Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 Προσφυγή λόγω παραβάσεως - Αποφάσεις της Επιτροπής περί διατυπώσεως αιτιολογημένης γνώμης και ασκήσεως προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου - Εφαρμογή της αρχής της συλλογικότητας - Έννοια - Διαβούλευση εκ μέρους του συλλογικού οργάνου
2 Προσέγγιση των νομοθεσιών - Ποιότητα των υδάτων κολυμβήσεως - Οδηγία 76/160 - Εκτέλεση εκ μέρους των κρατών μελών - Υποχρέωση επιτεύξεως αποτελέσματος
(Οδηγία 76/160 του Συμβουλίου)
Περίληψη
1 Η αρχή της συλλογικότητας που διέπει τη λειτουργία της Επιτροπής θεμελιώνεται στην ισότητα των μελών της Επιτροπής που συμμετέχουν στη λήψη της αποφάσεως και συνεπάγεται ότι επί των αποφάσεων διεξάγεται κοινή διάσκεψη και όλα τα μέλη του σώματος των επιτρόπων είναι συλλογικώς υπεύθυνα σε πολιτικό επίπεδο. Πάντως, οι τυπικές προϋποθέσεις που άπτονται της πραγματικής τηρήσεως της αρχής της συλλογικότητας ποικίλλουν αναλόγως της φύσεως και των εννόμων αποτελεσμάτων των εκδιδομένων πράξεων. Έτσι, η αιτιολογημένη γνώμη έχει απλώς ως αποτέλεσμα να παρέχει στην Επιτροπή την ευχέρεια, αλλ' όχι την υποχρέωση, να προσφύγει στο Δικαστήριο. Η απόφαση περί ασκήσεως προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου ουδόλως τροποποιεί αφ' εαυτής την επίδικη νομική κατάσταση.
Επομένως, τόσο για την απόφαση της Επιτροπής να διατυπώσει αιτιολογημένη γνώμη όσο και για εκείνη περί ασκήσεως προσφυγής λόγω παραβάσεως πρέπει να γίνεται κοινή διάσκεψη από το συλλογικό όργανο και τα στοιχεία στα οποία βασίζονται οι εν λόγω αποφάσεις πρέπει, επομένως, να τίθενται στη διάθεση των μελών του συλλογικού οργάνου. Αντίθετα, δεν είναι αναγκαίο να αναλαμβάνει το ίδιο το συλλογικό όργανο τη σύνταξη των πράξεων οι οποίες επιβεβαιώνουν τις εν λόγω αποφάσεις καθώς και την οριστική διατύπωσή τους.
2 Η οδηγία 76/160, περί της ποιότητας των υδάτων κολυμβήσεως, το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οποίας εξαγγέλλει την υποχρέωση των κρατών μελών να θεσπίσουν τις αναγκαίες διατάξεις προκειμένου η ποιότητα των υδάτων τους να καταστεί σύμφωνη προς τις φυσικοχημικές και μικροβιολογικές τιμές που ορίζει η οδηγία εντός προθεσμίας δέκα ετών από την κοινοποίησή της, επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση επιτεύξεως των προβλεπομένων αποτελεσμάτων, εντός της τασσομένης προθεσμίας, χωρίς να τους παρέχει τη δυνατότητα να επικαλούνται, εκτός των παρεκκλίσεων που η οδηγία προβλέπει, ιδιάζουσες περιστάσεις προκειμένου να δικαιολογήσουν τη μη τήρηση της υποχρεώσεως αυτής.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-198/97,
Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την Claudia Schmidt, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, επικουρούμενη από τον Alexander Bφhlke, δικηγόρο Φρανκφούρτης επί του Μάιν, με αντίκλητο στο Λουξεμβούγο τον Carlos Gσmez de la Cruz, μέλος της ίδιας υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπουμένης από τον Ernst Rφder, Ministerialrat στο Oμοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομίας, και τον Claus-Dieter Quassowski, Regierungsdirektor στο ίδιο υπουργείο, Postfach 13 08, D-53003 Βόννη,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, παραλείποντας να θεσπίσει, εντός των παλαιών ομοσπόνδων κρατών, τις αναγκαίες διατάξεις προκειμένου η ποιότητα των υδάτων κολυμβήσεως να προσαρμοστεί στις οριακές τιμές που καθορίζονται δυνάμει του άρθρου 3 της οδηγίας 76/160/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Δεκεμβρίου 1975, περί της ποιότητας των υδάτων κολυμβήσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 108), εντός προθεσμίας δέκα ετών από την κοινοποίηση της οδηγίας στις 10 Δεκεμβρίου 1975, και μη προβαίνοντας στις δειγματοληψίες σύμφωνα με την επιβαλλόμενη στο παράρτημα της οδηγίας ελάχιστη συχνότητα, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 4, παράγραφος 1, και 6, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J.-P. Puissochet, πρόεδρο τμήματος, P. Jann, J. C. Moitinho de Almeida (εισηγητή), C. Gulmann και D. A. O. Edward, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 26ης Ιανουαρίου 1999,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 23 Μαου 1997, η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 226 ΕΚ), προσφυγή με αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, παραλείποντας να θεσπίσει, εντός των παλαιών ομοσπόνδων κρατών, τις αναγκαίες διατάξεις προκειμένου η ποιότητα των υδάτων κολυμβήσεως να προσαρμοστεί στις οριακές τιμές που καθορίζονται δυνάμει του άρθρου 3 της οδηγίας 76/160/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Δεκεμβρίου 1975, περί της ποιότητας των υδάτων κολυμβήσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 108, στο εξής: οδηγία), εντός προθεσμίας δέκα ετών από την κοινοποίηση της οδηγίας στις 10 Δεκεμβρίου 1975, και μη προβαίνοντας στις δειγματοληψίες σύμφωνα με την επιβαλλόμενη στο παράρτημα της οδηγίας ελάχιστη συχνότητα, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 4, παράγραφος 1, και 6, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας.
2 Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας, όπως τροποποιήθηκε ιδίως με την οδηγία 91/692/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Δεκεμβρίου 1991, για την τυποποίηση και τον εξορθολογισμό των εκθέσεων που αφορούν την εφαρμογή ορισμένων οδηγιών για το περιβάλλον (ΕΕ L 377, σ. 48), η οδηγία «αφορά την ποιότητα των υδάτων κολυμβήσεως, εξαιρέσει των υδάτων τα οποία χρησιμοποιούνται για θεραπευτικούς σκοπούς και [για κολυμβητήρια]».
3 Σύμφωνα με την πρώτη αιτιολογική σκέψη της, η οδηγία σκοπεί στην προστασία του περιβάλλοντος και της δημοσίας υγείας μέσω της μειώσεως της ρυπάνσεως των υδάτων κολυμβήσεως. Το παράρτημα της οδηγίας προβλέπει μικροβιολογικές και φυσικοχημικές παραμέτρους και καθιερώνει κατευθυντήριες και υποχρεωτικές τιμές, με βάση τις οποίες τα κράτη μέλη καθορίζουν τις οριακές τιμές για τα ύδατα κολυμβήσεως.
4 Κατά το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας, τα κράτη μέλη οφείλουν να καθορίζουν, για όλες τις περιοχές κολυμβήσεως ή για κάθε μία από αυτές, τις ισχύουσες επί των υδάτων κολυμβήσεως τιμές σε συνάρτηση με τις οριζόμενες στο παράρτημα παραμέτρους, τιμές που δεν επιτρέπεται να είναι λιγότερο αυστηρές από τις οριζόμενες στη στήλη Ι του παραρτήματος τιμές.
5 Δυνάμει του άρθρου 4 της οδηγίας, τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις αναγκαίες διατάξεις προκειμένου η ποιότητα των υδάτων κολυμβήσεως να καταστεί σύμφωνη με τις οριακές τιμές που ορίζονται δυνάμει του άρθρου 3, εντός προθεσμίας δέκα ετών από την κοινοποίηση της οδηγίας. Η προθεσμία αυτή οδηγία έληξε, όσον αφορά την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, στις 10 Δεκεμβρίου 1985.
6 Το άρθρο 6 της οδηγίας προβλέπει ότι οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να πραγματοποιούν δειγματοληψίες, η ελαχίστη συχνότητα των οποίων καθορίζεται στο παράρτημα.
7 Το άρθρο 8 της οδηγίας ορίζει:
«Παρεκκλίσεις από την παρούσα οδηγία προβλέπονται:
α) για ορισμένες παραμέτρους που χαρακτηρίζονται στο παράρτημα με [την ένδειξη] (0), λόγω εξαιρετικών μετεωρολογικών ή γεωγραφικών συνθηκών·
β) όταν τα ύδατα κολυμβήσεως υπόκεινται σε φυσικό εμπλουτισμό με ορισμένες ουσίες [με αποτέλεσμα την] υπέρβαση των οριακών τιμών που καθορίζονται στο παράρτημα.
(...)
Όταν ένα κράτος μέλος προβεί σε παρέκκλιση πληροφορεί αμέσως την Επιτροπή περί αυτού, ορίζοντας επακριβώς τους λόγους και τη διάρκεια της παρεκκλίσεως.»
8 Το άρθρο 12 της οδηγίας προβλέπει ότι τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για τη συμμόρφωσή τους προς την οδηγία εντός προθεσμίας δύο ετών από την κοινοποίησή της, ενημερώνουν δε πάραυτα την Επιτροπή περί αυτού.
9 Η Επιτροπή απηύθυνε στις 26 Ιουλίου 1989 προς την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας έγγραφο οχλήσεως προκειμένου να της υποβάλει τις παρατηρήσεις της επί της μη τηρήσεως ορισμένων υποχρεώσεων που η δεύτερη υπέχει από την οδηγία, προσάπτοντάς της ότι δεν καθόρισε οριακές τιμές των διαφόρων κατηγοριών υδάτων κολυμβήσεως που εμπίπτουν στην οδηγία (άρθρο 3), ότι δεν προσδιόρισε παρά 110 περίπου περιπτώσεις υδάτων κολυμβήσεως, μολονότι πολύ περισσότερες πληρούν τα αντικειμενικά κριτήρια του άρθρου 1, ότι δεν μερίμνησε για την τήρηση εκ μέρους των τρίτων των προβλεπομένων από την οδηγία τιμών (άρθρο 4) και ότι της κοινοποίησε ανεπαρκείς εκθέσεις που δεν της επέτρεψαν να εξετάσει κατά πόσον τηρήθηκαν στην πράξη οι διατάξεις της οδηγίας και που δεν παρέσχον στο κοινό αντικειμενικές πληροφορίες σχετικά με την ποιότητα των υδάτων κολυμβήσεως στη Γερμανία (άρθρο 13).
10 Στις 17 Νοεμβρίου 1989 η Γερμανική Κυβέρνηση απηύθυνε στην Επιτροπή ανακοίνωση όπου διευκρίνισε, πρώτον, ότι τα ομόσπονδα κράτη (με εξαίρεση τα ομόσπονδα κράτη-πόλεις της Βρέμης και του Αμβούργου) είχαν λάβει διοικητικά μέτρα προβλέποντα την υποχρεωτική εφαρμογή της οδηγίας σε όλα τα ύδατα κολυμβήσεως, δεύτερον, ότι ορισμένα ομόσπονδα κράτη (Βάδη-Βιρτεμβέργη, Αμβούργο, Κάτω Σαξονία, Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία και Schleswig-Holstein) επρόκειτο να λάβουν ή είχαν ήδη λάβει μέτρα σε θέματα καθαρισμού των υδάτων κολυμβήσεως και, τέλος, ότι οι εκθέσεις της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας επιβεβαίωναν ότι οι δειγματοληψίες διενεργούνταν μηνιαίως ή διμηνιαίως σύμφωνα με τον προβλεπόμενο από την οδηγία υποχρεωτικό ανά δίμηνο ρυθμό.
11 Στις 22 Ιουνίου 1994 η Επιτροπή απηύθυνε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αιτιολογημένη γνώμη, ισχυριζόμενη, αφενός, ότι, όπως είχε δεχθεί η Γερμανική Κυβέρνηση με την ανακοίνωση της 17ης Νοεμβρίου 1989, στα ομόσπονδα κράτη της Βάδης-Βιρτεμβέργης, του Αμβούργου, της Κάτω Σαξονίας, της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας και του Schleswig-Holstein είχαν σημειωθεί υπερβάσεις των οριακών τιμών επιβεβαιωθείσες με τις εκθέσεις των επομένων ετών (η τελευταία των οποίων ανάγεται στο έτος 1993), οπότε η καθής παρέβη την υποχρέωση που υπέχει από το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας. Αφετέρου, η Επιτροπή θεώρησε ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν τήρησε τις προβλεπόμενες στο παράρτημα της οδηγίας ελάχιστες συχνότητες δειγματοληψίας και ότι με τον τρόπο αυτό αθέτησε την από το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας υποχρέωσή της. Κατόπιν αυτού, η Επιτροπή κάλεσε την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να λάβει εντός προθεσμίας δύο μηνών τα απαραίτητα μέτρα για τη συμμόρφωσή της προς τις απορρέουσες από την οδηγία υποχρεώσεις.
12 Με την από 28 Οκτωβρίου 1994 απάντησή της επί της αιτιολογημένης γνώμης, η Γερμανική Κυβέρνηση διευκρίνισε ότι οι υπερβάσεις ορισμένων οριακών τιμών οφείλονταν σε σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των μεθόδων ελέγχου των μικροβιολογικών παραμέτρων, γεγονός που δεν δικαιολογούσε τον χαρακτηρισμό των οικείων υδάτων κολυμβήσεως ως «μη συμφώνων». Όσον αφορά τις σημαντικές υπερβάσεις των οριακών τιμών, οι αρμόδιες αρχές των ομοσπόνδων κρατών είχαν ήδη θεσπίσει τις αναγκαίες διατάξεις για τη διαρκή βελτίωση της ποιότητας των υδάτων κολυμβήσεως.
13 Σχετικά με το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας, η Γερμανική Κυβέρνηση αποδέχεται ορισμένες παραβάσεις, διευκρινίζοντας, πάντως, ότι η τήρηση της ελάχιστης συχνότητας δειγματοληψιών θα διασφαλίζεται στο μέλλον μέσω διατάξεων θεσπιζομένων προς τούτο από τα ομόσπονδα κράτη.
14 Με έγγραφο της 16ης Νοεμβρίου 1995, η Επιτροπή γνωστοποίησε στη Γερμανική Κυβέρνηση την πρόθεσή της να προσφύγει στο Δικαστήριο σε περίπτωση μη υποβολής, εντός εξαμήνου, λεπτομερών σχεδίων καθαρισμού των υδάτων κολυμβήσεως, η ποιότητα των οποίων δεν ανταποκρινόταν στις καθοριζόμενες σύμφωνα με την οδηγία οριακές τιμές, διευκρινίζοντας τους λόγους της μη συμφωνίας τους προς τις τιμές αυτές και ανακοινώνοντάς της την ημερομηνία κατά την οποία η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας επρόκειτο να συμμορφωθεί προς την οδηγία.
15 Με έγγραφο της 5ης Ιουνίου 1996, η Γερμανική Κυβέρνηση απάντησε ότι έλαβε τα αναγκαία μέτρα συμμορφώσεώς της προς τις καθοριζόμενες με την οδηγία οριακές τιμές. Όσον αφορά τον μεγάλο αριθμό υδάτων κολυμβήσεως που χαρακτηρίστηκαν «ως μη σύμφωνα» στην έκθεση της Επιτροπής για την κολυμβητική περίοδο 1994, η Γερμανική Κυβέρνηση έκρινε ότι το ζητούμενο δεν ήταν η λήψη μέτρων καθαρισμού τους, εφόσον επρόκειτο για υπερβάσεις οριακών τιμών για τις οποίες δεν είχε εντοπιστεί καμία εξωγενής αιτία παρά τις διενεργηθείσες επαληθεύσεις και οι οποίες δεν είχαν επιβεβαιωθεί κατά την αμέσως μετά διενεργηθείσα δειγματοληψία. Έκρινε επίσης ότι δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη υπερβάσεις των οριακών τιμών που αφορούσαν την παράμετρο «ολικά κολοβακτηρίδια», δεδομένου ότι, όπως προέκυπτε από επιστημονικούς ελέγχους, από τα παρατιθέμενα στην οδηγία κριτήρια αναλύσεως δεν ήταν δυνατό να διαπιστωθεί αν τα ολικά κολοβακτηρίδια προέρχονταν από το φυσικό περιβάλλον ή από ακάθαρτα ύδατα που είχαν μολυνθεί από κόπρανα.
16 Εκτιμώντας ότι η απάντηση αυτή ήταν ανεπαρκής, αφενός, επειδή δεν διευκρίνιζε τους λόγους της μη κανονικής συχνότητας δειγματοληψιών και, αφετέρου, επειδή δεν περιελάμβανε συγκεκριμένα στοιχεία επί του διαθεσίμου ετησίου προϋπολογισμού και της ημερομηνίας από την οποία τα ύδατα κολυμβήσεως θα καθίσταντο σύμφωνα προς την οδηγία, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή.
Επί του παραδεκτού
17 Η Γερμανική Κυβέρνηση εκτιμά ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη, διότι η Επιτροπή διατύπωσε την αιτιολογημένη γνώμη και άσκησε την παρούσα προσφυγή κατά παραβίαση της αρχής της συλλογικότητας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 163, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 219, παράγραφος 2, ΕΚ) και στο άρθρο 1 του εσωτερικού κανονισμού της (ΕΕ 1993, L 230, σ. 15).
18 Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, η αρχή της συλλογικότητας σημαίνει κοινή διάσκεψη προς έκδοση της αποφάσεως, γεγονός που προϋποθέτει ότι το σώμα των Επιτρόπων γνωρίζει, κατά τη σύσκεψη, το διατακτικό της αποφάσεως και την αιτιολόγησή της. Όμως, η Επιτροπή δεν μπόρεσε να προσκομίσει την απόδειξη ότι η εν λόγω αρχή τηρήθηκε στην προκειμένη περίπτωση.
19 Συναφώς, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, με την απόφαση της 29ης Σεπτεμβρίου 1998 στην υπόθεση C-191/95, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1998, σ. Ι-5449, σκέψεις 48 έως 50), το Δικαστήριο εξέτασε ανάλογη επιχειρηματολογία της Γερμανικής Κυβερνήσεως σχετικά με τις προϋποθέσεις εκδόσεως εκ μέρους της Επιτροπής αιτιολογημένων γνωμών. Με την εν λόγω απόφαση, το Δικαστήριο έκρινε κατ' αρχάς ότι η αρχή της συλλογικότητας που διέπει τη λειτουργία της Επιτροπής θεμελιώνεται στην ισότητα των μελών της Επιτροπής που συμμετέχουν στη λήψη της αποφάσεως και συνεπάγεται ότι επί των αποφάσεων διεξάγεται κοινή διάσκεψη και όλα τα μέλη του σώματος των επιτρόπων είναι συλλογικώς υπεύθυνα σε πολιτικό επίπεδο. Ακολούθως, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι οι τυπικές προϋποθέσεις που άπτονται της πραγματικής τηρήσεως της αρχής της συλλογικότητας ποικίλλουν αναλόγως της φύσεως και των εννόμων αποτελεσμάτων των εκδιδομένων πράξεων. Η αιτιολογημένη γνώμη έχει απλώς ως αποτέλεσμα να παράσχει στην Επιτροπή την ευχέρεια, αλλ' όχι την υποχρέωση, να προσφύγει στο Δικαστήριο. Η απόφαση περί ασκήσεως προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου ουδόλως τροποποιεί αφ' εαυτής την επίδικη νομική κατάσταση.
20 Το Δικαστήριο κατέληξε ότι για την απόφαση της Επιτροπής να διατυπώσει αιτιολογημένη γνώμη όσο και για εκείνη περί ασκήσεως προσφυγής λόγω παραβάσεως πρέπει να γίνεται κοινή διάσκεψη από το συλλογικό όργανο και τα στοιχεία στα οποία βασίζονται οι εν λόγω αποφάσεις πρέπει, επομένως, να τίθενται στη διάθεση των μελών του συλλογικού οργάνου. Αντίθετα, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν είναι αναγκαίο να αναλαμβάνει το ίδιο το συλλογικό όργανο τη σύνταξη των πράξεων οι οποίες επιβεβαιώνουν τις εν λόγω αποφάσεις καθώς και την οριστική διατύπωσή τους. Επομένως, η Επιτροπή τήρησε τους κανόνες περί της αρχής της συλλογικότητας.
21 Στην παρούσα υπόθεση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα τα οποία υποβλήθηκαν ενώπιον του συλλογικού οργάνου κατά τη σύσκεψη, στα πλαίσια της οποίας ελήφθη η απόφαση περί διατυπώσεως αιτιολογημένης γνώμης, και τα οποία προσκομίστηκαν από την Επιτροπή κατόπιν αιτήματος του Δικαστηρίου, κάθε λυσιτελές για τη λήψη της αποφάσεως των μελών στοιχείο βρισκόταν στη διάθεση των τελευταίων, όταν το συλλογικό όργανο αποφάσισε να διατυπώσει την αιτιολογημένη γνώμη και ενέκρινε την πρόταση περί ασκήσεως της παρούσας προσφυγής. Επομένως, τηρήθηκε η αρχή της συλλογικότητας.
22 Επομένως, ο λόγος απαραδέκτου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επί της ουσίας
Επί του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας
23 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, όπως προκύπτει ιδίως από την τελευταία ετήσια κοινοτική έκθεση περί της κολυμβητικής περιόδου 1995, ένα μεγάλο μέρος των γερμανικών υδάτων κολυμβήσεως δεν ανταποκρίνεται στις καθοριζόμενες από την οδηγία υποχρεωτικές τιμές. Έτσι, δεν ανταποκρίνονται στις εν λόγω τιμές, αφενός, το 11,9 % των 446 ζωνών κολυμβήσεως σε θαλάσσια ύδατα και, αφετέρου, το 10,3 % των 1 822 ζωνών κολυμβήσεως σε μη αλμυρά ύδατα.
24 Η Γερμανική Κυβέρνηση διευκρινίζει κατ' αρχάς ότι η προσφυγή άπτεται των παραβάσεων που αφορούν αποκλειστικά και μόνον τα ύδατα κολυμβήσεως στα παλαιά ομόσπονδα κράτη, ενώ οι αριθμοί που περιλαμβάνει η έκθεση του 1995 αφορούν όλα τα ομόσπονδα κράτη και είναι, άλλωστε, παρωχημένοι, οπότε πρέπει να αντικατασταθούν από τους ορθούς αριθμούς που παρέχει η τράπεζα δεδομένων των Κοινοτήτων.
25 Στηριζόμενη στους ορθούς αυτούς αριθμούς, η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, στα παλαιά ομόσπονδα κράτη, επί 1 770 περιοχών οριζομένων ως ζωνών κολυμβήσεως κατά την έννοια της οδηγίας, οι 180 χαρακτηρίστηκαν από την τράπεζα δεδομένων ως μη σύμφωνοι προς την οδηγία. Οι 27 λοιπές ζώνες κολυμβήσεως οι οποίες, κατά την Επιτροπή, επρόκειτο να προστεθούν στις 180 που ανέφερε (ήτοι 3 ζώνες περαιτέρω για τη Βάδη-Βιρτεμβέργη και 24 για την Κάτω Σαξονία) ανήκουν, σύμφωνα με την εν λόγω κυβέρνηση, σε ζώνες που δεν ελέγχθησαν επαρκώς και κατετάγησαν στην κατηγορία των μη συμφώνων προς την οδηγία ζωνών μόνο στην έκθεση του 1996.
26 Όσον αφορά τις προαναφερθείσες 180 ζώνες κολυμβήσεως, η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι 14 από τις ζώνες αυτές (ή, αποκλείοντας τη ζώνη Itzehoe, τουλάχιστον οι 13) χαρακτηρίστηκαν εσφαλμένα ως μη σύμφωνες, ενώ για τις υπολειπόμενες 166 ζώνες συντρέχει υπέρβαση των οριακών τιμών μόνο στις 81 των περιπτώσεων (ή, προσθέτοντας τον σταθμό λουτροθεραπείας Stein Neustein, 82 ζώνες κολυμβήσεως), ενώ για τις υπόλοιπες 85 ζώνες δεν συντρέχει παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας.
27 Πρώτον, όσον αφορά τις 14 ζώνες κολυμβήσεως που κακώς χαρακτηρίστηκαν ως μη σύμφωνες προς την οδηγία, λόγω, εν μέρει, εσφαλμένης λήψεως των στοιχείων (σχηματισμός αφρού λόγω της αποσυνθέσεως των φυκίων και όχι λόγω της παρουσίας τασιενεργών ουσιών) και, εν μέρει, μη διορθωθέντων λαθών κατά τη διαβίβασή τους, η Γερμανική Κυβέρνηση παρατηρεί, σε απάντηση σχετικής ερωτήσεως του Δικαστηρίου, ότι η ζώνη κολυμβήσεως Itzehoe δεν είναι κλειστή από το 1993 αλλά μόλις από το 1996, λόγο για τον οποίο ο χαρακτηρισμός της ως ζώνης υδάτων μη συμφώνων προς την οδηγία για το έτος 1995 είναι ορθός. Διευκρινίζει ότι τα ορθά στοιχεία που αφορούν τις 13 ζώνες κολυμβήσεως καθώς και το αίτημα επανορθώσεως για το έτος 1995 πρόκειται να κοινοποιηθούν στην αρμόδια υπηρεσία της Επιτροπής.
28 Δεύτερον, όσον αφορά τις 85 ζώνες κολυμβήσεως για τις οποίες η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι δεν συντρέχει παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας, η εν λόγω κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι, για τις 46 από τις εν λόγω ζώνες, η υπέρβαση απλώς και μόνον των οριακών τιμών που διαπιστώθηκε μετά το 1992, και συγκεκριμένα η υπέρβαση του 1995, πρέπει να θεωρηθεί ως εξαίρεση υπό την έννοια ότι η απαιτούμενη λήψη δαπανηρών μέτρων καθαρισμού θα αντέκειτο προς την αρχή της αναλογικότητας. Εξάλλου, η απαίτηση αυτή δεν μπορεί να ικανοποιηθεί εφόσον η αιτία της υπερβάσεως δεν μπόρεσε να προσδιοριστεί παρά τις εμπεριστατωμένες έρευνες.
29 Η Γερμανική Κυβέρνηση δέχεται ότι σε μια περίπτωση (εκείνη του σταθμού λουτροθεραπείας Stein Neustein), μεταξύ των 10 περιπτώσεων που επισήμανε η Επιτροπή από τις 46 ζώνες, διαπράχθηκαν ορισμένες παραβάσεις, αλλ' ότι, στις 9 υπόλοιπες, σε αντίθεση προς όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, δεν στοιχειοθετείται παράβαση από το 1992 έως το 1994 και το 1996. Πρέπει επομένως να θεωρηθεί ότι υφίστανται 45 ζώνες εντός των οποίων δεν στοιχειοθετήθηκε παράβαση παρά μόνον το 1995, οπότε συνιστούν εξαιρέσεις. Η Γερμανική Κυβέρνηση προσθέτει ότι οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία, όπως αυτή που υποστηρίζει η Επιτροπή, συνεπάγεται τήρηση κατά 100 % των οριακών τιμών, πράγμα που δεν απαιτεί η οδηγία. Το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας, επιτρέποντας την κατά ποσοστό 5 έως 10 % επίδειξη αμελείας επί της δειγματοληψίας, εκφράζει την αρχή της αναλογικότητας. Δεδομένου ότι η κολυμβητική περίοδος περιλαμβάνει χρονικό διάστημα μεταξύ 15 και 17 εβδομάδων ετησίως και η δειγματοληψία ανά δύο εβδομάδες καταλήγει σε νέα δειγματοληπτικά αποτελέσματα ανά περίοδο, μια απλή απόκλιση θα υπερέβαινε ήδη το καθορισμένο όριο το οποίο είναι της τάξεως του 10 %.
30 Για 7 από τις 85 ζώνες κολυμβήσεως, η Γερμανική Κυβέρνηση εκτιμά ότι είναι αδύνατη η λήψη σημαντικοτέρων μέτρων καθαρισμού και ότι τα μέτρα αυτά θα ήσαν ασυμβίβαστα προς την αρχή της αναλογικότητας. Παρατηρεί ότι 5 από τις εν λόγω 7 ζώνες έχουν δεξαμενή τροφοδοσίας που βαίνει πέραν των γερμανικών συνόρων και όπου, παρά τα μέτρα που έθεσε σε εφαρμογή η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, τα ύδατα δεν είναι σύμφωνα προς τις οριακές τιμές. Πρόκειται, δηλαδή, για περίπτωση απόλυτης πραγματικής αδυναμίας κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου (απόφαση της 14ης Ιουλίου 1993 στην υπόθεση C-56/90, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Συλλογή 1993, σ. Ι-4109, σκέψη 46). Σε μια άλλη από τις εν λόγω 7 ζώνες (συγκεκριμένα στο Riedsee Leeheim), η βασική αιτία υπερβάσεως οφείλεται στα υδρόβια πτηνά, ενώ σε μια έβδομη ζώνη (και συγκεκριμένα στο Hausen, Donau beim Campingplatz) ο λόγος συνδέεται με γεωγραφικές περιστάσεις, ενώ το άρθρο 8, στοιχείο αα, της οδηγίας προβλέπει συναφώς παρέκκλιση. Όσον αφορά την παρέκκλιση αυτή, η Γερμανική Κυβέρνηση έκρινε, πάντως, απαντώντας σε ερώτηση του Δικαστηρίου, ότι η μη τήρηση της οριακής τιμής της οδηγίας κατά το 1995 οφείλεται στην υπέρβαση παραμέτρου μη εμπίπτουσας στις εξαιρετικές περιστάσεις του άρθρου 8, στοιχείο αα, της οδηγίας και ενέμεινε, συνακόλουθα, στην αρχική θέση της αποκλειστικά για τις λοιπές 6 ζώνες.
31 Για τις 32 από τις 85 ζώνες κολυμβήσεως, η Γερμανική Κυβέρνηση εκτιμά ότι, εφόσον 6 από τις εν λόγω 32 ζώνες δεν επρόκειτο πλέον να θεωρηθούν ως τοιαύτες για τα έτη 1996 και 1997 και ότι είχαν ληφθεί μέτρα για 26 άλλες ζώνες για τις οποίες ήδη για το έτος 1996 δεν είχαν διαπιστωθεί υπερβάσεις των οριακών τιμών, δεν συντρέχει πλέον παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας.
32 Τρίτον, όσον αφορά τις 81 απομένουσες ζώνες (ήτοι το 4,5 % όλων των υδάτων κολυμβήσεως ή, αν προστεθεί ο σταθμός λουτροθεραπείας Stein Neustein, 82 ζώνες, ήτοι το 4,6 %) για τις οποίες η Γερμανική Κυβέρνηση δέχεται ότι συντρέχει υπέρβαση των οριακών τιμών, υποστηρίζει ότι η σημασία της επίδικης παραβάσεως δεν δικαιολογεί την καταδίκη της για παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας, δεδομένου ότι, ενόψει του συγκεκριμένου αριθμού περιπτώσεων, είναι εύλογο ορισμένες από αυτές να μη τηρούν τις επιταγές των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου λόγω απροβλέπτων παραγόντων.
33 Επιβάλλεται να υπογραμμιστεί κατ' αρχάς ότι, όπως αναγνωρίζει η ίδια η Γερμανική Κυβέρνηση, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν ανταποκρίθηκε στις καθοριζόμενες με την οδηγία οριακές τιμές όσον αφορά τις προαναφερθείσες στη σκέψη 32 της παρούσας αποφάσεως 81 ζώνες, τις 3 ζώνες Stein Neustein, Itzehoe και Hausen, Donau bein Campingplatz, οι οποίες αναφέρονται αντίστοιχα στις σκέψεις 29 και 32, 27 και 30 της παρούσας αποφάσεως, και τις 32 ζώνες κολυμβήσεως που αναφέρονται στη σκέψη 31 της παρούσας αποφάσεως. Όσον αφορά τις τελευταίες, το γεγονός ότι οι εν λόγω ζώνες απώλεσαν το καθεστώς τους ως ζωνών κολυμβήσεως ή το γεγονός ότι ελήφθησαν μέτρα επανορθώσεως της καταστάσεως δεν είναι ικανό να θέσει τέρμα στην παράβαση.
34 Ακολούθως, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι μια και μόνον υπέρβαση σε 46 ζώνες για μια και μόνον περίοδο, ήτοι για το έτος 1995, μνημονευόμενη στη σκέψη 29 της παρούσας αποφάσεως, συνιστά περαιτέρω παράβαση της οδηγίας.
35 Έτσι, αφενός, σε αντίθεση προς όσα υποστηρίζει η Γερμανική Κυβέρνηση, δεν αρκεί η λήψη όλων των ενδεχομένως ευλόγων μέτρων, δεδομένου ότι η οδηγία επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να λάβουν τα αναγκαία μέτρα ώστε τα ύδατα κολυμβήσεως να καταστούν σύμφωνα προς τις καθοριζόμενες με αυτή οριακές τιμές εντός προθεσμίας η οποία είναι μεγαλύτερη από την προβλεπόμενη για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, ώστε να δοθεί στα κράτη μέλη η δυνατότητα να ανταποκριθούν στην ανωτέρω επιταγή (προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, σκέψεις 42 και 44). Επομένως, η οδηγία επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση επιτεύξεως ορισμένων αποτελεσμάτων, χωρίς να τους παρέχει τη δυνατότητα να επικαλούνται, εκτός των παρεκκλίσεων που η οδηγία προβλέπει, ιδιάζουσες περιστάσεις προκειμένου να δικαιολογήσουν τη μη τήρηση της υποχρεώσεως αυτής (προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, σκέψη 43, και απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 1998 στην υπόθεση C-92/96, Επιτροπή κατά Ισπανίας, Συλλογή 1998, σ. Ι-505, σκέψη 28). Η Γερμανική Κυβέρνηση δεν επικαλείται καμία από τις οικείες παρεκκλίσεις που αφορούν τις συγκεκριμένες ζώνες.
36 Αφετέρου, η επιχειρηματολογία της Γερμανικής Κυβερνήσεως ότι, λαμβάνοντας υπόψη τη βραχεία διάρκεια των κολυμβητικών περιόδων, επιβάλλεται στην πράξη η τήρηση κατά 100 % των υποχρεώσεων που ορίζει η οδηγία, δεδομένου ότι μία και μόνο δειγματοληψία από την οποία προκύπτει η μη τήρησή τους είναι επαρκής για την υπέρβαση των οριζομένων στο άρθρο 5 της οδηγίας τιμών, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Πράγματι, η οδηγία ορίζει μια ελάχιστη συχνότητα για τη δειγματοληψία και, συνακόλουθα, ουδόλως παρεμποδίζει τα κράτη μέλη να αυξάνουν τον αριθμό των δειγματοληψιών, μειώνοντας με τον τρόπο αυτό την αναλογία των δειγματοληψιών που δεν πληρούν τις επιβαλλόμενες προϋποθέσεις.
37 Όσον αφορά τις 27 λοιπές ζώνες κολυμβήσεως που αναφέρονται στη σκέψη 25 της παρούσας αποφάσεως, οι οποίες, σύμφωνα με τη Γερμανική Κυβέρνηση, θεωρούνται ως μη ικανοποιητικά ελεγχθείσες, σύμφωνα με την έκθεση της Επιτροπής για την περίοδο του έτους 1995 και οι οποίες, σύμφωνα με την Επιτροπή, περιλαμβάνονται στη βάση δεδομένων ως μη σύμφωνες προς την οδηγία, αρκεί να υπογραμμιστεί ότι η ίδια η Γερμανική Κυβέρνηση δέχεται ότι οι ζώνες αυτές δεν ήσαν διττώς σύμφωνες προς την οδηγία, ήτοι λόγω του γεγονότος ότι σημειώθηκε υπέρβαση ορισμένων οριακών τιμών και ότι οι φυσικοχημικές παράμετροι 8, 9 και 10 του παραρτήματος της οδηγίας δεν αποτέλεσαν αντικείμενο επαρκούς ελέγχου.
38 Όσον αφορά τις 6 ζώνες που αναφέρονται στη σκέψη 30 της παρούσας αποφάσεως, για τις οποίες η Γερμανική Κυβέρνηση επικαλείται απόλυτη αδυναμία, πρέπει να διακριθούν οι πέντε ζώνες κολυμβήσεως για τις οποίες ισχυρίζεται ότι η δεξαμενή τροφοδοσίας βαίνει πέραν των γερμανικών συνόρων (οι τρεις ζώνες Nied και οι δύο ζώνες Rhein) από εκείνη για την οποία επικαλείται ως κυρία αιτία των υπερβάσεων την παρουσία υδροβίων πτηνών (ζώνη Riedsee).
39 Όσον αφορά τις προαναφερθείσες πέντε ζώνες, η Γερμανική Κυβέρνηση δεν απέδειξε ότι η λήψη μέτρων εκτός εκείνων που είχαν ήδη ληφθεί μέχρι το 1994 ήταν στην πράξη αδύνατη, ιδίως η λήψη μέτρων σε συνεργασία με τα γειτονικά κράτη.
40 Όσον αφορά τη ζώνη κολυμβήσεως Riedsee, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν απέδειξε ότι ο εκσυγχρονισμός των εγκαταστάσεων υγιεινής που έλαβε χώρα το 1996 ήταν επαρκής, λαμβάνοντας υπόψη τις φυσικές και συνήθεις μεταβολές του πληθυσμού των εκεί παρόντων υδροβίων πτηνών και δεν απέδειξε την αδυναμία λήψεως των συμπληρωματικών μέτρων καθαρισμού.
41 Επομένως, ακόμη και αν υποτεθεί, στο πλαίσιο της οδηγίας, ότι τυχόν απόλυτη αδυναμία εκτελέσεως των απορρεουσών από την οδηγία υποχρεώσεων μπορεί να δικαιολογεί παράβασή της, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε παρόμοια αδυναμία.
42 Τέλος, όσον αφορά τις 13 ζώνες κολυμβήσεως που αναφέρονται στη σκέψη 27 της παρούσας αποφάσεως, για τις οποίες η Γερμανική Κυβέρνηση επικαλείται εσφαλμένη κατάταξη στην τράπεζα δεδομένων, πρέπει να τονιστεί, πρώτον, ότι η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι οι πληροφορίες που διαθέτει προέρχονται στο σύνολό τους από τους δείκτες που προσκόμισε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και, δεύτερον, ότι η Επιτροπή δεν αμφισβητεί τον ισχυρισμό της Γερμανικής Κυβερνήσεως ως προς την εσφαλμένη κατάταξη των οικείων ζωνών στην τράπεζα δεδομένων, αλλά περιορίζεται στη διατύπωση αμφιβολιών ως προς την κατάταξη αυτή. Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αποδειχθείσα η παράβαση που αφορά τις εν λόγω ζώνες.
43 Υπό την επιφύλαξη αυτή, πρέπει να αναγνωριστεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, παραλείποντας να θεσπίσει, εντός των παλαιών ομοσπόνδων κρατών, τις αναγκαίες διατάξεις ώστε η ποιότητα των υδάτων κολυμβήσεως να καταστεί σύμφωνη προς τις καθοριζόμενες στο άρθρο 3 της οδηγίας οριακές τιμές, εντός προθεσμίας δέκα ετών από την κοινοποίησή της στις 10 Δεκεμβρίου 1975, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας.
Επί του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας
44 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, όπως προκύπτει από την ετήσια κοινοτική έκθεση σχετικά με την κολυμβητική περίοδο 1995, το 6,5 % των 446 ζωνών κολυμβήσεως σε θαλάσσια ύδατα και το 42,5 % των 1 822 ζωνών κολυμβήσεως σε γλυκέα ύδατα δεν αποτέλεσαν αντικείμενο επαρκών επαληθεύσεων.
45 Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, όπως προκύπτει από τα διορθωμένα στοιχεία, επί 1 770 ζωνών κολυμβήσεως που καταλογογραφήθηκαν για το έτος 1995 στα παλαιά ομόσπονδα κράτη, οι 591 δεν αποτέλεσαν στην πραγματικότητα αντικείμενο επαρκών δειγματοληψιών.
46 Επομένως, πρέπει να αναγνωριστεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, μη τηρώντας την ελάχιστη συχνότητα δειγματοληψιών, όπως προβλέπει το παράρτημα της οδηγίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας.
47 Όπως προκύπτει από τα προηγηθέντα, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, παραλείποντας να θεσπίσει, εντός των παλαιών ομοσπόνδων κρατών, τις αναγκαίες διατάξεις ώστε η ποιότητα των υδάτων κολυμβήσεως να καταστεί σύμφωνη προς τις καθοριζόμενες από το άρθρο 3 της οδηγίας οριακές τιμές, εντός προθεσμίας δέκα ετών μετά την κοινοποίησή της στις 10 Δεκεμβρίου 1975, και μη προβαίνοντας σε δειγματολοψίες σύμφωνα με την απαιτούμενη από το παράρτημα της οδηγίας ελάχιστη συχνότητα, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 4, παράγραφος 1, και 6, παράγραφος 1, της οδηγίας.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
48 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα αν υπήρξε σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα και δεδομένου ότι η τελευταία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, παραλείποντας να θεσπίσει, εντός των παλαιών ομοσπόνδων κρατών, τις αναγκαίες διατάξεις ώστε η ποιότητα των υδάτων κολυμβήσεως να καταστεί σύμφωνη προς τις καθοριζόμενες από το άρθρο 3 της οδηγίας 76/160/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Δεκεμβρίου 1975, περί της ποιότητος των υδάτων κολυμβήσεως, οριακές τιμές, εντός προθεσμίας δέκα ετών μετά την κοινοποίησή της στις 10 Δεκεμβρίου 1975, και μη προβαίνοντας σε δειγματολοψίες σύμφωνα με την απαιτούμενη από το παράρτημα της οδηγίας ελάχιστη συχνότητα, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 4, παράγραφος 1, και 6, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής.
2) Καταδικάζει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy