Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 Περιβάλλον - Ρύπανση των υδάτων - Οδηγία 76/464 - Υποχρέωση καταρτίσεως ειδικών προγραμμάτων για τη μείωση της ρυπάνσεως που προκαλείται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες - Περιεχόμενο - Ανάγκη καταρτίσεως προγραμμάτων και ποιοτικών στόχων
(Οδηγία 76/464 του Συμβουλίου, άρθρα 6 και 7, και παράρτημα, κατάλογοι Ι και ΙΙ)
2 Περιβάλλον - Ρύπανση των υδάτων - Οδηγία 76/464 - Υποχρέωση καταρτίσεως ειδικών προγραμμάτων για τη μείωση της ρυπάνσεως που προκαλείται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες - Έννοια του προγράμματος
(Οδηγία 76/464 του Συμβουλίου, άρθρο 7)
3 Περιβάλλον - Ρύπανση των υδάτων - Οδηγία 76/464 - Υποχρέωση καταρτίσεως ειδικών προγραμμάτων για τη μείωση της ρυπάνσεως που προκαλείται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες - Ύδατα που έχουν επηρεαστεί - Έννοια
(Οδηγία 76/464 του Συμβουλίου, άρθρο 7 § 1)
Περίληψη
1 Οι ουσίες που εμπίπτουν στον κατάλογο Ι της οδηγίας 76/464, περί ρυπάνσεως που προκαλείται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες που εκχέονται στο υδάτινο περιβάλλον της Κοινότητας, για τις οποίες το Συμβούλιο δεν έχει ακόμη καθορίσει οριακές τιμές αποβολής, όπως προβλέπει το άρθρο 6 της οδηγίας, πρέπει να θεωρηθούν προσωρινά ως ουσίες εμπίπτουσες στον κατάλογο ΙΙ, το σύστημα των οποίων προβλέπεται στο άρθρο 7 της οδηγίας. Η διάταξη αυτή απαιτεί από τα κράτη μέλη, μεταξύ άλλων, να καταρτίζουν προγράμματα που περιλαμβάνουν ποιοτικούς στόχους για τα ύδατα, αφενός, και που υποβάλλουν κάθε απόρριψη ουσιών που εμπίπτουν στον κατάλογο ΙΙ σε προηγούμενη άδεια καθορίζουσα τις προδιαγραφές αποβολής που υπολογίζονται σε σχέση με τους εν λόγω ποιοτικούς στόχους, αφετέρου.
Επομένως, ο καθορισμός εκ μέρους ενός κράτους μέλους οριακών τιμών αποβολής για τις ουσίες που εμπίπτουν στον κατάλογο ΙΙ δεν επαρκεί, καθαυτός, για να απαλλάξει αυτό το κράτος μέλος από την κατάρτιση των προβλεπομένων στο άρθρο 7 της οδηγίας προγραμμάτων.
Η μη κατάρτιση προγραμμάτων εκ μέρους κράτους μέλους μπορεί να παρακωλύσει τον συγκριτικό έλεγχο των διαφόρων συστημάτων προστασίας των υδάτων στα κράτη μέλη για τον συντονισμό τους και, ως εκ τούτου, να εμποδίσει την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας.
Όσον αφορά την ανάγκη συμμορφώσεως προς ποιοτικούς στόχους, μολονότι το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας επιτάσσει στο Συμβούλιο τον καθορισμό ποιοτικών στόχων για τις ουσίες που εμπίπτουν στον κατάλογο Ι, το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας επιβάλλει την ίδια υποχρέωση στα κράτη μέλη για τις ουσίες που εμπίπτουν στον κατάλογο ΙΙ. Επομένως, ο κοινοτικός νομοθέτης προσδίδει ιδιαίτερη σημασία στον καθορισμό των ποιοτικών στόχων για το σύνολο των ουσιών που αφορά η οδηγία.
Λαμβανομένης όμως υπόψη της αναγκαιότητας καταρτίσεως προγραμμάτων και καθορισμού ποιοτικών στόχων, το γεγονός ότι το επιδιωκόμενο με την οδηγία αποτέλεσμα έχει ενδεχομένως επιτευχθεί με τη βελτίωση της ποιότητας των υδάτων δεν απαλλάσσει το κράτος μέλος από την υποχρέωσή του να λάβει τα προβλεπόμενα στο άρθρο 7 της οδηγίας μέτρα.
2 Τα προγράμματα που πρέπει να καταρτίζουν τα κράτη μέλη, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 7 της οδηγίας 76/464, πρέπει να είναι ειδικά, δηλαδή πρέπει να έχουν πληρότητα και συνοχή και να αποτελούν συγκεκριμένο και διαρθρωμένο σχεδιασμό, καλύπτοντα το σύνολο της εθνικής επικρατείας και αφορώντα τη μείωση της ρυπάνσεως που προκαλούν όλες οι ουσίες του καταλόγου ΙΙ, οι οποίες συντελούν στη ρύπανση ενόψει της καταστάσεως που επικρατεί εντός εκάστου κράτους μέλους, σε σχέση με τους καθοριζομένους στα ίδια αυτά προγράμματα ποιοτικούς στόχους των υδάτων όπου αποβάλλονται οι εν λόγω ουσίες.
Συνεπώς, ούτε η γενική κανονιστική ρύθμιση ούτε τα συγκεκριμένα μέτρα που λαμβάνει κράτος μέλος, τα οποία, μολονότι συνεπάγονται ευρεία κατηγορία προτύπων με σκοπό την προστασία των υδάτων, δεν καθορίζουν εντούτοις ποιοτικούς στόχους σχετικά με τον τάδε ή δείνα ποταμό ή υδάτινη ζώνη, μπορούν να θεωρηθούν ως πρόγραμμα υπό την έννοια του άρθρου 7 της οδηγίας.
3 Επειδή τα προβλεπόμενα στο άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/464 προγράμματα έχουν ως σκοπό τη μείωση της ρυπάνσεως των υδάτων, η υποχρέωση καταρτίσεως τέτοιων προγραμμάτων καταλαμβάνει συνεπώς τα ύδατα που επηρεάζονται από απορρίψεις ουσιών ή ενεργείας, που εμπίπτουν στον ορισμό του όρου «ρύπανση» του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο εε, της οδηγίας.
Επομένως, η οδηγία δεν εξαρτά την υποχρέωση των κρατών μελών να καταρτίζουν προγράμματα περιλαμβάνοντα ποιοτικούς στόχους από τη διαπίστωση πραγματικής ρυπάνσεως των υδάτων από τις ουσίες του καταλόγου ΙΙ, το σύστημα των οποίων καθορίζεται στο άρθρο 7 της οδηγίας, αλλά από την ύπαρξη απορρίψεων των ουσιών αυτών στο υδάτινο περιβάλλον.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-184/97,
Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον G. zur Hausen, νομικό σύμβουλο, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον C. Gσmez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπουμένης από τους E. Rφder, Ministerialrat στο Oμοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομίας, και C.-D. Quassowski, Regierungsdirektor στο ίδιο υπουργείο, Postfach 13 08, D - 53003 Βόννη,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, παραλείποντας να καταρτίσει, σύμφωνα με το άρθρο 7 της οδηγίας 76/464/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 4ης Μαου 1976, περί ρυπάνσεως που προκαλείται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες που εκχέονται στο υδάτινο περιβάλλον της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 138), προγράμματα περιέχοντα ποιοτικούς στόχους για τη μείωση της ρυπάνσεως από τις ουσίες του καταλόγου ΙΙ του παραρτήματος της εν λόγω οδηγίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους R. Schintgen, πρόεδρο του δευτέρου τμήματος, προεδρεύοντα του έκτου τμήματος (εισηγητή), G. Hirsch και H. Ragnemalm, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: D. Louterman-Hubeau, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 6ης Μαου 1999,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 10ης Ιουνίου 1999,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 9 Μαου 1997, η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 226 ΕΚ), προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, παραλείποντας να καταρτίσει, σύμφωνα με το άρθρο 7 της οδηγίας 76/464/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 4ης Μαου 1976, περί ρυπάνσεως που προκαλείται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες που εκχέονται στο υδάτινο περιβάλλον της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 138, στο εξής: οδηγία), προγράμματα περιέχοντα ποιοτικούς στόχους για τη μείωση της ρυπάνσεως από τις ουσίες του καταλόγου ΙΙ του παραρτήματος της εν λόγω οδηγίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ.
Η οδηγία
2 Σύμφωνα με την πρώτη αιτιολογική σκέψη της, η οδηγία έχει ως αντικείμενο την προστασία του υδάτινου περιβάλλοντος της Κοινότητας από τη ρύπανση, ιδίως αυτή που προκαλείται από ορισμένες ανθεκτικές τοξικές και βιοσυσσωρεύσιμες ουσίες, οι οικογένειες και οι ομάδες των οποίων απαριθμούνται στο παράρτημά της.
3 Προς τούτο, η οδηγία διακρίνει μεταξύ δύο κατηγοριών επικινδύνων ουσιών, οι οποίες περιλαμβάνονται αντιστοίχως στον κατάλογο Ι και στον κατάλογο ΙΙ του εν λόγω παραρτήματος.
4 Ο κατάλογος Ι περιλαμβάνει ορισμένες μεμονωμένες ουσίες, επιλεγείσες κυρίως βάσει της τοξικότητάς τους, της ανθεκτικότητάς τους στο περιβάλλον και της βιοσυσσωρεύσεώς τους, που αποτελούν μέρος των οικογενειών και ομάδων ουσιών που απαριθμούνται στον εν λόγω κατάλογο.
5 Από τα άρθρα 2 και 3 της οδηγίας προκύπτει ότι το σύστημα των ουσιών που εμπίπτουν στον κατάλογο Ι σκοπεί την εξάλειψη της ρυπάνσεως των υδάτων από τις ουσίες αυτές, των οποίων κάθε απόρριψη πρέπει να υπόκειται σε προηγούμενη άδεια καθορίζουσα, ενδεχομένως, τις προδιαγραφές αποβολής των ουσιών αυτών και χορηγούμενη από την αρμόδια αρχή του ενδιαφερομένου κράτους μέλους.
6 Για τις ίδιες αυτές ουσίες, το άρθρο 6, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας προβλέπει ότι οι οριακές τιμές που δεν πρέπει να υπερβαίνουν οι προδιαγραφές αποβολής, καθώς και οι ποιοτικοί στόχοι που καθορίζονται ιδίως βάσει της τοξικότητας, της ανθεκτικότητας στο περιβάλλον και της συσσωρεύσεως των εν λόγω ουσιών στους ζώντες οργανισμούς και στα ιζήματα, θεσπίζονται από το Συμβούλιο μετά από πρόταση της Επιτροπής.
7 Ο κατάλογος ΙΙ περιλαμβάνει, σύμφωνα με το πρώτο σημείο του, τις ουσίες που αποτελούν μέρος των οικογενειών και ομάδων ουσιών που απαριθμούνται στον κατάλογο Ι, για τις οποίες όμως οι οριακές τιμές αποβολής του άρθρου 6 της οδηγίας δεν έχουν ακόμη καθοριστεί από το Συμβούλιο. Επί του παρόντος, οι ουσίες αυτές αποτελούν μέρος του καταλόγου ΙΙ, πρώτο σημείο, ενώ 99 ουσίες εμπίπτουν στον κατάλογο Ι.
8 Περαιτέρω, ο κατάλογος IΙ περιλαμβάνει, σύμφωνα με το δεύτερο σημείο του, ορισμένες ουσίες των οποίων οι βλαβερές συνέπειες στο υδάτινο περιβάλλον μπορούν να περιοριστούν σε ορισμένη ζώνη και εξαρτώνται από τα χαρακτηριστικά των υδάτων υποδοχής και από την τοποθεσία τους.
9 Το σύστημα των ουσιών που εμπίπτουν στον κατάλογο ΙΙ σκοπεί, σύμφωνα με το άρθρο 2 της οδηγίας, στη μείωση της ρυπάνσεως των υδάτων από τις ουσίες αυτές μέσω καταλλήλων μέτρων που πρέπει να λάβουν τα κράτη μέλη.
10 Τα μέτρα αυτά διευκρινίζονται στο άρθρο 7 της οδηγίας το οποίο ορίζει:
«1. Για τη μείωση της ρυπάνσεως των υδάτων, που προβλέπονται στο άρθρο 1, από τις ουσίες του καταλόγου ΙΙ, τα κράτη μέλη καταρτίζουν προγράμματα για την πραγματοποίηση των οποίων εφαρμόζουν ιδίως τα μέσα που προβλέπονται στις παραγράφους 2 και 3.
2. Για όλες τις απορρίψεις που πραγματοποιούνται στα ύδατα του προβλέπονται στο άρθρο 1, οι οποίες δύνανται να περιέχουν ουσίες του καταλόγου ΙΙ, απαιτείται προηγουμένη άδεια της αρμοδίας αρχής του ενδιαφερομένου κράτους μέλους, που καθορίζει τα πρότυπα αποβολής. Τα πρότυπα αυτά βασίζονται στους ποιοτικούς στόχους που καθορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 3.
3. Τα προγράμματα που προβλέπονται στην παράγραφο 1 περιλαμβάνουν ποιοτικούς στόχους για τα ύδατα, οι οποίοι θεσπίζονται σύμφωνα με τις τυχόν οδηγίες του Συμβουλίου.
4. Τα προγράμματα δύνανται επίσης να περιλαμβάνουν ειδικές διατάξεις για τη σύνθεση και τη χρήση ουσιών ή ομάδων ουσιών καθώς και προϋόντων, λαμβάνουν δε υπόψη τις τελευταίες οικονομικώς εφικτές τεχνικές εξελίξεις.
5. Τα προγράμματα θέτουν τα χρονικά όρια πραγματοποιήσεώς τους.
6. Τα προγράμματα και τα αποτελέσματα της εφαρμογής τους ανακοινώνονται περιληπτικώς στην Επιτροπή.
7. Η Επιτροπή, μαζί με τα κράτη μέλη, οργανώνει συστηματικούς συγκριτικούς ελέγχους των προγραμμάτων για την εξασφάλιση επαρκούς συντονισμού κατά την πραγματοποίησή τους. Αν η Επιτροπή το κρίνει αναγκαίο, υποβάλλει για τον σκοπό αυτό στο Συμβούλιο προτάσεις επί του θέματος.»
11 Σύμφωνα με το άρθρο 10 της οδηγίας: «Ένα ή περισσότερα κράτη μέλη δύνανται να λάβουν, κατά περίπτωση, από κοινού ή μεμονωμένα, μέτρα αυστηρότερα από αυτά που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία.»
12 Το άρθρο 12 της οδηγίας ορίζει:
«1. Το Συμβούλιο αποφαίνεται με ομοφωνία εντός εννέα μηνών επί κάθε προτάσεως της Επιτροπής που υπεβλήθη κατ' εφαρμογή του άρθρου 6 (...).
(...)
2. Η Επιτροπή διαβιβάζει, αν είναι δυνατόν εντός προθεσμίας 27 μηνών από της κοινοποιήσεως της παρούσας οδηγίας, τις πρώτες προτάσεις που υπεβλήθησαν σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 7. Το Συμβούλιο αποφαίνεται με ομοφωνία εντός προθεσμίας εννέα μηνών.»
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
13 Η Επιτροπή εκθέτει ότι, με έγγραφο της 4ης Απριλίου 1990, ζήτησε από τη Γερμανική Κυβέρνηση να της διαβιβάσει πληροφορίες για τις ουσίες που απορρίπτονται στο υδάτινο περιβάλλον, τους ποιοτικούς στόχους για τα διάφορα υδάτινα περιβάλλοντα που καθορίζονται με τις άδειες περί απορρίψεως και, ενδεχομένως, τους λόγους που εξηγούν την έλλειψη ποιοτικών στόχων καθώς και χρονοδιάγραμμα για τον καθορισμό τους.
14 Οι γερμανικές αρχές απάντησαν στις 21 Σεπτεμβρίου 1990 ότι, σύμφωνα με το άρθρο 10 της οδηγίας, έχουν θεσπίσει αυστηρότερα μέτρα από τα προβλεπόμενα στο άρθρο 7 της οδηγίας καθόσον, δυνάμει του Wasserhaushaltsgesetz (νόμου περί του καθεστώτος που διέπει τα ύδατα, στο εξής: WHG), όλες οι απορρίψεις λυμάτων στο υδάτινο περιβάλλον υπόκεινται σε διοικητική άδεια. Περαιτέρω, οι διοικητικές διατάξεις που θεσπίστηκαν συναφώς καθορίζουν τις ελάχιστες προϋποθέσεις σε σχέση με τις τεχνικές εξελίξεις, χωρίς να διακρίνουν μεταξύ των ουσιών που εμπίπτουν στον κατάλογο Ι και των ουσιών που εμπίπτουν στον κατάλογο ΙΙ και ανεξαρτήτως της καταστάσεως του υδάτινου περιβάλλοντος. Εξάλλου, οι γερμανικές αρχές έχουν θεσπίσει κανονιστικές ρυθμίσεις ανά τομέα και εφαρμόζουν παραμέτρους που επαναλαμβάνουν κατά τα ουσιώδη τις ομάδες ουσιών που απαριθμούνται στην οδηγία.
15 Η Επιτροπή, θεωρώντας ότι η απάντηση αυτή είναι ανεπαρκής ενόψει των απαιτήσεων της οδηγίας, με έγγραφο της 4ης Φεβρουαρίου 1992, όχλησε, σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 169 της Συνθήκης διαδικασία, τη Γερμανική Κυβέρνηση να της υποβάλει τις παρατηρήσεις της σχετικά με την κατάρτιση και εφαρμογή των προγραμμάτων καθώς και τον καθορισμό των ποιοτικών στόχων του άρθρου 7 της οδηγίας εντός δύο μηνών.
16 Με την απάντηση της 25ης Αυγούστου 1992, η Γερμανική Κυβέρνηση αμφισβήτησε την αναγκαιότητα καταρτίσεως προγραμμάτων και καθορισμού ποιοτικών στόχων ισχυριζόμενη εκ νέου ότι ο WHG θεσπίζει προϋποθέσεις αυστηρότερες των προβλεπομένων στην οδηγία για τον λόγο ότι, καταρχάς, οι παράμετροι που χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό των ελαχίστων απαιτήσεων καλύπτουν όλες τις ουσίες, στη συνέχεια, η εξέταση των υδάτων απέδειξε ότι δεν υπάρχει ρύπανση του υδάτινου περιβάλλοντος στη Γερμανία και, τέλος, οι αρμόδιες αρχές των ομοσπόνδων κρατών, βάσει των σχεδίων διαχειρίσεων, ή η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση, δυνάμει των διοικητικών διατάξεων που εκδόθηκαν βάσει του άρθρου 7a του WHG, μπορούν να θεσπίζουν απαιτήσεις υψηλότερες από τις τεχνικές εξελίξεις, όπως περιορισμούς στην παραγωγή ή απαγορεύσεις απορρίψεως.
17 Η Επιτροπή, κρίνοντας ότι οι διευκρινίσεις των γερμανικών αρχών δεν ήσαν πειστικές, απηύθυνε στις 22 Ιουνίου 1994 στη Γερμανική Κυβέρνηση αιτιολογημένη γνώμη με την οποία κατέληγε ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν είχε μεταφέρει το άρθρο 7 της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη. Συνεπώς, η Επιτροπή καλούσε το κράτος αυτός να λάβει, εντός δύο μηνών, τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την οδηγία.
18 Επειδή η απάντηση της Γερμανικής Κυβερνήσεως στην από 28 Οκτωβρίου 1994 αιτιολογημένη γνώμη δεν κρίθηκε ικανοποιητική, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή.
Επι του παραδεκτού
19 Η Γερμανική Κυβέρνηση προέβαλε ένσταση απαραδέκτου αντλούμενη από την παραβίαση εκ μέρους της Επιτροπής της αρχής της συλλογικότητας κατά την έκδοση της αιτιολογημένης γνώμης και εν συνεχεία κατά την άσκηση της προσφυγής.
20 Πάντως, λαμβανομένης υπόψη της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 29ης Σεπτεμβρίου 1998, C-191/95, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1998, σ. Ι-5449, σκέψεις 27 έως 51), η Γερμανική Κυβέρνηση, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, απέσυρε αυτή την ένσταση απαραδέκτου, οπότε παρέλκει η εξέτασή της.
Επί της ουσίας
21 Εκ προοιμίου, πρέπει να επισημανθεί ότι, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι το αντικείμενο της προσφυγής αφορά μόνον τις 99 ουσίες που εμπίπτουν επί του παρόντος στο πρώτο σημείο του καταλόγου ΙΙ του παραρτήματος της οδηγίας (στο εξής: επίδικες ουσίες). Επομένως, η προσαπτομένη παράβαση πρέπει να νοηθεί ως αφορώσα μόνον τις ουσίες αυτές και όχι αυτές που αναφέρονται στο δεύτερο σημείο του καταλόγου αυτού.
22 Η Επιτροπή προσάπτει στη Γερμανική Κυβέρνηση ότι, αντίθετα προς τις απαιτήσεις του άρθρου 7 της οδηγίας, δεν κατάρτισε προγράμματα περιλαμβάνοντα ποιοτικούς στόχους για τη μείωση της ρυπάνσεως των υδάτων από τις επίδικες ουσίες. Σύμφωνα με την Επιτροπή, τα μέτρα που επικαλείται η Γερμανική Κυβέρνηση, όπως οι χρησιμοποιηθείσες παράμετροι, τα σχέδια διαχειρίσεως και οι άλλες θεσπισθείσες διοικητικές διατάξεις, δεν συνιστούν προγράμματα υπό την έννοια του άρθρου 7 της οδηγίας. Η Επιτροπή προσθέτει ότι, εν πάση περιπτώσει, τα μέτρα αυτά δεν μπορούν να μειώσουν τη ρύπανση των υδάτων από ουσίες προερχόμενες από διάσπαρτες πηγές.
23 Η Γερμανική Κυβέρνηση, αμφισβητώντας το βάσιμο της προφυγής, προβάλλει τρεις λόγους αντλούμενους αντιστοίχως από τη δυνατότητα των κρατών μελών να θεσπίζουν, σύμφωνα με το άρθρο 10 της οδηγίας, αυστηρότερα μέτρα, από την προβαλλόμενη παράλειψη της Επιτροπής, η οποία δεν πρότεινε στο Συμβούλιο οριακές τιμές αποβολής για τις επίδικες ουσίες, και, επικουρικώς, από το γεγονός ότι, επειδή η γερμανική κανονιστική ρύθμιση για την προστασία των υδάτων έχει τουλάχιστον τα ίδια χαρακτηριστικά με τα προγράμματα που προβλέπονται στο άρθρο 7 της οδηγίας, διασφαλίζει την αποτελεσματική μεταφορά του άρθρου αυτού στο εσωτερικό δίκαιο, οπότε ο WHG συνιστά, κατ' ουσίαν, πρόγραμμα που πληροί τις απαιτήσεις αυτής της διατάξεως της οδηγίας.
Επί του πρώτου αμυντικού ισχυρισμού
24 Η Γερμανική Κυβέρνηση, επικαλούμενη το άρθρο 10 της οδηγίας, το οποίο επιτρέπει στα κράτη μέλη να λάβουν μέτρα αυστηρότερα από τα προβλεπόμενα με την οδηγία, ισχυρίζεται ότι θέσπισε πράγματι τέτοια μέτρα καθορίζοντας, βάσει του άρθρου 7a του WHG, για όλες τις ουσίες που εμπίπτουν στους καταλόγους I και II, οριακές τιμές αποβολής που εφαρμόζονται ομοιόμορφα. Έτσι, η απαιτούμενη στη Γερμανία διοικητική άδεια για κάθε απόρριψη των εν λόγω ουσιών στα ύδατα, ανεξαρτήτως του καταλόγου στον οποίο εμπίπτει η απορριπτόμενη ουσία, χορηγείται μόνον αν οι εν λόγω απορρίψεις διατηρούνται σε χαμηλό επίπεδο συνάδον προς τις οριακές τιμές αποβολής.
25 Συναφώς, πρέπει να διευκρινιστεί ότι δεν αμφισβητείται ότι η Γερμανική Κυβέρνηση προέβλεψε σύστημα προηγουμένης αδείας για τις απορρίψεις των επιδίκων ουσιών και καθόρισε προδιαγραφές αποβολής που συνίστανται σε οριακές τιμές. Επομένως, η Επιτροπή και η Γερμανική Κυβέρνηση διαφωνούν μόνον επί της αναγκαιότητας καταρτίσεως προγραμμάτων και καθορισμού ποιοτικών στόχων, παρά τα ήδη θεσπισθέντα από τις γερμανικές αρχές μέτρα.
26 Πρώτον, σύμφωνα με τη Γερμανική Κυβέρνηση, από την οικονομία της οδηγίας προκύπτει ότι, εφόσον έχουν τεθεί σε εφαρμογή οριακές τιμές αποβολής, η μέριμνα τηρήσεώς τους αρκεί για να διασφαλίζεται η πλήρης εφαρμογή της οδηγίας, η οποία στην περίπτωση αυτή δεν απαιτεί την κατάρτιση προγραμμάτων και τον καθορισμό ποιοτικών στόχων, που προβλέπονται στο άρθρο 7 της οδηγίας.
27 Όσον αφορά την ανάγκη καταρτίσεως προγραμμάτων για τις επίδικες ουσίες, υπενθυμίζεται ότι, μολονότι οι ουσίες αυτές εμπίπτουν στον κατάλογο Ι, το Συμβούλιο δεν έχει ακόμη καθορίσει οριακές τιμές αποβολής, όπως προβλέπει το άρθρο 6 της οδηγίας. Επομένως, οι ουσίες αυτές μπορούν να θεωρηθούν προσωρινά ως ουσίες εμπίπτουσες στον κατάλογο ΙΙ, το σύστημα των οποίων προβλέπεται στο άρθρο 7 της οδηγίας (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 1999, C-207/97, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1999, σ. Ι-275, σκέψεις 34 και 35).
28 Η διάταξη αυτή απαιτεί από τα κράτη μέλη, μεταξύ άλλων, να καταρτίζουν προγράμματα που περιλαμβάνουν ποιοτικούς στόχους για τα ύδατα, αφενός, και που υποβάλλουν κάθε απόρριψη ουσιών που εμπίπτουν στον κατάλογο ΙΙ σε προηγούμενη άδεια καθορίζουσα τις προδιαγραφές αποβολής που υπολογίζονται σε σχέση με τους εν λόγω ποιοτικούς στόχους, αφετέρου.
29 Επομένως, ο καθορισμός εκ μέρους ενός κράτους μέλους οριακών τιμών αποβολής για τις ουσίες που εμπίπτουν στον κατάλογο ΙΙ δεν επαρκεί, καθαυτός, για να απαλλάξει αυτό το κράτος μέλος από την κατάρτιση των προβλεπομένων στο άρθρο 7 της οδηγίας προγραμμάτων.
30 Εξάλλου, αντίθετα προς αυτά που ισχυρίζεται η Γερμανική Κυβέρνηση, τα προγράμματα αυτά είναι αναγκαία, διότι, στις περιπτώσεις όπου το Συμβούλιο δεν έχει καθορίσει, για τις εμπίπτουσες στον κατάλογο Ι ουσίες, οριακές τιμές αποβολής, συνιστούν το μόνο μέσο εξακριβώσεως της λήψεως από τα κράτη μέλη μέτρων κατά της ρυπάνσεως των υδάτων κατ' εφαρμογή της οδηγίας.
31 Πράγματι, αφού τα προγράμματα αυτά και τα αποτελέσματα της εφαρμογής τους ανακοινωθούν περιληπτικώς στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 6, της οδηγίας, η Επιτροπή οργανώνει συστηματικά μαζί με τα κράτη μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 7, της οδηγίας, συγκριτικούς ελέγχους των προγραμμάτων για να εξασφαλίσει επαρκή συντονισμό κατά την πραγματοποίησή τους και, ενδεχομένως, για να υποβάλει στο Συμβούλιο προτάσεις επί των οποίων το Συμβούλιο αποφαίνεται δυνάμει του άρθρου 12, παράγραφος 2, της οδηγίας.
32 Επομένως, η μη κατάρτιση προγραμμάτων εκ μέρους κράτους μέλους μπορεί να παρακωλύσει τον συγκριτικό έλεγχο των διαφόρων συστημάτων προστασίας των υδάτων στα κράτη μέλη για τον συντονισμό τους και, ως εκ τούτου, να εμποδίσει την πλήρη εφαρμογή των άρθρων 7, παράγραφος 7, και 12, παράγραφος 2, της οδηγίας.
33 Ειδικότερα, προκειμένου για την ανάγκη τηρήσεως των ποιοτικών στόχων, η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η θέση σε εφαρμογή, μέσω καθορισμού οριακών τιμών αποβολής, ενός συστήματος προστασίας αντιστοιχούντος στο σύστημα που προβλέπεται στο άρθρο 6 της οδηγίας την απαλλάσσει από τον καθορισμό τέτοιων στόχων.
34 Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Μολονότι το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας επιτάσσει στο Συμβούλιο τον καθορισμό ποιοτικών στόχων για τις ουσίες που εμπίπτουν στον κατάλογο Ι, το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας επιβάλλει την ίδια υποχρέωση στα κράτη μέλη για τις ουσίες που εμπίπτουν στον κατάλογο ΙΙ. Επομένως, ο κοινοτικός νομοθέτης προσδίδει ιδιαίτερη σημασία στον καθορισμό των ποιοτικών στόχων για το σύνολο των ουσιών που αφορά η οδηγία.
35 Η αναγνωριζόμενη στους ποιοτικούς στόχους σημασία επιρρωννύεται περαιτέρω από το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας, σύμφωνα με το οποίο «οι οριακές τιμές που καθορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο Ι εφαρμόζονται, εξαιρέσει των περιπτώσεων που το κράτος μέλος δύναται να αποδείξει στην Επιτροπή, σύμφωνα με διαδικασία ελέγχου που ορίζεται από το Συμβούλιο με πρόταση της Επιτροπής, ότι οι ποιοτικοί στόχοι που καθορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 2, ή ακόμη αυστηρότεροι κοινοτικοί ποιοτικοί στόχοι, επετεύχθησαν και διαφυλάσσονται συνεχώς με τη δράση, που αναπτύσσει μεταξύ των άλλων το εν λόγω κράτος μέλος σε όλη τη γεωγραφική περιοχή που μπορεί να προσβληθεί από τις αποβολές». Πράγματι, από τη διάταξη αυτή προκύπτει, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στην παράγραφο 41 των προτάσεών του, ότι, μολονότι μπορεί να επιτραπεί παρέκκλιση όσον αφορά την τήρηση των οριακών τιμών, η παρέκκλιση αυτή δεν μπορεί να επιτραπεί όσον αφορά την τήρηση των ποιοτικών στόχων.
36 Πρέπει να προστεθεί, όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή, ότι τα προγράμματα που περιλαμβάνουν ποιοτικούς στόχους είναι επίσης αναγκαία για να καλύψουν τις περιπτώσεις ρυπάνσεως από ουσίες προερχόμενες από διάσπαρτες πηγές.
37 Δεύτερον, η Γερμανική Κυβέρνηση θεωρεί ότι το άρθρο 7 της οδηγίας δεν μπορεί εν προκειμένω να τύχει εφαρμογής, διότι η εφαρμοσθείσα από τις γερμανικές αρχές μέθοδος καθορισμού των οριακών τιμών αποβολής συνιστά, από την ίδια τη φύση της, αυστηρότερο μέτρο από την κατάρτιση προγραμμάτων και την τήρηση ποιοτικών στόχων. Συναφώς, η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η οδηγία προβλέπει τη μέθοδο καθορισμού των οριακών τιμών αποβολής για την εξάλειψη της ρυπάνσεως που προκαλείται από τις ουσίες που εμπίπτουν στον κατάλογο Ι, τις οποίες θεωρεί πιο επικίνδυνες, ενώ για τις ουσίες που εμπίπτουν στον κατάλογο ΙΙ, οι οποίες θεωρούνται λιγότερο επικίνδυνες, η οδηγία δεν προβλέπει την εξάλειψη της ρυπάνσεως από τις ουσίες αυτές, αλλά την κατάρτιση προγραμμάτων που περιλαμβάνουν ποιοτικούς στόχους για τη μείωσή της. Έτσι, καθορίζοντας οριακές τιμές αποβολής για όλες τις ουσίες, η Γερμανική Κυβέρνηση έλαβε μέτρα αυστηρότερα των προβλεπομένων στην οδηγία.
38 Η Γερμανική Κυβέρνηση φρονεί ότι ο αυστηρότερος χαρακτήρας των ληφθέντων μέτρων αποδεικνύεται από τη διαρκή βελτίωση της ποιότητας των υδάτων στο γερμανικό έδαφος. Πράγματι, σύμφωνα με τη Γερμανική Κυβέρνηση, το ζήτημα αν εθνικό μέτρο συνιστά, υπό την έννοια του άρθρου 10 της οδηγίας, αυστηρότερο μέτρο πρέπει να εξεταστεί ενόψει της συγκεκριμένης επιτευχθείσας βελτιώσεως της ποιότητας των υδάτων. Στο εξής όμως, για 72 από τις επίδικες ουσίες, τηρούνται οι ποιοτικοί στόχοι που έχουν προταθεί είτε από ομάδα εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής, είτε από επιτροπή Γερμανών επειρογνωμόνων. Για τις υπόλοιπες 27 ουσίες, η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι δεν διαθέτει στοιχεία μετρήσεων για αντικειμενικούς λόγους που εξαρτώνται από το γεγονός ότι είτε οι ουσίες αυτές δεν παίζουν κανένα ρόλο είτε ορισμένα παρασιτοκτόνα απαγορεύονται στη Γερμανία είτε ακόμη δεν είναι δυνατό να εξακριβωθούν αναλυτικά οι ποιοτικοί στόχοι συνδυασμένων τεχνικών εξελίξεων. Περαιτέρω, οι ανά πενταετία καταρτιζόμενοι πίνακες της ποιότητας των υδάτων αποδεικνύουν τη διαρκή βελτίωση της ποιότητας των υδάτων στο γερμανικό έδαφος.
39 Συναφώς, επισημαίνεται ότι, μολονότι είναι αληθές ότι ο καθορισμός εκ μέρους του Συμβουλίου των οριακών τιμών αποβολής έχει ως στόχο την εξάλειψη της ρυπάνσεως των υδάτων από τις ουσίες που εμπίπτουν στον κατάλογο Ι, η εξάλειψη αυτή εντούτοις δεν μπορεί να υλοποιηθεί από το γεγονός και μόνον του καθορισμού των οριακών αυτών τιμών, διότι, τελικώς, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στην παράγραφο 45 των προτάσεών του, εξαρτάται εξ ολοκλήρου από το επίπεδο των οριακών τιμών που έχουν γίνει δεκτές.
40 Επομένως, το επιχείρημα της Γερμανικής Κυβερνήσεως ότι από την ίδια την οδηγία προκύπτει ότι η μέθοδος των οριακών τιμών αποβολής συνιστά, καθαυτή, αυστηρότερο μέσον από τα προγράμματα του άρθρου 7 πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
41 Από το επιχείρημα της Γερμανικής Κυβερνήσεως που στηρίζεται στη βελτίωση της ποιότητας των υδάτων στη Γερμανία δεν επιτρέπεται να συναχθεί ότι η μέθοδος που επέλεξε η κυβέρνηση αυτή είναι αυστηρότερη από τα προβλεπόμενα στο άρθρο 7 της οδηγίας προγράμματα. Πράγματι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η ποιότητα των υδάτων έχει βελτιωθεί στη Γερμανία, το αποτέλεσμα στο οποίο φέρεται ότι έχουν καταλήξει οι γερμανικές αρχές είναι το ίδιο με αυτό στο οποίο θα είχαν καταλήξει καταρτίζοντας τα προβλεπόμενα στο άρθρο 7 της οδηγίας προγράμματα, όπως τονίζει ο γενικός εισαγγελέας στην παράγραφο 50 των προτάσεών του.
42 Λαμβανομένης όμως υπόψη της διαπιστωθείσας στις σκέψεις 27 έως 36 της παρούσας αποφάσεως αναγκαιότητας καταρτίσεως προγραμμάτων και καθορισμού ποιοτικών στόχων, το γεγονός ότι το επιδιωκόμενο με την οδηγία αποτέλεσμα έχει ενδεχομένως επιτευχθεί με τη βελτίωση της ποιότητας των υδάτων δεν απαλλάσσει τη Γερμανική Κυβέρνηση από την υποχρέωσή της να λάβει τα προβλεπόμενα στο άρθρο 7 της οδηγίας μέτρα.
43 Επομένως, ο πρώτος αμυντικός ισχυρισμός της Γερμανικής Κυβερνήσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επί του δευτέρου αμυντικού ισχυρισμού
44 Σύμφωνα με τη Γερμανική Κυβέρνηση, η παράβαση που της προσάπτεται είναι συνέπεια της παραλείψεως της ίδιας της Επιτροπής. Πράγματι, όσον αφορά τις επίδικες ουσίες, οι οποίες εμπίπτουν στον κατάλογο Ι, η Επιτροπή έπρεπε, για να εκπληρώσει την υποχρέωση που υπέχει από το άρθρο 6 της οδηγίας, να προτείνει στο Συμβούλιο τη θέσπιση οριακών τιμών αποβολής, ομοιόμορφων σε κοινοτικό επίπεδο. Αν είχαν υλοποιηθεί οι προτάσεις αυτές, η προσαπτόμενη στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παράβαση θα καθίστατο άνευ αντικειμένου εφόσον το άρθρο 7 της οδηγίας δεν θα μπορούσε πλέον να εφαρμοστεί στις επίδικες ουσίες. Συνεπώς, εν προκειμένω, η προσφυγή της Επιτροπής κατά της Γερμανικής Κυβερνήσεως για παράβαση καταλογιστέα σε παράλειψη της Επιτροπής είναι αντίθετη προς τη γενική αρχή της καλής πίστεως.
45 Συναφώς, αρκεί η διαπίστωση ότι η ίδια η οδηγία προβλέπει δεσμευτικώς τα μέτρα που πρέπει να λάβουν τα κράτη μέλη σε περίπτωση μη καθορισμού από το Συμβούλιο των οριακών τιμών αποβολής για τις ουσίες που εμπίπτουν στον κατάλογο Ι. Επομένως, η οδηγία δεν απαλλάσσει το κράτος μέλος από την τήρηση των επιβαλλομένων υποχρεώσεων εν αναμονή της βάσει του άρθρου 6 θεσπίσεως μέτρων από το Συμβούλιο.
46 Πρέπει να προστεθεί ότι, εν πάση περιπτώσει, η ενδεχόμενη παράλειψη της Επιτροπής, που αποτελεί ιδιαίτερη ένδικη διαφορά, δεν επηρεάζει καθόλου την ασκούμενη λόγω παραβιάσεως της Συνθήκης προσφυγή (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1992, 2/62 και 3/62, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου και Βελγίου, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 799, 804).
47 Επομένως, ο δεύτερος αμυντικός ισχυρισμός της Γερμανικής Κυβερνήσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επί του τρίτου αμυντικού ισχυρισμού
48 Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η γερμανική κανονιστική ρύθμιση διασφαλίζει την πραγματική μεταφορά του άρθρου 7 της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη. Κατά την άποψη της Γερμανικής Κυβερνήσεως, ο WHG ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του άρθρου αυτού, διότι συνιστά, κατ' ουσίαν, πρόγραμμα υπό την έννοια της παραγράφου 1 της διατάξεως αυτής. Σύμφωνα με τη Γερμανική Κυβέρνηση, για να εξακριβωθεί αν ο WHG ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της οδηγίας στον τομέα των προγραμμάτων, πρέπει να ληφθεί υπόψη η νομική φύση των προγραμμάτων αυτών, το περιεχόμενό τους, η δεσμευτική τους ισχύς καθώς και η προθεσμία για τη θέση σε εφαρμογή τους.
49 Προκειμένου για τη νομική φύση των προβλεπομένων στο άρθρο 7 της οδηγίας προγραμμάτων, η Γερμανική Κυβέρνηση φρονεί ότι εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών τα οποία είναι ελεύθερα όσον αφορά τον τύπο και τα μέσα που θα χρησιμοποιήσουν.
50 Όσον αφορά το περιεχόμενο των προγραμμάτων, το άρθρο 7 της οδηγίας επιβάλλει την προϋπόθεση χορηγήσεως προηγουμένης άδειας, που έχει τηρήσει η Γερμανική Κυβέρνηση. Αντιθέτως, προκειμένου για τους ποιοτικούς στόχους, η Γερμανική Κυβέρνηση θεωρεί ότι τα προβλεπόμενα στο άρθρο 7 της οδηγίας προγράμματα σκοπούν τη μείωση της ρυπάνσεως των υδάτων. Συνεπώς, καθόσον δεν υπάρχει ρύπανση, δεν απαιτείται ο καθορισμός ποιοτικών στόχων.
51 Όσον αφορά τη δεσμευτική ισχύ των προγραμμάτων, η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι ποιοτικοί στόχοι δεν μπορούν, αντίθετα προς τα καθοριζόμενα στις άδειες απορρίψεως πρότυπα αποβολής, να έχουν δεσμευτική ισχύ, εφόσον απλώς ερμηνεύουν το ευκταίο στον τομέα του περιβάλλοντος και δεν μπορούν, καθαυτά, να επηρεάζουν τη συμπεριφορά των ιδιωτών. Οι ποιοτικοί στόχοι έχουν δεσμευτικά αποτελέσματα μόνον όταν εκτιμάται σε σχέση μ' αυτούς η τήρηση των δεσμευτικών προτύπων που απευθύνονται στους ιδιώτες.
52 Τέλος, ως προς την προθεσμία την οποία πρέπει να καθορίζουν τα προγράμματα για τη θέση σε εφαρμογή τους, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 5, της οδηγίας, η Γερμανική Κυβέρνηση φρονεί ότι η προθεσμία επιβάλλεται μόνο για τους ποιοτικούς στόχους του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας.
53 Η Γερμανική Κυβέρνηση προσθέτει ότι, πλην των μέτρων που προβλέπονται με τον WHG και τις άλλες διατάξεις σχετικά με τη σύνθεση και τη χρησιμοποίηση των ουσιών ή ομάδων ουσιών, κατάρτισε επίσης, σε συνεργασία με τα όμορα κράτη, διάφορα προγράμματα διασυνοριακών δράσεων με σκοπό τη μείωση της ρυπάνσεως των υδάτων και έλαβε μέτρα στο πλαίσιο συστάσεων που υιοθετήθηκαν σε διάφορα διεθνή συνέδρια.
54 Ως προς τον τελευταίο αυτόν αμυντικό ισχυρισμό, επισημαίνεται ότι ούτε ο WHG ούτε τα άλλα μέτρα που έλαβε η Γερμανική Κυβέρνηση μπορούν να θεωρηθούν ως ορθή εφαρμογή της οδηγίας, η οποία απαιτεί, όπως επισημάνθηκε στην σκέψη 28 της παρούσας αποφάσεως, την κατάρτιση προγραμμάτων που περιλαμβάνουν καθορισμένους ποιοτικούς στόχους.
55 Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, τα προγράμματα που πρέπει να καταρτίζονται κατ' εφαρμογήν του άρθρου 7 της οδηγίας πρέπει να είναι ειδικά (βλ., μεταξύ άλλων, την προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου, σκέψη 39).
56 Το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι ο ειδικός χαρακτήρας των εν λόγω προγραμμάτων συνίσταται στο ότι τα προγράμματα αυτά πρέπει να έχουν πληρότητα και συνοχή και να αποτελούν συγκεκριμένο και διαρθρωμένο σχεδιασμό, καλύπτοντα το σύνολο της εθνικής επικρατείας και αφορώντα τη μείωση της ρυπάνσεως που προκαλούν όλες οι ουσίες του καταλόγου ΙΙ, οι οποίες συντελούν στη ρύπανση ενόψει της καταστάσεως που επικρατεί εντός εκάστου κράτους μέλους, σε σχέση με τους καθοριζομένους στα ίδια αυτά προγράμματα ποιοτικούς στόχους των υδάτων όπου αποβάλλονται οι εν λόγω ουσίες. Επομένως, τα ως άνω προγράμματα διαφέρουν τόσο από τα γενικά προγράμματα εξυγιάνσεως όσο και από τα εξειδικευμένα μέτρα που σκοπούν στη μείωση της ρυπάνσεως των υδάτων (βλ. προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου, σκέψη 40).
57 Το Δικαστήριο προσθέτει ότι τα πρότυπα αποβολής που καθορίζονται στις εκ των προτέρων χορηγούμενες άδειες πρέπει να υπολογίζονται σύμφωνα με τους ποιοτικούς στόχους που τίθενται στα εν λόγω προγράμματα, βάσει της εξετάσεως των υδάτων όπου αποβάλλονται οι ουσίες (βλ. προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου, σκέψη 41).
58 Συνεπώς, ούτε η γενική κανονιστική ρύθμιση ούτε τα συγκεκριμένα μέτρα που λαμβάνει κράτος μέλος, τα οποία, μολονότι συνεπάγονται ευρεία κατηγορία προτύπων με σκοπό την προστασία των υδάτων, δεν καθορίζουν εντούτοις ποιοτικούς στόχους σχετικά με τον τάδε ή δείνα ποταμό ή υδάτινη ζώνη, μπορούν να θεωρηθούν ως πρόγραμμα υπό την έννοια του άρθρου 7 της οδηγίας.
59 Ως προς το επιχείρημα της Γερμανικής Κυβερνήσεως ότι, καθόσον δεν υφίσταται ρύπανση των υδάτων, δεν απαιτείται ο καθορισμός ποιοτικών στόχων, υπενθυμίζεται ότι τα προβλεπόμενα στο άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας προγράμματα έχουν ως σκοπό τη μείωση της ρυπάνσεως των υδάτων. Ο όρος «ρύπανση» περιλαμβάνει, σύμφωνα με τον ορισμό του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο εε, της οδηγίας, «ρύπανση, η άμεση ή έμμεση απόρριψη από τον άνθρωπο ουσιών ή ενεργείας μέσα στο υδάτινο περιβάλλον, με συνέπειες που μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο την ανθρώπινη υγεία, να καταστρέψουν τους βιολογικούς πόρους για το υδάτινο οικοσύστημα, να παραβλάψουν την αναψυχή ή να παρεμποδίσουν άλλες νόμιμες χρήσεις των υδάτων». Η υποχρέωση καταρτίσεως προγραμμάτων υπό την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, καταλαμβάνει συνεπώς τα ύδατα που επηρεάζονται από τέτοιες απορρίψεις.
60 Όπως επισημαίνει ο γενικός εισαγγελέας στην παράγραφο 76 των προτάσεών του, κάθε απόρριψη μιας από τις επίδικες ουσίες οδηγεί οπωσδήποτε στο ότι, αργά ή γρήγορα, το υδάτινο περιβάλλον που επηρεάζεται από αυτήν την απόρριψη θα ρυπανθεί.
61 Επομένως, η οδηγία δεν εξαρτά την υποχρέωση των κρατών μελών να καταρτίζουν προγράμματα περιλαμβάνοντα ποιοτικούς στόχους από τη διαπίστωση πραγματικής ρυπάνσεως των υδάτων από τις ουσίες του καταλόγου ΙΙ, το σύστημα των οποίων καθορίζεται στο άρθρο 7 της οδηγίας, αλλά από την ύπαρξη απορρίψεων των ουσιών αυτών στο υδάτινο περιβάλλον.
62 Συνεπώς, ο τρίτος αμυντικός ισχυρισμός της Γερμανικής Κυβερνήσεως πρέπει επίσης να απορριφθεί ως αβάσιμος.
63 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η Γερμανική Κυβέρνηση, μολονότι υποχρεούνταν, δεν μετέφερε το άρθρο 7 της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο.
64 Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, παραλείποντας να καταρτίσει προγράμματα μειώσεως της ρυπάνσεως περιέχοντα ποιοτικούς στόχους για τα ύδατα, όσον αφορά τις 99 ουσίες που εμπίπτουν στον κατάλογο Ι του παραρτήματος της εν λόγω οδηγίας και πρέπει να υποστούν επεξεργασία, σύμφωνα με το πρώτο σημείο του καταλόγου ΙΙ, ως ουσίες του τελευταίου αυτού καταλόγου, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
65 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Επειδή ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ηττήθηκε και η Επιτροπή είχε ζητήσει την καταδίκη της, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, παραλείποντας να καταρτίσει, σύμφωνα με το άρθρο 7 της οδηγίας 76/464/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 4ης Μαου 1976, περί ρυπάνσεως που προκαλείται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες που εκχέονται στο υδάτινο περιβάλλον της Κοινότητας, προγράμματα μειώσεως της ρυπάνσεως περιέχοντα ποιοτικούς στόχους για τα ύδατα, όσον αφορά τις 99 ουσίες που εμπίπτουν στον κατάλογο Ι του παραρτήματος της εν λόγω οδηγίας και πρέπει να υποστούν επεξεργασία, σύμφωνα με το πρώτο σημείο του καταλόγου ΙΙ, ως ουσίες του τελευταίου αυτού καταλόγου, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
2) Καταδικάζει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy