Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Περιβάλλον - Ρύπανση των υδάτων - Οδηγία 76/464 - Έννοια της «απορρίψεως» κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο δδ, της οδηγίας - Υγροποίηση ρυπογόνων ατμών σε επιφανειακά ύδατα - Υγροποίηση σε γήπεδα και στέγες
(Οδηγία 76/464 του Συμβουλίου, άρθρο 1 § 2, στοιχ. δδ)
Περίληψη
$$Η έννοια της «απορρίψεως» που περιέχεται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο δδ, της οδηγίας 76/464, περί ρυπάνσεως που προκαλείται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες που εκχέονται στο υδάτινο περιβάλλον της Κοινότητος, πρέπει να ερμηνευθεί έτσι ώστε να υπάγεται σ' αυτήν η εκπομπή ρυπογόνων ατμών που υγροποιούνται και πέφτουν σε επιφανειακά ύδατα. Η απόσταση που χωρίζει τα επιφανειακά ύδατα από τον τόπο εκπομπής των ρυπογόνων ατμών ασκεί επιρροή μόνο για να εκτιμηθεί αν πρέπει να αποκλειστεί η δυνατότητα να θεωρηθεί, κατά την κοινή πείρα, ότι είναι προβλέψιμη η ρύπανση των υδάτων, και συνεπώς για να εμποδιστεί ο καταλογισμός της ρυπάνσεως αυτής σε εκείνον που προκαλεί τους ατμούς.
Η ίδια έννοια πρέπει να ερμηνευθεί έτσι ώστε να υπάγεται σ' αυτήν η εκπομπή ρυπογόνων ατμών που πρώτα υγροποιούνται σε γήπεδα και στέγες και στη συνέχεια φθάνουν σε επιφανειακά ύδατα μέσω αγωγού ομβρίων υδάτων. Εν προκειμένω, δεν έχει σημασία αν ο σχετικός αγωγός ανήκει στη συγκεκριμένη εγκατάσταση ή σε τρίτον.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-231/97,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Nederlandse Raad van State (Κάτω Ξώρες) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
A. M. L. van Rooij
και
Dagelijks bestuur van het waterschap de Dommel,
παρισταμένης της:
Gebr. Van Aarle BV,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 76/464/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 4ης Μαου 1976, περί ρυπάνσεως που προκαλείται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες που εκχέονται στο υδάτινο περιβάλλον της Κοινότητος (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 138),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. J. G. Kapteyn, πρόεδρο τμήματος, G. Hirsch (εισηγητή) και R. Schintgen, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: A. Saggio
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- ο A. M. L. van Rooij, εκπροσωπούμενος από τον ίδιο,
- η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον A. Bos, νομικό σύμβουλο στο Υπουργείο Εξωτερικών,
- η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την K. Rispal-Bellanger, υποδιευθύντρια διεθνούς οικονομικού και κοινοτικού δικαίου στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και τον R. Nadal, αναπληρωτή γραμματέα εξωτερικών υποθέσεων στην ίδια διεύθυνση,
- η Φινλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον H. Rotkirch, πρέσβη, προϋστάμενο της υπηρεσίας νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον G. zur Hausen, νομικό σύμβουλο, επικουρούμενο από τον J.-J. Evrard, δικηγόρο Βρυξελλών,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις του A. M. L. van Rooij, εκπροσωπουμένου από τον ίδιο, της Dagelijks bestuur van het waterschap de Dommel, εκπροσωπουμένης από τον A. P. L. Verkaik, της Gebr. Van Aarle BV, εκπροσωπουμένης από τον K. Boon, μηχανικό, της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον J. S. van den Oosterkamp, αναπληρωτή νομικό σύμβουλο στο Υπουργείο Εξωτερικών, της Φινλανδικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από την T. Pynnδ, νομικό σύμβουλο στο Υπουργείο Εξωτερικών, και της Επιτροπής, εκπροσωπουμένης από τον G. zur Hausen, επικουρούμενο από τον M. van Der Woude, δικηγόρο Βρυξελλών, κατά τη συνεδρίαση της 25ης Νοεμβρίου 1998,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 25ης Φεβρουαρίου 1999,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με απόφαση της 17ης Ιουνίου 1997, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 25 Ιουνίου 1997, το Nederlandse Raad van State υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 76/464/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 4ης Μαου 1976, περί ρυπάνσεως που προκαλείται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες που εκχέονται στο υδάτινο περιβάλλον της Κοινότητος (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 138).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο προσφυγής που ο A. M. L. van Rooij άσκησε κατά της αποφάσεως με την οποία η Dagelijks bestuur van het waterschap de Dommel (διεύθυνση υδάτων του Dommel, στο εξής: αρμόδια αρχή) απέρριψε τη διοικητική του ένσταση κατά παλαιότερης αποφάσεώς της να μη λάβει συντηρητικά μέτρα για την προστασία των επιφανειακών υδάτων.
Νομικό πλαίσιο
Η οδηγία 76/464
3 Η οδηγία 76/464 σκοπό έχει την καταπολέμηση της ρυπάνσεως των υδάτων. Εκδόθηκε βάσει των άρθρων 100 και 235 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρων 94 ΕΚ και 308 ΕΚ).
4 Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής ορίζει:
«Υπό την επιφύλαξη του άρθρου 8 η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται:
- στα εσωτερικά επιφανειακά ύδατα,
- στα εσωτερικά παράκτια ύδατα,
- στα υπόγεια ύδατα.»
5 Στο άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχεία δδ και εε, της οδηγίας 76/464 περιέχονται οι ακόλουθοι ορισμοί των εννοιών της «απορρίψεως» και «ρυπάνσεως»:
«"απόρριψη": η εισαγωγή στα ύδατα που προβλέπονται στην παράγραφο 1 ουσιών που απαριθμούνται στους καταλόγους Ι και ΙΙ του παραρτήματος, εξαιρέσει:
- των απορρίψεων βυθοκόρων πλοίων,
- των εργασιών απορρίψεως από πλοία μέσα στα χωρικά ύδατα,
- της καταβυθίσεως αποβλήτων πλοίων μέσα στα χωρικά ύδατα·
"ρύπανση": η άμεση ή έμμεση απόρριψη από τον άνθρωπο ουσιών ή ενεργείας μέσα στο υδάτινο περιβάλλον, με συνέπειες που μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο την ανθρώπινη υγεία, να καταστρέψουν τους βιολογικούς πόρους για το υδάτινο οικοσύστημα, να παραβλάψουν την αναψυχή ή να παρεμποδίσουν άλλες νόμιμες χρήσεις των υδάτων.»
6 Το άρθρο 2 της οδηγίας 76/464 επιβάλλει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν «τα κατάλληλα μέτρα για την εξάλειψη της ρυπάνσεως των υδάτων που προβλέπονται στο άρθρο 1, που προέρχεται από τις επικίνδυνες ουσίες που περιλαμβάνονται στις οικογένειες και τις ομάδες των ουσιών του καταλόγου Ι του παραρτήματος, καθώς και για τη μείωση της ρυπάνσεως των εν λόγω υδάτων που προέρχεται από τις επικίνδυνες ουσίες οι οποίες περιλαμβάνονται στις οικογένειες και τις ομάδες των ουσιών του καταλόγου ΙΙ του παραρτήματος, σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, οι διατάξεις της οποίας αποτελούν το πρώτο μόνο βήμα για την επίτευξη του ως άνω στόχου».
7 Το άρθρο 7, παράγραφοι 1 και 2, της πιο πάνω οδηγίας ορίζει:
«1. Για τη μείωση της ρυπάνσεως των υδάτων, που προβλέπονται στο άρθρο 1, από τις ουσίες του καταλόγου ΙΙ, τα κράτη μέλη καταρτίζουν προγράμματα για την πραγματοποίηση των οποίων εφαρμόζουν ιδίως τα μέσα που προβλέπονται στις παραγράφους 2 και 3.
2. Για όλες τις απορρίψεις που πραγματοποιούνται στα ύδατα του προβλέπονται στο άρθρο 1, οι οποίες δύνανται να περιέχουν ουσίες του καταλόγου ΙΙ, απαιτείται προηγουμένη άδεια της αρμοδίας αρχής του ενδιαφερομένου κράτους μέλους, που καθορίζει τα πρότυπα αποβολής. Τα πρότυπα αυτά βασίζονται στους ποιοτικούς στόχους που καθορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 3.»
8 Το άρθρο 10 της οδηγίας ορίζει:
«Ένα ή περισσότερα κράτη μέλη δύνανται να λάβουν, κατά περίπτωση, από κοινού ή μεμονωμένα, μέτρα αυστηρότερα από αυτά που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία.»
Η ολλανδική νομοθεσία
9 Ο Wet verontreiniging oppervlaktewateren (νόμος περί της ρυπάνσεως των επιφανειακών υδάτων, στο εξής: WVO) τέθηκε σε ισχύ την 1η Δεκεμβρίου 1970. Ο νόμος της 24ης Ιουνίου 1981 (Stbl. 1981, σ. 414) επέφερε στον WVO ορισμένες τροποποιήσεις τις οποίες κατέστησε αναγκαίες η έκδοση της οδηγίας 76/464. Από τη δικογραφία προκύπτει ότι ο WVO θεωρείται ως το νομοθέτημα με το οποίο μεταφέρθηκε στο ολλανδικό δίκαιο η πιο πάνω οδηγία.
10 Για την καταπολέμηση της ρυπάνσεως των επιφανειακών υδάτων, το άρθρο 1 του WVO απαγορεύει τη χωρίς άδεια εισαγωγή στα ύδατα αυτά αποβλήτων ή ρυπογόνων ή επικινδύνων ουσιών. Το σύστημα αδειών που έχει καθιερωθεί διακρίνει εν προκειμένω μεταξύ:
- των απορρίψεων που γίνονται με τη βοήθεια μηχανισμού (άρθρο 1, παράγραφος 1, του WVO) και
- των απορρίψεων που γίνονται χωρίς τη βοήθεια μηχανισμού (άρθρο 1, παράγραφος 3, του WVO).
11 Κατά το άρθρο 24 του WVO, έργο του βάσει του άρθρου 1 αρμόδιου οργανισμού για τη χορήγηση αδειών είναι, μεταξύ άλλων, «να μεριμνά για τη λήψη δεσμευτικών διοικητικών μέτρων με σκοπό την τήρηση όσων προβλέπονται από τον νόμο αυτόν ή βάσει του νόμου αυτού σχετικά με την εισαγωγή ουσιών στα περί ων πρόκειται επιφανειακά ύδατα». Το άρθρο 25 του WVO παραπέμπει συναφώς στα άρθρα 18.3 έως 18.16 του Wet milieubeheer (νόμου περί προστασίας του περιβάλλοντος).
12 Το σχετικό με τον WVO εκτελεστικό διάταγμα της 28ης Νοεμβρίου 1974 (Stbl. 1974, σ. 709) περιέχει λεπτομερέστερες διατάξεις σχετικά με τις απορρίψεις που γίνονται χωρίς τη βοήθεια μηχανισμού.
13 Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, του εν λόγω εκτελεστικού διατάγματος, απαγορεύεται η εισαγωγή, με οποιονδήποτε τρόπο ή σε οποιαδήποτε επιφανειακά ύδατα, των αποβλήτων ή των ρυπογόνων ή επικινδύνων ουσιών που παρατίθενται στο παράρτημα του διατάγματος αυτού.
Η διαφορά της κύριας δίκης
14 Από τη δικογραφία προκύπτει ότι η Gebr. Van Aarle BV (στο εξής: επιχείρηση Van Aarle), η οποία είναι εγκατεστημένη στο Sint-Oedenrode, εκμεταλλεύεται επιχείρηση διαποτίσεως ξύλων για την καλύτερη συντήρησή τους. Προς τούτο, εφαρμόζει μια μέθοδο απομονώσεως εν ατμώ ενός διαλύματος προστατευτικών αλάτων που αποκαλείται «superwolman». Συναφώς, κατέχει άδεια που της χορηγήθηκε βάσει του νόμου περί προστασίας του περιβάλλοντος. Κατά τη διάρκεια των εργασιών διαποτίσεως του ξύλου ελευθερώνεται ατμός και στη συνέχεια ο ατμός αυτός υγροποιούμενος πέφτει κατευθείαν ή εμμέσως στα γειτονικά επιφανειακά ύδατα, και ειδικότερα σε τάφρο πλάτους ενός έως δύο μέτρων η οποία βρίσκεται πίσω από την επιχείρηση Van Aarle και είναι ξεραμένη κατά τη διάρκεια μέρους του έτους.
15 Ο A. M. L. van Rooij κατοικεί κοντά στην επιχείρηση Van Aarle. Ισχυριζόμενος ότι ο ατμός είναι ρυπογόνος διότι περιέχει αρσενικό, χαλκό και χρώμιο, ουσίες που παρατίθενται στον κατάλογο ΙΙ του παραρτήματος της οδηγίας 76/464, διαμαρτυρήθηκε για τη ρύπανση της τάφρου και ζήτησε από την αρμόδια αρχή να λάβει έναντι της ανωτέρω επιχειρήσεως συντηρητικά μέτρα βάσει του άρθρου 24 του WVO.
16 Με απόφαση της 29ης Δεκεμβρίου 1994, η αρμόδια αρχή απέρριψε την αίτηση αυτή και στη συνέχεια, με απόφαση της 21ης Απριλίου 1995, απέρριψε και τη διοικητική ένσταση που ο A. M. L. van Rooij υπέβαλε κατά της πρώτης αποφάσεως. Κατόπιν αυτών, ο A. M. L. van Rooij άσκησε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου προσφυγή κατά της απορρίψεως της διοικητικής του ενστάσεως.
17 Κατά τον A. M. L. van Rooij, τόσο η κατευθείαν πτώση ρυπογόνου ατμού όσο και η έμμεση εισαγωγή στα επιφανειακά ύδατα, μέσω αγωγού ομβρίων υδάτων, του ατμού που υγροποιούμενος πέφτει στα γήπεδα και στις στέγες που βρίσκονται κοντά στην επιχείρηση Van Aarle πρέπει να θεωρηθούν ως απόρριψη εμπίπτουσα στην υποχρέωση κατοχής άδειας χορηγηθείσας βάσει του WVO.
18 Συναφώς, το εθνικό δικαστήριο αναφέρει ότι, σε παλαιότερη διαφορά των ίδιων διαδίκων, έκρινε, με απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 1994, ότι η εισαγωγή στην ατμόσφαιρα ρυπογόνου ατμού αποτελεί «εισαγωγή στα επιφανειακά ύδατα» για την οποία ο WVO απαιτεί προηγούμενη άδεια.
19 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Nederlandse Raad van State, εκτιμώντας ότι η διαφορά εγείρει ζήτημα ερμηνείας της εννοίας της «απορρίψεως» κατά την οδηγία 76/464, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Πρέπει η κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο δδ, της οδηγίας 76/464/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 4ης Μαου 1976, περί ρυπάνσεως που προκαλείται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες που εκχέονται στο υδάτινο περιβάλλον της Κοινότητος [ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 138], έννοια της "απορρίψεως" να ερμηνευθεί κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να περιλαμβάνει την πτώση υγροποιημένου ρυπογόνου ατμού επί επιφανειακών υδάτων; Έχει εν προκειμένω σημασία η απόσταση από την οποία ο πιο πάνω ατμός πέφτει υγροποιούμενος στα επιφανειακά ύδατα;
2) Εμπίπτει στην έννοια της "απορρίψεως" ο ατμός ο οποίος πρώτα πέφτει υγροποιούμενος σε γήπεδα και στέγες και στη συνέχεια, μέσω αγωγού είτε από την περί ης πρόκειται εγκατάσταση είτε από οικίες ή άλλα κτίρια, φθάνει στα επιφανειακά ύδατα; Έχει για την απάντηση στο ερώτημα αυτό σημασία αν ο ρυπογόνος ατμός φθάνει στα επιφανειακά ύδατα μέσω αγωγού ομβρίων υδάτων από την περί ης πρόκειται εγκατάσταση ή μέσω αγωγού από αλλού;
3) Στην περίπτωση που δοθεί αρνητική απάντηση στα ερωτήματα 1 και/ή 2, επιτρέπεται να δοθεί από την εθνική νομοθεσία άλλο, ευρύτερο, περιεχόμενο στην έννοια της "απορρίψεως" από αυτό που δίνει η οδηγία;»
Επί του πρώτου ερωτήματος
20 Με το πρώτο ερώτημά του, το εθνικό δικαστήριο ερωτά στην ουσία αν η έννοια της «απορρίψεως» που περιέχει το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο δδ, της οδηγίας 76/464 πρέπει να ερμηνευθεί έτσι ώστε να υπάγεται σ' αυτήν η εκπομπή ρυπογόνων ατμών που υγροποιούνται και πέφτουν σε επιφανειακά ύδατα και αν εν προκειμένω έχει σημασία η απόσταση μεταξύ του χώρου όπου εκπέμπονται οι ατμοί αυτοί και των υδάτων στα οποία πέφτουν υγροποιούμενοι.
21 Πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο δδ, της οδηγίας 76/464, η «απόρριψη» ορίζεται ως «εισαγωγή στα ύδατα που προβλέπονται στην παράγραφο 1 ουσιών που απαριθμούνται στους καταλόγους Ι και ΙΙ του παραρτήματος (...)».
22 Στην απόφασή του C-232/97, Nederhoff (Συλλογή 1999, σ. Ι-6385, σκέψη 37), η οποία εκδόθηκε αυθημερόν με την παρούσα απόφαση, το Δικαστήριο έκρινε ότι η οριζόμενη στο άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 76/464 έννοια της «απορρίψεως» πρέπει να νοηθεί ως αφορώσα κάθε δυναμένη να καταλογιστεί σε ιδιώτη πράξη με την οποία εισάγεται, κατευθείαν ή εμμέσως, στα ύδατα, για τα οποία έχει εφαρμογή η οδηγία αυτή, μία από τις επικίνδυνες ουσίες που απαριθμούνται στον κατάλογο Ι ή στον κατάλογο ΙΙ του παραρτήματός της.
23 Όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης, δεν αμφισβητείται, πρώτον, ότι η εκπομπή των ατμών προκαλείται από πράξη δυναμένη να καταλογιστεί σε ιδιώτη, δηλαδή από τη διαδικασία με την οποία οι εργαζόμενοι στην επιχείρηση Van Aarle διαποτίζουν το ξύλο με προστατευτικά άλατα εφαρμόζοντας μια μέθοδο απομονώσεως ουσιών εν ατμώ, στη συνέχεια, ότι οι εκπεμπόμενοι ατμοί περιέχουν αρσενικό, χαλκό και χρώμιο, ουσίες που παρατίθενται στον κατάλογο ΙΙ του παραρτήματος της οδηγίας 76/464, και, τέλος, ότι οι ατμοί αυτοί υγροποιούμενοι πέφτουν σε ύδατα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής όταν η τάφρος που βρίσκεται πίσω από την επιχείρηση Van Aarle δεν είναι ξεραμένη.
24 Ωστόσο, η Γαλλική Κυβέρνηση αμφισβητεί ότι, σε μια κατάσταση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, οι εκπομπές ατμών μπορούν να θεωρηθούν ως απόρριψη υπό την έννοια της οδηγίας 76/464. Υποστηρίζει ιδίως ότι η οδηγία αυτή, όπως μαρτυρεί ο τίτλος της ο οποίος αναφέρεται σε ουσίες που «εκχέονται» στο υδάτινο περιβάλλον της Κοινότητας, αφορά μόνον τη ρύπανση που προκαλείται από απορρίψεις υγρών ουσιών σε άλλο υγρό περιβάλλον. Όμως, εν προκειμένω, η ρύπανση προκαλείται από ατμούς και όχι από υγρές ουσίες.
25 Πρέπει να επισημανθεί συναφώς ότι ναι μεν ο όρος «dιversιes», που περιέχει ο τίτλος του γαλλικού κειμένου της οδηγίας 76/464, φαίνεται να συνηγορεί, αν ληφθεί υπόψη η συνήθης σημασία του, υπέρ της ερμηνείας που υποστηρίζει η Γαλλική Κυβέρνηση, πλην όμως ο όρος αυτός δεν χρησιμοποιείται αποκλειστικώς για εργασίες σχετικές με υγρά στοιχεία και μπορεί να χρησιμοποιηθεί επίσης για τα στερεά. Είναι επίσης αλήθεια ότι το ολλανδικό, το δανικό και το ελληνικό κείμενο χρησιμοποιούν στον τίτλο της οδηγίας όρους - αντιστοίχως «geloosd», «udledning» και «εκχέονται» - που σημαίνουν ότι η περί ης πρόκειται ουσία βρίσκεται σε υγρή κατάσταση. Ωστόσο, ο τίτλος της οδηγίας στις άλλες γλώσσες δεν επιρρωννύει την ερμηνεία αυτή. Συγκεκριμένα, οι όροι «discharged» (απόδοση στα αγγλικά), «Ableitung» (απόδοση στα γερμανικά), «vertidas» (απόδοση στα ισπανικά), «scaricate» (απόδοση στα ιταλικά), «lanηadas» (απόδοση στα πορτογαλικά), «utslδpp» (απόδοση στα σουηδικά) και «pδδstettyjen» (απόδοση στα φινλανδικά) δεν σημαίνουν οπωσδήποτε ότι η περί ης πρόκειται ουσία βρίσκεται σε υγρή κατάσταση.
26 Λαμβανομένων υπόψη των σημασιολογικών αυτών αποκλίσεων, πρέπει να εξεταστεί αν η ερμηνεία που υποστηρίζει η Γαλλική Κυβέρνηση στοιχεί με τον σκοπό της οδηγίας.
27 Εν προκειμένω, ερμηνεία η οποία θα περιόριζε το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 76/464 στις απορρίψεις επικινδύνων ουσιών που βρίσκονται σε υγρή κατάσταση θα αντιστρατευόταν τον σκοπό της οδηγίας αυτής, η οποία, όπως προκύπτει από την πρώτη αιτιολογική της σκέψη, επιδιώκει να εξασφαλίσει την προστασία του υδάτινου περιβάλλοντος της Κοινότητας κατά της ρυπάνσεως, και ιδίως της ρυπάνσεως που προκαλείται από ορισμένες ανθεκτικές, τοξικές και βιοσυσσωρεύσιμες ουσίες.
28 Συγκεκριμένα, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι ουσίες αυτές που παρατίθενται στο παράρτημα της οδηγίας είναι επικίνδυνες για το υδάτινο περιβάλλον της Κοινότητας μόνον όταν βρίσκονται σε υγρή κατάσταση.
29 Επομένως, η οδηγία 76/464 αφορά τις απορρίψεις όλων των επικινδύνων ουσιών που παρατίθενται στο παράρτημά της, όποια και αν είναι η φυσική κατάσταση στην οποία βρίσκονται.
30 Η Γαλλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται επίσης ότι, σε μια κατάσταση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η ρύπανση από ατμούς γίνεται πρώτα στην ατμόσφαιρα και μόνον αργότερα φθάνει στα επιφανειακά ύδατα. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι πρόκειται για απόρριψη υπό την έννοια της οδηγίας 76/464, η δε κατάσταση αυτή περιλαμβάνεται σε εκείνες επί των οποίων πρέπει να εφαρμόζεται η οδηγία 84/360/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1984, σχετικά με την καταπολέμηση της ατμοσφαιρικής ρυπάνσεως από βιομηχανικές εγκαταστάσεις (ΕΕ L 188, σ. 20).
31 Εν προκειμένω, αρκεί η επισήμανση ότι το περιστατικό που επικαλείται η Γαλλική Κυβέρνηση δεν είναι ικανό να αποκλείσει τον χαρακτηρισμό ενός φαινομένου, όπως το επίμαχο στην κύρια δίκη, ως απορρίψεως υπό την έννοια της οδηγίας 76/464 όταν υφίσταται ρύπανση επιφανειακών υδάτων και όταν η ρύπανση αυτή προκαλείται, κατευθείαν ή εμμέσως, από πράξη που μπορεί να καταλογιστεί σε ιδιώτη.
32 Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του πρώτου ερωτήματος, η απόσταση που χωρίζει τα επιφανειακά ύδατα από τον τόπο εκπομπής των ρυπογόνων ατμών ασκεί επιρροή μόνο για να εκτιμηθεί αν πρέπει να αποκλειστεί η δυνατότητα να θεωρηθεί, κατά την κοινή πείρα, ότι είναι προβλέψιμη η ρύπανση των υδάτων, και συνεπώς για να εμποδιστεί ο καταλογισμός της ρυπάνσεως αυτής σε εκείνον που προκαλεί τους ατμούς.
33 Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω σκέψεων, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η έννοια της «απορρίψεως» που περιέχει το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο δδ, της οδηγίας 76/464 πρέπει να ερμηνευθεί έτσι ώστε να υπάγεται σ' αυτήν η εκπομπή ρυπογόνων ατμών που υγροποιούνται και πέφτουν σε επιφανειακά ύδατα. Η απόσταση που χωρίζει τα επιφανειακά ύδατα από τον τόπο εκπομπής των ρυπογόνων ατμών ασκεί επιρροή μόνο για να εκτιμηθεί αν πρέπει να αποκλειστεί η δυνατότητα να θεωρηθεί, κατά την κοινή πείρα, ότι είναι προβλέψιμη η ρύπανση των υδάτων, και συνεπώς για να εμποδιστεί ο καταλογισμός της ρυπάνσεως αυτής σε εκείνον που προκαλεί τους ατμούς.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
34 Με το δεύτερο ερώτημά του, το εθνικό δικαστήριο ερωτά στην ουσία αν η έννοια της «απορρίψεως» που περιέχει το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο δδ, της οδηγίας 76/464 πρέπει να ερμηνευθεί έτσι ώστε να υπάγεται σ' αυτήν η εκπομπή ρυπογόνων ατμών που πρώτα υγροποιούνται σε γήπεδα και στέγες και στη συνέχεια φθάνουν σε επιφανειακά ύδατα μέσω αγωγού ομβρίων υδάτων και αν εν προκειμένω έχει σημασία ότι ο σχετικός αγωγός ανήκει στη συγκεκριμένη εγκατάσταση ή σε τρίτον.
35 Λαμβανομένων υπόψη της ερμηνείας του όρου «απόρριψη» την οποία δέχθηκε το Δικαστήριο στη σκέψη 22 της παρούσας αποφάσεως και του πραγματικού πλαισίου της διαφοράς της κύριας δίκης, διαπιστώνεται ότι το γεγονός ότι οι ρυπογόνοι ατμοί, μετά την υγροποίησή τους σε γήπεδα και στέγες, φθάνουν σε επιφανειακά ύδατα μέσω αγωγού ομβρίων υδάτων που ανήκει είτε στη συγκεκριμένη εγκατάσταση είτε σε τρίτον δεν μπορεί να αναιρέσει το ότι η ρύπανση των εν λόγω υδάτων είναι η συνέπεια πράξεως δυναμένης να καταλογιστεί σε ιδιώτη, δηλαδή των εργασιών διαποτίσεως ξύλου στις οποίες προβαίνει η επιχείρηση Van Aarle.
36 Κατά συνέπεια, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η έννοια της «απορρίψεως» που περιέχει το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο δδ, της οδηγίας 76/464 πρέπει να ερμηνευθεί έτσι ώστε να υπάγεται σ' αυτήν η εκπομπή ρυπογόνων ατμών που πρώτα υγροποιούνται σε γήπεδα και στέγες και στη συνέχεια φθάνουν σε επιφανειακά ύδατα μέσω αγωγού ομβρίων υδάτων. Εν προκειμένω, δεν έχει σημασία αν ο σχετικός αγωγός ανήκει στη συγκεκριμένη εγκατάσταση ή σε τρίτον.
Επί του τρίτου ερωτήματος
37 Λαμβανομένων υπόψη των απαντήσεων που δόθηκαν στα δύο πρώτα ερωτήματα, παρέλκει να δοθεί απάντηση στο τρίτο ερώτημα.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
38 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ολλανδική, η Γαλλική και η Φινλανδική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με απόφαση της 17ης Ιουνίου 1997 το Nederlandse Raad van State, αποφαίνεται:
1) Η έννοια της «απορρίψεως» που περιέχει το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο δδ, της οδηγίας 76/464/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 4ης Μαου 1976, περί ρυπάνσεως που προκαλείται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες που εκχέονται στο υδάτινο περιβάλλον της Κοινότητος, πρέπει να ερμηνευθεί έτσι ώστε να υπάγεται σ' αυτήν η εκπομπή ρυπογόνων ατμών που υγροποιούνται και πέφτουν σε επιφανειακά ύδατα. Η απόσταση που χωρίζει τα επιφανειακά ύδατα από τον τόπο εκπομπής των ρυπογόνων ατμών ασκεί επιρροή μόνο για να εκτιμηθεί αν πρέπει να αποκλειστεί η δυνατότητα να θεωρηθεί, κατά την κοινή πείρα, ότι είναι προβλέψιμη η ρύπανση των υδάτων, και συνεπώς για να εμποδιστεί ο καταλογισμός της ρυπάνσεως αυτής σε εκείνον που προκαλεί τους ατμούς.
2) Η έννοια της «απορρίψεως» που περιέχει το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο δδ, της οδηγίας 76/464 πρέπει να ερμηνευθεί έτσι ώστε να υπάγεται σ' αυτήν η εκπομπή ρυπογόνων ατμών που πρώτα υγροποιούνται σε γήπεδα και στέγες και στη συνέχεια φθάνουν σε επιφανειακά ύδατα μέσω αγωγού ομβρίων υδάτων. Εν προκειμένω, δεν έχει σημασία αν ο σχετικός αγωγός ανήκει στη συγκεκριμένη εγκατάσταση ή σε τρίτον.
Full & Egal Universal Law Academy