Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη - Σχέδια ενισχύσεων - Εξέταση από την Επιτροπή - ροκαταρκτική φάση και φάση κατά την παράθεση συζητήσεως - Αντικείμενο της προκαταρκτικής φάσεως - Υποχρέωση της Επιτροπής να εξετάσει το σύνολο των πραγματικών και νομικών στοιχείων που γνωστοποιεί το οικείο κράτος μέλος και προσκομίζουν οι ενδιαφερόμενοι - Υποχρέωση, σε περίπτωση δυσχερειών στην εκτίμηση του συμβατού της ενισχύσεως, κινήσεως της διαδικασίας κατά την παράθεση συζητήσεως
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 93 §§ 2 και 3 (νυν άρθρο 88 §§ 2 και 3 ΕΚ)]
Περίληψη
$$Η διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης (νυν άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ) καθίσταται απαραίτητη από τη στιγμή κατά την οποία η Επιτροπή αντιμετωπίζει σοβαρές δυσχέρειες προκειμένου να κρίνει αν μια ενίσχυση συμβιβάζεται με την κοινή αγορά. Συνεπώς, η Επιτροπή δεν μπορεί να αρκεστεί στην προκαταρκτική φάση του άρθρου 93, παράγραφος 3, προκειμένου να λάβει ευνοϊκή απόφαση για κάποια ενίσχυση, παρά μόνον αν είναι σε θέση να σχηματίσει την πεποίθηση, μετά από μια πρώτη εξέταση, ότι η εν λόγω ενίσχυση συμβιβάζεται με τη Συνθήκη. Αντιθέτως, αν, από την πρώτη αυτή εξέταση, η Επιτροπή σχηματίσει αντίθετη γνώμη ή δεν μπορέσει να υπερβεί όλες τις δυσχέρειες που ανέκυψαν κατά την κρίση του συμβιβάσιμου της εν λόγω ενισχύσεως με την κοινή αγορά, τότε οφείλει να συγκεντρώσει όλες τις αναγκαίες γνώμες και να κινήσει προς τον σκοπό αυτό τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2.
Η προκαταρκτική φάση που καθιερώνει το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης αποβλέπει μόνο να εξασφαλίσει στην Επιτροπή επαρκή προθεσμία για εκτίμηση και έρευνα προκειμένου να σχηματίσει μια πρώτη άποψη ως προς το αν τα σχέδια που της γνωστοποιούνται συμβιβάζονται με τη Συνθήκη, εν μέρει ή καθ' ολοκληρίαν ή, αντιθέτως, να διαπιστώσει ότι το περιεχόμενό τους εγείρει αμφιβολίες όσον αφορά το συμβιβάσιμο αυτό. Η Επιτροπή είναι υποχρεωμένη, συναφώς, να εξετάσει το σύνολο των πραγματικών και νομικών στοιχείων που της γνωστοποίησαν τα πρόσωπα, οι επιχειρήσεις ή οι ενώσεις τα συμφέροντα των οποίων ενδεχομένως θίγονται από τη χορήγηση της ενισχύσεως. Επομένως, υπό το φως τόσο των πληροφοριών που της γνωστοποίησε το κράτος μέλος όσο και εκείνων που της παρέσχαν ενδεχόμενοι καταγγέλλοντες, το όργανο πρέπει να διαμορφώσει την εκτίμησή του στο πλαίσιο της προκαταρκτικής εξετάσεως που θεσπίζει το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης.
( βλ. σκέψεις 33-35 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-204/97,
ορτογαλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τους L. Fernandes, Â. Seiça Neves και C. Botelho Moniz, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
υποστηριζόμενη από το
Βασίλειο της Ισπανίας, εκπροσωπούμενο από την R. Silva de Lapuerta, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
παρεμβαίνον,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από την A. Μ. Alves Vieira και τον Δ. Τριανταφύλλου, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
υποστηριζόμενης από τη
Γαλλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από την K. Rispal-Bellanger και τον G. Mignot, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
παρεμβαίνουσα,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής, της 6ης Νοεμβρίου 1996, σχετικά με τις ενισχύσεις υπέρ των παραγωγών οίνων λικέρ και αποσταγμάτων, υπό μορφή ενισχύσεων των μέτρων προώθησης και [με τις τεχνικού χαρακτήρα εθνικές] ενισχύσεις υπό μορφή ενισχύσεων στην έρευνα, στην τεχνολογική υποστήριξη και στις επενδύσεις, περίληψη της οποίας δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 6ης Μαρτίου 1997 (ΕΕ C 70, σ. 14),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους C. Gulmann, πρόεδρο του τρίτου και έκτου τμήματος, προεδρεύοντα, A. La Pergola, Μ. Wathelet και Β. Σκουρή, προέδρους τμήματος, D. A. O. Edward (εισηγητή), J.-P. Puissochet, P. Jann, L. Sevón και R. Schintgen, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: S. Alber
γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 28ης Μαρτίου 2000, κατά την οποία η ορτογαλική Δημοκρατία εκπροσωπήθηκε από τον C. Botelho Moniz, το Βασίλειο της Ισπανίας από την R. Silva de Lapuerta, η Γαλλική Δημοκρατία από τους F. Million και S. Seam, και η Επιτροπή από τον Δ. Τριανταφύλλου και την Μ. Afonso,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 18ης Μα_ου 2000,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 29 Μα_ου 1997, η ορτογαλική Δημοκρατία ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 173, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 230, πρώτο εδάφιο, ΕΚ), την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής, της 6ης Νοεμβρίου 1996, σχετικά με τις ενισχύσεις υπέρ των παραγωγών οίνων λικέρ και αποσταγμάτων, υπό μορφή ενισχύσεων των μέτρων προώθησης και [με τις τεχνικού χαρακτήρα εθνικές] ενισχύσεις υπό μορφή ενισχύσεων στην έρευνα, στην τεχνολογική υποστήριξη και στις επενδύσεις, περίληψη της οποίας δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 6ης Μαρτίου 1997 (ΕΕ C 70, σ. 14).
2 Με διατάξεις του ροέδρου του Δικαστηρίου της 23ης Σεπτεμβρίου 1997, επετράπη στο Βασίλειο της Ισπανίας και στη Γαλλική Δημοκρατία να παρέμβουν προς στήριξη των αιτημάτων της ορτογαλικής Δημοκρατίας και της Επιτροπής αντιστοίχως.
ραγματικά περιστατικά και νομικό πλαίσιο
3 Κατά τη διάρκεια των ετών 1992 και 1993, η Γαλλική Κυβέρνηση τροποποίησε την εθνική νομοθεσία της στον τομέα των φόρων καταναλώσεως επί των οινοπνευματωδών ποτών και θέσπισε καθεστώς φορολογικού διαφορισμού για τους οίνους λικέρ και για τους φυσικούς γλυκούς οίνους. Έτσι, κατόπιν της εκδόσεως του νόμου περί αναμορφώσεως του προϋπολογισμού του 1993, νόμου 93-859, της 22ας Ιουνίου 1993, οι οίνοι αυτοί υπέκειντο, από 1ης Ιουλίου 1993, σε φόρο καταναλώσεως του οποίου το ύψος ανά εκατόλιτρο οριζόταν σε 1 400 γαλλικά φράγκα (FRF) (ήτοι 9 FRF ανά φιάλη) για τους οίνους λικέρ και σε 350 FRF (ήτοι 2,25 FRF ανά φιάλη) για τους φυσικούς γλυκούς οίνους.
4 Κατά τη διάρκεια του 1993 και μέρους του 1994, ορισμένοι Γάλλοι παραγωγοί οίνων λικέρ επιχείρησαν μερική αναστολή της πληρωμής των φόρων καταναλώσεως, παρακρατώντας τη διαφορά μεταξύ του ύψους των επιβαλλομένων στους οίνους λικέρ φόρων και του ύψους των επιβαλλομένων στους φυσικούς γλυκούς οίνους φόρων.
5 Από τον Μάιο ή τον Ιούνιο του 1994, οι Γάλλοι παραγωγοί ανέστειλαν την παρακράτηση των φόρων καταναλώσεως. Ο πρόεδρος της εθνικής συνομοσπονδίας παραγωγών οίνων λικέρ με ελεγχόμενη ονομασία προελεύσεως (στο εξής: ΕΣΟΛΕΟΚ) δικαιολόγησε, με δήλωσή του που δημοσιεύθηκε στο τεύχος Ιουνίου 1994 του περιοδικού VITI, την αναστολή αυτή με βάση το γεγονός ότι, κατ' αυτόν, η Γαλλική Κυβέρνηση σκόπευε να καταβάλει στους Γάλλους παραγωγούς οίνων λικέρ ετήσια αποζημίωση, καθώς επίσης αποζημίωση για τα έτη 1994 έως 1997, προκειμένου να αντισταθμίσει τη διαφορά στη φορολόγηση. Ειδικότερα, δήλωσε:
«Οι παραγωγοί [οίνων λικέρ] παρακρατούν αυτούς τους φόρους από έτους. άγωσαν σε έναν λογαριασμό οφειλόμενους στο κράτος φόρους που ανέρχονται σε 30 εκατομμύρια FRF, προκειμένου να επιτύχουν μείωση της υπερβολικής διαφοράς μεταξύ των φόρων επί των [οίνων λικέρ] και των [φυσικών γλυκών οίνων].
Η παρακράτηση αναστέλλεται διότι ο υπουργός αναγνώρισε έμμεσα ότι η διαφορά στη φορολόγηση μεταξύ των [οίνων λικέρ] και των [φυσικών οίνων] δεν αποτελεί αμετάβλητη θέση. Δέχεται, στην πραγματικότητα, ότι η διαφορά θα επιλυθεί από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων του Λουξεμβούργου, ενώπιον του οποίου θα προσφύγουμε. Εν συνεχεία, δέχεται να μας καταβάλει ετήσια αποζημίωση ύψους 20 εκατομμυρίων FRF για το χρονικό διάστημα από το 1994 έως το 1997 και αποζημίωση 4 εκατομμυρίων το 1994, 8 εκατομμυρίων για το 1995, 12 εκατομμυρίων για το 1996, και 16 εκατομμυρίων για το 1997 προκειμένου να αντισταθμίσει προοδευτικά τη διατήρηση του παρόντος επιπέδου των φόρων.»
6 Στις 24 Μαρτίου 1995, η Associaçãο de Empresas de Vinho de Porto (ένωση εξαγωγέων οίνου πορτό, στο εξής: ΕΕΟ) υπέβαλε στην Επιτροπή δύο καταγγελίες, από τις οποίες η μία αφορούσε το μη συμβατό του γαλλικού συστήματος φορολογήσεως των οίνων λικέρ με το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποίησεως, άρθρο 90 ΕΚ) και η άλλη την παράβαση των άρθρων 92 της Συνθήκης και 93 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποίησεως, άρθρου 88 ΕΚ) με τα μέτρα αντισταθμίσεως που προέβλεπε η Γαλλική Κυβέρνηση υπέρ των παραγωγών οίνων λικέρ.
7 Κατόπιν της υποβολής της τελευταίας καταγγελίας, η Επιτροπή κάλεσε στις 12 Απριλίου 1995 τις γαλλικές αρχές να της κοινοποιήσουν το εν λόγω σχέδιο ενισχύσεων. Ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι, σύμφωνα με τις πληροφορίες που είχε λάβει, «η Γαλλική Κυβέρνηση θα χορηγούσε στους παραγωγούς οίνων λικέρ ενίσχυση υπό μορφή οικονομικής αντισταθμίσεως, προκειμένου να εξαλειφθεί η διαφορά στη φορολόγηση μεταξύ των "οίνων λικέρ" και των "φυσικών γλυκών οίνων" για τα προϊόντα γαλλικής προελεύσεως». Η Επιτροπή, με ένα ερωτηματολόγιο δύο σελίδων, ζητούσε διάφορες πληροφορίες.
8 Με έγγραφο της 17ης Ιουλίου 1995, οι γαλλικές αρχές της ανακοίνωσαν ένα σχέδιο ενισχύσεων υπέρ των παραγωγών οίνων λικέρ και των αποσταγμάτων με ελεγχόμενη ονομασία προελεύσεως (στο εξής: σχέδιο ενισχύσεων), οι οποίες έπρεπε να περιέχουν ένα μέρος σχετικό με τα μέτρα προώθησης και ένα τεχνικού χαρακτήρα μέρος.
9 Κατά το σχέδιο αυτό, τα μέτρα προώθησης στόχευαν, αφενός, να ευνοήσουν τη ροή της αμπελουργικής παραγωγής που προέρχεται από τοποθεσίες πλεονάζουσας παραγωγής και, αφετέρου, να θίξουν ορισμένες μειονεκτούσες περιοχές. Τα μέτρα προωθήσεως για το κονιάκ, το armagnac και το calvados έπρεπε να αφορούν αποκλειστικά τρίτες χώρες. Διευκρινιζόταν ότι «στα μέτρα προωθήσεως είναι δυνατό, στο πλαίσιο ευρύτερης ερμηνείας του όρου, να προβλεφθεί επίσης η οργάνωση εμποροπανηγύρεων και εκθέσεων, καθώς και άλλες δραστηριότητες δημοσίων σχέσεων όπως γευσιγνωσία στη Γαλλία και στο εξωτερικό, καθώς επίσης να πραγματοποιηθούν μελέτες της αγοράς».
10 Όσον αφορά την τεχνικού χαρακτήρα ενίσχυση, έπρεπε να συνίσταται σε «μέτρα που σκοπούν να ενισχύσουν τη διάρθρωση της παραγωγής και παρασκευής των προϊόντων», «[το οποίο συνεπάγεται], επομένως, πιο σταθερή ποιότητα των οίνων, αυξημένη δυνατότητα αποθηκεύσεως, καλύτερη κατάρτιση των οινοκαλλιεργητών, γρήγορη διάδοση της οινολογικής προόδου».
11 Το έγγραφο της 17ης Ιουλίου 1995 τελειώνει ως εξής:
«Τέλος, οι γαλλικές αρχές επιθυμούν να διευκρινίσουν ότι αυτή η ενίσχυση ουδαμώς ισοδυναμεί με αντιστάθμιση των διαφορών στη φορολόγηση μεταξύ των "φυσικών γλυκών οίνων" και των "οίνων λικέρ". Το πλήθος των διαφόρων δικαιούχων των ενισχύσεων, των αποσταγμάτων οίνων (κονιάκ, armagnac), των αποσταγμάτων μηλίτη (calvados) και των οίνων λικέρ (Pineau, Floc, Macvin, Cartagène, Pommeau), αποδεικνύει το γεγονός αυτό.»
12 Την αποστολή του σχεδίου ενισχύσεων από τις γαλλικές αρχές ακολούθησε η ανταλλαγή ογκώδους αλληλογραφίας μεταξύ αυτών και της Επιτροπής.
13 Η Επιτροπή προσκόμισε αυτή την αλληλογραφία στο Δικαστήριο σε εκτέλεση της από 21 Σεπτεμβρίου 1999 διατάξεως του Δικαστηρίου. Από την αλληλογραφία προκύπτει ότι μεταξύ της κοινοποιήσεως του σχεδίου ενισχύσεων με το από 17 Ιουλίου 1995 έγγραφο και της ανακοινώσεως στις γαλλικές αρχές της προσβαλλομένης αποφάσεως με το από 21 Νοεμβρίου 1996 έγγραφο, ήτοι εντός χρονικού διαστήματος δεκαέξι μηνών, η Επιτροπή απηύθυνε στις γαλλικές αρχές πέντε αιτήσεις περί παροχής συμπληρωματικών πληροφοριών, στις οποίες οι τελευταίες έδωσαν έξι απαντήσεις με παραρτήματα περιέχοντα πρόσθετες λεπτομέρειες σχετικά με το σχέδιο ενισχύσεων.
14 Κατά την Επιτροπή, ένας σημαντικός αριθμός συμπληρωματικών πληροφοριών και διευκρινίσεων της ήταν απαραίτητος προκειμένου να μπορέσει να εκδώσει την απόφασή της. Συναφώς, το τηλετύπημα που απέστειλε η Επιτροπή στις γαλλικές αρχές στις 30 Ιανουαρίου 1996, αφού οι τελευταίες είχαν παράσχει ήδη δύο φορές συμπληρωματικές πληροφορίες, περιέχει το ακόλουθο χωρίο:
«Μετά από προκαταρκτική εξέταση, αποδεικνύεται ότι οι τελευταίες αυτές [πληροφορίες] δεν είναι πλήρεις και ότι οι συμπληρωματικές πληροφορίες είναι επομένως απαραίτητες προκειμένου το σχέδιο αυτό να εξεταστεί λεπτομερώς.»
15 Στις 29 Μα_ου 1996, οι αντιπρόσωποι της ΕΕΟ απηύθυναν στην Επιτροπή έγγραφο με το οποίο ζητούσαν την άμεση κίνηση της διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης, την αναστολή των ενισχύσεων σε περίπτωση που η χορήγησή τους είχε ξεκινήσει, ολοκληρωμένη πληροφόρηση σχετικά με την προκαταρκτική φάση επεξεργασίας του φακέλου και πρόσβαση στον φάκελο και τις πληροφορίες που παρέσχαν οι γαλλικές αρχές. Η ΕΕΟ πληροφόρησε επίσης την Επιτροπή σχετικά με την πρόθεσή της να της απευθύνει επίσημο έγγραφο οχλήσεως δυνάμει του άρθρου 175 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 232 ΕΚ) στην περίπτωση που θα αμελούσε την υποχρέωσή της να λάβει θέση επί της υποβληθείσας καταγγελίας και επί της αιτήσεως ενάρξεως της διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης.
16 Με τα από 19 Ιουλίου και 2 Σεπτεμβρίου 1996 έγγραφά της προς την Επιτροπή, η ΕΕΟ επανέλαβε το αίτημά της περί άμεσης κινήσεως της διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης. Τέλος, με έγγραφο της 25ης Σεπτεμβρίου 1996, η ΕΕΟ κάλεσε την Επιτροπή να ενεργήσει σύμφωνα με το άρθρο 175, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης.
17 Στις 6 Νοεμβρίου 1996, η Επιτροπή αποφάσισε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, να μην εγείρει αντιρρήσεις σχετικά με το σχέδιο ενισχύσεων για τον λόγο ότι μπορούσε να επωφεληθεί της προβλεπομένης στο άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο γ_, της Συνθήκης εξαιρέσεως υπέρ των ενισχύσεων που προορίζονταν να διευκολύνουν την ανάπτυξη ορισμένων δραστηριοτήτων. Με έγγραφα της 21ης Νοεμβρίου 1996 και της 11ης Μαρτίου 1997,η Επιτροπή ενημέρωσε τη Γαλλική Κυβέρνηση και την ΕΕΟ, αντιστοίχως, σχετικά με την απόφαση αυτή. ερίληψη της προσβαλλομένης αποφάσεως δημοσιεύθηκε στις 6 Μαρτίου 1997 στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
18 Από το έγγραφο της 21ης Νοεμβρίου 1996 προκύπτει ότι η Επιτροπή, πριν εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, υποχρέωσε τις γαλλικές αρχές να τροποποιήσουν το σχέδιο ενισχύσεων, αρνούμενη να χορηγήσει ενισχύσεις υπέρ των επενδύσεων αποθηκεύσεως. Επιπλέον, οι γαλλικές αρχές διαβεβαίωσαν την Επιτροπή ότι η εφαρμογή των ενισχύσεων θα γινόταν με τήρηση των διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας των οποίων έκανε μνεία η Επιτροπή. Οι διατάξεις αυτές περιελάμβαναν, μεταξύ άλλων, τις ανακοινώσεις της Επιτροπής 86/C 272/03, της 28ης Οκτωβρίου 1986, σχετικά με τη συμμετοχή του κράτους στην προώθηση των γεωργικών προϊόντων και των προϊόντων της αλιείας (ΕΕ C 272, σ. 3), 87/C 302/06, της 12ης Νοεμβρίου 1987, σχετικά με την πλαισίωση των κρατικών ενισχύσεων για τη διαφήμιση γεωργικών προϊόντων και ορισμένων προϊόντων που δεν αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ της Συνθήκης ΕΟΚ, εκτός όμως από τα προϊόντα αλιείας (ΕΕ C 302, σ. 6), 96/C 45/06, της 17ης Φεβρουαρίου 1996, σχετικά με το κοινοτικό πλαίσιο των κρατικών ενισχύσεων στην έρευνα και ανάπτυξη (ΕΕ C 45, σ. 5) και 96/C 29/03, της 2ας Φεβρουαρίου 1996, σχετικά με το νομοθετικό πλαίσιο των κρατικών ενισχύσεων σχετικά με επενδύσεις στον τομέα της μεταποίησης και εμπορίας γεωργικών προϊόντων (ΕΕ C 29, σ. 4), καθώς και της αποφάσεως 94/173/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 22ας Μαρτίου 1994, σχετικά με την κατάρτιση κριτηρίων επιλογής που πρέπει να ληφθούν υπόψη για τις επενδύσεις όσον αφορά τη βελτίωση των συνθηκών μεταποίησης και εμπορίας των γεωργικών προϊόντων και προϊόντων δασοκομίας και για την κατάργηση της απόφασης 90/342/ΕΟΚ (EE L 79, σ. 29).
Οι λόγοι ακυρώσεως που προέβαλε η ορτογαλική Δημοκρατία
19 Η ορτογαλική Κυβέρνηση, υποστηριζόμενη από το Βασίλειο της Ισπανίας, προβάλλει δύο λόγους προς στήριξη της αιτήσεώς της περί ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως.
20 Ο πρώτος λόγος αντλείται από παράβαση ουσιώδους τύπου που απορρέει, αφενός, από την παράβαση των διαδικαστικών κανόνων του άρθρου 93, παράγραφοι 2 και 3, της Συνθήκης και, αφετέρου, από την παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως των πράξεων την οποία θεσπίζει το άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 253 ΕΚ).
21 Ο δεύτερος λόγος αντλείται από παραβίαση της Συνθήκης ή των κανόνων δικαίου σχετικά με την εφαρμογή της που απορρέει, αφενός, από την παράβαση των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 92, παράγραφος 1, και 95 της Συνθήκης και, αφετέρου, από την παράβαση των γενικών κριτηρίων εφαρμογής των εξαιρέσεων που θεσπίζει το άρθρο 92, παράγραφος 3, της Συνθήκης.
Επί του πρώτου λόγου
Επιχειρήματα των διαδίκων
22 Με τον πρώτο της λόγο, η ορτογαλική Κυβέρνηση αιτιάται την Επιτροπή, αφενός, ότι εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση χωρίς να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης και, αφετέρου, ότι παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως της αποφάσεώς της.
23 Στηριζόμενη στην απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 1973, 120/73, Lorenz (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 815), η ορτογαλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η διάρκεια της προκαταρκτικής φάσεως της εξετάσεως που προβλέπει το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης, στο πλαίσιο του οποίου η Επιτροπή έλαβε την προσβαλλόμενη απόφαση, ορίζεται σε δύο μήνες. Επιπλέον, η έναρξη της φάσεως εξετάσεως που προβλέπει το άρθρο άρθρο 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης είναι απαραίτητη από τη στιγμή κατά την οποία η Επιτροπή αντιμετωπίζει σοβαρές δυσχέρειες προκειμένου να κρίνει αν ένα σχέδιο ενισχύσεων συμβιβάζεται με τη Συνθήκη.
24 Η ορτογαλική Κυβέρνηση θεωρεί ότι στην προκειμένη περίπτωση είναι προφανές ότι η Επιτροπή δεν προέβη, κατά τη διάρκεια της πρώτης εξετάσεως, στην εκτίμηση ότι τα μέτρα που είχαν κοινοποιήσει οι γαλλικές αρχές συμβιβάζονταν με τη Συνθήκη. Αντιθέτως, χρειάστηκε εκτεταμένη έρευνα, που δημιούργησε ογκώδη αλληλογραφία μεταξύ της Επιτροπής και της Γαλλικής Κυβερνήσεως για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δεκαέξι μηνών από την ημερομηνία κοινοποιήσεως του σχεδίου ενισχύσεων, προκειμένου η Επιτροπή να επιτρέψει τελικώς τις ενισχύσεις που αφορά η προσβαλλόμενη απόφαση.
25 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, όπως απορρέει από την απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1990, C-301/87, Γαλλία κατά Επιτροπής, ονομαζόμενη «Boussac Saint Frères» (Συλλογή 1990, σ. Ι-307, σκέψεις 27 και 28), η δίμηνη προθεσμία που της δίνεται προτού υποχρεωθεί να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης αρχίζει από τη στιγμή που η Επιτροπή έχει στη διάθεσή της όλα τα αναγκαία έγγραφα ώστε να μπορέσει να εξετάσει το συμβατό μιας ενισχύσεως με τη Συνθήκη.
26 Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι οι πληροφορίες που παρέχουν τα κράτη μέλη σχετικά με τις σχεδιαζόμενες ενισχύσεις είναι συχνά ατελείς και ανακριβείς ως προς τα δευτερεύοντα σημεία τους. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Επιτροπή είναι υποχρεωμένη να λαμβάνει, κατά την προκαταρκτική φάση, πρόσθετες πληροφορίες και διαβεβαιώσεις, προκειμένου η σχεδιαζόμενη ενίσχυση να συμβιβάζεται απολύτως με τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου. Ωστόσο, οι προσαρμογές αυτές δεν αφορούν, όπως εν προκειμένω, παρά τις δευτερεύουσες πτυχές και τις λεπτομέρειες εφαρμογής της ενισχύσεως. Η Επιτροπή πρέπει, επομένως, να διαθέτει ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως προκειμένου να αντιμετωπίσει τις δυσχέρειες που παρουσιάζει η εξέταση ενός σχεδίου ενισχύσεως που της έχει κοινοποιηθεί, ενώ ενδέχεται οι δυσχέρειες αυτές να μην είναι παρά αμελητέες.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
27 Επιβάλλεται, εκ προοιμίου, να υπενθυμιστούν οι κρίσιμοι κανόνες του συστήματος ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων που θεσπίζει η Συνθήκη.
28 Κατά το άρθρο 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης, ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό διά της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν το μεταξύ κρατών εμπόριο, εκτός αν η Συνθήκη ορίζει άλλως.
29 Το άρθρο 93 της Συνθήκης προβλέπει ειδική διαδικασία για την οργάνωση της διαρκούς εξετάσεως και του ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων από την Επιτροπή. Όσον αφορά τις νέες ενισχύσεις τις οποίες προτίθενται να θεσπίσουν τα κράτη μέλη, καθιερώνεται διαδικασία προηγούμενης εγκρίσεως, χωρίς την οποία καμία ενίσχυση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως νομίμως θεσπισθείσα. Δυνάμει του άρθρου 93, παράγραφος 3, πρώτη περίοδος, της Συνθήκης, όπως έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου, τα σχέδια που αποβλέπουν να θεσπίσουν ή να τροποποιήσουν τις ενισχύσεις πρέπει να κοινοποιούνται στην Επιτροπή πριν από την εφαρμογή τους (απόφαση της 2ας Απριλίου 1998, C-367/95 P, Επιτροπή κατά Sytraval και Brink's France, Συλλογή 1998, σ. Ι-1719, σκέψη 35).
30 Η Επιτροπή προβαίνει τότε σε μια πρώτη εξέταση των σχεδιαζομένων ενισχύσεων. Εάν κατά το πέρας της εξετάσεως αυτής φρονεί ότι ένα σχέδιο δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, κινεί αμελλητί τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, το οποίο ορίζει τα εξής: «αν η Επιτροπή διαπιστώσει, αφού τάξει προηγουμένως στους ενδιαφερομένους προθεσμία για να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους, ότι ενίσχυση που χορηγείται από ένα κράτος ή με κρατικούς πόρους δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά κατά το άρθρο 92, ή ότι η ενίσχυση αυτή εφαρμόζεται καταχρηστικώς, αποφασίζει ότι το εν λόγω κράτος οφείλει να την καταργήσει ή να την τροποποιήσει εντός προθεσμίας που η ίδια καθορίζει» (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Sytraval και Brink's France, σκέψη 36).
31 Οι ενδιαφερόμενοι τους οποίους αφορά το άρθρο 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης δεν είναι μόνον η επιχείρηση ή οι επιχειρήσεις στις οποίες έχει χορηγηθεί ενίσχυση, αλλά και τα πρόσωπα, οι επιχειρήσεις ή ενώσεις των οποίων τα συμφέροντα θίγονται, ενδεχομένως, από τη χορήγηση ενισχύσεως, ιδίως δε οι ανταγωνιστικές επιχειρήσεις και οι επαγγελματικές οργανώσεις (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 1984, 323/82, Intermills κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ. 3809, σκέψη 16).
32 Συνεπώς, στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 93, πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ, αφενός, της προκαταρκτικής φάσεως εξετάσεως των ενισχύσεων που καθιερώνει το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης, η οποία έχει ως μοναδικό σκοπό να δώσει τη δυνατότητα στην Επιτροπή να σχηματίσει μια πρώτη γνώμη ως προς το αν η συγκεκριμένη ενίσχυση συμβιβάζεται εν όλω ή εν μέρει με την κοινή αγορά, και, αφετέρου, της φάσεως ελέγχου του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης, η οποία έχει ως σκοπό να επιτρέψει στην Επιτροπή να διαφωτιστεί πλήρως επί του συνόλου των στοιχείων της υποθέσεως (βλ. αποφάσεις της 19ης Μα_ου 1993, C-198/91, Cook κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. Ι-2487, σκέψη 22, της 15ης Ιουνίου 1993, C-225/91, Matra κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. Ι-3203, σκέψη 16, και προπαρατεθείσα Επιτροπή κατά Sytraval και Brink's France, σκέψη 38).
33 Συνεπώς, η διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης, που δίνει στα κράτη μέλη και στους ενδιαφερόμενους κύκλους τη δυνατότητα να ακουστούν και που επιτρέπει στην Επιτροπή να διαφωτιστεί πλήρως επί του συνόλου των στοιχείων της υποθέσεως πριν εκδώσει απόφαση, καθίσταται απαραίτητη από τη στιγμή κατά την οποία η Επιτροπή αντιμετωπίζει σοβαρές δυσχέρειες προκειμένου να κρίνει αν μια ενίσχυση συμβιβάζεται με την κοινή αγορά. Συνεπώς, η Επιτροπή δεν μπορεί να αρκεστεί στην προκαταρκτική φάση του άρθρου 93, παράγραφος 3, προκειμένου να λάβει ευνοϊκή απόφαση για κάποια ενίσχυση, παρά μόνον αν είναι σε θέση να σχηματίσει την πεποίθηση, μετά από μια πρώτη εξέταση, ότι η εν λόγω ενίσχυση συμβιβάζεται με τη Συνθήκη. Αντιθέτως, αν, από την πρώτη αυτή εξέταση, η Επιτροπή σχηματίσει αντίθετη γνώμη ή δεν μπορέσει να υπερβεί όλες τις δυσχέρειες που ανέκυψαν κατά την κρίση του συμβιβαστού της εν λόγω ενισχύσεως με την κοινή αγορά, τότε οφείλει να συγκεντρώσει όλες τις αναγκαίες γνώμες και να κινήσει προς τον σκοπό αυτό τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 20ής Μαρτίου 1984, 84/82, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ. 1451, σκέψη 13, και προπαρατεθείσες αποφάσεις Cook κατά Επιτροπής, σκέψη 29, Matra κατά Επιτροπής, σκέψη 33, και Επιτροπή κατά Sytraval και Brink's France, σκέψη 39).
34 Η προκαταρκτική φάση που καθιερώνει το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης αποβλέπει μόνο να εξασφαλίσει στην Επιτροπή επαρκή προθεσμία για εκτίμηση και έρευνα προκειμένου να σχηματίσει μια πρώτη άποψη ως προς το αν τα σχέδια που της γνωστοποιούνται συμβιβάζονται με τη Συνθήκη, εν μέρει ή καθ' ολοκληρίαν ή, αντιθέτως, να διαπιστώσει ότι το περιεχόμενό τους εγείρει αμφιβολίες όσον αφορά το συμβιβάσιμο αυτό (βλ., υπό αυτή την έννοια, απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 2001, C-99/98, Αυστρία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. Ι-1101, σκέψεις 53 και 54).
35 Η Επιτροπή είναι υποχρεωμένη, συναφώς, να εξετάσει το σύνολο των πραγματικών και νομικών στοιχείων που της γνωστοποίησαν τα πρόσωπα, οι επιχειρήσεις ή οι ενώσεις τα συμφέροντα των οποίων ενδεχομένως θίγονται από τη χορήγηση της ενισχύσεως (βλ., υπό αυτή την έννοια, προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Sytraval και Brink's France, σκέψη 51). Επομένως, υπό το φως τόσο των πληροφοριών που της γνωστοποίησε το κράτος μέλος όσο και εκείνων που της παρέσχαν ενδεχόμενοι καταγγέλλοντες, το όργανο πρέπει να διαμορφώσει την εκτίμησή του στο πλαίσιο της προκαταρκτικής εξετάσεως που θεσπίζει το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης.
36 Υπό το φως αυτών των αρχών πρέπει να εξεταστούν τα πραγματικά περιστατικά στην υπό κρίση υπόθεση.
37 Επιβάλλεται να τονιστεί ότι από τις δύο καταγγελίες που υπέβαλε η ΕΕΟ προκύπτει σαφώς ότι αυτές βασίζονται κυρίως στην ύπαρξη συνδέσμου μεταξύ της διαφοράς στη φορολόγηση μεταξύ των οίνων λικέρ και των φυσικών γλυκών οίνων, αφενός, και της ενισχύσεως υπέρ των Γάλλων παραγωγών οίνων λικέρ, αφετέρου. ράγματι, με τη δεύτερη καταγγελία της, που αφορά την παράβαση των άρθρων 92 και 93 της Συνθήκης, η ΕΕΟ υποστήριξε ρητώς ότι η εν λόγω ενίσχυση προοριζόταν να αντισταθμίσει τη διαφορά αυτή στη φορολόγηση των Γάλλων παραγωγών οίνων λικέρ, γεγονός που συνεπαγόταν στην ουσία ότι μόνον οι αλλοδαποί παραγωγοί οίνων λικέρ θα υπέκειντο στο υψηλότερο επίπεδο φορολογήσεως.
38 Κατά την ΕΕΟ, που παρέσχε στην Επιτροπή λεπτομέρειες σχετικά με την προέλευση του σχεδίου ενισχύσεων, η Γαλλική Κυβέρνηση ανακοίνωσε τις οικονομικές αντισταθμίσεις για τους Γάλλους παραγωγούς οίνων λικέρ ως απάντηση στην παρακράτηση των φόρων καταναλώσεως που έκαναν οι τελευταίοι, γεγονός το οποίο θα επέτρεπε την αναστολή της εν λόγω παρακρατήσεως.
39 Η ΕΕΟ προσκόμισε, προς στήριξη της αναλύσεώς της, άρθρα που δημοσιεύθηκαν στον επαγγελματικό Τύπο της βιομηχανίας οίνων και οινοπνευματωδών. Επέστησε την προσοχή της Επιτροπής, μεταξύ άλλων, στη δήλωση του προέδρου της ΕΣΟΛΕΟΚ που δημοσιεύθηκε στο τεύχος Ιουνίου 1994 του περιοδικού VITI και παρατίθεται στη σκέψη 5 της παρούσας αποφάσεως.
40 Επομένως, οι καταγγελίες της ΕΕΟ ενείχαν σοβαρά στοιχεία προς απόδειξη του γεγονότος ότι οι προβλεπόμενες ενισχύσεις μπορούσαν να καταλήξουν σε δυσμενή φορολόγηση υπό την έννοια του άρθρου 95 της Συνθήκης.
41 Συναφώς, επιβάλλεται να υπομνηστεί ότι από τη γενική οικονομία της Συνθήκης προκύπτει ότι η διαδικασία του άρθρου 93 της Συνθήκης ουδέποτε πρέπει να καταλήγει σε αποτέλεσμα αντίθετο προς τις ειδικές διατάξεις της Συνθήκης. Επομένως, η Επιτροπή δεν μπορεί να κρίνει ότι συμβιβάζεται με την κοινή αγορά κρατική ενίσχυση η οποία, λόγω ορισμένων λεπτομερειών χορηγήσεώς της, αντιβαίνει σε άλλες διατάξεις της Συνθήκης (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2000, C-156/98, Γερμανία κατά Επιτροπής, που δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 78).
42 Επιπλέον, η Επιτροπή είναι υποχρεωμένη, όπως αναγνώρισε στη διάρκεια της επ' ακροατηρίου συζητήσεως, να λαμβάνει υπόψη της τις συνθήκες της αγοράς, μεταξύ άλλων και από απόψεως φορολογίας, προκειμένου να αποφασίσει αν μια ενίσχυση συμβιβάζεται με την κοινή αγορά.
43 Η Επιτροπή επισήμανε άλλωστε, με το από 12 Απριλίου 1995 έγγραφό της προς τις γαλλικές αρχές, που παρατίθεται στη σκέψη 7 της παρούσας αποφάσεως, ότι, σύμφωνα με τις πληροφορίες που είχε λάβει, ενίσχυση υπό μορφή οικονομικής αντισταθμίσεως χορηγείται στους παραγωγούς οίνων λικέρ, προκειμένου να εξαλειφθεί η διαφορά στη φορολόγηση μεταξύ των οίνων λικέρ και των φυσικών γλυκών οίνων για τα προϊόντα γαλλικής προελεύσεως.
44 Ωστόσο, στο σχέδιο ενισχύσεων που κοινοποίησε στην Επιτροπή στις 17 Ιουλίου 1995, η Γαλλική Κυβέρνηση έκανε μόνο σύντομη μνεία του ζητήματος της φορολογήσεως και δη των όρων που περιλαμβάνονται στη σκέψη 11 της παρούσας αποφάσεως.
45 Από την εξέταση του συνόλου του φακέλου, όπως προσκομίστηκε από την Επιτροπή σε εκτέλεση της διατάξεως του Δικαστηρίου της 21ης Σεπτεμβρίου 1999, προκύπτει ότι πρόκειται για τη μοναδική απάντηση της Γαλλικής Κυβερνήσεως στον ισχυρισμό ότι αντικείμενο των σχεδιαζόμενων ενισχύσεων ήταν η εξάλειψη της διαφοράς στη φορολόγηση μεταξύ των οίνων λικέρ και των φυσικών γλυκών οίνων για τα προϊόντα γαλλικής προελεύσεως.
46 Ούτε με την προσβαλλόμενη απόφαση ούτε με το από 21 Νοεμβρίου 1996 έγγραφό της προς τις γαλλικές αρχές, που παρατίθεται στις σκέψεις της 17 και 18 της παρούσας αποφάσεως, η Γαλλική Κυβέρνηση ανέφερε ότι ο ισχυρισμός της ΕΕΟ βασιζόταν ουσιαστικά στο σύνδεσμο μεταξύ της διαφοράς στη φορολόγηση μεταξύ των οίνων λικέρ και των γλυκών οίνων και της ενισχύσεως υπέρ των Γάλλων παραγωγών οίνων λικέρ.
47 Η Επιτροπή δεν εξήγησε επίσης τον λόγο για τον οποίο κατέληξε ότι αυτή η αιτίαση δεν είναι βάσιμη.
48 Όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 90 των προτάσεών του, μέρος των εν λόγω ενισχύσεων φαίνεται να ευνοεί μια κατηγορία παραγωγών που συμπίπτει ουσιαστικά με εκείνη των Γάλλων παραγωγών οίνων λικέρ οι οποίοι, βάσει του συστήματος φορολογήσεως, βρίσκονται σε μειονεκτική θέση. Επομένως, επιβάλλεται να γίνει δεκτό ότι η ενδεχόμενη ύπαρξη συνδέσμου μεταξύ του συστήματος φορολογήσεως και του σχεδίου των εν λόγω ενισχύσεων αποτελεί σημαντική δυσκολία προκειμένου να εκτιμηθεί το συμβατό του εν λόγω σχεδίου με τις διατάξεις της Συνθήκης.
49 Υπό αυτές τις συνθήκες, η Επιτροπή ήταν σε θέση να κατανοήσει τα εγειρόμενα με τις κατατεθείσες από την ΕΕΟ καταγγελίες ζητήματα και να αποφασίσει αν ο ενδεχόμενος σύνδεσμος μεταξύ της διαφοράς φορολογήσεως και του σχεδίου ενισχύσεων συνιστά ή όχι παράβαση του άρθρου 95 της Συνθήκης και, ως εκ τούτου, αν το εν λόγω σχέδιο συμβιβάζεται ή όχι με την κοινή αγορά μόνον εφόσον κινούσε τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης.
50 Εν πάση περιπτώσει, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται πάσης αιτιολογίας ως προς αυτό το σημείο, αντιθέτως προς τις επιταγές του άρθρου 190 της Συνθήκης.
51 Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι παράνομη λόγω τόσο της παραλείψεως κινήσεως της διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης όσο και της παραβάσεως της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως. Επομένως, ο πρώτος λόγος που προβάλλει η ορτογαλική Κυβέρνηση πρέπει να γίνει δεκτός.
52 Επομένως, δεν είναι απαραίτητο να εξεταστεί ο δεύτερος λόγος.
53 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτή η προσφυγή της ορτογαλικής Δημοκρατίας και, κατά συνέπεια, να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
54 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η ορτογαλική Κυβέρνηση διατύπωσε σχετικό αίτημα και η Επιτροπή ηττήθηκε, επιβάλλεται να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, του ιδίου κανονισμού, τα κράτη μέλη και τα όργανα που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα. Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται η απόφαση ότι το Βασίλειο της Ισπανίας και η Γαλλική Δημοκρατία φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Ακυρώνει την απόφαση της Επιτροπής, της 6ης Νοεμβρίου 1996, σχετικά με τις ενισχύσεις υπέρ των παραγωγών οίνων λικέρ και αποσταγμάτων, υπό μορφή ενισχύσεων των μέτρων προώθησης και τεχνικού χαρακτήρα [εθνικές] ενισχύσεις υπό μορφή ενισχύσεων στην έρευνα, στην τεχνολογική υποστήριξη και στις επενδύσεις, περίληψη της οποίας δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 6ης Μαρτίου 1997.
2) Καταδικάζει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
3) Το Βασίλειο της Ισπανίας και η Γαλλική Δημοκρατία φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy