Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 Κοινοτικό δίκαιο - Αρχές - Δικαιώματα άμυνας - Δικαίωμα της εκατέρωθεν ακροάσεως - Υποχρέωση ενσωματώσεως στην απόφαση όλων των ισχυρισμών των διαδίκων - Δεν συντρέχει
2 Αναίρεση - Λόγοι - Εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών - Λόγος αναιρέσεως αναφέρων ασυμφωνίες ως προς τα διαπιστωθέντα πραγματικά περιστατικά, ο οποίος δεν θέτει όμως κανένα νομικό ζήτημα - Απαράδεκτο - Απόρριψη
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 168 Α· Οργανισμός του Δικαστηρίου ΕΚ, άρθρο 51, εδ. 1)
3 Αναίρεση - Λόγοι - Απλή επανάληψη των προβληθέντων ενώπιον του Πρωτοδικείου λόγων και επιχειρημάτων - Απαράδεκτο - Απόρριψη
(Οργανισμός του Δικαστηρίου ΕΚ, άρθρο 51, εδ. 1· Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου, άρθρο 112 § 1, στοιχ. γγ)
Περίληψη
1 Η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως δεν συνεπάγεται ότι ο δικαστής πρέπει να ενσωματώσει πλήρως στην απόφασή του όλους τους ισχυρισμούς κάθε διαδίκου. Ο δικαστής, αφού ακούσει τους ισχυρισμούς των διαδίκων και εκτιμήσει τα αποδεικτικά στοιχεία, πρέπει να αποφανθεί επί των αιτημάτων της προσφυγής και να αιτιολογήσει την απόφασή του.
2 Δυνάμει των άρθρων 168 Α της Συνθήκης και 51, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, η αίτηση αναιρέσεως μπορεί να στηρίζεται μόνο σε λόγους που αφορούν παράβαση κανόνων δικαίου, αποκλειομένης κάθε εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών.
Επομένως, είναι απαράδεκτος, καθόσον σκοπεί να επιτύχει την εκ νέου εκτίμηση εκ μέρους του Δικαστηρίου των κριθέντων από το Πρωτοδικείο πραγματικών περιστατικών, ο λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε παραβίαση της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως και αντλείται από τη φερόμενη παράλειψη να ληφθούν υπόψη ορισμένα τμήματα της επιχειρηματολογίας του αναιρεσείοντος, στο μέτρο που ο λόγος αυτός δεν περιλαμβάνει κανένα νομικό ζήτημα χρήζον αναλύσεως, αλλά αναφέρει απλώς ασυμφωνίες ως προς τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν από το Πρωτοδικείο, και όταν, συγκεκριμένα, δεν αποδεικνύεται ότι εν λόγω παράλειψη επηρέασε την έκβαση της διαδικασίας.
3 Από τα άρθρα 51, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου και 112, παράγραφος 1, στοιχείο γγ, του Κανονισμού Διαδικασίας προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να αναφέρει με ακρίβεια τα βαλλόμενα στοιχεία της αποφάσεως της οποίας ζητείται η αναίρεση καθώς και τα συγκεκριμένα νομικά επιχειρήματα που στηρίζουν την αίτηση αυτή. Δεν ανταποκρίνεται στην επιταγή αυτή η αίτηση αναιρέσεως που περιορίζεται στην επανάληψη ή στην κατά γράμμα παράθεση των λόγων και επιχειρημάτων που έχουν ήδη προβληθεί ενώπιον του Πρωτοδικείου, χωρίς να διατυπώνεται καμία συγκεκριμένη αιτίαση κατά του νομικού συλλογισμού του Πρωτοδικείου.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-221/97 P,
Aloys Schrφder, Jan Thamann και Karl-Julius Thamann, εταίροι της Zuchtschweine Epe GbR, εταιρίας γερμανικού δικαίου, με έδρα το Neuenkirchen (Γερμανία), εκπροσωπούμενοι από τους Gerd Rentzmann και Rudolf Brenken, δικηγόρους Quakenbrόck, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο το δικηγορικό γραφείο Michel Molitor, Pierre Feltgen και Andrι Harpes, 14 A, rue des Bains,
αναιρεσείοντες,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως που εξέδωσε στις 15 Απριλίου 1997 το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (πέμπτο τμήμα) στην υπόθεση T-390/94, Schrφder κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. II-501), και με την οποία ζητείται η εξαφάνιση της αποφάσεως αυτής,
όπου ο έτερος διάδικος είναι η
Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την Claudia Schmidt, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, επικουρούμενη από τον Bertrand Wδgenbaur, δικηγόρο Αμβούργου και Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gσmez de la Cruz, μέλος της ιδίας υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. Jann (εισηγητή), πρόεδρο του πρώτου τμήματος, προεδρεύοντα του πέμπτου τμήματος, C. Gulmann, D. A. O. Edward, L. Sevσn και M. Wathelet, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 16ης Ιουνίου 1998,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 13 Ιουνίου 1997, οι A. Schrφder, J. Thamann και K.-J. Thamann άσκησαν, σύμφωνα με το άρθρο 49, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, αναίρεση κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 15ης Απριλίου 1997, T-390/94, Schrφder κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. II-501, στο εξής: αναιρεσιβαλλομένη απόφαση), με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή αποζημιώσεως την οποία είχαν ασκήσει δυνάμει των άρθρων 178 και 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ, με αίτημα να υποχρεωθεί η Επιτροπή να αποκαταστήσει τη ζημία που ισχυρίζονταν ότι είχαν υποστεί από μια σειρά αποφάσεων της Επιτροπής στο πλαίσιο της καταπολεμήσεως της κλασικής πανώλους των χοίρων στη Γερμανία.
Νομικό πλαίσιο, πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
2 Το νομικό πλαίσιο και το ιστορικό της διαφοράς εκτίθενται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ως εξής:
«1 Με την προοπτική της υλοποιήσεως της εσωτερικής αγοράς και προκειμένου να διασφαλίσει την ελεύθερη κυκλοφορία των ζώων, η Κοινότητα έχει θεσπίσει ένα σύνολο μέτρων, στα οποία περιλαμβάνεται η οδηγία 90/425/EOK του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1990, σχετικά με τους κτηνιατρικούς και ζωοτεχνικούς ελέγχους που εφαρμόζονται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο ορισμένων ζώντων ζώων και προϋόντων με προοπτική την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς (EE L 224, σ. 29, στο εξής: οδηγία 90/425), η οποία μεταξύ άλλων προβλέπει, αφενός, ότι οι κτηνιατρικοί έλεγχοι πραγματοποιούνται κυρίως στον τόπο αποστολής και ότι δεν μπορούν να πραγματοποιούνται στο κράτος μέλος προορισμού παρά μόνο δειγματοληπτικά και, αφετέρου, ότι, σε περίπτωση εμφανίσεως στο έδαφος κράτους μέλους ορισμένων νόσων, όπως η κλασική πανώλη των χοίρων, το εν λόγω κράτος μέλος θεσπίζει αμέσως τις διατάξεις που προβλέπει το κοινοτικό δίκαιο.
2 Το άρθρο 10 της οδηγίας 90/425 ορίζει τις υποχρεώσεις που υπέχουν, αντιστοίχως, τα κράτη μέλη αποστολής και προορισμού καθώς και τις υποχρεώσεις της Επιτροπής στον τομέα της προλήψεως και της καταπολεμήσεως κάθε νόσου που ενδέχεται να συνιστά σοβαρό κίνδυνο για τα ζώα ή για την υγεία των ανθρώπων.
3 Το άρθρο 10, παράγραφος 3, ορίζει τα εξής:
"Εάν η Επιτροπή δεν έχει ενημερωθεί για τα ληφθέντα μέτρα ή εάν κρίνει ότι τα ληφθέντα μέτρα είναι ανεπαρκή, μπορεί, σε συνεργασία με το εν λόγω κράτος μέλος και έως ότου συγκληθεί η μόνιμη κτηνιατρική επιτροπή, να λαμβάνει συντηρητικά μέτρα όσον αφορά τα ζώα (...) που προέρχονται από την πληγείσα από την επιζωοτία περιοχή ή από συγκεκριμένη εκμετάλλευση, κέντρο ή οργανισμό. Τα μέτρα αυτά υποβάλλονται, το συντομότερο δυνατό, στη μόνιμη κτηνιατρική επιτροπή προς επιβεβαίωση, τροποποίηση ή ακύρωση σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 17."
4 Το άρθρο 10, παράγραφος 4, έχει ως εξής:
"Σε κάθε περίπτωση, η Επιτροπή εξετάζει την κατάσταση, το συντομότερο δυνατό, στα πλαίσια της μόνιμης κτηνιατρικής επιτροπής και θεσπίζει, με τη διαδικασία του άρθρου 17, τα απαραίτητα μέτρα για τα ζώα (...) που αναφέρονται στο άρθρο 1 (...). Η Επιτροπή παρακολουθεί την εξέλιξη της καταστάσεως και, με την ίδια διαδικασία, τροποποιεί ή ακυρώνει, ανάλογα με αυτήν την εξέλιξη, τις ληφθείσες αποφάσεις."
5 Η μόνιμη κτηνιατρική επιτροπή, η οποία έχει συσταθεί με την απόφαση 68/361/EOK του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968 (EE ειδ. έκδ. 03/004, σ. 65), απαρτίζεται από εμπειρογνώμονες που εκπροσωπούν τα κράτη μέλη και προεδρεύεται από την Επιτροπή. Η Επιτροπή υποβάλλει υποχρωτικά στην εν λόγω επιτροπή τα σχέδια θεσπίσεως ή τροποποιήσεως των μέτρων προστασίας δυνάμει του άρθρου 10, παράγραφος 4, της οδηγίας 90/425.
6 Η οδηγία 80/217/EOK του Συμβουλίου, της 22ας Ιανουαρίου 1980, περί θεσπίσεως κοινοτικών μέτρων για την καταπολέμηση της κλασικής πανώλης των χοίρων (EE ειδ. έκδ. 03/027, σ. 247, στο εξής: οδηγία 80/217), θεσπίζει κοινοτικά μέτρα καταπολεμήσεως της κλασικής πανώλης των χοίρων (στο εξής: ΚΠΞ).
7 Το άρθρο 3 της εν λόγω οδηγίας ορίζει τα εξής:
"Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η υπόνοια ή η ύπαρξη πανώλης των χοίρων να αποτελούν αντικείμενο υποχρεωτικής και άμεσης κοινοποιήσεως στην αρμόδια αρχή."
8 Κατά το άρθρο 4 της οδηγίας αυτής, όταν σε εκμετάλλευση βρίσκονται ένας ή περισσότεροι χοίροι για τους οποίους υπάρχει υπόνοια ότι έχουν προσβληθεί από πανώλη των χοίρων, τα επίσημα μέτρα έρευνας πρέπει να τεθούν αμέσως σε εφαρμογή. Σύμφωνα με την ίδια διάταξη, η εκμετάλλευση πρέπει να τεθεί υπό επίσημη επίβλεψη, ιδίως δε να απαγορευθεί κάθε είσοδος χοίρων στην εκμετάλλευση και κάθε έξοδος χοίρων από αυτήν. Δυνάμει του άρθρου 5, όταν η παρουσία της πανώλης των χοίρων επιβεβαιώνεται επίσημα, όλοι οι χοίροι της εκμεταλλεύσεως πρέπει να θανατώνονται αμέσως υπό επίσημο έλεγχο και να καταστρέφονται κατά τρόπον ώστε να αποφεύγεται κάθε κίνδυνος εξαπλώσεως του ιού. Κατ' εφαρμογή των άρθρων 7 και 8, πρέπει να πραγματοποιούνται επιζωοτιολογικές έρευνες, μεταξύ άλλων, προκειμένου να διαπιστώνεται η πιθανή προέλευση της μολύνσεως και να εξακριβώνεται αν είναι δυνατό να έχει μεταδοθεί ο ιός μέσω επαφών με άλλες αγέλες.
9 Το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 80/217, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/685/EOK του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 1991 (EE 1991, L 377, σ. 1, στο εξής: οδηγία 91/685), ορίζει τα ακόλουθα:
"Αμέσως μόλις επιβεβαιωθεί επισήμως η διάγνωση κλασικής πανώλης των χοίρων στους χοίρους μιας εκμεταλλεύσεως, η αρμόδια αρχή ορίζει μια ζώνη προστασίας ακτίνας τριών τουλάχιστον χιλιομέτρων γύρω από την εστία, η οποία περικλείεται σε μια ζώνη επιτηρήσεως ακτίνας τουλάχιστον 10 χιλιομέτρων."
10 Το άρθρο 9, παράγραφος 2, της ίδιας οδηγίας απαριθμεί μια σειρά παραγόντων τους οποίους η αρμόδια αρχή πρέπει να λάβει υπόψη για την οριοθέτηση των ζωνών προστασίας και επιτηρήσεως σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Στους παράγοντες αυτούς περιλαμβάνονται τα αποτελέσματα των επιδημιολογικών μελετών που διενεργούνται σύμφωνα με το άρθρο 7, η γεωγραφική θέση - ιδίως τα φυσικά σύνορα -, η θέση των εκμεταλλεύσεων και η μεταξύ τους απόσταση, τα ρεύματα των εμπορικών συναλλαγών και οι υλικές δυνατότητες ελέγχου.
11 Η χοιροτροφία περιλαμβάνει συνήθως τέσσερα επίπεδα (εκτροφή φυλών αναπαραγωγής, εκτροφή νεαρών θηλυκών χοίρων, εκτροφή χοίρων παχύνσεως και πάχυνση), καθένα από τα οποία αποτελεί αντικείμενο ειδικευμένων εκμεταλλεύσεων. Οι δραστηριότητες αυτές έχουν ως αποτέλεσμα ένα ανεπτυγμένο εμπόριο ζώων, ιδίως μεταξύ των κρατών μελών.
12 Η KΠΞ είναι μια μεταδοτική ιογενής λοίμωξη του χοίρου με υπεροξεία εξέλιξη και ποσοστό θνησιμότητας, το οποίο μπορεί να φθάσει το 100 % σε περίπτωση τυπικής μολύνσεως. Δεν μπορεί να μεταδοθεί στον άνθρωπο, αλλά μπορεί να εξαπλωθεί ταχέως και να συνιστά μόνιμη απειλή για τους πληθυσμούς χοίρων. Ανάλογα με την εξέλιξη της νόσου, η περίοδος επωάσεως διαρκεί από δύο έως είκοσι ημέρες. Πριν ακόμη εκδηλωθεί η νόσος και καταστεί δυνατή η διάγνωσή της, ο παθογόνος παράγων μπορεί να έχει ήδη μεταδοθεί πολλές φορές. Τούτο εξηγείται ιδίως από το γεγονός ότι οι εκμεταλλεύσεις που ασχολούνται με την εκτροφή νεαρών θηλυκών χοίρων και την εκτροφή χοίρων παχύνσεως μεταπωλούν συχνά τα ζώα τους σε πολυάριθμες εκμεταλλεύσεις.
13 Για την καταπολέμηση της KΠΞ, η Επιτροπή ακολουθεί μια πολιτική μη εμβολιασμού, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, η Αυστραλία, ο Καναδάς, η Νέα Ζηλανδία, η Νορβηγία, η Ουγγαρία, η Πολωνία και η Δημοκρατία της Τσεχίας. Πολλές χώρες απαγορεύουν την εισαγωγή χοίρων που προέρχονται από περιοχές όπου επιτρέπεται ο εμβολιασμός. Ομοίως, στην Κοινότητα μπορούν να εισάγονται μόνον οι χοίροι που προέρχονται από περιοχές όπου, κατά τη διάρκεια των τελευταίων δώδεκα μηνών, δεν έχει σημειωθεί κανένα κρούσμα KΠΞ και δεν έχει πραγματοποιηθεί κανένας εμβολιασμός κατά της νόσου αυτής.
Τα κρούσματα KΠΞ που εμφανίστηκαν στη Γερμανία κατά το διάστημα 1993-1994 και τα μέτρα που έλαβε η Επιτροπή
14 Το 1993 καταγράφηκαν στη Γερμανία 100 κρούσματα KΠΞ, έναντι 13 το 1992 και 6 το 1991. Τα 100 αυτά κρούσματα κατανέμονταν μεταξύ 7 ομοσπόνδων κρατών, από τα οποία εκείνο που είχε πληγεί περισσότερο ήταν της Κάτω Σαξωνίας με 60 κρούσματα, από τα οποία τα 18 είχαν εμφανιστεί μόνο στο χρονικό διάστημα από τις 25 Μαου έως τις 16 Ιουνίου 1993.
15 Βάσει του άρθρου 10, παράγραφος 4, της οδηγίας 90/425, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 93/364/EOK, της 18ης Ιουνίου 1993, σχετικά με ορισμένα μέτρα προστασίας που αφορούν την κλασική πανώλη των χοίρων στn Γερμανία (EE L 150, σ. 47, στο εξής: απόφαση 93/364). Δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις της αποφάσεως αυτής, ο κίνδυνος μολύνσεως περιοριζόταν σε συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, το άρθρο 1 προέβλεπε ότι "η Γερμανία δεν πρέπει να αποστέλλει σε άλλα κράτη μέλη ζωντανούς χοίρους που προέρχονται από περιοχές του εδάφους της που περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι" της αποφάσεως, δηλαδή από ορισμένες επαρχίες των ομοσπόνδων κρατών της Κάτω Σαξωνίας, του Μεκλεμβούργου-Δυτικής Πομερανίας, του Schleswig-Holstein, της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας και της Ρηνανίας-Παλατινάτου. Η Επιτροπή, μολονότι διαπίστωσε ότι η Γερμανία είχε λάβει μέτρα και ότι, μεταξύ άλλων, είχε καθορίσει ζώνες προστασίας και επιτηρήσεως, σύμφωνα με την οδηγία 80/217, εντούτοις, με το άρθρο 2 της αποφάσεως 93/364, της επέβαλε επίσης την υποχρέωση να θεσπίσει κατάλληλα μέτρα αντιστοίχου επιπέδου, με σκοπό να διασφαλίσει ότι η νόσος δεν θα εξαπλωθεί από τις υποκείμενες σε περιορισμούς περιοχές σε άλλα τμήματα του εδάφους της. Το άρθρο 3 της αποφάσεως 93/364 προέβλεπε ότι η Γερμανία όφειλε να μην αποστέλλει σε άλλα κράτη μέλη νωπό χοίρειο κρέας και προϋόντα έχοντα ως βάση το χοίρειο κρέας προερχόμενα από χοίρους εκμεταλλεύσεων οι οποίες βρίσκονταν στα διαλαμβανόμενα στο παράρτημα Ι τμήματα του εδάφους της.
16 Δεδομένου ότι στο μεταξύ επιβεβαιώθηκε η ύπαρξη νέων εστιών KΠΞ στη Γερμανία, η απόφαση 93/497/EOK της Επιτροπής, της 15ης Σεπτεμβρίου 1993, για την τροποποίηση της αποφάσεως 93/364 (EE L 233, σ. 15, στο εξής: απόφαση 93/497), διεύρυνε το τμήμα του εδάφους το οποίο αφορούσαν οι απαγορεύσεις εξαγωγής χοίρων.
17 Δεδομένου ότι στο Βέλγιο διαπιστώθηκε ένα πρώτο κρούσμα KΠΞ σε χοίρους εισαχθέντες από τη Γερμανία, το Βέλγιο απαγόρευσε την εισαγωγή χοίρων από τη Γερμανία, με υπουργική απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 1993, η δε Επιτροπή επεξέτεινε τις απαγορεύσεις εξαγωγής χοίρων σε ολόκληρο το γερμανικό έδαφος, με την απόφαση 93/539/EOK, της 20ής Οκτωβρίου 1993, σχετικά με ορισμένα μέτρα προστασίας που αφορούν την κλασική πανώλη των χοίρων στη Γερμανία και για την κατάργηση της αποφάσεως 93/364 (EE L 262, σ. 67, στο εξής: απόφαση 93/539).
18 Με την απόφαση 93/553/EOK της Επιτροπής, της 29ης Οκτωβρίου 1993, περί τροποποιήσεως της αποφάσεως 93/539 (EE L 270, σ. 74), η ισχύς των απαγορεύσεων εξαγωγής, οι οποίες είχαν αρχικά εφαρμογή μέχρι τις 29 Οκτωβρίου 1993, παρατάθηκε μέχρι τις 4 Νοεμβρίου 1993.
19 Ακολούθως, η Επιτροπή εξέδωσε, πάντοτε βάσει του άρθρου 10, παράγραφος 4, της οδηγίας 90/425, την απόφαση 93/566/EK, της 4ης Νοεμβρίου 1993, σχετικά με ορισμένα μέτρα προστασίας που αφορούν την κλασική πανώλη των χοίρων στη Γερμανία και για την αντικατάσταση της αποφάσεως 93/539 (EE L 273, σ. 60, στο εξής: απόφαση 93/566). Η απόφαση αυτή προέβλεπε ότι η Γερμανία όφειλε να μην αποστέλλει ζώντες χοίρους (άρθρο 1) και νωπό χοίρειο κρέας ή προϋόντα έχοντα ως βάση το χοίρειο κρέας (άρθρο 2) που προέρχονται από τις περιοχές που αναφέρονται στο παράρτημα Ι ούτε σε άλλα κράτη μέλη αλλ' ούτε και σε άλλα τμήματα της ίδιου του εδάφους της (στο εξής: απαγορεύσεις μεταφορών).
20 Η επαρχία Osnabrόck, όπου βρίσκεται η εκμετάλλευση των εναγόντων, περιλαμβανόταν στις επαρχίες του ομόσπονδου κράτους της Κάτω Σαξωνίας οι οποίες απαριθμούνταν στο προαναφερθέν παράρτημα Ι.
21 Με την απόφαση 93/621/EK της Επιτροπής, της 30ής Νοεμβρίου 1993, για την τροποποίηση της αποφάσεως 93/566 και την αντικατάσταση της αποφάσεως 93/539 (EE L 297, σ. 36, στο εξής: απόφαση 93/621), τα εδάφη όπου ίσχυαν οι απαγορεύσεις μεταφορών οριοθετήθηκαν με γνώμονα τους δήμους και τις κοινότητες και όχι πλέον τις επαρχίες. Κατά την Επιτροπή, οι εν λόγω απαγορεύσεις ίσχυαν σε όλους τους δήμους και τις κοινότητες που βρίσκονταν εν όλω ή εν μέρει σε ακτίνα είκοσι χιλιομέτρων γύρω από τις εκμεταλλεύσεις όπου είχαν σημειωθεί κρούσματα KΠΞ. Ο δήμος Bramsche, όπου βρίσκεται η εκμετάλλευση των εναγόντων, περιλαμβανόταν στους δήμους και κοινότητες της επαρχίας Osnabrόck που απαριθμούνταν στο νέο παράρτημα Ι της αποφάσεως 93/566, όπως είχε τροποποιηθεί.
22 Με την απόφαση 93/671/EK της Επιτροπής, της 10ης Δεκεμβρίου 1993 (EE L 306, σ. 59, στο εξής: απόφαση 93/671), και με την απόφαση 93/720/EK της Επιτροπής, της 30ής Δεκεμβρίου 1993 (EE L 333, σ. 74, στο εξής: απόφαση 93/720), με τις οποίες τροποποιήθηκε για δεύτερη και για τρίτη φορά, αντιστοίχως, η απόφαση 93/566 και αντικαταστάθηκε η απόφαση 93/539, η έκταση των εδαφών στα οποία ίσχυαν οι απαγορεύσεις μεταφορών προσαρμόστηκε, ώστε να ληφθεί υπόψη η εξέλιξη της εμφανίσεως κρουσμάτων της KΠΞ.
23 Με την απόφαση 94/27/EK της Επιτροπής, της 20ής Ιανουαρίου 1994, σχετικά με ορισμένα μέτρα προστασίας που αφορούν την κλασική πανώλη των χοίρων στη Γερμανία και για την κατάργηση της αποφάσεως 93/566 (EE L 19, σ. 31, στο εξής: απόφαση 94/27), η οποία εκδόθηκε βάσει του άρθρου 10 της οδηγίας 90/425, μεταβλήθηκε εκ νέου η έκταση των εδαφών στα οποία ίσχυαν οι απαγορεύσεις μεταφορών. Οι απαγορεύσεις αυτές εξακολουθούσαν να ισχύουν μόνο σε ορισμένες κοινότητες τριών επαρχιών του ομόσπονδου κράτους της Κάτω Σαξωνίας. Ο δήμος Bramsche περιλαμβανόταν στους δήμους και κοινότητες που απαριθμούνταν στο παράρτημα Ι της αποφάσεως αυτής.
24 Δεδομένου ότι σημειώθηκαν νέα κρούσματα KΠΞ σε άλλες περιοχές της Κάτω Σαξωνίας, το άρθρο 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως 94/178/EK της Επιτροπής, της 23ης Μαρτίου 1994, για ορισμένα μέτρα προστασίας που αφορούν την κλασική πανώλη των χοίρων στη Γερμανία και για την κατάργηση των αποφάσεων 94/27/EK και 94/28/EK (EE L 83, σ. 54, στο εξής: απόφαση 94/178), επεξέτεινε σε ολόκληρο το έδαφος του ομόσπονδου κράτους της Κάτω Σαξωνίας τις απαγορεύσεις αποστολής χοίρων τόσο σε άλλες περιοχές της Γερμανίας όσο και σε άλλα κράτη μέλη. Επιπλέον, με το άρθρο 1, παράγραφος 2, της ίδιας αποφάσεως, απαγορεύθηκε η μεταφορά χοίρων ακόμη και στο εσωτερικό του ομόσπονδου κράτους της Κάτω Σαξωνίας, και συγκεκριμένα στα τμήματα του εδάφους του τα οποία διέτρεχαν ιδιαίτερο κίνδυνο, δηλαδή από τη ζώνη που αναφέρεται στο παράρτημα ΙΙ της εν λόγω αποφάσεως προς τη ζώνη που αναφέρεται στο παράρτημα Ι.
25 Λόγω της επανεμφανίσεως αυξημένου αριθμού εστιών της KΠΞ στο ομόσπονδο κράτος της Κάτω Σαξωνίας, η απόφαση 94/292/EK της Επιτροπής, της 19ης Μαου 1994 (EE L 128, σ. 21, στο εξής: απόφαση 94/292), τροποποίησε την απόφαση 94/178, με σκοπό ιδίως την προσαρμογή της οριζομένης στο παράρτημα II ζώνης.
26 Οι ενάγοντες εκτρέφουν νεαρούς θηλυκούς χοίρους της υβριδικής φυλής JSR στο χοιροτροφείο τους στο Epe, το οποίο ανήκει στον δήμο Bramsche, που βρίσκεται στην επαρχία Osnabrόck του ομόσπονδου κράτους της Κάτω Σαξωνίας. Κατά τους ενάγοντες, οι εκμεταλλεύσεις τις οποίες εφοδιάζουν βρίσκονται κυρίως στις επαρχίες Vechta, Diepholz και Osnabrόck καθώς και στην όμορη περιοχή του ομόσπονδου κράτους της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας.
27 Η εκμετάλλευση των εναγόντων δεν επλήγη από την KΠΞ, βρίσκεται όμως εντός των εδαφών όπου ισχύουν οι απαγορεύσεις μεταφορών που επιβάλλουν οι προαναφερθείσες αποφάσεις που εξέδωσε η Επιτροπή κατά το διάστημα από τις 4 Νοεμβρίου 1993 μέχρι τις 19 Μαου 1994.»
3 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 15 Δεκεμβρίου 1994, οι A. Schrφder, J. Thamann και K.-J. Thamann προέβαλαν ότι τα θεσπισθέντα από την Επιτροπή μέτρα είχαν ληφθεί κατά παράβαση ορισμένων δικαιωμάτων τους και τους είχαν προξενήσει σοβαρή ζημία. Για τον λόγο αυτό ζήτησαν να υποχρεωθεί η Επιτροπή να τους καταβάλει αποζημίωση ύψους 173 174,45 γερμανικών μάρκων (DM) προς αποκατάσταση της ζημίας αυτής.
Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση
4 Με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Πρωτοδικείο απέρριψε την αγωγή.
5 Αφού έκρινε την αγωγή παραδεκτή, το Πρωτοδικείο εξέτασε κατ' αρχάς τη φύση των επιδίκων αποφάσεων. Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι οι αποφάσεις αυτές, που απηύθυνε η Επιτροπή στα κράτη μέλη, δεν συνιστούν έναντι των ιδιωτών διοικητικές πράξεις ως προς τις οποίες κάθε παράβαση του δικαίου συνιστά παρανομία ικανή να στοιχειοθετήσει την ευθύνη της Κοινότητας, αλλά κανονιστικές πράξεις ως προς τις οποίες η ευθύνη της Κοινότητας στοιχειοθετείται μόνον όταν συντρέχει παράβαση υπέρτερου κανόνα δικαίου που προστατεύει τους ιδιώτες, η οποία, αν το όργανο εξέδωσε την επίδικη πράξη κατά την άσκηση ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως, πρέπει να είναι κατάφωρη, δηλαδή να είναι πρόδηλη και σοβαρή (σκέψεις 49 έως 52 και 54 έως 62 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
6 Το Πρωτοδικείο, αφού διαπίστωσε ότι η Επιτροπή διέθετε πράγματι ευρεία διακριτική εξουσία, εξέτασε αν παραβίασε προδήλως και σοβαρώς υπέρτερο κανόνα δικαίου ο οποίος προστατεύει τους ιδιώτες. Συναφώς, το Πρωτοδικείο εξέτασε τους τέσσερις πρώτους ισχυρισμούς των εναγόντων, που αντλούνταν από παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων, προσβολή του δικαιώματος ιδιοκτησίας και του δικαιώματος ελεύθερης ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας, παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και ανεπάρκεια νομικής βάσεως. Ο πέμπτος ισχυρισμός, που αντλούνταν από παράβαση του άρθρου 190 της Συνθήκης ΕΚ, απορρίφθηκε εκ πρώτης όψεως από το Πρωτοδικείο για τον λόγο ότι η ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεμελιώσει την ευθύνη της Κοινότητας (σκέψεις 65 και 66).
7 Ως προς τον πρώτο ισχυρισμό, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι, αντίθετα προς ό,τι υποστήριζαν οι ενάγοντες, δεν υπήρξε παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων ούτε σε σχέση με τους εγκατεστημένους στο Βέλγιο χοιροτρόφους (σκέψεις 77 έως 83) ούτε λόγω του γεγονότος ότι οι απαγορεύσεις μεταφορών καθορίστηκαν με γνώμονα τις διοικητικές υποδιαιρέσεις (σκέψεις 91 έως 105) ούτε σε σχέση με τις εγκατεστημένες στο ομόσπονδο κράτος της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας επιχειρήσεις (σκέψεις 111 έως 114). Πράγματι, οι καταστάσεις δεν ήταν συγκρίσιμες και το εφαρμοσθέν για την οριοθέτηση των ζωνών κριτήριο ήταν η πλέον αποτελεσματική μέθοδος.
8 Όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό, που αντλούνταν από την προσβολή του δικαιώματος ιδιοκτησίας και του δικαιώματος ελεύθερης ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι, μολονότι η εκμετάλλευση των εναγόντων δεν είχε προσβληθεί από την πανώλη των χοίρων, η σπουδαιότητα της καταπολεμήσεως της εξαπλώσεως της εξαιρετικά επικίνδυνης αυτής ασθένειας μπορούσε να δικαιολογήσει τις αρνητικές συνέπειες ακόμη και για τους μη άμεσα εμπλεκόμενους επιχειρηματίες (σκέψεις 127 έως 128). Περαιτέρω, οι ενάγοντες δεν απέδειξαν επαρκώς ότι απώλεσαν τα δικαιώματά τους. Συγκεκριμένα, η προσκόμιση απλώς κατά την προφορική διαδικασία ενός καταλόγου πελατών εγκατεστημένων εκτός των ζωνών ισχύος των απαγορεύσεων δεν μπορεί να θεωρηθεί επαρκής απόδειξη της απώλειας αυτής (σκέψεις 129 έως 131). Εν πάση περιπτώσει, η προσκόμιση του καταλόγου αυτού ήταν εκπρόθεσμη (σκέψη 130).
9 Ο τρίτος ισχυρισμός αντλούνταν από παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας εκ μέρους της Επιτροπής, καθόσον απέρριψε την αίτηση επείγοντος εμβολιασμού των ζώων, πράγμα το οποίο θα είχε εντούτοις αποτελέσει ηπιότερο και λιγότερο επιζήμιο για τους επιχειρηματίες μέσο. Το Πρωτοδικείο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό για τον λόγο ότι ο μη εμβολιασμός συνάδει προς την πολιτική των κοινοτικών οργάνων στο πλαίσιο της διακριτικής εξουσίας τους, η οποία εξάλλου έχει καθορισθεί με κοινή συμφωνία των κρατών μελών (σκέψεις 140 έως 142).
10 Τέλος, το Πρωτοδικείο απέρριψε τον τέταρτο ισχυρισμό, που αντλούνταν από την ανεπάρκεια νομικής βάσεως, σύμφωνα με τον οποίο η Κοινότητα δεν είναι αρμόδια να εκδίδει κανονιστικές ρυθμίσεις για αμιγώς εθνικά θέματα και, συγκεκριμένα, η οδηγία 90/425 δεν παρέχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να θεσπίζει μέτρα διασφαλίσεως. Επί του σημείου αυτού, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, μεταξύ άλλων, ότι η οδηγία περιλαμβάνει πράγματι μέτρα διασφαλίσεως και ότι, υπό τις συνθήκες της συγκεκριμένης υποθέσεως, οι απαγορεύσεις μεταφορών σε περιφερειακό επίπεδο αποτελούσαν το αναγκαίο συμπλήρωμα των απαγορεύσεων μεταφορών προς τα άλλα κράτη μέλη, με σκοπό την αναχαίτιση της εξαπλώσεως της νόσου (σκέψεις 153 έως 161).
11 Κατόπιν αυτών το Πρωτοδικείο έκρινε ότι οι ενάγοντες δεν απέδειξαν ότι η Επιτροπή, εκδίδοντας τις επίδικες αποφάσεις, παρέβη προδήλως και σοβαρώς υπέρτερο κανόνα δικαίου ο οποίος προστατεύει τους ιδιώτες. Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη (σκέψη 164).
Η αίτηση αναιρέσεως
12 Οι αναιρεσείοντες στηρίζουν την αναίρεσή τους, πρώτον, σε ορισμένες πλημμέλειες της διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου, το οποίο κατά τον τρόπο αυτό παραβίασε τα δικαιώματα άμυνάς τους.
13 Δεύτερον, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη χαρακτηρίζοντας τις αποφάσεις της Επιτροπής ως κανονιστικές και όχι διοικητικές πράξεις. Ομοίως, οι εκτιμήσεις του είναι εσφαλμένες ως προς την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, ως προς το δικαίωμα ιδιοκτησίας τους και την ελεύθερη άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας καθώς και ως προς την αρχή της αναλογικότητας.
14 Τρίτον, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη του το γεγονός ότι οι πράξεις της Επιτροπής στερούνται εγκύρου νομικής βάσεως.
15 Η Επιτροπή θεωρεί ότι η αναίρεση είναι απαράδεκτη, διότι οι αναιρεσείοντες, αντί να προβάλουν νομικά επιχειρήματα, σχολιάζουν μόνο τις πραγματικές εκτιμήσεις και επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς που προέβαλαν πρωτοδίκως. Εν πάση περιπτώσει, η αναίρεση δεν είναι βάσιμη.
Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως
16 Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Πρωτοδικείο έθιξε τα δικαιώματά τους άμυνας, και συγκεκριμένα ότι δεν τήρησε την αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως, διότι δεν έλαβε υπόψη σημαντικά τμήματα των δικογράφων τους και των προφορικών παρατηρήσεών τους. Κατ' αυτόν τον τρόπο, το Πρωτοδικείο κατέληξε σε εσφαλμένα συμπεράσματα.
17 Έτσι, στη σκέψη 26 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο δέχθηκε τα εξής: «Κατά τους ενάγοντες, οι εκμεταλλεύσεις τις οποίες εφοδιάζουν βρίσκονται κυρίως στις επαρχίες Vechta, Diepholz και Osnabrόck καθώς και στην όμορη περιοχή του ομόσπονδου κράτους της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας.» Ήταν άρα σαφές ότι δεν εφοδίαζαν μόνο εκμεταλλεύσεις εγκατεστημένες στην Κάτω Σαξωνία, αλλά και εκμεταλλεύσεις εγκατεστημένες στη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία. Η προσκόμιση κατά την προφορική διαδικασία ενός καταλόγου των συνήθων πελατών τους απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη, πράγμα το οποίο συνιστά κατάφωρη παραβίαση του δικαιώματός τους να αναπτύξουν την άποψή τους.
18 Στη σκέψη 95 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι «οι ενάγοντες δεν απέδειξαν ότι η οριοθέτηση των τμημάτων του εδάφους όπου επιβλήθηκαν οι απαγορεύσεις με μοναδικό κριτήριο τη γεωγραφική απόσταση από τις εστίες μολύνσεως θα είχε ως αποτέλεσμα να μείνει η εκμετάλλευσή τους εκτός του πεδίου εφαρμογής της απαγορεύσεως μεταφορών». Οι αναιρεσείοντες όμως απέδειξαν, προσκομίζοντας άφθονο χαρτογραφικό υλικό, ότι μόνο το κριτήριο της γεωγραφικής αποστάσεως από τις εστίες μολύνσεως συνιστούσε πρόσφορο μέσο καταπολεμήσεως της μολύνσεως.
19 Στην ίδια σκέψη 95 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο επισήμανε επίσης ότι, «σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, τους οποίους δεν διέψευσαν οι ενάγοντες, η επαρχία Osnabrόck, όπου βρίσκεται η εκμετάλλευση των εναγόντων, καθώς και οι όμορες επαρχίες Vechta και Diepholz, όπου έχουν σημειωθεί πολυάριθμα κρούσματα KΠΞ, παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη πυκνότητα εκμεταλλεύσεων χοιροτροφίας σε παγκόσμια κλίμακα». Εντούτοις, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση αμφισβήτησαν την ακρίβεια των στοιχείων αυτών.
20 Στη σκέψη 99 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε τα εξής: «Η Επιτροπή υποστήριξε, χωρίς να αντικρουσθεί από τους ενάγοντες, ότι η ίδια η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας πρότεινε, εν προκειμένω, μια οριοθέτηση με γνώμονα τις διοικητικές υποδιαιρέσεις (επαρχίες και/ή δήμους και κοινότητες)». Οι αναιρεσείοντες επισημαίνουν πάντως ότι αντέκρουσαν σαφώς τους ισχυρισμούς αυτούς.
21 Ομοίως, η διαπίστωση που περιλαμβάνεται στη σκέψη 103 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, σύμφωνα με την οποία οι αναιρεσείοντες είχαν υποστηρίξει ότι για την οριοθέτηση των διοικητικών υποδιαιρέσεων λαμβάνονται υπόψη κατά κανόνα φυσικοί γεωγραφικοί παράγοντες, αλλοιώνει τους ισχυρισμούς τους. Στην πραγματικότητα, οι αναιρεσείοντες δήλωσαν ρητώς ότι τα διοικητικά όρια βρίσκονται «αρκετά πλησίον των γραμμών που χαράζουν οι δρόμοι, τα υδάτινα ρεύματα ή άλλα γλυκά ύδατα ή οι παρεμφερείς διαχωριστικές γραμμές».
22 Κατά τους αναιρεσείοντες, το Πρωτοδικείο παραβίασε επίσης τα δικαιώματα άμυνας των νυν αναιρεσειόντων μη λαμβάνοντας υπόψη τις δηλώσεις του προϋσταμένου των κτηνιατρικών υπηρεσιών του ομόσπονδου κράτους της Κάτω Σαξωνίας, ο οποίος παρέστη κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση και δήλωσε ότι η επιβολή απαγορεύσεων μεταφορών βάσει διοικητικών υποδιαιρέσεων είναι απρόσφορη για την καταπολέμηση της πανώλης των χοίρων, ιδίως λόγω της εκτάσεως των επαρχιών της Κάτω Σαξωνίας.
23 Τέλος, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι από τη σκέψη 129 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, σύμφωνα με την οποία «οι περιορισμοί αφορούσαν μόνο γεωγραφικώς περιορισμένα τμήματα του εδάφους, στα οποία υπήρχε ιδιαίτερος κίνδυνος», προκύπτει επίσης ότι το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς τους ότι η διάρκεια ισχύος των μέτρων προστασίας ήταν υπερβολική, διότι εξακολουθούσαν να ισχύουν ενώ δεν υπήρχε πλέον κίνδυνος. Ομοίως, οι αναιρεσείοντες επέστησαν ματαίως την προσοχή του Πρωτοδικείου στο γεγονός ότι, μετά τις 30 Νοεμβρίου 1993, δεν τους ήταν καν δυνατό να εφοδιάζουν πλέον όλους τους πελάτες τους που βρίσκονταν στην ίδια επαρχία.
24 Επισημαίνεται ότι η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως δεν συνεπάγεται ότι ο δικαστής πρέπει να ενσωματώσει πλήρως στην απόφασή του όλους τους ισχυρισμούς κάθε διαδίκου. Ο δικαστής, αφού ακούσει τους ισχυρισμούς των διαδίκων και εκτιμήσει τα αποδεικτικά στοιχεία, πρέπει να αποφανθεί επί των αιτημάτων της προσφυγής και να αιτιολογήσει την απόφασή του.
25 Από τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων στο πλαίσιο του πρώτου λόγου αναιρέσεως δεν προκύπτει καμία παραβίαση των αρχών αυτών εκ μέρους του Πρωτοδικείου. Πράγματι, όπως επίσης επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 22 των προτάσεών του, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως δεν περιλαμβάνει κανένα νομικό ζήτημα χρήζον αναλύσεως, αλλ' αναφέρει απλώς ασυμφωνίες ως προς τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν από το Πρωτοδικείο. Συγκεκριμένα, οι αναιρεσείοντες δεν απέδειξαν ότι η κατά τους ισχυρισμούς τους παράλειψη του Πρωτοδικείου να λάβει υπόψη ορισμένα τμήματα της επιχειρηματολογίας τους επηρέασε την έκβαση της διαδικασίας και έθιξε κατ' αυτόν τον τρόπο τα συμφέροντά τους.
26 Στην πραγματικότητα, οι αναιρεσείοντες σκοπούν, με τους διάφορους ισχυρισμούς που προβάλλουν στο πλαίσιο αυτού του λόγου αναιρέσεως, να επιτύχουν την εκ νέου εκτίμηση εκ μέρους του Δικαστηρίου των κριθέντων από το Πρωτοδικείο πραγματικών περιστατικών. Εντούτοις, δυνάμει του άρθρου 168 Α της Συνθήκης ΕΚ και του άρθρου 51, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, η αίτηση αναιρέσεως μπορεί να στηρίζεται μόνο σε λόγους που αφορούν παράβαση κανόνων δικαίου, αποκλειομένης κάθε εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών. Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως που σκοπεί σε έλεγχο των πραγματικών περιστατικών εκ μέρους του Δικαστηρίου είναι απαράδεκτος.
27 Ως προς την απόρριψη ως εκπρόθεσμης της προσκομίσεως εγγράφου από τους αναιρεσείοντες κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, αρκεί να αναφερθεί η σκέψη 130 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με την οποία το Πρωτοδικείο έκρινε ότι «η προσκόμιση απλώς κατά την προφορική διαδικασία - απαράδεκτη, εξάλλου, ως εκπρόθεσμη - ενός καταλόγου άλλων πελατών εγκατεστημένων εκτός των ζωνών ισχύος των απαγορεύσεων δεν μπορεί να θεωρηθεί επαρκής απόδειξη της ζημίας την οποία προβάλλουν οι ενάγοντες». Εξ αυτού προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο εξέτασε το επίδικο έγγραφο, παρά την εκπρόθεσμη προσκόμισή του, και έκρινε ότι δεν αρκούσε ως απόδειξη. Υπό τις συνθήκες αυτές, το επιχείρημα που αντλείται από την προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας λόγω της απορρίψεως του εγγράφου ως εκπροθέσμου είναι ανενεργό.
Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
Επί του πρώτου σκέλους του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
28 Με το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι, ενόψει του συστήματος των μορφών δράσεως της Κοινότητας που θεσπίζει το άρθρο 189 της Συνθήκης ΕΚ, οι επίδικες αποφάσεις δεν αποτελούν κανονιστικές πράξεις, αλλά εμπίπτουν στη διοικητική της δραστηριότητα. αΕτσι, το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη εφαρμόζοντας τα αυστηρότατα κριτήρια που ισχύουν για τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης της Κοινότητας λόγω κανονιστικής πράξεως και σύμφωνα με τα οποία μόνο η παράβαση υπέρτερων κανόνων του δικαίου οι οποίοι προστατεύουν τους ιδιώτες δύναται να στοιχειοθετήσει την ευθύνη αυτή, και όχι τα κριτήρια που ισχύουν για τη γένεση ευθύνης λόγω διοικητικής πράξεως, σύμφωνα με τα οποία αρκεί οποιαδήποτε παράβαση του δικαίου.
29 Επ' αυτού, επισημαίνεται ότι οι αναιρεσείοντες προέβαλαν ενώπιον του Πρωτοδικείου κατά των θεσπισθέντων από την Επιτροπή μέτρων, αφενός, ότι είχαν προσβληθεί θεμελιώδη δικαιώματα, και συγκεκριμένα η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, το δικαίωμα ιδιοκτησίας και το δικαίωμα της ελεύθερης ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας, καθώς και η αρχή της αναλογικότητας, και, αφετέρου, ότι συνέτρεχε παραβίαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως κατά το άρθρο 190 της Συνθήκης. Το Πρωτοδικείο έλαβε θέση επί όλων αυτών των αιτιάσεων και έκρινε ότι κανείς από τους κανόνες αυτούς δεν είχε παραβιασθεί.
30 Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να γίνει διαφοροποίηση μεταξύ κανονιστικών και διοικητικών πράξεων για να εκτιμηθεί η ευθύνη της Κοινότητας, αφού η ευθύνη αυτή προϋποθέτει την έλλειψη νομιμότητας της πράξεως, ανεξαρτήτως του διοικητικού ή κανονιστικού χαρακτήρα της.
31 Επομένως, το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως είναι ανενεργό και, συνεπώς, αβάσιμο.
Επί του δευτέρου σκέλους του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
32 Με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Πρωτοδικείο, αποφαινόμενο, με τις σκέψεις 125 έως 131 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, επί της προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων που συνιστούν το δικαίωμα της ιδιοκτησίας και το δικαίωμα της ελεύθερης ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας, δεν έλαβε επαρκώς υπόψη το θεμελιώδες δικαίωμα του ιδιώτη να επιτυγχάνει τον σεβασμό των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων του. Το ίδιο μπορεί, γενικώς, να προσαφθεί στη νομολογία του Δικαστηρίου.
33 Συγκεκριμένα, κατά τους αναιρεσείοντες, το Πρωτοδικείο δεν εξέτασε τον επιδιωκόμενο με τις αποφάσεις της Επιτροπής σκοπό και τον συνέδεσε αορίστως μόνον με τις απαγορεύσεις μεταφορών, χωρίς να λάβει υπόψη το ατομικό συμφέρον των αναιρεσειόντων στο θέμα της ιδιοκτησίας και της ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας.
34 Σύμφωνα με τους αναιρεσείοντες, ακόμη και στο κοινοτικό δίκαιο τα θεμελιώδη δικαιώματα σκοπούν στην παροχή δικαιώματος άμυνας, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι μέτρα καθεαυτά νόμιμα μπορούν σε μια συγκεκριμένη περίπτωση να συνεπάγονται υποχρέωση αποζημιώσεως. Αν, όπως στην παρούσα υπόθεση, οι ενδιαφερόμενοι υφίστανται ζημία και τους προξενείται ιδιαίτερη βλάβη, πρέπει να τους χορηγείται αποζημίωση.
35 Συναφώς, αρκεί η επισήμανση ότι από τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων δεν προκύπτουν με επαρκή σαφήνεια και ακρίβεια οι νομικοί λόγοι τους οποίους προβάλλουν κατά της παραβιάσεως του δικαίου που ενέχει η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση. Όμως, από τα άρθρα 51, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου και 112, παράγραφος 1, στοιχείο γγ, του Κανονισμού Διαδικασίας προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να αναφέρει με ακρίβεια τα βαλλόμενα στοιχεία της αποφάσεως της οποίας ζητείται η αναίρεση καθώς και τα συγκεκριμένα νομικά επιχειρήματα που στηρίζουν την αίτηση αυτή. Κατά πάγια νομολογία, δεν ανταποκρίνεται στην επιταγή αυτή η αίτηση αναιρέσεως που περιορίζεται στην επανάληψη ή στην κατά γράμμα παράθεση των λόγων και επιχειρημάτων που έχουν ήδη προβληθεί ενώπιον του Πρωτοδικείου (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 14ης Μαου 1998, C-48/96 P, Windpark Groothusen κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. Ι-2873, σκέψη 56).
36 Το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως είναι συνεπώς απαράδεκτο.
Επί του τρίτου σκέλους του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
37 Με το τρίτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες βάλλουν κατά της αρνήσεως του Πρωτοδικείου να δεχθεί ότι στην περίπτωσή τους παραβιάστηκαν οι αρχές της απαγορεύσεως των διακρίσεων και της αναλογικότητας. Συναφώς, παραπέμπουν στα πρωτοδίκως κατατεθέντα υπομνήματά τους.
38 Συναφώς, αρκεί η διαπίστωση, στην οποία προέβη επίσης ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 46 έως 48 των προτάσεών του, ότι η επιχειρηματολογία αυτή αποσκοπεί στην πραγματικότητα στην επανεξέταση εκ μέρους του Δικαστηρίου των προβληθέντων ενώπιον του Πρωτοδικείου επιχειρημάτων. Όπως διαπιστώθηκε στη σκέψη 35 της παρούσας αποφάσεως, δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να ασκήσει τέτοιο έλεγχο στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας.
39 Επομένως, το τρίτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως είναι απαράδεκτο.
Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως
40 Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Πρωτοδικείο παραβίασε το κοινοτικό δίκαιο στο μέτρο που έκρινε ότι το άρθρο 10, παράγραφος 4, της οδηγίας 90/425 συνιστά επαρκή νομική βάση για τις αποφάσεις της Επιτροπής.
41 Κατά τους αναιρεσείοντες, η χρησιμοποίηση της ανωτέρω νομικής βάσεως, υπό τη μορφή υπό την οποία αναγνωρίζεται ως νόμιμη με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, παραβιάζει την αρχή της ακριβείας που χαρακτηρίζει το κράτος δικαίου, επί της οποίας θεμελιώνεται και το κοινοτικό δίκαιο, εφόσον οι ενδιαφερόμενοι δεν μπορούσαν να αναμένουν, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών κανονιστικών ρυθμίσεων που είχε θεσπίσει η Κοινότητα για την καταπολέμηση της μολύνσεως, ότι η Επιτροπή θα επιβάλει απαγορεύσεις μεταφορών τέτοιας εκτάσεως. Συναφώς, πρέπει μάλιστα να ληφθεί υπόψη ότι εν προκειμένω ήταν η πρώτη φορά που η Επιτροπή χρησιμοποίησε αυτή τη νομική βάση για τις απαγορεύσεις μεταφορών εντός κράτους μέλους· στο παρελθόν, η Επιτροπή είχε χρησιμοποιήσει τη νομική αυτή βάση μόνο για απαγορεύσεις που ίσχυαν για τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών.
42 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, με αυτόν τον λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες απλώς επαναλαμβάνουν πάλι τους ισχυρισμούς που ήδη προέβαλαν πρωτοδίκως, όταν προσπάθησαν να αποδείξουν ότι η επίδικη διάταξη δεν περιλαμβάνει καμία ένδειξη ως προς τα μέτρα που μπορεί να λαμβάνει η Επιτροπή και δεν μπορεί να εξακριβωθεί ο τρόπος με τον οποίο πρέπει να λαμβάνονται τέτοια μέτρα. Εντούτοις, καμία συγκεκριμένη αιτίαση δεν διατυπώθηκε κατά του νομικού συλλογισμού του Πρωτοδικείου.
43 Επομένως, για τους ίδιους λόγους που οδήγησαν στην απόρριψη του δευτέρου σκέλους του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να θεωρηθεί απαράδεκτος.
44 Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
45 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, που εφαρμόζεται στη διαδικασία αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 118, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι οι αναιρεσείοντες ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα της παρούσας διαδικασίας.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Καταδικάζει τους A. Schrφder, J. Thamann και K.-J. Thamann στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy