεί η σύναψη τέτοιου διακανονισμού σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6.»
3 To άρθρο 6 του ίδιου κανονισμού ορίζει:
«1. Όταν οι υπήκοοι ή οι ναυτιλιακές εταιρίες κράτους μέλους, όπως ορίζονται στο άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, αντιμετωπίζουν ή διατρέχουν κίνδυνο να αντιμετωπίσουν κατάσταση κατά την οποία δεν θα έχουν πραγματική δυνατότητα να συμμετάσχουν στις μεταφορές προς και από συγκεκριμένη τρίτη χώρα, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος ενημερώνει το ταχύτερο δυνατόν τα άλλα κράτη μέλη και την Επιτροπή.
2. Το Συμβούλιο, προτάσει της Επιτροπής, αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία τα αναγκαία μέτρα, περιλαμβανομένης, στην περίπτωση του άρθρου 5, παράγραφος 1, και της διαπραγμάτευσης και σύναψης διακανονισμών για καταμερισμό φορτίων.
3. Εάν το Συμβούλιο δεν προβεί στις αναγκαίες ενέργειες εντός εξαμήνου από την ενημέρωσή του εκ μέρους ενός κράτους μέλους βάσει της παραγράφου 1, το εν λόγω κράτος μέλος δικαιούται να λάβει οποιοδήποτε κατάλληλο προσωρινό μέτρο για να διατηρήσει πραγματική δυνατότητα συμμετοχής στις μεταφορές βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 1.
4. Κάθε μέτρο λαμβανόμενο βάσει της παραγράφου 3 πρέπει να εναρμονίζεται προς το κοινοτικό δίκαιο και να επιτρέπει στους υπηκόους ή τις ναυτιλιακές εταιρίες της Κοινότητας, όπως ορίζονται στο άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, τη δίκαιη, ελεύθερη και χωρίς διακρίσεις πρόσβαση στα σχετικά μερίδια φορτίων.
5. Εθνικά μέτρα λαμβανόμενα βάσει της παραγράφου 3 κοινοποιούνται αμέσως στα κράτη μέλη και την Επιτροπή και εφαρμόζεται η διαδικασία διαβουλεύσεων της απόφασης 77/587/ΕΟΚ του Συμβουλίου.»
4 Σύμφωνα με το άρθρο του 12, ο κανονισμός αυτός τέθηκε σε ισχύ την επομένη της δημοσιεύσεώς του στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, δηλαδή την 1η Ιανουαρίου 1987.
5 Κατά το άρθρο 31, παράγραφος 1, της Συμβάσεως της 25ης Ιουλίου 1921 (στο εξής: Σύμβαση) περί ιδρύσεως Οικονομικής Ενώσεως Βελγίου-Λουξεμβούργου (στο εξής: ΟΕΒΛ), οι συμβάσεις και συμφωνίες περί τιμών και εμπορίου καθώς και οι σχετικές με το εξωτερικό εμπόριο διεθνείς συμφωνίες πληρωμών είναι κοινές και συνάπτονται από το Βασίλειο του Βελγίου επ' ονόματι της ΟΕΒΛ, επιφυλασσομένης της δυνατότητας της Κυβερνήσεως του Λουξεμβούργου να υπογράψει τις εν λόγω συμβάσεις ή συμφωνίες από κοινού με τη Βελγική Κυβέρνηση.
6 Στις 12 Φεβρουαρίου 1985, η ΟΕΒΛ και η Κυβέρνηση της Μαλαισίας υπέγραψαν στην Κουάλα-Λουμπούρ συμφωνία περί θαλασσίων μεταφορών (στο εξής: συμφωνία). Το προοίμιο της συμφωνίας αυτής αναφέρει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη είναι «η Κυβέρνηση του Βασιλείου του Βελγίου, τόσο επ' ονόματί της όσο και επ' ονόματι του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, (...) και η Κυβέρνηση της Μαλαισίας».
7 Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, της συμφωνίας,
«(...)
1. Υπό τον όρο "πλοία συμβαλλομένου μέρους" νοούνται τα εμπορικά πλοία που φέρουν τη σημαία της Μαλαισίας ή κράτους της Οικονομικής Ενώσεως Βελγίου-Λουξεμβούργου και έχουν νηολογηθεί εκεί.
Ωστόσο, στον όρο αυτόν δεν περιλαμβάνονται:
1) τα πλοία που βρίσκονται στην αποκλειστική υπηρεσία των ενόπλων δυνάμεων·
(...).»
8 Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της συμφωνίας προβλέπει:
«Επιτρέπεται στα πλοία συμβαλλομένου μέρους να διακινούνται μεταξύ των λιμένων των δύο χωρών που είναι ανοικτοί στο εξωτερικό εμπόριο και να παρέχουν υπηρεσίες μεταφοράς προσώπων και εμπορευμάτων (στο εξής: συμπεφωνημένες υπηρεσίες μεταξύ των δύο χωρών).»
9 Το άρθρο 3 της συμφωνίας ορίζει:
«Πλην αντιθέτου γνώμης ενός των συμβαλλομένων μερών, επιτρέπεται η παροχή των συμπεφωνημένων υπηρεσιών και από ναυλωμένα πλοία που φέρουν τη σημαία τρίτης χώρας αλλά των οποίων την εκμετάλλευση έχουν αναλάβει εθνικές ναυτιλιακές εταιρίες ενός των συμβαλλομένων μερών.»
10 Το άρθρο 16 της συμφωνίας έχει ως εξής:
«1. Τα συμβαλλόμενα μέρη εκφράζουν τη θέλησή τους να συνεργασθούν στον τομέα των θαλασσίων μεταφορών υπό το πνεύμα του Κώδικα συμπεριφοράς των ναυτιλιακών διασκέψεων που καταρτίστηκε στο πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών.
2. Οι εθνικές ναυτιλιακές εταιρίες των συμβαλλομένων μερών μπορούν να μετέχουν στις μεταφορές εμπορευμάτων και στις ναυτιλιακές συναλλαγές μεταξύ των συμβαλλομένων μερών σύμφωνα με τις αρχές της δίκαιης συμμετοχής στις μεταφορές και του αμοιβαίου οφέλους.
3. Όσον αφορά τη μεταφορά εμπορευμάτων διά θαλάσσης (τακτικές γραμμές), τα δυο μέρη έχουν ίσο δικαίωμα συμμετοχής στα φορτία που συνιστούν τις αμοιβαίες εξωτερικές συναλλαγές τους. Οι ναυτιλιακές εταιρίες τρίτων χωρών έχουν δικαίωμα να αποκτήσουν σημαντικό μερίδιο φορτίων σύμφωνα με τις αρχές του Κώδικα συμπεριφοράς των ναυτιλιακών διασκέψεων που καταρτίστηκε στο πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών.
4. Ο έλεγχος της κατανομής των εμπορευμάτων κατά τη φόρτωση και την εκφόρτωση στους λιμένες των δύο μερών θα ανατεθεί στις εθνικές τους ναυτιλιακές εταιρίες.»
11 Κατά το άρθρο 21, η συμφωνία τίθεται σε ισχύ την ημερομηνία κατά την οποία τα συμβαλλόμενα μέρη θα ανακοινώσουν διά της διπλωματικής οδού ότι έχουν πληρωθεί οι προϋποθέσεις τις οποίες τάσσουν, αντιστοίχως, τα Συντάγματά τους.
12 Στις 15 Ιουλίου 1987, το Βασίλειο του Βελγίου κοινοποίησε στις αρχές της Μαλαισίας τον νόμο της 29ης Ιουνίου 1987 περί επικυρώσεως της συμφωνίας.
Επί της διοικητικής διαδικασίας που προηγείται της ασκήσεως προσφυγής
13 Με έγγραφο της 23ης Ιουνίου 1992, η Επιτροπή πρότεινε στις βελγικές αρχές να προβούν σε αναπροσαρμογή της συμφωνίας, καθότι θεώρησε ότι τα άρθρα της 2, 3 και 16 περιέχουν ρήτρες καταμερισμού φορτίων που δεν είναι σύμφωνες με τις υποχρεώσεις που επιβάλλει ο κανονισμός.
14 Οι βελγικές αρχές ανέφεραν, με έγγραφο της 12ης Νοεμβρίου 1992, ότι συμφωνούν με την πρόταση αυτή. Με έγγραφο της 22ας Ιουλίου 1992, οι αρχές του Λουξεμβούργου γνωστοποίησαν στην Επιτροπή ότι συντάσσονται με την άποψη του Βασιλείου του Βελγίου όσον αφορά τις διμερείς τους συμφωνίες.
15 Με έγγραφο της 3ης Δεκεμβρίου 1992, η Επιτροπή υπενθύμισε τόσο στις αρχές του Βελγίου όσο και στις αρχές του Λουξεμβούργου τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από τον κανονισμό.
16 Με έγγραφο της 19ης Φεβρουαρίου 1993, οι βελγικές αρχές απάντησαν ότι συνεργάζονται με τις αρχές του Λουξεμβούργου για την αναπροσαρμογή της συμφωνίας.
17 Δεδομένου ότι η συμφωνία παρέμεινε αμετάβλητη, η Επιτροπή, στις 28 Μαρτίου 1994, κάλεσε με έγγραφα οχλήσεως, αντιστοίχως, το Βασίλειο του Βελγίου και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου να υποβάλουν εντός προθεσμίας δύο μηνών τις παρατηρήσεις τους σχετικά με την εκ μέρους τους παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τον κανονισμό. Με τα έγγραφα αυτά η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι, από τότε που η συμφωνία τέθηκε σε ισχύ, οι ρήτρες καταμερισμού φορτίων τις οποίες περιέχει παραβιάζουν την αρχή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, η οποία έχει εφαρμογή στον τομέα των θαλασσίων μεταφορών.
18 Με την απάντησή τους της 11ης Ιουλίου 1994, οι βελγικές αρχές ανέφεραν ότι έχουν προτείνει στις αρχές της Μαλαισίας τροποποιήσεις της συμφωνίας προκειμένου να καταστεί αυτή σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο.
19 Με έγγραφο της 15ης Ιουλίου 1994, οι αρχές του Λουξεμβούργου εξήγησαν ότι η υπόθεση εμπίπτει στο πεδίο δράσεως της ΟΕΒΛ και ότι η διευθέτησή της συνεπάγεται ενέργειες από κοινού με τον Βέλγο εταίρο τους, πράγμα που απαιτεί ορισμένο χρόνο. Ωστόσο, δεδομένου ότι δεν διέθεταν όλα τα στοιχεία του φακέλου, οι αρχές του Λουξεμβούργου ζήτησαν παράταση της προθεσμίας απαντήσεως στο έγγραφο οχλήσεως. Έτσι, η Επιτροπή τούς χορήγησε συμπληρωματική προθεσμία ενός μηνός.
20 Στη συνέχεια, με έγγραφο της 25ης Ιανουαρίου 1995, οι αρχές του Λουξεμβούργου υπενθύμισαν στην Επιτροπή ότι έχουν αποδυθεί σε ενέργειες από κοινού με τις βελγικές αρχές, ότι το Βασίλειο του Βελγίου ενεργεί επ' ονόματι του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου έναντι της Κυβερνήσεως της Μαλαισίας και ότι ο διάλογος με τη χώρα αυτή παραμένει ενεργός.
21 Με έγγραφο της 6ης Ιουλίου 1995, η Επιτροπή αντέταξε ότι, παρ' όλ' αυτά, το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου παραμένει υπεύθυνο για την ορθή εφαρμογή του κανονισμού.
22 Στις 21 Δεκεμβρίου 1995, δεδομένου ότι οι αρχές του Βελγίου και του Λουξεμβούργου εξακολουθούσαν να μην έχουν επιφέρει στη συμφωνία τις τροποποιήσεις που θεωρούσε αναγκαίες, η Επιτροπή διατύπωσε δύο αιτιολογημένες γνώμες, η μία από τις οποίες απευθύνθηκε στο Βασίλειο του Βελγίου και η άλλη στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, με τις οποίες επανέλαβε τις ίδιες σκέψεις που είχε εκθέσει στα έγγραφα οχλήσεως.
23 Με έγγραφο της 21ης Μαρτίου 1996, οι βελγικές αρχές απάντησαν στην αιτιολογημένη γνώμη ότι τα διάφορα διαβήματα στα οποία προέβησαν προς τις αρχές της Μαλαισίας δεν κατέληξαν σε θετικό αποτέλεσμα. Επιπλέον, ισχυρίστηκαν ότι, εφόσον τα συμβαλλόμενα μέρη τηρούν τη συμφωνία από την ημερομηνία που υπογράφτηκε, η συμφωνία, αντίθετα με τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, δεν αποτελεί «μελλοντική συμφωνία» υπό την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, του κανονισμού.
24 Με την απάντησή τους της 14ης Μαρτίου 1996, οι αρχές του Λουξεμβούργου διευκρίνισαν ότι το Βασίλειο του Βελγίου συνάπτει ναυτιλιακές συμφωνίες επ' ονόματι της ΟΕΒΛ και ότι, συνεπώς, κατά πάγια πρακτική, οι συμφωνίες αυτές δεν υποβάλλονται στη διαδικασία επικυρώσεως από το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου. Επιπλέον, παρατήρησαν ότι οι βελγικές αρχές κατέβαλαν προσπάθειες για την αναπροσαρμογή της συμφωνίας και παρέπεμψαν στα επιχειρήματα που προέβαλαν οι βελγικές αρχές ως προς το ζήτημα αν η συμφωνία αποτελεί «μελλοντική συμφωνία». Τέλος, ήγειραν το ζήτημα αν το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, σε αντιδιαστολή με την ΟΕΒΛ, έχει υποπέσει σε παράβαση.
25 Μη έχοντας λάβει καμία ανακοίνωση σχετικά με κάποια πραγματική τροποποίηση της συμφωνίας, η Επιτροπή άσκησε τις υπό κρίση προσφυγές λόγω παραβάσεως κράτους μέλους.
26 Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 13ης Νοεμβρίου 1997, διατάχθηκε η συνεκδίκαση των δύο υποθέσεων προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας και έκδοση κοινής αποφάσεως.
Επί των προσφυγών
27 Η Επιτροπή θεωρεί ότι, βάσει των άρθρων 2, 3 και 16 της συμφωνίας, μόνον οι εθνικές ναυτιλιακές εταιρίες των συμβαλλομένων μερών μπορούν να μετέχουν στις μεταφορές εμπορευμάτων και στις ναυτιλιακές συναλλαγές μεταξύ των κρατών αυτών, οπότε τα πλοία που εκμεταλλεύονται οι υπήκοοι των άλλων κρατών μελών αποκλείονται από τις μεταφορές αυτές.
28 Συνεπώς, η συμφωνία αυτή είναι αντίθετη προς το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού, το οποίο, πλην εξαιρετικών περιπτώσεων, απαγορεύει κάθε διακανονισμό για καταμερισμό φορτίων στις μελλοντικές συμφωνίες με τρίτες χώρες.
29 Η Επιτροπή προσθέτει ότι η περιεχόμενη στην ίδια διάταξη έννοια «μελλοντική συμφωνία» αφορά τις συμφωνίες που δεν δέσμευαν τα κράτη μέλη κατά την έναρξη ισχύος του κανονισμού, την 1η Ιανουαρίου 1987.
30 Περί αυτού πρόκειται όσον αφορά τη συμφωνία, δεδομένου ότι, κατά το άρθρο της 21, δεν μπορούσε να τεθεί σε ισχύ πριν πληρωθούν οι προϋποθέσεις που τάσσουν τα Συντάγματα των συμβαλλομένων μερών. Όμως, μόλις στις 15 Ιουλίου 1987 κοινοποιήθηκε στη Μαλαισία ο βελγικός νόμος περί επικυρώσεως της συμφωνίας αυτής.
31 Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι, εν προκειμένω, ουδεμία αίτηση υποβλήθηκε στο Συμβούλιο βάσει των άρθρων 5, παράγραφος 1, και 6 που να παρέχει στο θεσμικό αυτό όργανο τη δυνατότητα να επιτρέψει τέτοιους διακανονισμούς σε «εξαιρετικές περιπτώσεις».
32 Τέλος, κατά την Επιτροπή, το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου αποτελεί επίσης μέρος της συμφωνίας αυτής, καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο 31, παράγραφος 1, της Συμβάσεως, εκπροσωπήθηκε από το Βασίλειο του Βελγίου κατά τη σύναψη και την επικύρωση της συμφωνίας.
33 Το Βασίλειο του Βελγίου ομολογεί ότι η συμφωνία πρέπει να χαρακτηριστεί ως μελλοντική υπό την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, του κανονισμού και ότι οι διατάξεις της πρέπει να τροποποιηθούν για να καταστούν σύμφωνες με τις διατάξεις του κανονισμού που αφορούν τους διακανονισμούς για καταμερισμό φορτίων.
34 Το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου ομολογεί ότι είναι μέρος της συμφωνίας και, κατά τα λοιπά, συντάσσεται με την άποψη του Βασιλείου του Βελγίου.
35 Πρέπει να επισημανθεί, πρώτον, ότι, εφόσον ο βελγικός νόμος περί επικυρώσεως της συμφωνίας κοινοποιήθηκε στις αρχές της Μαλαισίας μόλις τον Ιούλιο του 1987, η συμφωνία αυτή, σύμφωνα με το άρθρο της 21, τέθηκε σε ισχύ μετά την 1η Ιανουαρίου 1987, ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του κανονισμού. Συνεπώς, αποτελεί «μελλοντική συμφωνία» υπό την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, του κανονισμού.
36 Δεύτερον, όπως ομολόγησαν οι καθών κυβερνήσεις, η συμφωνία αυτή, η οποία δεσμεύει τόσο το Βασίλειο του Βελγίου όσο και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, περιέχει, στα άρθρα 2, 3 και 16, διακανονισμούς για καταμερισμό φορτίων, οι οποίοι, εφόσον δεν επιτράπηκαν βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 1, του κανονισμού, είναι αντίθετοι προς την τελευταία αυτή διάταξη.
37 Συνεπώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Βασίλειο του Βελγίου και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, εισάγοντας και διατηρώντας σε ισχύ διακανονισμούς για καταμερισμό φορτίων στη σχετική με θαλάσσιες μεταφορές συμφωνία μεταξύ της ΟΕΒΛ και της Μαλαισίας που επικυρώθηκε από το Βασίλειο του Βελγίου τόσο επ' ονόματί του όσο και επ' ονόματι του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου και τέθηκε σε ισχύ μετά την 1η Ιανουαρίου 1987, παρέβησαν τις υποχρεώσεις που υπέχουν από το άρθρο 5 του κανονισμού.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
38 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι το Βασίλειο του Βελγίου και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου ηττήθηκαν και η Επιτροπή υπέβαλε σχετικό αίτημα, πρέπει τα κράτη αυτά να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Το Βασίλειο του Βελγίου και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, εισάγοντας και διατηρώντας σε ισχύ διακανονισμούς για καταμερισμό φορτίων στη σχετική με θαλάσσιες μεταφορές συμφωνία μεταξύ της Οικονομικής Ενώσεως Βελγίου-Λουξεμβούργου και της Μαλαισίας που επικυρώθηκε από το Βασίλειο του Βελγίου τόσο επ' ονόματί του όσο και επ' ονόματι του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου και τέθηκε σε ισχύ μετά την 1η Ιανουαρίου 1987, παρέβησαν τις υποχρεώσεις που υπέχουν από το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 4055/86 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1986, για την εφαρμογή της αρχής της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στον τομέα των θαλασσίων μεταφορών μεταξύ κρατών μελών και μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών.
2) Καταδικάζει το Βασίλειο του Βελγίου και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy