Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 Γεωργία - Κοινή γεωργική πολιτική - Ξρηματοδότηση από το ΕΓΤΠΕ - Αρχές - Συμφωνία των δαπανών προς τους κοινοτικούς κανόνες - Βάρος αποδείξεως - Κατανομή μεταξύ της Επιτροπής και του ενδιαφερομένου κράτους μέλους
2 Γεωργία - Κοινή γεωργική πολιτική - Ξρηματοδότηση από το ΕΓΤΠΕ - Αρχές - Συμφωνία των δαπανών προς τους κοινοτικούς κανόνες - Υποχρέωση ελέγχου βαρύνουσα τα κράτη μέλη - Περιεχόμενο
(Κανονισμός 729/70 του Συμβουλίου, άρθρο 8 § 1)
3 Γεωργία - Κοινή οργάνωση των αγορών - Επιστροφές κατά την εξαγωγή - Προϋποθέσεις χορηγήσεως - Προϋόντα υγιή, ανόθευτα και ποιότητας σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη - Έννοια - Ορισμός από τα κράτη μέλη - Όρια - Αξιολόγηση της ποιότητας κατά την ημέρα της εξαγωγής
(Κανονισμός 3665/87 της Επιτροπής, άρθρο 13)
Περίληψη
4 Στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ, η Επιτροπή μπορεί να χρεώνει το ΕΓΤΠΕ μόνο με τα ποσά που καταβάλλονται σύμφωνα με τους κανόνες που έχουν θεσπιστεί στους διαφόρους τομείς γεωργικών προϋόντων, καταλογίζοντας στα κράτη μέλη κάθε άλλο καταβαλλόμενο ποσό όπως, μεταξύ άλλων, τα ποσά που οι εθνικές αρχές κακώς θεώρησαν ότι τους επιτρεπόταν να καταβάλουν στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των αγορών. Κατά συνέπεια, μολονότι στην Επιτροπή εναπόκειται η απόδειξη της υπάρξεως παραβάσεως των κοινοτικών κανόνων, το κράτος μέλος βαρύνεται με την απόδειξη, ενδεχομένως, ότι η Επιτροπή πλανήθηκε ως προς τις οικονομικές συνέπειες που έπρεπε σχετικώς να αντλήσει.
5 Η νομιμότητα αποφάσεως με την οποία η Επιτροπή αρνείται την ανάληψη από το ΕΓΤΠΕ ορισμένων δαπανών, με την αιτιολογία ότι το κράτος μέλος δεν τήρησε ορισμένες απαιτήσεις που σκοπούν στην αποτροπή κινδύνων ζημιών για το ΕΓΤΠΕ, δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι οι απαιτήσεις αυτές δεν προβλέπονται ρητά από την κοινοτική νομοθεσία. Πράγματι, το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70, που καθορίζει τις αρχές βάσει των οποίων η Κοινότητα και τα κράτη μέλη οφείλουν να διασφαλίζουν την εφαρμογή των κοινοτικών αποφάσεων περί παρεμβάσεως στον γεωργικό τομέα που χρηματοδοτούνται από το ΕΓΤΠΕ καθώς και την καταπολέμηση απατών και παρανομιών σε σχέση με τις πράξεις αυτές, επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να λαμβάνουν τα μέτρα που είναι αναγκαία προκειμένου να βεβαιώνονται για το αληθές και το νομότυπο των χρηματοδοτουμένων από το ΕΓΤΠΕ πράξεων, να προλαμβάνουν και να διώκουν τις παρανομίες και να ανακτούν τα ποσά που χάνονται λόγω παρανομιών ή αμελειών, και τούτο έστω και αν η ειδική κοινοτική πράξη δεν προβλέπει ρητώς τη λήψη του άλφα ή βήτα μέτρου ελέγχου.
6 Tο άρθρο 13, του κανονισμού 3665/87 εξαρτά τη χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή από την προϋπόθεση να είναι τα οικεία προϋόντα «υγιή, ανόθευτα και ποιότητας σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη». Μολονότι, ελλείψει κοινοτικού κανόνα που να προσδιορίζει τις έννοιες αυτές, στα κράτη μέλη εναπόκειται η θέσπιση περισσότερο συγκεκριμένων διατάξεων στον τομέα αυτό, οι εν λόγω εθνικές διατάξεις δεν μπορούν, πάντως, να είναι αντίθετες προς τη γενική οικονομία της ισχύουσας κοινοτικής νομοθεσίας, η οποία απαιτεί να είναι τα προϋόντα τέτοιας ποιότητας ώστε να μπορούν να διατίθενται στο εμπόριο υπό ομαλές συνθήκες.
Συναφώς, εφόσον το σχετικό με την ποιότητα ελάττωμα οφείλεται σε αβλεψία κατά την παραγωγή και επηρεάζει, κατά συνέπεια, τα προϋόντα κατά την ημέρα της εξαγωγής τους, είναι άνευ σημασίας το γεγονός ότι το ελάττωμα αυτό διαπιστώνεται μόλις κατά τη διάρκεια μεταγενέστερου ελέγχου, δεδομένου ότι η αντίθετη λύση θα είχε ως αποτέλεσμα να υποστεί το κοινό τις συνέπειες της εκ μέρους του παραγωγού παραβάσεως των συμβατικών του υποχρεώσεων για παράδοση ενός σύμφωνου με τις σχετικές προδιαγραφές προϋόντος, και ότι τούτο αντίκειται προς τη λειτουργία του συστήματος επιστροφών, το οποίο έχει ως μοναδικό σκοπό να επιτρέπει την εξαγωγή κοινοτικών προϋόντων, η οποία, άλλως, δεν θα ήταν πλέον επικερδής για τον επιχειρηματία.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-235/97,
Γαλλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από την Kareen Rispal-Bellanger, υποδιευθύντρια της διευθύνσεως νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και τον Frιdιric Pascal, chargι de mission στην ίδια διεύθυνση, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία της Γαλλίας, 8 B, boulevard Joseph II,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τον Xavier Lewis, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gσmez de la Cruz, μέλος της ίδιας υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
">που έχει ως αντικείμενο τη μερική ακύρωση της αποφάσεως 97/333/ΕΚ της Επιτροπής, της 23ης Απριλίου 1997, για την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών σχετικά με τις δαπάνες που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϋκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1993,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J.-P. Puissochet, πρόεδρο τμήματος, J. C. Moitinho de Almeida, C. Gulmann, D. A. O. Edward και M. Wathelet (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: S. Alber
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 16ης Ιουλίου 1998,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 27 Ιουνίου 1997, η Γαλλική Δημοκρατία ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 173, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ, τη μερική ακύρωση της αποφάσεως 97/333/ΕΚ της Επιτροπής, της 23ης Απριλίου 1997, για την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών σχετικά με τις δαπάνες που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϋκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1993 (ΕΕ L 139, σ. 30, στο εξής: προσβαλλομένη απόφαση), στο μέτρο που με την απόφαση αυτή η Επιτροπή αρνήθηκε να χρεώσει το ΕΓΤΠΕ, αφενός, με το ποσό των 103 286 730 γαλλικών φράγκων (FF), σχετικά με μέτρα παρεμβάσεως στο πλαίσιο της δημόσιας αποθεματοποιήσεως σιτηρών, και, αφετέρου, το ποσό των 720 720 FF, σχετικά με επιστροφή κατά την εξαγωγή λιωμένου τυριού.
Όσον αφορά τη διόρθωση σχετικά με μέτρα παρεμβάσεως στον τομέα της δημόσιας αποθεματοποιήσεως σιτηρών
2 Σύμφωνα με το άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2727/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των σιτηρών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/013, σ. 158), οι οργανισμοί παρεμβάσεως υποχρεούνται να αγοράζουν τα σιτηρά που τους προσφέρονται, υπό την επιφύλαξη ότι οι προσφορές πληρούν τους όρους, ιδίως ποσοτικούς και ποιοτικούς.
3 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 689/92 της Επιτροπής, της 19ης Μαρτίου 1992, περί καθορισμού της διαδικασίας και των όρων αναλήψεως των σιτηρών από τους οργανισμούς παρέμβασης (ΕΕ L 74, σ. 18), επιβάλλει, μεταξύ άλλων, τα εξής:
- τα σιτηρά να είναι υγιή, ανόθευτα και ποιότητας σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη, χωρίς οσμή και ζώντα παράσιτα και να πληρούν τα κριτήρια της ελάχιστης ποιότητας (άρθρο 2)·
- κάθε προσφορά στην παρέμβαση να διευκρινίζει την επωνυμία του προσφέροντος, τα προσφερόμενα σιτηρά, τον τόπο αποθεματοποιήσεως, το κέντρο παρεμβάσεως στο οποίο γίνεται η προσφορά, την ποσότητα, τα κύρια χαρακτηριστικά και το έτος εσοδείας (άρθρο 3, παράγραφος 1)·
- η ανάληψη από τον οργανισμό παρεμβάσεως να πραγματοποιείται μόνον εφόσον έχουν διαπιστωθεί οι ποσότητες και τα χαρακτηριστικά όσον αφορά ολόκληρη την παρτίδα που παραδίδεται στην αποθήκη παρεμβάσεως (άρθρο 3, παράγραφος 4)·
- η ποιότητα των σιτηρών να διαπιστώνεται βάσει αντιπροσωπευτικού δείγματος (άρθρο 3, παράγραφος 5)·
- η ποσότητα να μπορεί να διαπιστώνεται, όσον αφορά εμπορεύματα που αναλαμβάνονται εντός της αποθήκης βάσει της λογιστικής αποθήκης (άρθρο 3, παράγραφος 6)·
- για κάθε προσφορά να συντάσσεται δελτίο ανάληψης (άρθρο 3, παράγραφος 8)·
- ο οργανισμός παρέμβασης να επαληθεύει τουλάχιστον μία φορά κατ' έτος την ποιότητα του αποθεματοποιηθέντος προϋόντος (άρθρο 5).
4 Κατ' εφαρμογήν του άρθρου 3, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93), το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3492/90, της 27ης Νοεμβρίου 1990, για τον καθορισμό των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη στους ετήσιους λογαριασμούς για τη χρηματοδότηση των μέτρων παρεμβάσεως με τη μορφή δημόσιας αποθεματοποίησης από το Ευρωπαϋκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα Εγγυήσεων (ΕΕ L 337, σ. 3). Ο κανονισμός αυτός προβλέπει, μεταξύ άλλων, στο άρθρο του 3, πρώτο εδάφιο, ότι οι οργανισμοί παρεμβάσεως υποχρεούνται να προβαίνουν σε απογραφή για κάθε προϋόν που έχει αποτελέσει αντικείμενο κοινοτικών παρεμβάσεων. Τους κανόνες για την κατάρτιση αυτής της απογραφής καθορίζει ο κανονισμός (ΕΟΚ) 618/90 της Επιτροπής, της 14ης Μαρτίου 1990 (ΕΕ L 67, σ. 21). Η διαδικασία ελέγχου των σιτηρών για την κατάρτιση απογραφής περιγράφεται στο παράρτημα ΙΙΙ του κανονισμού αυτού. Τα άρθρα 3 και 4 διευκρινίζουν ότι η απογραφή αυτή πρέπει να υπόκειται σε επαληθεύσεις και επιτόπιους ελέγχους από τον οργανισμό παρεμβάσεως.
5 Κατόπιν ελέγχων για την επαλήθευση των αποθεμάτων παρεμβάσεως στον τομέα των σιτηρών στη Γαλλία, που διενεργήθηκαν τον Ιούνιο και τον Ιούλιο του 1993, η Επιτροπή πληροφόρησε τις γαλλικές αρχές, με έγγραφο της 20ής Σεπτεμβρίου 1993, ότι οι υπηρεσίες της είχαν επισημάνει οκτώ κατηγορίες ανεπαρκειών στη λειτουργία του συστήματος διαχειρίσεως του καθεστώτος παρεμβάσεως. Οι ανεπάρκειες αυτές αφορούσαν:
- τον ποιοτικό έλεγχο των αποθεμάτων στο στάδιο της αποθήκευσής τους·
- την αναγνώριση των αποθεμάτων στην αποθήκη και ιδίως τη διαφοροποίησή τους από τα αποθέματα που τελούν υπό άλλο καθεστώς·
- την αργοπορημένη λογιστική καταχώριση των κινήσεων του αποθέματος·
- την αδυναμία να δοθεί η ακριβής κατάσταση των αποθεμάτων, σε συγκεκριμένη ημερομηνία κατά τον χρόνο διενεργείας των ελέγχων σε κάθε αποθήκη·
- τη μη διαθεσιμότητα, στην έδρα, κατά τον χρόνο διενεργείας των ελέγχων, των προβλεπομένων από την κοινοτική νομοθεσία φυσικών απογραφών καθώς και των λογιστικών απογραφών·
- το ανεπαρκές της λογιστικής καταχωρίσεως του υλικού από τους αποθεματοποιητές·
- την ακαταλληλότητα όσον αφορά την παρέμβαση ορισμένων αποθηκών (αδυναμία μετρήσεως, ανύπαρκτες ή επικίνδυνες δίοδοι, έκθεση των αποθεμάτων στις καιρικές αντιξοότητες (...)·
- δυσχέρειες ως προς την επισήμανση των επιπεδομέτρων και τον προσδιορισμό των διαστάσεων των αποθηκών.
6 Με το ίδιο αυτό έγγραφο, η Επιτροπή ανακοίνωσε ότι τα αποτελέσματα της αποστολής της μπορούσαν αργότερα να έχουν χρηματοοικονομικές συνέπειες κατά την εκκαθάριση των λογαριασμών για το οικονομικό έτος 1993.
7 Με έγγραφο της 8ης Απριλίου 1994, η Επιτροπή εξέφρασε την ικανοποίησή της για τις βελτιώσεις που οι γαλλικές αρχές σκόπευαν να επιφέρουν. Η Επιτροπή, αφού επέστησε την προσοχή των γαλλικών αρχών στο κεφάλαιο Ε του συνημμένου στο έγγραφό της σημειώματος, το οποίο αφορούσε τις διορθώσεις, και στο τελικό σχόλιο, ανακοίνωσε ότι δεν θα απαιτούσε την επιβολή καμιάς συνολικής χρηματοοικονομικής κυρώσεως, ιδίως ενόψει των βελτιώσεων που είχαν γίνει στο σύστημα διαχειρίσεως.
8 Αντιθέτως, στο κεφάλαιο αυτό Ε, η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι έλειπαν ορισμένες ποσότητες αποθεμάτων, ιδίως υπό συνθήκες που συνιστούσαν παράβαση του κανονισμού 689/92 και, ειδικότερα, του άρθρου του 3, παράγραφος 6, και ότι τα αντίστοιχα ποσά έπρεπε να επιστραφούν στο ΕΓΤΠΕ, υπολογιζόμενα όπως προβλέπει ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3597/90 της Επιτροπής, της 12ης Δεκεμβρίου 1990, σχετικά με τους κανόνες λογιστικής καταχώρισης για τα μέτρα παρέμβασης που συνεπάγεται η αγορά, η αποθεματοποίηση και η πώληση γεωργικών προϋόντων από τους οργανισμούς παρέμβασης (ΕΕ 1990, L 350, σ. 43).
9 Εξάλλου, η Επιτροπή, καταλήγοντας, επέστησε την προσοχή των γαλλικών αρχών στο:
«(...) ότι, σύμφωνα με επίμονες φήμες που κυκλοφορούν στην αγορά, τα αποθεματοποιηθέντα προϋόντα αντικαθίστανται με σιτηρά της ελεύθερης αγοράς, ιδίως οσάκις γίνονται πωλήσεις αποθεμάτων αγορασθέντων από οργανισμούς παρεμβάσεως».
«Αν αποδειχθεί», συνέχισε η Επιτροπή, «ότι οι φήμες αυτές είναι βάσιμες, θα επιβληθούν πολύ αυστηρές χρηματοοικονομικές διορθώσεις και θα απαιτηθεί η επιβολή κυρώσεων εις βάρος των επιχειρηματιών και/ή των αποθεματοποιητών.»
10 Κατόπιν νέας αποστολής ελεγκτών, η οποία πραγματοποιήθηκε από τις 27 Ιουνίου έως την 1η Ιουλίου 1994 και αφορούσε τη δημόσια αποθεματοποίηση σιτηρών, η Επιτροπή επιβεβαίωσε, με έγγραφο της 16ης Νοεμβρίου 1994, ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι γαλλικές αρχές δεν είχαν βελτιώσει τις αδυναμίες στη λειτουργία του συστήματος διαχειρίσεως, τις οποίες είχε επισημάνει το 1993, και ειδικότερα:
- την καθυστέρηση της λογιστικής καταχώρισης των αποθεμάτων·
- ορισμένες ανεπάρκειες ελέγχου·
- ανεπάρκειες όσον αφορά τις συνθήκες αποθεματοποιήσεως και τοποθετήσεως πινακίδων·
- το ανεπαρκές της λογιστικής καταχωρίσεως υλικού.
11 Στο πρώτο παράρτημα του εγγράφου αυτού, η Επιτροπή ανέφερε ότι οι φήμες που αφορούσαν την ανάμειξη συγκεκριμένων σιτηρών με αγορασθέντα από τους οργανισμούς παρεμβάσεως είχαν επιβεβαιωθεί. Σ' ένα δεύτερο παράρτημα, σχετικό με έλεγχο των αποθεμάτων παρεμβάσεως στην περιοχή της Ορλεάνης, γινόταν μνεία του ότι οι απεσταλμένοι της Επιτροπής είχαν διαπιστώσει, παρουσία αντιπροσώπων των εθνικών αρχών, ότι τα σιλό περιείχαν μεγαλύτερη ποσότητα από την ποσότητα αποθέματος που έπρεπε κανονικώς να είναι αποθεματοποιημένη. Εξ αυτού, οι υπηρεσίες της Επιτροπής συνήγαγαν ότι ο προχρηματοδοτηθείς σίτος είχε αναμειχθεί με ποσότητες σίτου ανήκουσες στον αποθεματοποιητή.
12 Κατόπιν τούτου, η Επιτροπή πληροφόρησε τις εθνικές αρχές ότι, από το οικονομικό έτος 1992, θα αποφασίζονταν χρηματοοικονομικές διορθώσεις στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών. Με έγγραφο της 18ης Αυγούστου 1995, η Επιτροπή γνωστοποίησε πρόταση χρηματοοικονομικής διορθώσεως αντιστοιχούσας στο 2 % των συνολικών δαπανών παρεμβάσεως υπό τη μορφή δημόσιας αποθεματοποιήσεως από το ΕΓΤΠΕ, ήτοι για ποσό 84 εκατομμυρίων FF.
13 Οι γαλλικές αρχές προσέφυγαν στο όργανο συμβιβασμού που συστάθηκε, κατόπιν πρωτοβουλίας της Επιτροπής, με την απόφασή της 94/442/ΕΚ, της 1ης Ιουλίου 1994, σχετικά με τη θέσπιση διαδικασίας συμβιβασμού στο πλαίσιο της εκκαθάρισης των λογαριασμών του Ευρωπαϋκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων (ΕΕ L 182, σ. 45), προκειμένου το όργανο αυτό να επιχειρήσει να συμβιβάσει τις διιστάμενες επί του θέματος αυτού απόψεις.
