Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων - Ελευθερία εγκαταστάσεως - Εργαζόμενοι - Αναγνώριση των διπλωμάτων και των τίτλων - Πεδίο εφαρμογής των οδηγιών 89/48 και 92/51 - Νομοθετικώς κατοχυρωμένη επαγγελματική δραστηριότητα - Έννοια - Έκταση εφαρμογής - Δραστηριότητα διεπόμενη από τις διατάξεις συλλογικής συμβάσεως - Προϋποθέσεις υπαγωγής στην έννοια - Ρύθμιση της επαγγελματικής δραστηριότητας κατά γενικό τρόπο
(Οδηγίες του Συμβουλίου 89/48 και 92/51)
2 Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων - Ελευθερία εγκαταστάσεως - Εργαζόμενοι - σκηση επαγγέλματος στο πλαίσιο δημόσιου οργανισμού διεπόμενου από τις διατάξεις συλλογικής συμβάσεως - Απαίτηση κατοχής τίτλου ή διπλώματος πιστοποιούντος επαγγελματικά προσόντα αναγνωρισμένα από τις αρχές του κράτους μέλους - Επιτρέπεται - Υποχρέωση των αρχών του κράτους μέλους να εξετάζουν την αντιστοιχία μεταξύ των διπλωμάτων, γνώσεων και προσόντων που απαιτούνται από το εθνικό δίκαιο και εκείνων που έχουν αποκτηθεί εντός άλλων κρατών μελών
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 48 (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 39 ΕΚ)· οδηγίες του Συμβουλίου 89/48 και 92/51)
Περίληψη
1 Οι διατάξεις συλλογικής συμβάσεως που διέπει, κατά γενικό τρόπο, την πρόσβαση σε ορισμένο επάγγελμα ή την άσκησή του είναι δυνατόν να συνιστούν «νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις» υπό την έννοια των άρθρων 1, στοιχείο δδ, της οδηγίας 89/48, σχετικά με ένα γενικό σύστημα αναγνώρισης των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών, και 1, στοιχείο σττ, της οδηγίας 92/51, σχετικά με ένα δεύτερο γενικό σύστημα αναγνώρισης της επαγγελματικής εκπαίδευσης, και μπορούν, συνεπώς, να χαρακτηριστούν ως νομοθετική κατοχύρωση μιας επαγγελματικής δραστηριότητας κατά την έννοια των οδηγιών αυτών.
Το πεδίο εφαρμογής μιας συλλογικής συμβάσεως μπορεί να θεωρηθεί αρκετά γενικό ώστε να χαρακτηριστούν οι διατάξεις της ως νομοθετική κατοχύρωση ενός επαγγέλματος αν οι διατάξεις συμβάσεως που έχει συναφθεί μεταξύ ενός δημοσίου οργανισμού και των εκπροσώπων των υπαλλήλων του απαντώνται σε άλλες συλλογικές συμβάσεις που έχουν συναφθεί αυτοτελώς από άλλους δημοσίους οργανισμούς του αυτού είδους και, επιπλέον, αν οι διατάξεις των συμβάσεων αυτών απορρέουν από ενιαία διοικητική πολιτική που έχει καθοριστεί σε εθνικό επίπεδο. Αντιθέτως, αυτό δεν συμβαίνει συνήθως με τις διατάξεις συλλογικής συμβάσεως η οποία ρυθμίζει μόνο τις σχέσεις μεταξύ εργοδότη και εργαζομένων εντός ενός και μόνου δημοσίου οργανισμού.
2 Το άρθρο 48 της Συνθήκης (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 39 ΕΚ) έχει την έννοια ότι:
- δεν απαγορεύει διατάξεις συλλογικής συμβάσεως ισχύουσας σε δημόσιο οργανισμό κράτους μέλους οι οποίες επιφυλάσσουν το δικαίωμα ασκήσεως, εντός του δημοσίου αυτού οργανισμού, ορισμένου επαγγέλματος το οποίο δεν είναι νομοθετικώς κατοχυρωμένο κατά την έννοια των οδηγιών 89/48, σχετικά με ένα γενικό σύστημα αναγνώρισης των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών, και 92/51, σχετικά με ένα δεύτερο γενικό σύστημα αναγνώρισης της επαγγελματικής εκπαίδευσης, το οποίο συμπληρώνει την οδηγία 89/48, μόνο στους κατόχους τίτλου σπουδών χορηγηθέντος από εκπαιδευτικό ίδρυμα αυτού του κράτους μέλους ή κάθε άλλου τίτλου αποκτηθέντος στην αλλοδαπή και αναγνωρισθέντος ως ισοτίμου από τις αρμόδιες αρχές του ιδίου αυτού κράτους μέλους·
- ωστόσο, οι αρχές αυτού του κράτους μέλους που είναι αρμόδιες να αναγνωρίζουν την ισοτιμία ή να επικυρώνουν τα αλλοδαπά διπλώματα ή, αν δεν έχει καθιερωθεί καμία γενική διαδικασία αναγνωρίσεως της ισοτιμίας ή η διαδικασία αυτή δεν είναι σύμφωνη με τις επιταγές του κοινοτικού δικαίου, ο ίδιος ο δημόσιος οργανισμός υποχρεούνται, προκειμένου για διπλώματα που έχουν αποκτηθεί σε άλλο κράτος μέλος, να εξετάζουν κατά πόσον οι γνώσεις και τα προσόντα που πιστοποιούνται με το δίπλωμα που έχει αποκτήσει ο ενδιαφερόμενος αντιστοιχούν στα απαιτούμενα από τη νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής. Όταν υφίσταται μερική μόνον αντιστοιχία, στις αρμόδιες εθνικές αρχές ή, κατά περίπτωση, στον ίδιο τον δημόσιο οργανισμό εναπόκειται να εκτιμήσουν αν ο ενδιαφερόμενος μπορεί να επικαλεστεί τις γνώσεις που απέκτησε στο πλαίσιο είτε ενός κύκλου σπουδών είτε πρακτικής εξασκήσεως προκειμένου να αποδείξει ότι διαθέτει τις γνώσεις που δεν πιστοποιούνται από το αλλοδαπό δίπλωμα.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-234/97,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Juzgado de lo Social no 4 de Madrid (Ισπανία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Teresa Fernαndez de Bobadilla
και
Museo Nacional del Prado,
Comitι de Empresa del Museo Nacional del Prado,
Ministerio Fiscal,
" η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 48 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 39 ΕΚ),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. C. Rodrνguez Iglesias, Πρόεδρο, J.-P. Puissochet, G. Hirsch και P. Jann, προέδρους τμήματος, C. Gulmann, J. L. Murray, D. A. O. Edward (εισηγητή), H. Ragnemalm και L. Sevσn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: N. Fennelly
γραμματέας: D. Louterman-Hubeau, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η Teresa Fernαndez de Bobadilla, εκπροσωπούμενη από τον Josι Maria Villalvilla Muρoz, δικηγόρο Μαδρίτης,
- το Ministerio Fiscal, εκπροσωπούμενο από τον Joaquνn Sαnchez-Covisa Villa, Teniente Fiscal στο Tribunal Superior de Justicia de la Comunidad de Madrid,
- η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Santiago Ortiz Vaamonde, abogado del Estado,
- η Φινλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Holger Rotkirch, πρέσβη, προϋστάμενο της υπηρεσίας νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Pieter Jan Kuijper, νομικό σύμβουλο, και την Isabel Martνnez del Peral, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της T. Fernαndez de Bobadilla, της Ισπανικής Κυβερνήσεως καθώς και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 14ης Ιουλίου 1998,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 15ης Οκτωβρίου 1998,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 30ής Μαου 1997, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 26 Ιουνίου 1997, το Juzgado de lo Social no 4 de Madrid υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 48 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 39 ΕΚ).
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ, αφενός, της T. Fernαndez de Bobadilla και, αφετέρου, των Museo Nacional del Prado (στο εξής: Prado), Comitι de Empresa del Museo Nacional del Prado και Ministerio Fiscal.
3 H T. Fernαndez de Bobadilla είναι Ισπανή υπήκοος και κάτοικος Μαδρίτης. Αφού έλαβε το πτυχίο Bachelor of Arts στην Ιστορία της Τέχνης από το Πανεπιστήμιο της Βοστώνης (Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής), πραγματοποίησε - χάρη σε υποτροφία του Prado - μεταπτυχιακές σπουδές συντηρήσεως έργων τέχνης στο Newcastle upon Tyne Polytechnic (Ηνωμένο Βασίλειο), κατά το πέρας των οποίων, το 1989, έλαβε το Master of Arts.
4 Από το 1989 έως το 1992, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης παρέσχε υπηρεσίες στο Prado ως συντηρήτρια έργων σε χαρτί στο πλαίσιο συμβάσεως εκτάκτου υπαλλήλου. Παρέσχε επίσης υπηρεσίες σε διάφορα άλλα εργαστήρια και μουσεία, μεταξύ των οποίων το εργαστήριο Paolo Crisistomi της Ρώμης, το μουσείο Lαzaro Galdiano, το Ισπανικό Μουσείο Φυσικής Ιστορίας, το Εθνικό Ινστιτούτο Ξαλκογραφίας, τη Βασιλική Ακαδημία Καλών Τεχνών του San Fernando και τo ίδρυμα Foundation Focus της Σεβίλλης.
5 Το Prado αποτελεί, δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 1, του βασιλικού διατάγματος 1432/85 της 1ης Αυγούστου 1985, όπως τροποποιήθηκε με τα βασιλικά διατάγματα 1142/96 και 2461/96, αυτόνομο διοικητικό οργανισμό, προσαρτημένο στο Υπουργείο Πολιτισμού και εξαρτώμενο απευθείας από τον Υπουργό. Το Prado έχει νομική προσωπικότητα και την ικανότητα προς το είναι διάδικον. Κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης διεπόταν, μεταξύ άλλων, από τον νόμο περί του νομικού καθεστώτος των αυτονόμων κρατικών φορέων καθώς και από τη νομοθεσία περί κρατικών μουσείων.
6 Μια διάταξη της συλλογικής συμβάσεως που συνήφθη το 1988 μεταξύ του Prado και των εκπροσώπων του προσωπικού επιφυλάσσει την πρόσβαση σε θέση συντηρητή μόνο σε κατόχους τίτλου σπουδών χορηγηθέντος από τη Facultad de Bellas Artes, τμήμα συντηρητών, ή από την Escuela de Artes Aplicadas a la restauraciσn de obras de arte, ή άλλου τίτλου αποκτηθέντος στην αλλοδαπή και αναγνωρισθέντος ως ισοτίμου από τον αρμόδιο οργανισμό.
7 Στις 9 Οκτωβρίου 1992, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης ζήτησε την αναγνώριση της ισοτιμίας του τίτλου που της είχε χορηγήσει το Newcastle upon Tyne Polytechnic προς το ισπανικό δίπλωμα συντηρήσεως και αποκαταστάσεως αντικειμένων πολιτιστικής αξίας. Κατόπιν εξετάσεως της αιτήσεώς της, οι αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας την πληροφόρησαν, με έγγραφο της 9ης Δεκεμβρίου 1993, ότι, για την αναγνώριση της ισοτιμίας, όφειλε να αποδείξει, με εξετάσεις αποτελούμενες από δύο ενότητες δοκιμασιών, ότι διέθετε επαρκείς γνώσεις στα 24 μαθήματα που απαριθμούνταν στο έγγραφο αυτό. Οι εξετάσεις αυτές δεν έχουν διεξαχθεί μέχρι σήμερα.
8 Εν τω μεταξύ, στις 17 Νοεμβρίου 1992 προκηρύχθηκε από το Prado διαγωνισμός για την πλήρωση μόνιμης θέσεως συντηρητή έργων σε χαρτί. Η υποψηφιότητα της T. Fernαndez de Bobadilla απορρίφθηκε με το αιτιολογικό ότι δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις που προβλέπει η συλλογική σύμβαση.
9 Το 1996, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, θεωρώντας ότι η επιβολή των προϋποθέσεων αυτών συνιστούσε παραβίαση του Ισπανικού Συντάγματος και εμπόδιζε την άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, το οποίο προστατεύεται από το άρθρο 48 της Συνθήκης, άσκησε προσφυγή ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου με αίτημα την ακύρωση της διατάξεως αυτής.
10 Το Juzgado de lo Social no 4 de Madrid, αμφιβάλλοντας ως προς την προσήκουσα ερμηνεία του άρθρου 48 της Συνθήκης, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Συνιστά προσβολή του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων διάταξη περιεχόμενη σε συλλογική σύμβαση αυτόνομου κρατικού οργανισμού της Ισπανίας και επιβάλλουσα, για την άσκηση του (μη νομοθετικώς κατοχυρωμένου) επαγγέλματος του συντηρητή έργων τέχνης, την προηγούμενη αναγνώριση της ισοτιμίας του ακαδημαϋκού τίτλου που έχει αποκτηθεί σε άλλη κοινοτική χώρα, όταν η αναγνώριση αυτή συνίσταται στη σύγκριση των προγραμμάτων σπουδών της Ισπανίας και της άλλης αυτής χώρας και στην επιτυχή εξέταση, με θεωρητικές και πρακτικές δοκιμασίες, στα μαθήματα εκείνα του ισπανικού προγράμματος σπουδών τα οποία δεν προβλέπονται στο πρόγραμμα σπουδών της εν λόγω άλλης κοινοτικής χώρας;»
11 Το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει να εξαρτά ένας δημόσιος οργανισμός όπως το Prado τον διορισμό σε ορισμένη θέση από την κατοχή ενός ή πλειόνων τίτλων σπουδών αποδεικνυόντων την επάρκεια του υποψηφίου για την εν λόγω θέση, υπό την προϋπόθεση, πάντως, ότι η απαίτηση αυτή δεν συνιστά αδικαιολόγητο εμπόδιο στην πραγματική άσκηση των θεμελιωδών ελευθεριών που διασφαλίζει το άρθρο 48 της Συνθήκης.
12 Οι δημόσιοι οργανισμοί υποχρεούνται, εξάλλου, να τηρούν τις διατάξεις των οδηγιών 89/48/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, σχετικά με ένα γενικό σύστημα αναγνώρισης των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών (ΕΕ 1989, L 19, σ. 16), και 92/51/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, σχετικά με ένα δεύτερο γενικό σύστημα αναγνώρισης της επαγγελματικής εκπαίδευσης, το οποίο συμπληρώνει την οδηγία 89/48 (ΕΕ L 209, σ. 25).
13 Το αιτούν δικαστήριο αναφέρει ότι το επάγγελμα του συντηρητή αντικειμένων πολιτιστικής αξίας δεν είναι κατοχυρωμένο στην Ισπανία, καθόσον, αφενός, δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογο των επαγγελμάτων που καλύπτονται από την ισπανική νομοθεσία με την οποία εφαρμόστηκαν οι οδηγίες 89/48 και 92/51 και, αφετέρου, δεν υφίσταται οδηγία η οποία να διέπει ειδικά το επάγγελμα αυτό. Επιπλέον, σύμφωνα με απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Ισπανίας (απόφαση της 6ης Ιουλίου 1989, υπόθεση 122/89), η εξάρτηση της προσβάσεως σε ορισμένη επαγγελματική δραστηριότητα από ορισμένες απαιτήσεις ή προϋποθέσεις δεν αρκεί για να καταστήσει τη δραστηριότητα αυτή νομοθετικώς κατοχυρωμένο επάγγελμα.
14 Πρέπει, ωστόσο, να υπομνησθεί ότι ο ορισμός της εννοίας του νομοθετικώς κατοχυρωμένου επαγγέλματος κατά την έννοια των οδηγιών 89/48 και 92/51 αποτελεί ζήτημα κοινοτικού δικαίου.
15 Συνεπώς, πρέπει να εξεταστεί, καταρχάς, αν το γεγονός ότι ένας δημόσιος οργανισμός κράτους μέλους αναγνωρίζει, μέσω συλλογικής συμβάσεως, το δικαίωμα ασκήσεως ορισμένου επαγγέλματος, εντός του εν λόγω οργανισμού, μόνο στους υποψηφίους που έχουν τίτλο χορηγηθέντα από εκπαιδευτικό ίδρυμα εγκατεστημένο εντός του κράτους μέλους αυτού ή τίτλο αποκτηθέντα στην αλλοδαπή και αναγνωρισθέντα ως ισότιμο από τον αρμόδιο εθνικό οργανισμό συνεπάγεται ότι το επάγγελμα αυτό πρέπει να θεωρείται ως νομοθετικώς κατοχυρωμένο επάγγελμα κατά την έννοια των οδηγιών 89/48 και 92/51.
16 Από τα άρθρα 1, στοιχείο δδ, της οδηγίας 89/48 και 1, στοιχείο σττ, της οδηγίας 92/51 προκύπτει ότι νομοθετικώς κατοχυρωμένο επάγγελμα συνιστά η επαγγελματική δραστηριότητα η οποία, ως προς τις προϋποθέσεις προσβάσεως σε αυτήν ή ασκήσεώς της, ρυθμίζεται άμεσα ή έμμεσα από διατάξεις νομικής φύσεως, δηλαδή νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις (βλ. απόφαση της 1ης Φεβρουαρίου 1996, C-164/94, Αρανίτης, Συλλογή 1996, σ. Ι-135, σκέψη 18).
17 Η πρόσβαση σε ένα επάγγελμα ή η άσκησή του πρέπει να θεωρείται ότι ρυθμίζεται άμεσα από νομικές διατάξεις όταν οι νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις του συγκεκριμένου κράτους μέλους εγκαθιδρύουν ένα καθεστώς που έχει ως αποτέλεσμα να επιφυλάσσει ρητώς την επαγγελματική αυτή δραστηριότητα μόνο στα πρόσωπα που πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις και να απαγορεύει την πρόσβαση σ' αυτήν στα πρόσωπα που δεν τις πληρούν (βλ. προμνησθείσα απόφαση Αρανίτης, σκέψη 19).
18 Όπως παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 23 των προτάσεών του, στα νομικά συστήματα πολλών κρατών μελών, οι κοινωνικοί εταίροι συνάπτουν συλλογικές συμβάσεις αφορώσες τους όρους εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των προϋποθέσεων προσβάσεως στις θέσεις εργασίας, οι οποίες είναι δεσμευτικές όχι μόνο για τα συμβαλλόμενα μέρη και για τους εργοδότες και εργαζομένους που εκπροσωπούν, αλλά και για τρίτους, ή οι οποίες παράγουν αποτελέσματα έναντι τρίτων.
19 Πράγματι, το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι επιτρέπεται σε κράτος μέλος να εμπιστεύεται στους κοινωνικούς εταίρους την υλοποίηση, μέσω συλλογικών συμβάσεων, των σκοπών που επιδιώκουν οι κοινοτικές οδηγίες· το κράτος δεν απαλλάσσεται, ωστόσο, από την υποχρέωση να διασφαλίζει την πλήρη εφαρμογή των οδηγιών, με τη θέσπιση, ενδεχομένως, κάθε κατάλληλου μέτρου (απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 1985, 143/83, Επιτροπή κατά Δανίας, Συλλογή 1985, σ. 427, σκέψεις 8 και 9).
20 Έτσι, οι διατάξεις συλλογικής συμβάσεως που διέπει, κατά γενικό τρόπο, την πρόσβαση σε ορισμένο επάγγελμα ή την άσκησή του είναι δυνατόν να συνιστούν «νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις» υπό την έννοια των άρθρων 1, στοιχείο δδ, της οδηγίας 89/48 και 1, στοιχείο σττ, της οδηγίας 92/51, και τούτο, ιδίως, όταν η κατάσταση αυτή απορρέει από ενιαία διοικητική πολιτική που έχει καθοριστεί σε εθνικό επίπεδο.
21 Εξάλλου, όπως υπογράμμισε η Φινλανδική Κυβέρνηση, αν οι οδηγίες 89/48 και 92/51 δεν εφαρμόζονταν στους τομείς που διέπονται από συλλογικές συμβάσεις, αυτό θα έθιγε την πρακτική αποτελεσματικότητά τους.
22 Πρέπει, στη συνέχεια, να εξεταστεί το κατά πόσον μια συλλογική σύμβαση ρυθμίζει, κατά τρόπο γενικό, την πρόσβαση σε ορισμένο επάγγελμα ή την άσκησή του. Αν οι διατάξεις συμβάσεως που έχει συναφθεί μεταξύ ενός δημοσίου οργανισμού, όπως το Prado, και των εκπροσώπων των υπαλλήλων του απαντώνται σε άλλες συλλογικές συμβάσεις που έχουν συναφθεί αυτοτελώς από άλλους δημοσίους οργανισμούς του αυτού είδους και, επιπλέον, αν οι διατάξεις των συμβάσεων αυτών απορρέουν από ενιαία διοικητική πολιτική που έχει καθοριστεί σε εθνικό επίπεδο, το πεδίο εφαρμογής των εν λόγω συμβάσεων θα μπορούσε να θεωρηθεί αρκετά γενικό ώστε να χαρακτηριστούν οι διατάξεις τους ως νομοθετική κατοχύρωση μιας επαγγελματικής δραστηριότητας κατά την έννοια των οδηγιών 89/48 και 92/51.
23 Αντιθέτως, οι διατάξεις συλλογικής συμβάσεως η οποία ρυθμίζει μόνο τις σχέσεις μεταξύ εργοδότη και εργαζομένων εντός ενός και μόνου δημοσίου οργανισμού δεν έχουν συνήθως πεδίο εφαρμογής αρκετά γενικό ώστε να μπορούν οι συγκεκριμένες επαγγελματικές δραστηριότητες να χαρακτηρισθούν ως νομοθετικώς κατοχυρωμένο επάγγελμα κατά την έννοια των οδηγιών 89/48 και 92/51.
24 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εξετάσει την έκταση του πεδίου εφαρμογής του κανόνα που απαιτεί από τους υποψηφίους για θέση συντηρητή αντικειμένων πολιτιστικής αξίας την κατοχή ισπανικών διπλωμάτων ή τίτλων αποκτηθέντων στην αλλοδαπή και αναγνωρισθέντων ως ισοτίμων από τον αρμόδιο εθνικό οργανισμό προκειμένου να καθορίσει αν, στην Ισπανία, η πρόσβαση στο επάγγελμα αυτό ή η άσκησή του ρυθμίζονται νομοθετικώς κατά την έννοια των οδηγιών 89/48 και 92/51.
25 Αν το αιτούν δικαστήριο διαπιστώσει ότι το επάγγελμα αυτό είναι νομοθετικώς κατοχυρωμένο στην Ισπανία, θα πρέπει τότε να κρίνει ότι μία από τις οδηγίες 89/48 και 92/51 έχει εφαρμογή στη διαφορά που εκκρεμεί ενώπιόν του.
26 Αν το εθνικό δικαστήριο θεωρήσει ότι η μία από τις δύο αυτές οδηγίες έχει εφαρμογή, θα πρέπει στη συνέχεια να εξακριβώσει αν η προσφεύγουσα της κύριας δίκης πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπει η εν λόγω οδηγία προκειμένου να κρίνει αν αυτή μπορεί να υποβάλει υποψηφιότητα για πληρωτέα μόνιμη θέση συντηρητή αντικειμένων πολιτιστικής αξίας.
27 Πρέπει, τέλος, να τονιστεί ότι, όταν μία από τις οδηγίες 89/48 και 92/51 έχει εφαρμογή, ένας δημόσιος οργανισμός κράτους μέλους, που υποχρεούται να τηρεί τους κανόνες της συγκεκριμένης οδηγίας, δεν μπορεί πλέον να απαιτεί την αναγνώριση των τίτλων των υποψηφίων από τις αρμόδιες εθνικές αρχές.
28 Αν το επίδικο επάγγελμα δεν αποτελεί νομοθετικώς κατοχυρωμένο επάγγελμα κατά την έννοια των οδηγιών 89/48 και 92/51, το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει, καταρχήν, στους δημόσιους οργανισμούς κράτους μέλους να επιφυλάσσουν την πρόσβαση στο επάγγελμα αυτό στους υποψηφίους που έχουν τίτλο χορηγηθέντα από εκπαιδευτικό ίδρυμα αυτού του κράτους μέλους ή άλλον τίτλο αποκτηθέντα στην αλλοδαπή και αναγνωρισμένο από τις αρμόδιες αρχές του εν λόγω κράτους μέλους. Ωστόσο, όταν πρόκειται για δίπλωμα χορηγηθέν εντός άλλου κράτους μέλους, η διαδικασία αναγνωρίσεως της ισοτιμίας πρέπει να είναι σύμφωνη προς τις επιταγές του κοινοτικού δικαίου.
29 Το Δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία, ιδίως με την απόφαση της 7ης Μαου 1991, C-340/89, Βλασσοπούλου (Συλλογή 1991, σ. Ι-2357), να διευκρινίσει τους όρους που οφείλουν να τηρούν οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους όταν επιλαμβάνονται αιτήσεως για τη χορήγηση αδείας ασκήσεως επαγγέλματος, η πρόσβαση στο οποίο εξαρτάται, κατά την εθνική νομοθεσία, από την κατοχή διπλώματος ή επαγγελματικά προσόντα.
30 Αντίθετα προς την προμνησθείσα υπόθεση Βλασσοπούλου, η υπόθεση της κύριας δίκης αφορά Ισπανό υπήκοο ο οποίος επιθυμεί να ασκήσει το επάγγελμά του στην Ισπανία. Ωστόσο, αν ένας υπήκοος κράτους μέλους, λόγω του ότι έχει τη συνήθη διαμονή του στο έδαφος άλλου κράτους μέλους και έχει αποκτήσει εκεί επαγγελματικά προσόντα, βρίσκεται, ως προς το κράτος μέλος καταγωγής του, σε κατάσταση δυνάμενη να εξομοιωθεί προς την κατάσταση διακινουμένου εργαζομένου, θα πρέπει να αναγνωρίζονται και σ' αυτόν τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που διασφαλίζει η Συνθήκη (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, απόφαση της 31ης Μαρτίου 1993, C-19/92, Kraus, Συλλογή 1993, σ. Ι-1663, σκέψεις 15 και 16).
31 Από τη σκέψη 16 της προμνησθείσας αποφάσεως Βλασσοπούλου προκύπτει ότι οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τα διπλώματα, πιστοποιητικά και άλλους τίτλους που έχει αποκτήσει ο ενδιαφερόμενος με σκοπό την άσκηση του ιδίου επαγγέλματος σε άλλο κράτος μέλος και να προβαίνουν σε συγκριτική εξέταση των ικανοτήτων που πιστοποιούνται με τα διπλώματα αυτά και των γνώσεων και προσόντων που απαιτούνται από τις εθνικές διατάξεις.
32 Αν η συγκριτική αυτή εξέταση των διπλωμάτων οδηγεί στη διαπίστωση ότι οι γνώσεις και τα προσόντα που πιστοποιούνται με το δίπλωμα που αποκτήθηκε σε άλλο κράτος μέλος αντιστοιχούν στα απαιτούμενα από τις εθνικές διατάξεις, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής υποχρεούνται να δεχθούν ότι το δίπλωμα αυτό πληροί τις προϋποθέσεις που θέτουν οι διατάξεις αυτές. Αν, αντιθέτως, από τη σύγκριση προκύπτει μερική μόνον αντιστοιχία μεταξύ αυτών των γνώσεων και προσόντων, οι αρμόδιες αρχές δικαιούνται να απαιτήσουν από τον ενδιαφερόμενο να αποδείξει ότι έχει αποκτήσει τις γνώσεις και τα προσόντα που του έλειπαν (προμνησθείσα απόφαση Βλασσοπούλου, σκέψη 19).
33 Συναφώς, στις αρμόδιες εθνικές αρχές εναπόκειται να εκτιμήσουν αν ο υποψήφιος μπορεί να επικαλεστεί τις γνώσεις που απέκτησε στο πλαίσιο είτε ενός κύκλου σπουδών είτε πρακτικής εξασκήσεως προκειμένου να αποδείξει ότι διαθέτει τις γνώσεις που του έλειπαν (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, προμνησθείσα απόφαση Βλασσοπούλου, σκέψη 20).
34 Όταν καμία γενική διαδικασία αναγνωρίσεως της ισοτιμίας δεν έχει θεσπιστεί, σε εθνικό επίπεδο, από το κράτος μέλος υποδοχής ή όταν η διαδικασία αυτή δεν είναι σύμφωνη προς τις επιταγές του κοινοτικού δικαίου, όπως αυτές διευκρινίζονται στις σκέψεις 29 έως 33 της παρούσας αποφάσεως, στον ίδιο τον δημόσιο οργανισμό που επιθυμεί να πληρώσει τη θέση εναπόκειται να εξετάσει αν το δίπλωμα που απέκτησε ο υποψήφιος σε άλλο κράτος μέλος, μαζί με την τυχόν πρακτική εξάσκηση, πρέπει να θεωρηθεί ως ισότιμο του απαιτουμένου τίτλου.
35 Η υποχρέωση αυτή επιβάλλεται κατά μείζονα λόγο όταν, όπως στην υπόθεση της κύριας δίκης, ο ενδιαφερόμενος δημόσιος οργανισμός έχει χορηγήσει υποτροφία στον υποψήφιο προκειμένου να συνεχίσει τις σπουδές του σε άλλο κράτος μέλος και τον έχει ήδη απασχολήσει ως έκτακτο υπάλληλο στην προς πλήρωση θέση. Πράγματι, σε μια τέτοια περίπτωση, ο δημόσιος οργανισμός βρίσκεται σε ιδανική θέση προκειμένου να εκτιμήσει τις πραγματικές ικανότητες του υποψηφίου σε σχέση προς τις ικανότητες των κατόχων του εθνικού διπλώματος, θέση στην οποία ακριβώς βρισκόταν το Prado προκειμένου να εκτιμήσει την επάρκεια της Teresa Fernαndez de Bobadilla για να προσληφθεί ως συντηρήτρια αντικειμένων πολιτιστικής αξίας.
36 Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι στο ερώτημα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο προσήκει η απάντηση ότι το άρθρο 48 της Συνθήκης έχει την έννοια ότι:
- δεν απαγορεύει διατάξεις συλλογικής συμβάσεως ισχύουσας σε δημόσιο οργανισμό κράτους μέλους οι οποίες επιφυλάσσουν το δικαίωμα ασκήσεως, εντός του δημοσίου αυτού οργανισμού, ορισμένου επαγγέλματος το οποίο δεν είναι νομοθετικώς κατοχυρωμένο κατά την έννοια των οδηγιών 89/48 και 92/51 μόνο στους κατόχους τίτλου σπουδών χορηγηθέντος από εκπαιδευτικό ίδρυμα αυτού του κράτους μέλους ή κάθε άλλου τίτλου αποκτηθέντος στην αλλοδαπή και αναγνωρισθέντος ως ισοτίμου από τις αρμόδιες αρχές του ιδίου αυτού κράτους μέλους,
- ωστόσο, οι αρχές αυτού του κράτους μέλους που είναι αρμόδιες να αναγνωρίζουν την ισοτιμία ή να επικυρώνουν τα αλλοδαπά διπλώματα ή, αν δεν έχει καθιερωθεί καμία γενική διαδικασία αναγνωρίσεως της ισοτιμίας ή η διαδικασία αυτή δεν είναι σύμφωνη με τις επιταγές του κοινοτικού δικαίου, ο ίδιος ο δημόσιος οργανισμός υποχρεούνται, προκειμένου για διπλώματα που έχουν αποκτηθεί σε άλλο κράτος μέλος, να εξετάζουν κατά πόσον οι γνώσεις και τα προσόντα που πιστοποιούνται με το δίπλωμα που έχει αποκτήσει ο ενδιαφερόμενος αντιστοιχούν στα απαιτούμενα από τη νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής. Όταν υφίσταται μερική μόνον αντιστοιχία, επίσης στις αρμόδιες εθνικές αρχές ή, κατά περίπτωση, στον ίδιο τον δημόσιο οργανισμό εναπόκειται να εκτιμήσουν αν ο ενδιαφερόμενος μπορεί να επικαλεστεί τις γνώσεις που απέκτησε στο πλαίσιο είτε ενός κύκλου σπουδών είτε πρακτικής εξασκήσεως προκειμένου να αποδείξει ότι διαθέτει τις γνώσεις που δεν πιστοποιούνται από το αλλοδαπό δίπλωμα.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
37 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ισπανική και η Φινλανδική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει, ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης, τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με διάταξη της 30ής Μαου 1997 το Juzgado de lo Social no 4 de Madrid, αποφαίνεται:
Το άρθρο 48 της Συνθήκης (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 39 ΕΚ) έχει την έννοια ότι:
- δεν απαγορεύει διατάξεις συλλογικής συμβάσεως ισχύουσας σε δημόσιο οργανισμό κράτους μέλους οι οποίες επιφυλάσσουν το δικαίωμα ασκήσεως, εντός του δημοσίου αυτού οργανισμού, ορισμένου επαγγέλματος το οποίο δεν είναι νομοθετικώς κατοχυρωμένο κατά την έννοια των οδηγιών 89/48/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, σχετικά με ένα γενικό σύστημα αναγνώρισης των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών, και 92/51/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, σχετικά με ένα δεύτερο γενικό σύστημα αναγνώρισης της επαγγελματικής εκπαίδευσης, το οποίο συμπληρώνει την οδηγία 89/48, μόνο στους κατόχους τίτλου σπουδών χορηγηθέντος από εκπαιδευτικό ίδρυμα αυτού του κράτους μέλους ή κάθε άλλου τίτλου αποκτηθέντος στην αλλοδαπή και αναγνωρισθέντος ως ισοτίμου από τις αρμόδιες αρχές του ιδίου αυτού κράτους μέλους,
- ωστόσο, οι αρχές αυτού του κράτους μέλους που είναι αρμόδιες να αναγνωρίζουν την ισοτιμία ή να επικυρώνουν τα αλλοδαπά διπλώματα ή, αν δεν έχει καθιερωθεί καμία γενική διαδικασία αναγνωρίσεως της ισοτιμίας ή η διαδικασία αυτή δεν είναι σύμφωνη με τις επιταγές του κοινοτικού δικαίο, ο ίδιος ο δημόσιος οργανισμός υποχρεούνται, προκειμένου για διπλώματα που έχουν αποκτηθεί σε άλλο κράτος μέλος, να εξετάζουν κατά πόσον οι γνώσεις και τα προσόντα που πιστοποιούνται με το δίπλωμα που έχει αποκτήσει ο ενδιαφερόμενος αντιστοιχούν στα απαιτούμενα από τη νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής. Όταν υφίσταται μερική μόνον αντιστοιχία, επίσης στις αρμόδιες εθνικές αρχές ή, κατά περίπτωση, στον ίδιο τον δημόσιο οργανισμό εναπόκειται να εκτιμήσουν αν ο ενδιαφερόμενος μπορεί να επικαλεστεί τις γνώσεις που απέκτησε στο πλαίσιο είτε ενός κύκλου σπουδών είτε πρακτικής εξασκήσεως προκειμένου να αποδείξει ότι διαθέτει τις γνώσεις που δεν πιστοποιούνται από το αλλοδαπό δίπλωμα.
Full & Egal Universal Law Academy