Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Προσέγγιση των νομοθεσιών - Διαδικασία πληροφορήσεως στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών - Υποχρέωση των κρατών μελών να κοινοποιούν στην Επιτροπή κάθε σχέδιο τεχνικού κανόνα - Εθνική ρύθμιση σχετική με τις συσκευές αναλύσεως της αναπνοής - Έλλειψη κοινοποιήσεως στην Επιτροπή - Απόδειξη επιτυγχανόμενη μέσω συσκευής αναλύσεως της αναπνοής εγκεκριμένης σύμφωνα με τους μη κοινοποιηθέντες κανόνες - Επιτρέπεται
(Οδηγία 83/189 του Συμβουλίου, άρθρα 1 και 8)
Περίληψη
Η οδηγία 83/189, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών, έχει την έννοια ότι η μη τήρηση της υποχρεώσεως, που επιβάλλεται με το άρθρο 8 της οδηγίας αυτής, κοινοποιήσεως μιας τεχνικής κανονιστικής ρυθμίσεως που αφορά τις συσκευές αναλύσεως της αναπνοής δεν έχει ως αποτέλεσμα να μην μπορεί να αντιταχθεί στον ιδιώτη, στον οποίο καταλογίζεται η οδήγηση σε κατάσταση μέθης, η απόδειξη που επιτυγχάνεται μέσω συσκευής αναλύσεως της αναπνοής εγκεκριμένης σύμφωνα με μη κοινοποιηθέντες κανόνες.
Kαίτοι η έλλειψη κοινοποιήσεως των τεχνικών κανόνων, που συνιστά μια διαδικαστική πλημμέλεια κατά τη θέσπισή τους, καθιστά τους κανόνες αυτούς ανεφάρμοστους καθόσον εμποδίζουν τη χρησιμοποίηση ή τη διάθεση στο εμπόριο ενός προϋόντος που δεν ανταποκρίνεται σ' αυτούς τους κανόνες, δεν έχει, αντιθέτως, ως αποτέλεσμα να καθιστά παράνομη κάθε χρησιμοποίηση ενός προϋόντος που ανταποκρίνεται στους μη κοινοποιηθέντες κανόνες. Όμως, η χρησιμοποίηση ενός προϋόντος από τις δημόσιες αρχές, σε μια περίπτωση όπως η εν προκειμένω, δεν μπορεί να δημιουργήσει εμπόδιο στο εμπόριο που θα μπορούσε να αποφευχθεί αν είχε ακολουθηθεί η διαδικασία της κοινοποιήσεως.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-226/97,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Arrondissementsrechtbank te Maastricht (Κάτω Ξώρες) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της ποινικής δίκης που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου κατά
Johannes Martinus Lemmens,
">η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 83/189/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών (ΕΕ L 109, σ. 8),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους C. Gulmann (εισηγητή), πρόεδρο του τρίτου και του πέμπτου τμήματος, προεδρεύοντα, H. Ragnemalm, M. Wathelet, R. Schintgen, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, P. J. G. Kapteyn, J. L. Murray, D. A. O. Edward, J.-P. Puissochet, P. Jann και L. Sevσn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: N. Fennelly
γραμματέας: D. Louterman-Hubeau, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον J. G. Lammers, αναπληρωτή νομικό σύμβουλο στο Υπουργείο Εξωτερικών,
- η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τον John E. Collins, Assistant Treasury Solicitor, και τον N. Green, barrister,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τους B. J. Drijber, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, και M. Schotter, δημόσιο υπάλληλο αποσπασμένο στην υπηρεσία αυτή,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις που ανέπτυξαν η Κυβέρνηση των Κάτω Ξωρών, εκπροσωπούμενη από τον M. Fierstra, βοηθό νομικό σύμβουλο στο Υπουργείο Εξωτερικών, η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τη R. Loosli-Surrans, chargι de mission στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον B. J. Drijber, κατά τη συνεδρίαση της 16ης Δεκεμβρίου 1997,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 12ης Φεβρουαρίου 1998,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 13ης Ιουνίου 1997, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 18 Ιουνίου 1997, το Arrondissementsrechtbank te Maastricht υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 83/189/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών (ΕΕ L 109, σ. 8, στο εξής: οδηγία).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο ποινικής δίκης κατά του Lemmens, ο οποίος κατηγορείται ότι οδήγησε όχημα σε κατάσταση μέθης.
3 Το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο a, του Wegenverkeerswet 1994 (νόμου περί οδικής κυκλοφορίας, Stb. 1995, σ. 475) απαγορεύει σε οποιονδήποτε να οδηγεί ή ως οδηγός να ζητεί την οδήγηση οχήματος μετά την κατανάλωση οινοπνευματώδους ποτού με συνέπεια, σε περίπτωση ελέγχου να προκύπτει ότι το ποσοστό οινοπνεύματος στην αναπνοή του είναι ανώτερο των 220 μικρογραμμαρίων οινοπνεύματος ανά λίτρο εκπνεομένου αέρα.
4 Το άρθρο 163, παράγραφοι 1 και 2, του ίδιου νόμου έχει ως εξής:
«1. Αν υφίστανται υπόνοιες ότι ο οδηγός ενός οχήματος έχει παραβεί το άρθρο 8, το όργανο της αστυνομίας διώξεως κοινού εγκλήματος μπορεί να τον διατάξει να συμπράξει στην πραγματοποίηση εξετάσεως κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 2, στοιχείο a.
2. Ο οδηγός στον οποίο δόθηκε η κατά την ανωτέρω παράγραφο εντολή υποχρεούται να εκφυσήσει εντός μιας συσκευής που προορίζεται για την εξέταση αυτή και να ακολουθήσει όλες τις οδηγίες που του δίνει το όργανο της αστυνομίας διώξεως κοινού εγκλήματος για την ορθή πραγματοποίηση της εξετάσεως.»
5 Στην παράγραφο 10 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι ο Υπουργός Δικαιοσύνης καθορίζει τις λοιπές λεπτομέρειες εφαρμογής αυτών των διατάξεων με διοικητική κανονιστική πράξη.
6 Έτσι, η Besluit alcoholonderzoeken της 24ης Σεπτεμβρίου 1987 (Stb. 432), όπως έχει κατ' επανάληψη τροποποιηθεί (στο εξής: απόφαση περί της εξετάσεως παρουσίας οινοπνεύματος στο αίμα 1987), ορίζει στο άρθρο 3 ότι για την πραγματοποίηση της αναλύσεως της αναπνοής χρησιμοποιείται μια συσκευή ενός τύπου που καθορίζεται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, πράγμα που σημαίνει ότι η συσκευή αυτή εγκρίθηκε κατόπιν εξετάσεως πραγματοποιηθείσας από οργανισμό ελέγχου που ορίζεται από τον ίδιο αυτόν υπουργό. Το άρθρο 5 της ίδιας αποφάσεως προβλέπει, επί πλέον, ότι ο Υπουργός Δικαιοσύνης καθορίζει τις προϋποθέσεις στις οποίες πρέπει να ανταποκρίνονται οι συσκευές αναλύσεως της αναπνοής και τους κανόνες που αφορούν τις δοκιμές στις οποίες πρέπει να υποβάλλονται.
7 Οι κανόνες που αφορά το άρθρο 5 της αποφάσεως περί της εξετάσεως παρουσίας οινοπνεύματος στο αίμα (1987) θεσπίστηκαν με τη Regeling ademanalyse της 25ης Σεπτεμβρίου 1987 (υπουργική απόφαση περί αναλύσεως της αναπνοής 1987, Stcrt. 187), όπως έχει τροποποιηθεί κατ' επανάληψη (στο εξής: απόφαση περί αναλύσεως της αναπνοής του 1987). Η απόφαση αυτή ορίζει, στο άρθρο 2, παράγραφος 1, ότι η συσκευή αναλύσεως της αναπνοής, για να είναι δυνατόν να χρησιμοποιείται από την αστυνομία διώξεως κοινού εγκλήματος στο πλαίσιο των εξετάσεων παρουσίας οινοπνεύματος στο αίμα, πρέπει να είναι εγκεκριμένου τύπου, κατόπιν δοκιμής πραγματοποιηθείσας από τον οργανισμό ελέγχου βάσει του σημείου 4.3 του παραρτήματος 1 της αποφάσεως, και, στο άρθρο 3, παράγραφος 1, ότι η συσκευή αναλύσεως της αναπνοής πρέπει επί πλέον να έχει εγκριθεί κατόπιν δοκιμής πραγματοποιηθείσας από τον οργανισμό ελέγχου βάσει του σημείου 4.4 ή του σημείου 4.5 του ίδιου αυτού παραρτήματος.
8 Στο παράρτημα 1 της αποφάσες περί αναλύσεως της αναπνοής του 1987 αναφέρονται τα χαρακτηριστικά στα οποία πρέπει να ανταποκρίνονται οι συσκευές αναλύσεως της αναπνοής, ειδικότερα όσον αφορά την ποιότητα, τη λειτουργικότητα, τις δοκιμές και μεθόδους δοκιμών καθώς και τις διαδικασίες αξιολογήσεως του συμβατού των συσκευών.
9 Τα άρθρα 8 και 9 της οδηγίας, όπως αυτή αρχικά ίσχυε κατά τον χρόνο θεσπίσεως των δύο αποφάσεων 1987, υποχρεώνουν τα κράτη μέλη, αφενός, να ανακοινώνουν στην Επιτροπή τα σχέδια των τεχνικών κανόνων, που εμπίπτουν στο πεδίο της εφαρμογής και, αφετέρου, να αναβάλουν την έγκριση των σχεδίων αυτών επί τρεις μήνες, εξαιρουμένων των ειδικών επειγουσών περιπτώσεων που περιγράφονται στο άρθρο 9, παράγραφος 3. Υπό ορισμένες περιστάσεις που περιγράφονται στο άρθρο 9, παράγραφοι 1 και 2, η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά τρεις ή εννέα μήνες.
10 Με την απόφαση της 30ής Απριλίου 1996, C-194/94, CIA Security International (Συλλογή 1996, σ. Ι-2201, σκέψη 54), το Δικαστήριο ερμήνευσε την οδηγία υπό την έννοια ότι η παράβαση της υποχρεώσεως κοινοποιήσεως, που επιβάλλεται από τα άρθρα 8 και 9 της οδηγίας, συνεπάγεται τη μη δυνατότητα εφαρμογής των οικείων τεχνικών κανόνων, ώστε αυτοί να μην είναι αντιτάξιμοι έναντι των ιδιωτών. Κατά συνέπεια, αποφάνθηκε ότι οι ιδιώτες μπορούν να επικαλούνται τις προαναφερθείσες διατάξεις ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, τα οποία οφείλουν να αρνούνται την εφαρμογή εθνικού τεχνικού κανόνα ο οποίος δεν κοινοποιήθηκε σύμφωνα με την οδηγία.
11 Κατόπιν της αποφάσεως αυτής, η Ολλανδική Κυβέρνηση προέβη στην καταγραφή των εθνικών κανόνων που θα έπρεπε ενδεχομένως να έχουν ανακοινωθεί στην Επιτροπή σύμφωνα με την οδηγία. Στους κανόνες αυτούς περιελαμβάνονταν η απόφαση περί της εξετάσεως παρουσίας οινοπνεύματος στο αίμα του 1987 και η απόφαση περί αναλύσεως της αναπνοής του 1987. Έτσι, στο πλαίσιο μιας «εκ των υστέρων προσπάθειας» η Ολλανδική Κυβέρνηση κοινοποίησε στην Επιτροπή την απόφαση περί της εξετάσεως παρουσίας οινοπνεύματος στο αίμα του 1987 και την υπουργική απόφαση περί αναλύσεως της αναπνοής του 1997, που είναι πανομοιότυπες με τις δύο αποφάσεις του 1987.
12 Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι ο Lemmens, κατά τη διάρκεια της ποινικής δίκης που τον αφορά, δήλωσε: «Σχημάτισα τη γνώμη από δημοσιεύματα στον Τύπο ότι υπάρχουν προβλήματα όσον αφορά τις συσκευές ελέγχου της αναπνοής. Επικαλούμαι το γεγονός ότι η συσκευή αυτή δεν έχει δηλωθεί στις Βρυξέλλες και διερωτώμαι ποιες θα μπορούσαν να είναι οι ενδεχόμενες συνέπειες του γεγονότος αυτού για την περίπτωσή μου.»
13 Υπό τις περιστάσεις αυτές, το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Μπορεί από έναν κατηγορούμενο ή εξ ονόματός του, κατά του οποίου έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 2, στοιχείο a, του νόμου περί οδικής κυκλοφορίας, να προβληθεί βασίμως ότι δεν πρέπει να εφαρμοστεί η υπουργική απόφαση περί αναλύσεως της αναπνοής του 1987 (...), όπως έχει τροποποιηθεί, που περιέχει λεπτομερείς κανόνες περί των προϋποθέσεων που πρέπει να πληρούν οι συσκευές αναλύσεως της αναπνοής και των δοκιμών στις οποίες πρέπει να υποβάλλονται, η οποία ρύθμιση, όσον αφορά την κατά το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο a, του νόμου περί οδικής κυκλοφορίας εξέταση, στηρίζεται, βάσει του άρθρου 65 του εισαγωγικού νόμου του νόμου περί οδικής κυκλοφορίας, στο άρθρο 163 του νόμου περί οδικής κυκλοφορίας, σε συνδυασμό με το άρθρο 5 της αποφάσεως περί της εξετάσεως παρουσίας οινοπνεύματος στο αίμα του 1987 (...), όπως έχει τροποποιηθεί, δεδομένου ότι όσον αφορά τη ρύθμιση αυτή δεν πραγματοποιήθηκε η προβλεπόμενη από το άρθρο 8 της οδηγίας 83/189/ΕΟΚ κοινοποίηση προς την Ευρωπαϋκή Επιτροπή;
2) Οφείλει ο δικαστής αυτεπαγγέλτως, στο πλαίσιο ποινικής δίκης, όπως η εν προκειμένω, να μην εφαρμόζει τη ρύθμιση αυτή, επειδή δεν έχει πραγματοποιηθεί η εν λόγω κοινοποίηση;»
14 Ενόψει του ότι η Ολλανδική και η Γαλλική Κυβέρνηση θεωρούν ότι η απόφαση περί αναλύσεως της αναπνοής 1987 δεν περιέχει τεχνικούς κανόνες υπό την έννοια της οδηγίας, το ζήτημα αυτό πρέπει να εξεταστεί εκ προοιμίου.
15 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι η έννοια του «τεχνικού κανόνα» ορίζεται στο άρθρο 1, σημείο 5, της οδηγίας ως «οι τεχνικές προδιαγραφές, συμπεριλαμβανομένων των διοικητικών διατάξεων που ισχύουν γι' αυτές, η τήρηση των οποίων είναι υποχρεωτική, de jure ή de facto, για την εμπορία ή χρησιμοποίηση σε κράτος μέλος ή σε μεγάλο τμήμα του κράτους αυτού, με εξαίρεση τις προδιαγραφές που ορίζονται από τις αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης». Σύμφωνα με το σημείο 1 της ίδιας αυτής διατάξεως, νοούνται ως «τεχνικές προδιαγραφές» «οι προδιαγραφές που περιέχονται σε έγγραφο με το οποίο ορίζονται τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά ενός προϋόντος, όπως η ποιοτική στάθμη, η απόδοση, η ασφάλεια, οι διαστάσεις, καθώς και οι προδιαγραφές που ισχύουν για το προϋόν όσον αφορά την ορολογία, τα σύμβολα, τις δοκιμές και μεθόδους δοκιμής, τη συσκευασία, το μαρκάρισμα και το ετικετάρισμα».
16 Η Ολλανδική και η Γαλλική Κυβέρνηση θεωρούν ότι, καίτοι η απόφαση περί αναλύσεως της αναπνοής του 1987 παραθέτει τα χαρακτηριστικά στα οποία πρέπει να ανταποκρίνονται οι συσκευές αναλύσεως της αναπνοής και παρόλον ότι η αστυνομία υποχρεούται να χρησιμοποιεί εγκεκριμένες συσκευές προς απόδειξη του γεγονότος της αντικειμενικής υποστάσεως της παραβάσεως, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, αυτό δε για δύο ειδών λόγους.
17 Πρώτον, η Ολλανδική Κυβέρνηση προβάλλει ότι η απόφαση περί αναλύσεως της αναπνοής του 1987 εφαρμόζεται στον τομέα του ποινικού δικαίου, ο οποίος βρίσκεται εκτός της σφαίρας του κοινοτικού δικαίου.
18 Η Γαλλική Κυβέρνηση, εξάλλου, θεωρεί ότι η οδηγία δεν εφαρμόζεται στα προϋόντα τα οποία, όπως τα υπό κρίση στην κύρια δίκη, προορίζονται για χρήσεις που ανάγονται στις προνομίες της δημόσιας εξουσίας και, κατά μείζονα λόγο, στην ποινική δράση των κρατών μελών.
19 Τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορούν να γίνουν δεκτά. Καίτοι είναι ακριβές ότι, κατ' αρχήν, η ποινική νομοθεσία και οι κανόνες της ποινικής δικονομίας εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, δεν μπορεί να συναχθεί από αυτό ότι ο εν λόγω τομέας του δικαίου δεν μπορεί να επηρεάζεται από το κοινοτικό δίκαιο (βλ., με το πνεύμα αυτό, τις αποφάσεις της 2ας Φεβρουαρίου 1989, 186/87, Cowan, Συλλογή 1989, σ. 195, σκέψη 19, και της 11ης Νοεμβρίου 1981, 203/80, Casati, Συλλογή 1981, σ. 2595, σκέψη 27).
20 Εν προκειμένω, δεν υφίσταται καμία ένδειξη στην οδηγία περί του ότι οι τεχνικοί κανόνες υπό την έννοια του άρθρου 1 αυτής εξαιρούνται, συνεπεία του γεγονότος ότι περιλαμβάνονται στον τομέα του ποινικού δικαίου, της υποχρεώσεως κοινοποιήσεως και ότι το πεδίο της εφαρμογής περιορίζεται στα προϋόντα που προορίζονται για χρήσεις που δεν ανάγονται στις προνομίες της δημόσιας εξουσίας. Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, όπως το Δικαστήριο δέχθηκε ήδη με την απόφαση της 20ής Μαρτίου 1997, C-13/96, Bic Benelux (Συλλογή 1997, σ. Ι-1753, σκέψη 19), μια οδηγία ισχύει για τους τεχνικούς κανόνες ανεξαρτήτως των λόγων που δικαιολόγησαν τη θέσπισή τους.
21 Δεύτερον, η Ολλανδική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι οι εν λόγω κανόνες δεν ισχύουν για τα άτομα που κατασκευάζουν ή εμπορεύονται τις συσκευές αναλύσεως της αναπνοής, αλλά μόνο για μια συγκεκριμένη κατηγορία αγοραστών, δηλαδή τις υπηρεσίες της αστυνομίας διώξεως κοινού εγκλήματος. Στο τμήμα της αγοράς των συσκευών αναλύσεως της αναπνοής που δεν αφορά η ρύθμιση, οι συσκευές που δεν είναι σύμφωνες προς την απόφαση περί αναλύσεως της αναπνοής του 1987 μπορούν να διατίθενται στο εμπόριο και να χρησιμοποιούνται χωρίς περιορισμούς.
22 Η Ολλανδική Κυβέρνηση προσθέτει ότι οι οδηγίες που περιέχει η απόφαση περί αναλύσεως της αναπνοής του 1987 απευθύνονται στους αξιωματικούς της αστυνομίας διώξεως κοινού εγκλήματος και σκοπούν στη διασφάλιση της αξιοπιστίας των συσκευών αναλύσεως της αναπνοής, καθόσον με αυτές αποδεικνύεται η κατάσταση μέθης ενός οδηγού, πλην όμως με τις οδηγίες αυτές δεν τίθενται προϋποθέσεις προς τις οποίες πρέπει να ανταποκρίνονται οι συσκευές μετρήσεως της αναπνοής για να διατίθενται στο εμπόριο.
23 Η Γαλλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται, στο πλαίσιο της ίδιας συλλογιστικής, ότι ο σχετικός κανόνας, για να μπορεί να χαρακτηριστεί ως τεχνικός κανόνας κατά την έννοια της οδηγίας, πρέπει να αφορά προϋόντα προοριζόμενα για συνήθη χρήση.
24 Τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορούν να γίνουν δεκτά. Βεβαίως, είναι δυνατόν να υφίστανται κανόνες επιβάλλοντες τεχνικές προδιαγραφές για ένα προϋόν, όταν αυτό προορίζεται σε συγκεκριμένη κατηγορία χρηστών, το περιεχόμενο των οποίων εξαρτάται από το ειδικό σκοπό που επιδιώκεται από αυτή την κατηγορία και οι οποίες βρίσκονται σε εξαιρετικά χαλαρή σχέση με την παραγωγή και την εμπορία του προϋόντος αυτού, ώστε να μπορούν να χαρακτηριστούν ως τεχνικοί κανόνες κατά την έννοια της οδηγίας. Εν τούτοις, αυτό δεν συμβαίνει εν προκειμένω.
25 Πράγματι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι υφίσταται στις Κάτω Ξώρες αγορά για τις συσκευές μετρήσεως της αναπνοής που δεν είναι σύμφωνες προς την απόφαση περί αναλύσεως της αναπνοής του 1987, γεγονός παραμένει ότι οι κανόνες που θεσπίζει η απόφαση αυτή πρέπει να τηρούνται από αυτούς που πωλούν τις εν λόγω συσκευές στις υπηρεσίες της αστυνομίας διώξεως κοινού εγκλήματος, οι οποίες αποτελούν πολύ σημαντικό χρήστη των συσκευών αυτών στην ολλανδική αγορά.
26 Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η απόφαση περί αναλύσεως της αναπνοής του 1987 περιέχει τεχνικούς κανόνες που έπρεπε, πριν από τη θέσπισή τους, να κοινοποιηθούν στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 8 της οδηγίας.
27 Με το πρώτο του ερώτημα το εθνικό δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν η οδηγία έχει την έννοια ότι η μη τήρηση της επιβαλλομένης από το άρθρο 8 υποχρεώσεως ανακοινώσεως μιας τεχνικής ρυθμίσεως που αφορά συσκευές αναλύσεως της αναπνοής έχει ως αποτέλεσμα να μη μπορεί να αντιταχθεί στον ιδιώτη, στον οποίο καταλογίζεται η οδήγηση σε κατάσταση μέθης, η απόδειξη που επιτυγχάνεται μέσω συσκευής αναλύσεως της αναπνοής εγκεκριμένης σύμφωνα με αυτή τη ρύθμιση.
28 Η Επιτροπή και οι Κυβερνήσεις που κατέθεσαν παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου θεωρούν ότι στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση.
29 Η Ολλανδική Κυβέρνηση προβάλλει ιδίως ότι, στην περίπτωση την οποία αφορά η κύρια δίκη, ο κατηγορούμενος δεν έχει κανένα άξιο προστασίας συμφέρον να επικαλεστεί τη μη δυνατότητα εφαρμογής της τεχνικής ρυθμίσεως. Δεδομένου ότι ο σκοπός της οδηγίας συνίσταται στη διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, μόνον οι ιδιώτες που παρασκευάζουν ή εισάγουν εμπορεύματα θα είχαν όντως άμεσο συμφέρον να ελέγχονται βάσει της οδηγίας οι τεχνικοί κανόνες που περιέχονται στην απόφαση περί αναλύσεως της αναπνοής του 1987.
30 Κατά την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, από την προπαρατεθείσα απόφαση CIA Security International προκύπτει ότι ο τεχνικός κανόνας που δεν μπορεί να αντιταχθεί στον ιδιώτη είναι ακριβώς αυτός που δεν έχει κοινοποιηθεί. Η οδηγία, η οποία αφορά μόνον την εξάλειψη των εμποδίων στο εμπόριο, δεν σκοπεί να καταστήσει παράνομη τη χρησιμοποίηση του προϋόντος που διατίθεται στο εμπόριο σύμφωνα με μη κοινοποιηθέντα τεχνικό κανόνα.
31 Κατά την Επιτροπή και τη Γαλλική Κυβέρνηση, καίτοι οι προϋποθέσεις του αμέσου αποτελέσματος του άρθρου 8 της οδηγίας καθώς και η κύρωση λόγω μη τηρήσεως αυτής της διατάξεως, ήτοι η μη δυνατότητα αντιτάξεως του μη κοινοποιηθέντος κανόνα στους ιδιώτες, ορίζονται δεσμευτικώς από το κοινοτικό δίκαιο, εναπόκειται στο εθνικό δίκαιο να καθορίζει το περιεχόμενο και τις συγκεκριμένες συνέπειες αυτής της κυρώσεως, εξυπακουομένου, αφενός, ότι οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες ο ιδιώτης μπορεί να επικαλεστεί την παραβίαση του κοινοτικού δικαίου δεν θα είναι ως προς αυτόν λιγότερο ευνοϋκές από αυτές που οφείλει να τηρεί σε περίπτωση παρόμοιας παραβιάσεως του εθνικού δικαίου και ότι, αφετέρου, πρέπει να παραμένει ανέπαφη η αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή θεωρεί ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει την εφαρμογή μιας αρχής του εθνικού δικαίου σύμφωνα με την οποία η μη τήρηση της υποχρεώσεως κοινοποιήσεως των τεχνικών κανόνων δεν συνεπάγεται τη μη δυνατότητα εφαρμογής της νομοθεσίας που αφορά την οδήγηση σε κατάσταση μέθης υπό την προϋπόθεση ότι αποκλείεται ομοίως το να μπορεί ο κατηγορούμενος να επικαλείται τη μη τήρηση μιας παρόμοιας κατά το εθνικό δίκαιο υποχρεώσεως.
32 Κατ' αρχάς, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, στη σκέψη 40 της προπαρατεθείσας αποφάσεως CIA Security International, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η οδηγία σκοπεί στη μέσω προληπτικού ελέγχου προστασία της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, η οποία αποτελεί ένα από τα θεμέλια της Κοινότητας. Ο έλεγχος αυτός είναι σκόπιμος, καθόσον οι τεχνικοί κανόνες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας μπορεί να αποτελούν εμπόδια στο μεταξύ κρατών μελών εμπόριο, τα οποία δεν μπορούν να επιτρέπονται παρά μόνον εάν είναι αναγκαία για την ικανοποίηση επιτακτικών αναγκών προς εξυπηρέτηση ενός σκοπού γενικού συμφέροντος.
33 Στις σκέψεις 48 και 54 της ίδιας αποφάσεως, το Δικαστήριο, αφού υπενθύμισε ότι η υποχρέωση κοινοποιήσεως συνιστά ουσιώδες μέσο για την πραγματοποίηση του κοινοτικού αυτού ελέγχου, διαπίστωσε ότι η αποτελεσματικότητα του ελέγχου αυτού ενισχύεται ακόμη περισσότερο εφόσον η οδηγία ερμηνεύεται κατά τρόπον ώστε η παράβαση της υποχρεώσεως κοινοποιήσεως να συνιστά ουσιώδη διαδικαστική πλημμέλεια ικανή να συνεπάγεται τη μη δυνατότητα εφαρμογής των οικείων τεχνικών κανόνων, ώστε αυτοί να μην είναι αντιτάξιμοι στους ιδιώτες.
34 Σε μια ποινική δίκη όπως αυτή ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, οι κανόνες που εφαρμόζονται στον κατηγορούμενο είναι, αφενός, αυτοί που απαγορεύουν και πατάσσουν την οδήγηση σε κατάσταση μέθης και, αφετέρου, αυτοί που υποχρεώνουν τον οδηγό να εμφυσήσει εντός συσκευής προοριζόμενης για την εξέταση του βαθμού οινοπνεύματος, το αποτέλεσμα της οποίας αποτελεί απόδειξη στο πλαίσιο της ποινικής δίκης. Οι κανόνες αυτοί διαφέρουν από αυτούς οι οποίοι, λόγω του ότι δεν έχουν κοινοποιηθεί στην Επιτροπή σύμφωνα με την οδηγία, δεν είναι αντιτάξιμοι στους ιδιώτες.
35 Πρέπει να τονιστεί ότι, καίτοι η έλλειψη κοινοποιήσεως των τεχνικών κανόνων, που συνιστά μια διαδικαστική πλημμέλεια κατά τη θέσπισή τους, καθιστά τους κανόνες αυτούς ανεφάρμοστους καθόσον εμποδίζουν τη χρησιμοποίηση ή τη διάθεση στο εμπόριο ενός προϋόντος που δεν ανταποκρίνεται σ' αυτούς τους κανόνες, δεν έχει, αντιθέτως, ως αποτέλεσμα να καθιστά παράνομη κάθε χρησιμοποίηση ενός προϋόντος που ανταποκρίνεται στους μη κοινοποιηθέντες κανόνες.
36 Όμως, η χρησιμοποίηση ενός προϋόντος από τις δημόσιες αρχές, σε μια περίπτωση όπως η εν προκειμένω, δεν μπορεί να δημιουργήσει εμπόδιο στο εμπόριο που θα μπορούσε να αποφευχθεί αν είχε ακολουθηθεί η διαδικασία της κοινοποιήσεως.
37 Επομένως, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, κατά την έννοια της οδηγίας, η μη τήρηση της υποχρεώσεως, που επιβάλλεται από το άρθρο 8 αυτής, κοινοποιήσεως μιας τεχνικής κανονιστικής ρυθμίσεως που αφορά τις συσκευές αναλύσεως της αναπνοής δεν έχει ως αποτέλεσμα να μη μπορεί να αντιταχθεί στον ιδιώτη, στον οποίο καταλογίζεται η οδήγηση σε κατάσταση μέθης, η απόδειξη που επιτυγχάνεται μέσω συσκευής αναλύσεως της αναπνοής εγκεκριμένης σύμφωνα με μη κοινοποιηθέντες κανόνες.
38 Ενόψει της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο ερώτημα παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
39 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ολλανδική Κυβέρνηση, η Γαλλική Κυβέρνηση, καθώς και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 13ης Ιουνίου 1997 το Arrondissementsrechtbank te Maastricht, αποφαίνεται:
Η οδηγία 83/189/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών, έχει την έννοια ότι η μη τήρηση της υποχρεώσεως, που επιβάλλεται από το άρθρο 8 αυτής, κοινοποιήσεως μιας τεχνικής κανονιστικής ρυθμίσεως που αφορά τις συσκευές αναλύσεως της αναπνοής δεν έχει ως αποτέλεσμα να μη μπορεί να αντιταχθεί στον ιδιώτη, στον οποίο καταλογίζεται η οδήγηση σε κατάσταση μέθης, η απόδειξη που επιτυγχάνεται μέσω συσκευής αναλύσεως της αναπνοής εγκεκριμένης σύμφωνα με μη κοινοποιηθέντες κανόνες.
Full & Egal Universal Law Academy