Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων - Ελευθερία εγκαταστάσεως - Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών - Όροι προσβάσεως στις μη μισθωτές δραστηριότητες μεταποιήσεως - Αναγνώριση της πραγματικής ασκήσεως δραστηριότητας εντός άλλου κράτους μέλους - Τρόπος - Αίτηση προσβάσεως σε πλείονα επαγγέλματα
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρα 3, στοιχ. γγ, 52 και 59· οδηγία 64/427 του Συμβουλίου, άρθρο 3)
Περίληψη
Το άρθρο 3 της οδηγίας 64/427, περί των λεπτομερειών εφαρμογής των μεταβατικών μέτρων στον τομέα των μη μισθωτών δραστηριοτήτων μεταποιήσεως που υπάγονται στις κλάσεις 23-40 ΔΤΤΒ (Βιομηχανία και βιοτεχνία), πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, όταν εντός κράτους μέλους η πρόσβαση στις μη μισθωτές δραστηριότητες μεταποιήσεως που εμπίπτουν στη βιομηχανία και τη βιοτεχνία και η άσκησή τους εξαρτώνται από την κατοχή συγκεκριμένων γνώσεων και ικανοτήτων, το εν λόγω κράτος μέλος δεν δύναται να απαιτεί όπως ο κοινοτικός υπήκοος που ζητεί πλείονες άδειες για να ασκήσει, στο έδαφός του, τις επαγγελματικές δραστηριότητες των οποίων η άσκηση έχει πιστοποιηθεί από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προελεύσεως έχει συμπληρώσει χωριστά τις περιόδους πραγματικής ασκήσεως που προβλέπει το άρθρο αυτό για κάθε ένα από τα επαγγέλματα των οποίων το πεδίο δραστηριότητας καθορίζεται από τη νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής.
Ακόμη και αν οι δραστηριότητες των οποίων η άσκηση έχει πιστοποιηθεί από το κράτος μέλος προελεύσεως εμπίπτουν στο πεδίο δραστηριότητας πλειόνων επαγγελμάτων όπως αυτά ορίζονται από το κράτος μέλος υποδοχής, το κράτος αυτό δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις που περιέχονται στο πιστοποιητικό που χορήγησε το κράτος μέλος προελεύσεως και, συνεπώς, το κράτος μέλος υποδοχής δεν μπορεί να καθορίσει ούτε τους όρους προσβάσεως σε κάθε ένα από τα βιοτεχνικά επαγγέλματα ούτε το πεδίο δραστηριότητας των επαγγελμάτων αυτών κατά τρόπον ώστε η χορήγηση του πιστοποιητικού αυτού να καταστεί ανώφελη, μη μπορώντας να παράσχει στον ενδιαφερόμενο τη δυνατότητα να συνεχίσει στο κράτος μέλος υποδοχής το επάγγελμα στο οποίο αναφέρεται το πιστοποιητικό αυτό.
Αφενός, η ερμηνεία αυτή είναι σύμφωνη με το άρθρο 3, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας, το οποίο ορίζει ότι η σχετική δραστηριότητα δεν πρέπει να έχει παύσει για διάστημα μεγαλύτερο των δέκα ετών πριν από την ημερομηνία καταθέσεως της αιτήσεως εγκαταστάσεως. Συγκεκριμένα, αν το κράτος μέλος υποδοχής μπορούσε να απαιτεί, για κάθε ένα από τα επαγγέλματα, την άσκηση δραστηριότητας έξι συνεχών ετών υπό την ιδιότητα ανεξάρτητου επαγγελματία σύμφωνα με το άρθρο 3, στοιχείο αα, της οδηγίας, ο αιτών θα αδυνατούσε να αποδείξει, βάσει δικαιολογητικών που θεωρούνται ισοδύναμα, ότι διαθέτει τις αναγκαίες γνώσεις και ικανότητες για να του χορηγηθούν άδειες ασκήσεως περισσοτέρων των δύο δραστηριοτήτων.
Αφετέρου, η ερμηνεία αυτή δικαιολογείται από τις επιταγές της ελευθερίας εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών που εγγυώνται τα άρθρα 3, στοιχείο γγ, 52 και 59 της Συνθήκης. Συγκεκριμένα, οι ελευθερίες αυτές, θεμελιώδεις στο σύστημα της Κοινότητας, δεν θα μπορούσαν να γίνουν πραγματικότητα αν κάθε ένα από τα κράτη μέλη, στηριζόμενο στον δικό του στενό ορισμό του πεδίου δραστηριότητας καθενός βιοτεχνικού επαγγέλματος, μπορούσε να αρνηθεί να υπαγάγει στις ευεργετικές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου όσους έχουν αποκτήσει σε άλλο κράτος μέλος την επαγγελματική πείρα που προβλέπει η οδηγία.
Διάδικοι
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-193/97 και C-194/97,
που έχουν ως αντικείμενο δύο αιτήσεις του tribunal administratif (Λουξεμβούργο) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με τις οποίες ζητείται, στο πλαίσιο των διαφορών που εκκρεμούν ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Manuel de Castro Freitas (C-193/97),
Raymond Escallier (C-194/97)
και
Ministre des Classes Moyennes et du Tourisme,
"η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 52 της Συνθήκης ΕΚ και του άρθρου 3 της οδηγίας 64/427/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1964, περί των λεπτομερειών εφαρμογής των μεταβατικών μέτρων στον τομέα των μη μισθωτών δραστηριοτήτων μεταποιήσεως που υπάγονται στις κλάσεις 23-40 ΔΤΤΒ (Βιομηχανία και βιοτεχνία) (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 38),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. Jann, πρόεδρο του πρώτου τμήματος και προεδρεύοντα του πέμπτου τμήματος, C. Gulmann, D. A. O. Edward (εισηγητή), L. Sevσn και M. Wathelet, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- ο Μ. de Castro Freitas, εκπροσωπούμενος από τον Marc Baden, δικηγόρο Λουξεμβούργου,
- ο R. Escallier, εκπροσωπούμενος από τον Albert Rodesch, δικηγόρο Λουξεμβούργου,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Berend Jan Drijber, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις του Μ. de Castro Freitas, εκπροσωπουμένου από τον Robert Loos, δικηγόρο Λουξεμβούργου, του R. Escallier, εκπροσωπουμένου από τον Albert Rodesch, της Πορτογαλικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον Luνs Fernandes, διευθυντή της νομικής υπηρεσίας της γενικής διευθύνσεως Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων του Υπουργείου Εξωτερικών, και την Margarida Telles Romγo, νομικό στην ίδια διεύθυνση, και της Επιτροπής, εκπροσωπουμένης από τους Bernard Mongin και James Macdonald Flett, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας, κατά τη συνεδρίαση της 10ης Φεβρουαρίου 1998,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 5ης Μαρτίου 1998,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δύο αποφάσεις της 7ης Μαου 1997, οι οποίες περιήλθαν στο Δικαστήριο στις 21 Μαου 1997, το tribunal administratif υπέβαλε, βάσει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 52 της Συνθήκης ΕΚ και του άρθρου 3 της οδηγίας 64/427/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1964, περί των λεπτομερειών εφαρμογής των μεταβατικών μέτρων στον τομέα των μη μισθωτών δραστηριοτήτων μεταποιήσεως που υπάγονται στις κλάσεις 23-40 ΔΤΤΒ (Βιομηχανία και βιοτεχνία) (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 38, στο εξής: οδηγία)
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο δύο προσφυγών που ασκήθηκαν, η μία, από τον M. de Castro Freitas και, η άλλη, από τον R. Escallier, κατά δύο αποφάσεων του ministre des Classes moyennes et du Tourisme (Υπουργού Μεσαίων Τάξεων και Τουρισμού, στο εξής: Υπουργός) με τις οποίες αρνήθηκε να τους χορηγήσει τις άδειες εγκαταστάσεως που ζήτησαν για να ασκήσουν πλείονα επαγγέλματα στο Λουξεμβούργο.
Η νομοθεσία του Λουξεμβούργου
3 Το άρθρο 1, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του νόμου του Λουξεμβούργου της 28ης Δεκεμβρίου 1988, ο οποίος διέπει την πρόσβαση στα επαγγέλματα του βιοτέχνη, του εμπόρου και του βιομηχάνου καθώς και σε ορισμένα ελευθέρια επαγγέλματα και τροποποιεί το άρθρο 4 του νόμου της 2ας Ιουλίου 1935 περί καθορισμού των προϋποθέσεων για τη λήψη επαγγελματικού τίτλου ή πιστοποιητικού κατοχής των απαιτούμενων γνώσεων για την άσκηση επαγγέλματος (Mιmorial Α, 1988, σ. 1494), ορίζει μεταξύ άλλων ότι ουδείς δύναται να ασκήσει, κατά κύριο ή δευτερεύον επάγγελμα, τη δραστηριότητα βιομηχάνου, εμπόρου ή βιοτέχνη χωρίς γραπτή άδεια.
4 Σύμφωνα με το άρθρο 13, παράγραφος 1, του ίδιου νόμου, στο διάταγμα του Μεγάλου Δούκα της 19ης Φεβρουαρίου 1990 (Mιmorial Α, 1990, σ. 186) παρατίθεται κατάλογος των κυρίων και δευτερευόντων επαγγελμάτων του βιοτεχνικού τομέα. Το διάταγμα αυτό χαρακτηρίζει ως κύρια επαγγέλματα τα επαγγέλματα του «εργολάβου οικοδομών», του «στεγοποιού», του «τεχνίτη λευκοσιδήρου-ψευδαργύρου», του «ξυλουργού» και του «τεχνίτη οροφών και προσόψεων», το δε πεδίο δραστηριότητας καθενός από τα επαγγέλματα αυτά καθορίζεται από το διάταγμα του Μεγάλου Δούκα της 26ης Μαρτίου 1994 (Mιmorial Α, 1994, σ. 492).
5 Το διάταγμα του Μεγάλου Δούκα της 15ης Σεπτεμβρίου 1989 (Mιmorial Α, 1989, σ. 1169) καθορίζει τα κριτήρια ισοδυναμίας, που προβλέπονται στο άρθρο 13, παράγραφος 2, του νόμου της 28ης Δεκεμβρίου 1988, τα οποία καθιστούν δυνατό να αναγνωριστούν υπέρ του αιτούντος επαρκή επαγγελματικά προσόντα για την άσκηση επαγγέλματος που περιλαμβάνεται στον εν λόγω κατάλογο, βάσει δικαιολογητικών που αναγνωρίζονται ως ισοδύναμα.
6 Το άρθρο 6 του διατάγματος του Μεγάλου Δούκα της 15ης Σεπτεμβρίου 1989 ορίζει:
«Τα πιστοποιητικά που χορηγούνται από τους αρμόδιους οργανισμούς των χωρών μελών της Κοινής Αγοράς βάσει των κοινοτικών οδηγιών στον βιοτεχνικό τομέα λογίζονται ισοδύναμα έγγραφα όταν ο υπέρ ου η πιστοποίηση πληροί τις προβλεπόμενες από τις κοινοτικές οδηγίες προϋποθέσεις επαγγελματικής ικανότητας.»
Η οδηγία
7 Βάσει του άρθρου 3 της οδηγίας, όταν σε κράτος μέλος η πρόσβαση σε μια από τις μη μισθωτές δραστηριότητες μεταποιήσεως που εμπίπτουν στη βιομηχανία και τη βιοτεχνία ή η άσκησή τους εξαρτάται από την κατοχή γενικών εμπορικών ή επαγγελματικών γνώσεων και ικανοτήτων, «το εν λόγω κράτος μέλος αναγνωρίζει ως επαρκή απόδειξη των γνώσεων και ικανοτήτων αυτών την πραγματική άσκηση της εν λόγω δραστηριότητος σε άλλο κράτος μέλος:
α) είτε για έξι συνεχή έτη υπό την ιδιότητα ανεξαρτήτου επαγγελματία ή υπό την ιδιότητα διευθύνοντος επιφορτισμένου με την διαχείριση της επιχειρήσεως·
(...)
γ) είτε για τρία συνεχή έτη υπό την ιδιότητα ανεξαρτήτου επαγγελματία, όταν ο δικαιούχος δύναται να αποδείξει ότι άσκησε το εν λόγω επάγγελμα, σε σχέση εξαρτήσεως, κατά την διάρκεια πέντε ετών τουλάχιστον·
(...)».
8 Το δεύτερο εδάφιο του ίδιου άρθρου ορίζει ότι, στις περιπτώσεις των στοιχείων αα και γγ, η δραστηριότητα αυτή δεν πρέπει να έχει παύσει για διάστημα μεγαλύτερο των 10 ετών πριν από την ημερομηνία καταθέσεως της αιτήσεως που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 3.
9 Το άρθρο 4 της οδηγίας ορίζει:
«1. Τα κράτη μέλη, στα οποία η ανάληψη μιας από τις δραστηριότητες που μνημονεύονται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, ή η άσκησή της εξαρτάται από την κατοχή γενικών εμπορικών ή επαγγελματικών γνώσεων και ικανοτήτων, ενημερώνουν μερίμνη της Επιτροπής τα άλλα κράτη μέλη για τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του επαγγέλματος (περιγραφή της δραστηριότητος των επαγγελμάτων αυτών).
2. Η αρμόδια αρχή που ορίζεται από την χώρα προελεύσεως για τον σκοπό αυτόν πιστοποιεί τις επαγγελματικές δραστηριότητες που πραγματικά ασκήθηκαν από τον δικαιούχο, καθώς και τη διάρκειά τους. Το πιστοποιητικό συντάσσεται σύμφωνα με την περιγραφή του επαγγέλματος, η οποία γνωστοποιείται από το κράτος μέλος όπου ο δικαιούχος σκοπεύει να ασκήσει το επάγγελμα κατά τρόπο μόνιμο ή προσωρινό.
3. Το κράτος μέλος υποδοχής χορηγεί την άδεια ασκήσεως της εν λόγω δραστηριότητος κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου, εφόσον η δραστηριότης που πιστοποιείται συμφωνεί κατά τα κύρια σημεία της περιγραφής του επαγγέλματος που έχει γνωστοποιηθεί δυνάμει της παραγράφου 1 και εφόσον πληρούνται οι άλλοι όροι που ενδεχομένως προβλέπονται από τις διατάξεις του.»
Οι διαφορές στις κύριες δίκες
10 Από τις 6 Ιανουαρίου 1981 μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1989, ο M. de Castro Freitas άσκησε στην Πορτογαλία, σύμφωνα με τα πιστοποιητικά που χορήγησε το Confederaηao da Industria Portuguesa στις 24 Απριλίου, 27 Σεπτεμβρίου και 25 Δεκεμβρίου 1994, τη δραστηριότητα του «τεχνίτη οικοδομών», στην οποία περιλαμβάνονται οι δραστηριότητες σχετικά με «εξωτερικές αποπερατώσεις, προσόψεις και στέγες».
11 Όσο για τον R. Escallier, αυτός, σύμφωνα με πιστοποιητικό που χορήγησε το εμπορικό, βιοτεχνικό και βιομηχανικό επιμελητήριο της περιφέρειας του Μοζέλα, άσκησε στη Γαλλία τις δραστηριότητες στεγοποιού, τεχνίτη λευκοσιδήρου-ψευδαργύρου και ξυλουργού ως διευθυντικό στέλεχος επιφορτισμένο με τη διαχείριση επιχειρήσεως κατά την περίοδο από τις 21 Ιανουαρίου 1983 μέχρι τις 5 Φεβρουαρίου 1990.
12 Οι M. de Castro Freitas και R. Escallier ζήτησαν από τον Υπουργό τις αναγκαίες άδειες για να ασκήσουν τις δραστηριότητές τους στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου.
13 Στις 15 Ιουνίου 1994, ο Υπουργός χορήγησε στον M. de Castro Freitas άδεια εγκαταστάσεως για τη δραστηριότητα του «εργολάβου οικοδομών». Ομοίως, στις 24 Ιανουαρίου 1996, χορήγησε στον R. Escallier άδεια για την άσκηση του επαγγέλματος του «στεγοποιού».
14 Αντιθέτως, ο Υπουργός αρνήθηκε να δεχθεί την αίτηση αδείας του M. de Castro Freitas για την άσκηση της δραστηριότητας του «τεχνίτη προσόψεων» και εκείνην του R. Escallier για την άσκηση των επαγγελμάτων του «τεχνίτη λευκοσιδήρου-ψευδαργύρου» και «ξυλουργού», λόγω του ότι οι ενδιαφερόμενοι δεν είχαν ακόμη συμπληρώσει τον αριθμό πραγματικών ετών δραστηριότητας που απαιτεί το άρθρο 3, στοιχεία αα και γγ, της οδηγίας, για κάθε ένα από τα εν λόγω επαγγέλματα, καθότι οι προϋποθέσεις του άρθρου αυτού πρέπει να τηρούνται χωριστά για κάθε ένα από τα περί ων πρόκειται επαγγέλματα.
15 Στις 19 Απριλίου 1995 και 14 Φεβρουαρίου 1996, οι M. de Castro Freitas και R. Escallier άσκησαν ενώπιον του tribunal administratif προσφυγές για τη μεταρρύθμιση των αποφάσεων του Υπουργού.
16 Εκτιμώντας ότι στις διαφορές ανακύπτουν ζητήματα ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου, το δικαστήριο αυτό αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο, στην υπόθεση C-193/97, τα ακόλουθα ερωτήματα:
«1) Αφορά το πρώτο εδάφιο του άρθρου 3 της οδηγίας 64/427, της 7ης Ιουλίου 1964, περί των λεπτομερειών εφαρμογής των μεταβατικών μέτρων στον τομέα των μη μισθωτών δραστηριοτήτων μεταποιήσεως που υπάγονται στις κλάσεις 23-40 ΔΤΤΒ (Βιομηχανία και βιοτεχνία), στο οποίο γίνεται λόγος, αφενός, για την ανάληψη "μιας από τις δραστηριότητες που μνημονεύονται στο άρθρο 1, παράγραφος 2" ή για την άσκησή "τους" και, αφετέρου, προς το τέλος του για "την πραγματική άσκηση της εν λόγω δραστηριότητος", επίσης την κατάσταση του κοινοτικού υπηκόου που έχει ταυτοχρόνως ασκήσει εντός του κράτους μέλους προελεύσεως πλείονες δραστηριότητες εμπίπτουσες στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής και που ζητεί την εγκατάσταση της επιχειρήσεώς του εντός άλλου κράτους μέλους με συνέχιση της ταυτόχρονης ασκήσεως των δραστηριοτήτων αυτών, λαμβανομένης υπόψη ιδίως της αρχής της ελευθερίας εγκαταστάσεως η οποία διατυπώνεται στο άρθρο 52 της τροποποιημένης Συνθήκης της 17ης Απριλίου 1957 περί ιδρύσεως της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, μεταβάλλεται η απαιτούμενη από το άρθρο 3, στοιχείο αα, περίοδος ασκήσεως για όλες ή για ορισμένες από τις περί ων πρόκειται δραστηριότητες λόγω της ταυτόχρονης ασκήσεως αυτών;
3) Ποιες είναι ενδεχομένως οι συνέπειες της συναφείας ή ακόμη της ελλείψεως συναφείας μεταξύ των περί ων πρόκειται δραστηριοτήτων;»
17 Στην υπόθεση C-194/97, το αιτούν δικαστήριο ανέστειλε επίσης τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ίδια προδικαστικά ερωτήματα, με εξαίρεση την αντικατάσταση, στο πρώτο ερώτημα, της εκφράσεως «της ταυτόχρονης ασκήσεως των δραστηριοτήτων αυτών» με την έκφραση «της ταυτόχρονης ασκήσεως των επαγγελμάτων αυτών».
18 Με τα ερωτήματα αυτά, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ερωτά στην ουσία αν το άρθρο 3 της οδηγίας πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, όταν, εντός κράτους μέλους, η πρόσβαση στις μη μισθωτές δραστηριότητες μεταποιήσεως που εμπίπτουν στη βιομηχανία και τη βιοτεχνία καθώς και η άσκησή τους εξαρτώνται από την κατοχή συγκεκριμένων γνώσεων και ικανοτήτων, το εν λόγω κράτος μέλος δύναται να απαιτεί όπως ο κοινοτικός υπήκοος, που ζητεί πλείονες άδειες για να ασκήσει, στο έδαφός του, τις επαγγελματικές δραστηριότητες των οποίων η άσκηση έχει πιστοποιηθεί από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προελεύσεως, έχει συμπληρώσει χωριστά τις περιόδους πραγματικής ασκήσεως που προβλέπει το άρθρο αυτό για κάθε ένα από τα επαγγέλματα των οποίων το πεδίο δραστηριότητας καθορίζεται από τη νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής.
19 Πρέπει να τονιστεί, πρώτον, ότι η οδηγία σκοπό έχει να βοηθήσει το να γίνουν πραγματικότητα η ελευθερία εγκαταστάσεως και η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, σε ευρύ φάσμα επαγγελματικών δραστηριοτήτων που εμπίπτουν στη βιομηχανία και τη βιοτεχνία, εν αναμονή της εναρμονίσεως των όρων προσβάσεως στις εν λόγω δραστηριότητες στα διάφορα κράτη μέλη, απαραίτητο προηγούμενο για την πλήρη απελευθέρωση στον τομέα αυτόν.
20 Δεν αμφισβητείται ότι ακόμη ουδέν μέτρο έχει θεσπισθεί, όπως προβλέπει το άρθρο 6 της οδηγίας, σχετικά με την εναρμόνιση των όρων προσβάσεως στις εν λόγω δραστηριότητες και την άσκησή τους.
21 Ελλείψει της εναρμονίσεως αυτής, τα κράτη μέλη παραμένουν, κατ' αρχήν, αρμόδια να καθορίζουν τις αναγκαίες γενικές, εμπορικές ή επαγγελματικές γνώσεις και ικανότητες για την άσκηση των εν λόγω δραστηριοτήτων και να απαιτούν την προσκόμιση διπλώματος, πιστοποιητικού ή άλλου τίτλου που να βεβαιώνει ότι οι ενδιαφερόμενοι διαθέτουν τις γνώσεις και ικανότητες αυτές.
22 Ειδικότερα όσον αφορά τις επαγγελματικές δραστηριότητες που υπάγονται στις κλάσεις 23-40 ΔΤΤΒ (Βιομηχανία και βιοτεχνία), δεν μπορεί, συνεπώς, να αποκλειστεί η δυνατότητα ενός κράτους μέλους να καθορίσει, λαμβάνοντας υπόψη τις αντικειμενικές διαφορές των δραστηριοτήτων που υπάγονται στην ίδια κλάση, το πεδίο δραστηριότητας καθώς και τους όρους προσβάσεως σε διάφορα επαγγέλματα κάθε μιας από τις εν λόγω κλάσεις.
23 Εντούτοις, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, ναι μεν στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου οι όροι προσβάσεως στις εν λόγω δραστηριότητες και η άσκηση αυτών δεν διέπονται από καμία ειδική ρύθμιση, πλην όμως τα κράτη μέλη οφείλουν να ασκούν τις εξουσίες τους στον τομέα αυτόν διασφαλίζοντας τόσο τις θεμελιώδεις ελευθερίες τις οποίες εγγυώνται τα άρθρα 52 και 59 της Συνθήκης ΕΚ όσο και την πρακτική αποτελεσματικότητα των διατάξεων οδηγίας που περιέχει μεταβατικά μέτρα.
24 Δεύτερον, πρέπει να αναγνωριστεί ότι οι διαφορετικοί ορισμοί που δίδουν τα κράτη μέλη σε ορισμένα επαγγέλματα που εμπίπτουν στις σχετικές επαγγελματικές δραστηριότητες μπορεί να δημιουργήσουν περιορισμούς στην ελευθερία εγκαταστάσεως.
25 Για να λύσει το πρόβλημα αυτό, το άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας ορίζει ότι, όταν, εντός κράτους μέλους, η πρόσβαση σε μία από τις δραστηριότητες που αφορά η οδηγία ή η άσκηση αυτής εξαρτάται από την κατοχή συγκεκριμένων προσόντων, «το εν λόγω κράτος αναγνωρίζει ως επαρκή απόδειξη των γνώσεων και ικανοτήτων αυτών την πραγματική άσκηση της εν λόγω δραστηριότητος σε άλλο κράτος μέλος».
26 Επομένως, μολονότι το κοινοτικό δίκαιο αφήνει στα κράτη μέλη κάποια εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά τον καθορισμό των όρων προσβάσεως στις επαγγελματικές δραστηριότητες και του πεδίου δραστηριότητας καθενός από τα σχετικά επαγγέλματα, η εξουσία αυτή έχει ως όριο την υποχρέωση που επιβάλλει το άρθρο 3 της οδηγίας.
27 Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 3, της οδηγίας, το κράτος μέλος υποδοχής χορηγεί την άδεια ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου, όταν η δραστηριότητα της οποίας η άσκηση έχει πιστοποιηθεί συμφωνεί με τα κύρια σημεία της περιγραφής του επαγγέλματος που έχει ανακοινωθεί προηγουμένως από το κράτος υποδοχής και όταν πληρούνται οι άλλες προϋποθέσεις που θέτει ενδεχομένως η ρύθμιση του κράτους υποδοχής.
28 Συναφώς, το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προελεύσεως πρέπει να πιστοποιήσει ότι η άσκηση της σχετικής δραστηριότητας από τον ενδιαφερόμενο ήταν πραγματική και γνήσια και διήρκησε επί ορισμένο αριθμό συνεχών ετών, δηλαδή χωρίς άλλη διακοπή εκτός από εκείνες που οφείλονται σε γεγονότα της καθημερινής ζωής (απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1989, 130/88, Van de Bijl, Συλλογή 1989, σ. 3039, σκέψη 18).
29 Το Δικαστήριο έχει κρίνει επίσης ότι το κράτος μέλος υποδοχής που επιβάλλει ορισμένες προϋποθέσεις όσον αφορά τα προσόντα δεσμεύεται κατ' αρχήν από τις διαπιστώσεις που περιέχονται στο πιστοποιητικό που χορήγησε το κράτος μέλος προελεύσεως, ιδίως δε τις σχετικές με τις δραστηριότητες που ο ενδιαφερόμενος άσκησε στο κράτος αυτό και τη διάρκειά τους, καθότι άλλως το πιστοποιητικό δεν θα είχε πρακτική χρησιμότητα (προαναφερθείσα απόφαση Van de Bijl, σκέψεις 22 και 23).
30 Εντούτοις, όταν αντικειμενικά στοιχεία αναγκάζουν το κράτος υποδοχής να θεωρήσει ότι το προσκομισθέν πιστοποιητικό περιέχει προφανείς ανακρίβειες, το κράτος αυτό δύναται να απευθυνθεί στο κράτος μέλος προελεύσεως για να ζητήσει συμπληρωματικές πληροφορίες (προαναφερθείσα απόφαση Van de Bijl, σκέψη 24).
31 Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι, ακόμη και αν οι δραστηριότητες των οποίων η άσκηση έχει πιστοποιηθεί εμπίπτουν στο πεδίο δραστηριότητας πλειόνων επαγγελμάτων όπως αυτά ορίζονται από το κράτος μέλος υποδοχής, το κράτος αυτό δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις που περιέχονται στο πιστοποιητικό που χορήγησε το κράτος μέλος προελεύσεως καθώς και, ενδεχομένως, από κάθε συμπληρωματική πληροφορία που ζητήθηκε. Συγκεκριμένα, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προελεύσεως, για να χορηγήσουν το πιστοποιητικό των δραστηριοτήτων που άσκησε ο ενδιαφερόμενος, στηρίζονται στα κύρια σημεία της περιγραφής του επαγγέλματος που ανακοίνωσε προηγουμένως το κράτος υποδοχής.
32 Συνεπώς, το κράτος μέλος υποδοχής δεν μπορεί να καθορίσει ούτε τους όρους προσβάσεως σε κάθε ένα από τα βιοτεχνικά επαγγέλματα ούτε το πεδίο δραστηριότητας των επαγγελμάτων αυτών κατά τρόπον ώστε η χορήγηση πιστοποιητικού από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προελεύσεως να καταστεί ανώφελη μη μπορώντας να παράσχει στον ενδιαφερόμενο τη δυνατότητα να συνεχίσει στο κράτος μέλος υποδοχής το επάγγελμα στο οποίο αναφέρεται το πιστοποιητικό αυτό.
33 Η ερμηνεία αυτή, αφενός, είναι σύμφωνη με το άρθρο 3, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας, το οποίο ορίζει ότι η σχετική δραστηριότητα δεν πρέπει να έχει παύσει για διάστημα μεγαλύτερο των δέκα ετών πριν από την ημερομηνία καταθέσεως της αιτήσεως εγκαταστάσεως. Συγκεκριμένα, αν το κράτος μέλος υποδοχής μπορούσε να απαιτεί, για κάθε ένα από τα επαγγέλματα, την άσκηση δραστηριότητας έξι συνεχών ετών υπό την ιδιότητα ανεξάρτητου επαγγελματία, σύμφωνα με το άρθρο 3, στοιχείο αα, της οδηγίας, ο αιτών θα αδυνατούσε να αποδείξει, βάσει δικαιολογητικών που θεωρούνται ισοδύναμα, ότι διαθέτει τις αναγκαίες γνώσεις και ικανότητες για να του χορηγηθούν άδειες ασκήσεως περισσοτέρων των δύο δραστηριοτήτων.
34 Αφετέρου, η ερμηνεία αυτή δικαιολογείται από τις επιταγές της ελευθερίας εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών που εγγυώνται τα άρθρα 3, στοιχείο γγ, 52 και 59 της Συνθήκης. Συγκεκριμένα, οι ελευθερίες αυτές, θεμελιώδεις στο σύστημα της Κοινότητας, δεν θα μπορούσαν να γίνουν πραγματικότητα αν κάθε ένα από τα κράτη μέλη, στηριζόμενο στον δικό του στενό ορισμό του πεδίου δραστηριότητας καθενός βιοτεχνικού επαγγέλματος, μπορούσε να αρνηθεί να υπαγάγει στις ευεργετικές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου όσους έχουν αποκτήσει σε άλλο κράτος μέλος την επαγγελματική πείρα που προβλέπει η οδηγία.
35 Υπό τις συνθήκες αυτές, στα υποβληθέντα ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 3 της οδηγίας πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, όταν, εντός κράτους μέλους, η πρόσβαση στις μη μισθωτές δραστηριότητες μεταποιήσεως που εμπίπτουν στη βιομηχανία και τη βιοτεχνία και η άσκησή τους εξαρτώνται από την κατοχή συγκεκριμένων γνώσεων και ικανοτήτων, το εν λόγω κράτος μέλος δεν δύναται να απαιτεί όπως ο κοινοτικός υπήκοος που ζητεί πλείονες άδειες για να ασκήσει, στο έδαφός του, τις επαγγελματικές δραστηριότητες των οποίων η άσκηση έχει πιστοποιηθεί από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προελεύσεως έχει συμπληρώσει χωριστά τις περιόδους πραγματικής ασκήσεως που προβλέπει το άρθρο αυτό για κάθε ένα από τα επαγγέλματα των οποίων το πεδίο δραστηριότητας καθορίζεται από τη νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
36 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Πορτογαλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, οι οποίες υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους των κυρίων δικών τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με αποφάσεις της 7ης Μαου 1997 το tribunal administratif, αποφαίνεται:
Το άρθρο 3 της οδηγίας 64/427/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1964, περί των λεπτομερειών εφαρμογής των μεταβατικών μέτρων στον τομέα των μη μισθωτών δραστηριοτήτων μεταποιήσεως που υπάγονται στις κλάσεις 23-40 ΔΤΤΒ (Βιομηχανία και βιοτεχνία), πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, όταν εντός κράτους μέλους η πρόσβαση στις μη μισθωτές δραστηριότητες μεταποιήσεως που εμπίπτουν στη βιομηχανία και τη βιοτεχνία και η άσκησή τους εξαρτώνται από την κατοχή συγκεκριμένων γνώσεων και ικανοτήτων, το εν λόγω κράτος μέλος δεν δύναται να απαιτεί όπως ο κοινοτικός υπήκοος που ζητεί πλείονες άδειες για να ασκήσει, στο έδαφός του, τις επαγγελματικές δραστηριότητες των οποίων η άσκηση έχει πιστοποιηθεί από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προελεύσεως έχει συμπληρώσει χωριστά τις περιόδους πραγματικής ασκήσεως που προβλέπει το άρθρο αυτό για κάθε ένα από τα επαγγέλματα των οποίων το πεδίο δραστηριότητας καθορίζεται από τη νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής.
Full & Egal Universal Law Academy