14 Στην προσωρινή του έκθεση της 15ης Δεκεμβρίου 1995, το εν λόγω όργανο επισήμανε ότι οι γαλλικές αρχές δεν αμφισβήτησαν ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που είχαν διαπιστώσει οι ελεγκτές του ΕΓΤΠΕ, και τούτο μολονότι εξακολουθούσαν να υφίστανται διαφορές απόψεων ως προς το αληθές ή την ερμηνεία ορισμένων διαπιστώσεων (παράγραφος 5). Το ίδιο όργανο έκρινε ότι οι ακροάσεις στις οποίες είχε προβεί δεν του είχαν επιτρέψει να προσδιορίσει με βεβαιότητα αν οι επενεχθείσες από τις γαλλικές αρχές τροποποιήσεις πληρούσαν τις απαιτήσεις των υπηρεσιών της Επιτροπής. Υπογράμμισε επίσης ότι η εξέλιξη της καταστάσεως δημιουργούσε την εντύπωση ότι οι υπηρεσίες της Επιτροπής είχαν αναθεωρήσει, ήδη από τα τέλη του 1994, τα προγενέστερα συμπεράσματά τους, τα οποία έκριναν ως λίαν ευνοϋκά, θεωρώντας στο εξής ότι οι επενεχθείσες, ύστερα από την αποστολή του 1993, από τη Γαλλική Δημοκρατία βελτιώσεις δικαιολογούσαν τον μετριασμό της χρηματοοικονομικής διορθώσεως που έπρεπε να εφαρμοσθεί για το οικονομικό έτος 1992, όχι όμως και την κατάργηση κάθε διορθώσεως.
15 Εν όψει των στοιχείων αυτών, το όργανο συμβιβασμού αποφάνθηκε ως εξής:
«είναι βεβαίως λυπηρό ότι οι υπηρεσίες της Επιτροπής δημιουργούν την εντύπωση ότι μετέβαλαν, εκ των υστέρων, γνώμη όσον αφορά τα πρώτα συμπεράσματά τους, πράγμα το οποίο, και στην περίπτωση αυτή, ενισχύει τις παρατηρήσεις του ενδιαφερομένου κράτους μέλους ως προς την έλλειψη ασφαλείας της διαδικασίας εκκαθαρίσεως. Εξάλλου, είναι αληθές ότι οι παρατηρήσεις και τα συμπεράσματα των υπηρεσιών αυτών θα ευσταθούσαν περισσότερο αν στηρίζονταν σε εμπεριστατωμένη εξέταση του εφαρμοζομένου στη Γαλλία συστήματος.
Γεγονός παραμένει, κατά τα ουσιώδη, ότι οι γαλλικές αρχές δεν αμφισβητούν ότι υποχρεώθηκαν να τροποποιήσουν σημαντικώς τις προηγούμενες διαδικασίες τους προκειμένου να συμμορφωθούν προς τις επιταγές της Επιτροπής και ότι κατά τους κοινοτικούς ελέγχους εντοπίστηκαν διάφορες πλημμέλειες, τις οποίες οι γαλλικές αρχές παραδέχθηκαν και κόλασαν».
16 Στην τελική του έκθεση της 26ης Ιανουαρίου 1996, το όργανο συμβιβασμού, αφού αναφέρθηκε στην προσωρινή του έκθεση, κατέληξε ότι η χρηματοοικονομική διόρθωση που σκόπευαν να επιβάλουν οι υπηρεσίες της Επιτροπής δεν ήταν αδικαιολόγητη.
17 Αυτή η διόρθωση κατά 2 % περιελήφθη και στην απόφαση 96/311/ΕΚ της Επιτροπής, της 10ης Απριλίου 1996, σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών στο πλαίσιο των δαπανών που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϋκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1992, καθώς και για ορισμένες δαπάνες για το οικονομικό έτος 1993 (ΕΕ L 117, σ. 19). Η τελευταία αυτή απόφαση απετέλεσε το αντικείμενο προσφυγής που το Δικαστήριο απέρριψε με την απόφασή του της 1ης Οκτωβρίου 1998, C-232/96, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. Ι-5699).
18 Για το οικονομικό έτος 1993, η Επιτροπή γνωστοποίησε, με έγγραφο της 9ης Φεβρουαρίου 1996, στις γαλλικές αρχές πρόταση για χρηματοοικονομική διόρθωση αντιστοιχούσα επίσης στο 2 % των δαπανών για τεχνικής, οικονομικής ή άλλης φύσεως δαπάνες, ύψους 103 000 000 FF.
19 Στο έγγραφο αυτό αναφερόταν επίσης ότι οι γαλλικές αρχές είχαν πληροφορήσει την Επιτροπή ότι ορισμένες αποθεματοποιημένες ποσότητες, που έλειπαν κατά τον χρόνο διενεργείας του ελέγχου, είχαν διατεθεί προς πώληση. Καθώς ήταν αδύνατη η πώληση των αποθεμάτων που έλειπαν, η Επιτροπή ζήτησε από τη Γαλλική Δημοκρατία να ενημερώσει τις υπηρεσίες του ΕΓΤΠΕ σχετικά με τις πωληθείσες ποσότητες, την αξία τους καθώς και το οικονομικό έτος κατά το οποίο είχαν δηλωθεί οι πωλήσεις αυτές, και τούτο προκειμένου να μπορέσει να γίνει διόρθωση κατά την εκκαθάριση των λογαριασμών για το οικείο οικονομικό έτος.
20 Με την απάντησή τους της 27ης Φεβρουαρίου 1996, οι γαλλικές αρχές δεν έδωσαν κανένα συγκεκριμένο, σχετικά με το ζήτημα αυτό, στοιχείο. Εξάλλου, οι εν λόγω αρχές υπογράμμισαν την αντίθεσή τους στην εφαρμογή νέας διορθώσεως στον τομέα της αποθεματοποιήσεως σιτηρών.
21 Επιληφθέν προσφυγής των γαλλικων αρχών, το όργανο συμβιβασμού, διαπιστώνοντας ότι τα προβληθέντα επιχειρήματα ταυτίζονταν με αυτά που είχαν προταθεί κατά την εξέταση που αυτό είχε διενεργήσει κατά το οικονομικό έτος 1992, ενέμεινε, με την τελική του έκθεση της 5ης Δεκεμβρίου 1996, στις προγενέστερες παρατηρήσεις και συμπεράσματά του.
22 Στο σημείο 4.5.1.1.3 της συνοπτικής εκθέσεως της 15ης Απριλίου 1997, σχετικά με τα αποτελέσματα των ελέγχων για την εκκαθάριση των λογαριασμών ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων, αναφορικά με το οικονομικό έτος 1993, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι:
«ύστερα από την ανακοίνωση των διαπιστώσεων του ΕΓΤΠΕ, οι γαλλικές αρχές έλαβαν μέτρα για τη βελτίωση των διαδικασιών. Ωστόσο, ένα μη ικανοποιητικό σύστημα διαχειρίσεως και ελέγχου συνεπάγεται ότι τα κεφάλαια του ΕΓΤΠΕ υπόκεινταν σε σημαντικούς κινδύνους κατά τις περιόδους 1992/93 και 1993/94».
23 Η Επιτροπή επισήμανε ορισμένες αδυναμίες που υφίσταντο καθ' όλην τη διάρκεια του 1993 (σ. 113):
- καθυστέρηση στη λογιστική καταχώριση των αποθεμάτων·
- ορισμένες ανεπάρκειες στον έλεγχο·
- ανεπάρκεια όσον αφορά τις προϋποθέσεις αποθεματοποιήσεως και την επίθεση πινακίδων επιτρεπουσών την αναγνώριση των αποθεμάτων παρεμβάσεως·
- έλλειψη επιπεδομέτρου·
- ανεπάρκειες στη λογιστική καταχώριση υλικών.
24 Στην προσβαλλομένη απόφαση περιελήφθη η κατά 2 % χρηματοοικονομική διόρθωση.
25 Προς στήριξη της προσφυγής της ακυρώσεως, η Γαλλική Κυβέρνηση προβάλλει τρεις λόγους ακυρώσεως, αντλούμενους, αντιστοίχως, από τη συμφωνία του εθνικού συστήματος διαχειρίσεως και ελέγχου με την κοινοτική νομοθεσία καθώς και από την παραβίαση των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της αναλογικότητας.
Επί της συμφωνίας του εθνικού συστήματος διαχειρίσεως και ελέγχου με την κοινοτική νομοθεσία
26 Η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το εθνικό σύστημα διαχειρίσεως και ελέγχου ποσοτήτων και ποιότητας των σιτηρών που αγοράστηκαν από οργανισμούς παρεμβάσεως κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους 1992 πληρούσε τις επιταγές της κοινοτικής νομοθεσίας.
27 Στη Γαλλία, όλοι οι χώροι αποθεματοποιήσεως αποτελούν το αντικείμενο τεχνικής εγκρίσεως. Καταγράφονται σε τεχνικό δελτίο αποθεματοποιήσεως τηρούμενο από το Office national interprofessionnel des cιrιales (εθνική διεπαγγελματική υπηρεσία σιτηρών) (στο εξής: ONIC). Δεδομένου ότι δεν διαθέτει δικούς της χώρους αποθεματοποιήσεως, η εν λόγω υπηρεσία προσφεύγει σε παρέχοντες υπηρεσίες, με τους οποίους συνάπτει συμβάσεις αποθεματοποιήσεως.
28 Σύμφωνα με τις συμβάσεις αυτές, ευθύνη των αποθεματοποιητών υφίσταται όταν, μεταξύ άλλων, διαπιστώνεται η παρουσία εμπορευμάτων μη μνημονευομένων στις συμβάσεις ή όταν η ποιότητα των σιτηρών δεν ταυτίζεται με τη διαπιστωθείσα κατά την απόθεσή τους. Σε περίπτωση μη εκπληρώσεως των προβλεπομένων υποχρεώσεων, επιβάλλονται, εκτός από την επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθεισών ενισχύσεων αποθεματοποιήσεως, και χρηματικές ποινές· οι ποινές αυτές επιβάλλονται συστηματικώς, ενώ αποδεικνύεται η αποτρεπτική τους ισχύς όσον αφορά υπεξαιρέσεις εμπορευμάτων ή παραλείψεις κατά την εποπτεία των εναποθηκευθέντων σιτηρών.
29 Ο έλεγχος, με βάση αντιπροσωπευτικά δείγματα παρτίδων, κατά την αποθήκευση αφορούσε τόσο τις εναποτιθέμενες ποσότητες όσο και την ποιότητα των σιτηρών. Κατά τις παραδόσεις, διενεργείται πάντοτε έλεγχος. Κατά τον χρόνο των παραδόσεων, ο ONIC εκπροσωπείται, γενικώς, από τον αποθεματοποιητή οργανισμό. Αντιθέτως, όταν μεταξύ του αποθεματοποιητή οργανισμού και του προμηθευτή υφίστανται σχέσεις αλληλοεξαρτήσεως, ο ONIC προσφεύγει στις υπηρεσίες εταιρίας επιβλέψεως.
30 Καίτοι, σε ορισμένες περιπτώσεις, η λογιστική καταχώριση γινόταν με καθυστέρηση, τούτο ουδόλως έθετε υπό αμφισβήτηση την αξιοπιστία των δηλώσεων εφόσον οι σχετικές πράξεις [απόθεση, ανάληψη (...)] γνωστοποιούνταν αυθημερόν. Κατ' αυτόν τον τρόπο, ήταν πάντοτε δυνατή η ακριβής περιγραφή της καταστάσεως των αποθεμάτων σε κάθε αποθήκη κατά τον χρόνο των ελέγχων, συγκρίνοντας τις εναποθέσεις και αναλήψεις που μνημονεύονταν στις τελευταίες δηλώσεις.
31 Εξάλλου, το 1993 ελήφθησαν υπόψη οι κίνδυνοι καταστρατηγήσεως της κοινοτικής νομοθεσίας σχετικά με τη δημόσια αποθεματοποίηση σιτηρών.
32 Για τη διασφάλιση του νομοτύπου της δημοσίας αποθεματοποιήσεως, οι γαλλικές αρχές εφάρμοζαν μέτρα μη προβλεπόμενα από την κοινοτική νομοθεσία, υποχρεώνοντας, μεταξύ άλλων, τους αποθεματοποιητές να επιθέτουν πινακίδες στους μισθωμένους από τον ΟΝΙC χώρους αποθεματοποιήσεως.
33 Από τα πρακτικά που καταρτίζονταν κατά τους διενεργουμένους από την Επιτροπή ελέγχους, καταδεικνύεται ότι οι συνθήκες αποθεματοποιήσεως ήσαν ικανοποιητικές. Καίτοι έχουν επισημανθεί ορισμένες άνευ σημασίας περιπτώσεις ατυχημάτων (νεκρά πτηνά, πινακίδες μονώσεως ανευρεθείσες επί αποθεματοποιημένων σιτηρών), αυτές δεν αρκούν προς απόδειξη ελλείψεων στη συντήρηση των εμπορευμάτων, και τούτο εφόσον οι υπηρεσίες ελέγχου του ΕΓΤΠΕ δεν διατύπωσαν καμία επί του σημείου αυτού επιφύλαξη.
34 Συναφώς, η έκθεση λογιστικού ελέγχου των πληρωτών οργανισμών σχετικά με τα οικονομικά έτη 1993 και 1994, που πραγματοποιήθηκε κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής από το γραφείο Ernst και Young, κατέληξε:
«Οι διαχωρισμοί τηρήθηκαν ορθώς. Οι ποσότητες σιτηρών που μνημονεύονταν στις ετήσιες δηλώσεις περί εκκαθαρίσεως του 1993 και του 1994 αντιστοιχούν πλήρως στις ποσότητες που περιλαμβάνονταν στους μηχανογραφημένους καταλόγους που προέρχονταν από το σύστημα διαχειρίσεως του ONIC (σημείο 7.3.5 του παραρτήματος 7 της εκθέσεως λογιστικού ελέγχου.
Οι διενεργούμενοι από τον ONIC έλεγχοι ποσοτήτων είναι προδήλως ικανοποιητικοί: είναι πολυάριθμοι, στηριζόμενοι σε ακριβή διαδικασία, συστηματικοί και πραγματοποιηθέντες όσον αφορά τους ενδιάμεσους ελέγχους αιφνιδιαστικώς: επιτρέπουν στον ONIC να σχηματίζει αξιόπιστη γνώμη σχετικά με τα διαβιβαζόμενα από τους αποθεματοποιητές στοιχεία. Εξάλλου, έναντι μιας εργασίας χειροποίητης συλλογής εγγράφων, η οποία είναι, βεβαίως, μακρά και μονότονη, το σύστημα διαχειρίσεως του ONIC επιτρέπει λεπτομερή γνώση σχετικά με τα αποθέματα σιτηρών σε δεδομένο χρονικό σημείο του οικονομικού έτους ανά αποθεματοποιητή» (σημείο 7.4 του παραρτήματος 7 της εκθέσεως λογιστικού ελέγχου).
35 Η Γαλλική Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι οι κύριες αναλύσεις και τα κύρια συμπεράσματα αυτής της εκθέσεως λογιστικού ελέγχου υπογραμμίζουν τα θετικά στοιχεία του συστήματος ελέγχου, απογραφής και αποθεματοποιήσεως που διενεργείται στο πλαίσιο του συστήματος διαχειρίσεως του ONIC, καθώς επιτρέπουν, μεταξύ άλλων, να καθίστανται γνωστές, σε δεδομένο χρονικό σημείο του οικονομικού έτους, όλες οι λεπτομέρειες σχετικά με τα αποθέματα σιτηρών ανά αποθεματοποιητή. Από την έκθεση αυτή σαφώς συνάγεται ότι μια από τις κύριες επικρίσεις της Επιτροπής, συγκεκριμένα οι έλεγχοι ποσοτήτων επί των αποθεματοποιητών, ουδόλως είναι βάσιμη.
36 Η Γαλλική Κυβέρνηση αμφισβητεί ότι οι παρατηρήσεις της Επιτροπής, οι οποίες περιλαμβάνονται, κυρίως, στο σημείωμα που έχει επισυναφθεί στο έγγραφο της 20ής Σεπτεμβρίου 1993, της επιτρέπουν να συναγάγει παραλείψεις συνεπαγόμενες κινδύνους ζημιών για το ΕΓΤΠΕ.
37 Πράγματι, ορισμένες παρατηρήσεις της Επιτροπής αφορούν επιταγές μη προβλεπόμενες από την ισχύουσα κοινοτική νομοθεσία. Έτσι, καμιά κοινοτική διάταξη δεν επιβάλλει την άμεση καταγραφή της καταστάσεως των αποθεμάτων χάρις στο μηχανογραφημένο σύστημα της κεντρικής έδρας του οργανισμού παρεμβάσεως. Το ίδιο ισχύει όσον αφορά τη συστηματική επίθεση πινακίδων στους τόπους αποθεματοποιήσεως. Τέλος, καμία κοινοτική διάταξη δεν διευκρινίζει τους όρους υπό τους οποίους πρέπει να γίνεται η λογιστική καταχώριση υλικών των αποθεματοποιητών οργανισμών.
38 Πρέπει, καταρχάς, να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η Επιτροπή μπορεί να χρεώνει τον ΕΓΤΠΕ μόνο με τα ποσά που καταβάλλονται σύμφωνα με τους κανόνες που έχουν θεσπιστεί στους διαφόρους τομείς γεωργικών προϋόντων, καταλογίζοντας στα κράτη μέλη κάθε άλλο καταβαλλόμενο ποσό όπως, μεταξύ άλλων, τα ποσά που οι εθνικές αρχές κακώς θεώρησαν ότι τους επιτρεπόταν να καταβάλουν στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των αγορών (αποφάσεις της 7ης Φεβρουαρίου 1979, 11/76, Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 245, σκέψη 8· 18/76, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 151, σκέψη 7, και της 10ης Νοεμβρίου 1993, C-48/91, Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. Ι-561, σκέψη 14).
39 Κατά συνέπεια, μολονότι στην Επιτροπή εναπόκειται η απόδειξη της υπάρξεως παραβάσεως των κοινοτικών κανόνων, το κράτος μέλος βαρύνεται με την απόδειξη, ενδεχομένως, ότι η Επιτροπή πλανήθηκε ως προς τις οικονομικές συνέπειες που έπρεπε σχετικώς να αντλήσει (βλ., υπ' αυτή την έννοια, την απόφαση της 12ης Ιουλίου 1984, 49/83, Λουξεμβούργο κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ. 2931, σκέψη 30).
40 Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί, πρώτον, ότι, σύμφωνα με τις δηλώσεις του οργάνου συμβιβασμού σχετικά με το οικονομικό έτος 1992, οι γαλλικές αρχές δεν αμφισβητούν ότι όφειλαν να τροποποιήσουν αισθητώς τις προηγούμενες διαδικασίες τους προκειμένου να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της Επιτροπής και ότι οι κοινοτικοί έλεγχοι επέτρεψαν να επισημανθούν διάφορες μη σύννομες πράξεις που οι γαλλικές αρχές παραδέχθηκαν και κόλασαν (βλ. σκέψη 15 της παρούσας αποφάσεως). Εξάλλου, στην τελική του έκθεση της 5ης Δεκεμβρίου 1996, το όργανο συμβιβασμού ενέμεινε, όσον αφορά το οικονομικό έτος 1993, στις προηγουμένες παρατηρήσεις και συμπεράσματά του (βλ. σκέψη 21 της παρούσας αποφάσεως).
41 Δεύτερον, από το παράρτημα 2 του εγγράφου της Επιτροπής της 16ης Νοεμβρίου 1994 προκύπτει ότι, κατά τη διάρκεια αποστολής ελέγχου τον Ιούνιο του 1994, οι υπηρεσίες της Επιτροπής διαπίστωσαν την ανάμειξη προχρηματοδοτηθέντος σίτου με σίτο ανήκοντα στον αποθεματοποιητή (βλ. σκέψη 11 της παρούσας αποφάσεως).
42 Τρίτον, από έγγραφο που η Επιτροπή απηύθυνε, στις 13 Ιουνίου 1997, στη Γαλλική Δημοκρατία προκύπτει ότι οι υπηρεσίες του εν λόγω οργάνου είχαν επισημάνει, κατά τα οικονομικά έτη 1994, 1995 και 1996, ότι εξακολουθούσαν πάντοτε να υφίστανται οι ανεπάρκειες που είχαν διαπιστωθεί από αυτές στο γαλλικό σύστημα ελέγχου και αποθεματοποιήσεως σιτηρών, όπως η απουσία εκπροσώπου του ONIC κατά τον χρόνο της παραδόσεως, οι αδυναμίες της ετήσιας απογραφής καθώς και το ανεπαρκές του ελέγχου των δεδομένων.
43 Τέταρτον, η Γαλλική Κυβέρνηση παραδέχθηκε, στο υπόμνημά της απαντήσεως, ότι είναι δυνατό να μην τηρήθηκαν, στην πράξη, ορισμένοι κανόνες.
44 Τέλος, δεν μπορεί να αντληθεί επιχείρημα από το γεγονός ότι ορισμένες από τις αιτιάσεις της Επιτροπής αφορούν επιταγές μη ρητώς προβλεπόμενες από την κοινοτική νομοθεσία.
45 Το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70, που καθορίζει τις αρχές βάσει των οποίων η Επιτροπή και τα κράτη μέλη οφείλουν να διασφαλίζουν την ορθή εφαρμογή των κοινοτικών αποφάσεων περί παρεμβάσεως στον γεωργικό τομέα που χρηματοδοτούνται από το ΕΓΤΠΕ καθώς και την καταπολέμηση απατών και παρανομιών σε σχέση με τις πράξεις αυτές (απόφαση της 6ης Μαου 1982, 146/81, 192/81 και 193/81, BayWa κ.λπ., Συλλογή 1982, σ. 1503, σκέψη 13), επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να λαμβάνουν τα μέτρα που είναι αναγκαία προκειμένου να βεβαιώνονται για το αληθές και το νομότυπο των χρηματοδοτουμένων από το ΕΓΤΠΕ πράξεων, να προλαμβάνουν και να διώκουν τις παρανομίες και να ανακτούν τα ποσά που χάνονται λόγω παρανομιών ή αμελειών, και τούτο έστω και αν η ειδική κοινοτική πράξη δεν προβλέπει ρητώς τη λήψη του άλφα ή βήτα μέτρου ελέγχου (βλ. απόφαση της 12ης Ιουνίου 1990, C-8/88, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. Ι-2321, σκέψεις 16 και 17).
46 Ενόψει των ανωτέρω σκέψεων, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί της αρχής της ασφαλείας δικαίου
47 Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της ασφαλείας δικαίου, υπαναχωρώντας όσον αφορά τη δέσμευση που είχε αναλάβει με το από 8 Απριλίου 1994 έγγραφό της να μην αντλήσει καμία χρηματοοικονομική συνέπεια στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως, και τούτο λόγω του ότι «σύμφωνα με επίμονες φήμες που κυκλοφορούν στην αγορά τα αποθεματοποιηθέντα προϋόντα αντικαθίστανται με σιτηρά της ελεύθερης αγοράς, ιδίως οσάκις γίνονται πωλήσεις αποθεμάτων αγορασθέντων από οργανισμούς παρεμβάσεως».
48 Η Επιτροπή αρνείται ότι δεσμεύθηκε έναντι των γαλλικών αρχών σχετικά με το ότι δεν επρόκειτο να γίνει η παραμικρή χρηματοοικονομική διόρθωση όσον αφορά τις διαπιστωθείσες στο σύστημα ελέγχου ανεπάρκειες. Κατ' αυτήν, στην ανταλλαγείσα με τις γαλλικές αρχές αλληλογραφία, είχε ρητώς μνημονευθεί η δυνατότητα χρηματοοικονομικής διορθώσεως.
49 Ξωρίς να παρίσταται ανάγκη να εξετασθεί το ζήτημα αν είναι δυνατόν μια προβαλλόμενη δέσμευση, που είχε αναλάβει η Επιτροπή, μετά το πέρας του οικείου οικονομικού έτους, να μην απαιτήσει την επιβολή οικονομικής κυρώσεως, να απαλλάσσει ένα κράτος μέλος από τις οικονομικές συνέπειες των παραβάσεών του της κοινοτικής γεωργικής νομοθεσίας, αρκεί η διαπίστωση ότι, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 7 έως 9 της παρούσας αποφάσεως, η δέσμευση αυτή είχε αναληφθεί, εν πάση περιπτώσει, υπό την επιφύλαξη της διαπιστώσεως αντικαταστάσεως αγορασθέντων στην παρέμβαση σιτηρών από σιτηρά της ελεύθερης αγοράς. Όμως, όπως προκύπτει από το έγγραφο της Επιτροπής, της 16ης Νοεμβρίου 1994, η διόρθωση αποφασίστηκε όταν οι υπηρεσίες της Επιτροπής διαπίστωσαν τέτοια αντικατάσταση, και τούτο παρουσία εκπροσώπων των εθνικών αρχών και ύστερα από έρευνα.
50 Εν όψει των ανωτέρω σκέψεων, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί της παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας
51 Επικουρικώς, η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η προσβαλλομένη απόφαση συνιστά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας. Κατ' αυτήν, η διόρθωση δεν μπορούσε, εν πάση περιπτώσει, να εφαρμοσθεί επί της θέσεως προϋπολογισμού 10-13, που αφορά τις ζημίες επί των πωληθέντων αποθεμάτων για τις οποίες χορηγήθηκε πλήρης αποζημίωση σύμφωνα με τη διαδικασία του κανονισμού 3597/90.
52 Συναφώς, αρκεί να υπομνηστεί ότι, εκτός από το γεγονός ότι πράγματι έλειπαν αποθεματοποιημένες ποσότητες παρεμβάσεως, η Επιτροπή απέδειξε, γενικότερα, την ύπαρξη ανεπαρκειών στο σύστημα ελέγχου. Από τις ανεπάρκειες αυτές μπορούσε να συναχθεί ότι έλειπαν και άλλες ποσότητες και, επομένως, υφίσταντο κίνδυνοι προσθέτων ζημιών για τις οποίες δεν κατέστη δυνατό να χορηγηθεί, σύμφωνα με τον κανονισμό 3597/90, αποζημίωση.
53 Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Όσον αφορά τη διόρθωση σχετικά με επιστροφή κατά την εξαγωγή λιωμένου τυριού
54 Με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 876/68 του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1968 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 105), θεσπίστηκαν, όσον αφορά τον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϋόντων, γενικοί κανόνες σχετικά με τη χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή και τα κριτήρια καθορισμού τού ύψους τους. Ο εν λόγω κανονισμός διασαφηνίζει, στο άρθρο του 6, ότι επιστροφή καταβάλλεται όταν αποδεικνύεται ότι τα προϋόντα εξήχθησαν εκτός της Κοινότητας και είναι κοινοτικής καταγωγής.
55 Με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3665/87, της 27ης Νοεμβρίου 1987 (ΕΕ L 351, σ. 1), η Επιτροπή καθόρισε τις κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϋόντα.
56 Σύμφωνα με το άρθρο 3 του κανονισμού αυτού:
«1. Ως ημέρα της εξαγωγής νοείται η ημερομηνία κατά την οποία πραγματοποιείται η αποδοχή από την τελωνειακή υπηρεσία της διασάφησης εξαγωγής, στην οποία αναφέρεται ότι θα ζητηθεί επιστροφή.
(...)
4. Η ημέρα της εξαγωγής είναι καθοριστική για τον προσδιορισμό της ποσότητας, της φύσης και των χαρακτηριστικών του εξαγομένου προϋόντος.»
57 Το άρθρο 5 του ίδιου κανονισμού προβλέπει στην παράγραφό του 1:
«Η καταβολή της διαφοροποιημένης ή μη διαφοροποιημένης επιστροφής εξαρτάται όχι μόνο από το αν το προϋόν έχει εγκαταλείψει το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, αλλά επίσης, εκτός αν έχει χαθεί κατά τη μεταφορά λόγω ανωτέρας βίας, από το αν έχει εισαχθεί σε τρίτη χώρα και, κατά περίπτωση, σε δεδομένη τρίτη χώρα μέσα στους δώδεκα μήνες που έπονται της ημερομηνίας αποδοχής της διασάφησης εξαγωγής:
α) όταν υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες ως προς τον πραγματικό προορισμό του προϋόντος
ή
β) όταν υπάρχει πιθανότητα να επανεισαχθεί το προϋόν στην Κοινότητα (...).»
58 Το άρθρο 5, παράγραφος 1, τελευταίο εδάφιο, προσθέτει:
«Εξάλλου, οι αρμόδιες υπηρεσίες των κρατών μελών μπορούν να ζητήσουν συμπληρωματικές αποδείξεις που καταδεικνύουν, προς ικανοποίηση των αρμοδίων αρχών, ότι το προϋόν έχει πράγματι διατεθεί ως έχει στην αγορά της τρίτης χώρας εισαγωγής.»
59 Το άρθρο 13 του κανονισμού 3665/87 προβλέπει:
«Καμία επιστροφή δεν χορηγείται όταν τα προϋόντα δεν είναι ποιότητας υγιούς, ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη και, αν τα προϋόντα αυτά προορίζονται για ανθρώπινη διατροφή, όταν η χρησιμοποίησή τους γι' αυτόν τον σκοπό αποκλείεται ή μειώνεται αισθητά λόγω των χαρακτηριστικών ή της καταστάσεώς τους.»
60 Τέλος, το άρθρο 17, που αφορά τις διαφοροποιημένες επιστροφές, ορίζει ότι το προϋόν πρέπει να έχει εισαχθεί ως έχει στην τρίτη χώρα και προσθέτει, συναφώς, στην παράγραφό του 3:
«Το προϋόν θεωρείται ότι έχει εισαχθεί όταν διεκπεραιωθούν οι τελωνειακές διατυπώσεις για τη θέση του προς κατανάλωση στις τρίτες χώρες.»
61 Η sociιtι de fromageries Bel (στο εξής: Bel) εξήγαγε προς τη Σαουδική Αραβία, κατά το τελευταίο τρίμηνο του 1988, 14 256 χαρτοκιβώτια τυριού, με την ονομασία Vache qui rit, συνολικού βάρους 89 813 kg και εμπορικής αξίας 883 700 FF. Για τις εξαγωγές αυτές, έτυχαν εφαρμογής, όσον αφορά την εν λόγω εταιρία, οι ευνοϋκές διατάξεις του καθεστώτος επιστροφών που προβλέπεται στο άρθρο 17 του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϋόντων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 82).
62 Στις 20 Ιουνίου 1989, ήτοι έξι μήνες ύστερα από την αποστολή των εν λόγω χαρτοκιβωτίων, η Bel αναγνώρισε εγγράφως ότι ο αγοραστής, η εταιρία Abbar and Zainy Cold Stores της Τζέντα, είχε «λαμβάνειν» 187 110,78 δολάρια ΗΠΑ, που αντιπροσώπευαν τη βάσει τιμολογίου αξία των 12 148 χαρτοκιβωτίων.
63 Ο αγοραστής έκρινε την υφή της ζύμης του τυριού πολύ μαλακή σε σχέση με τις συνήθεις προδιαγραφές του προϋόντος. Τότε, η Bel, για να διατηρήσει την καλή φήμη του προϋόντος, αποφάσισε την καταστροφή των 12 148 χαρτοκιβωτίων.
64 Κατά τη διάρκεια έρευνας που διενεργήθηκε στις 6 Νοεμβρίου 1991, στο πλαίσιο του κανονισμού (ΕΟΚ) 4045/89 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, περί των ελέγχων, εκ μέρους των κρατών μελών, των πράξεων που αποτελούν μέρος του συστήματος χρηματοδοτήσεως από το Ευρωπαϋκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα Εγγυήσεων, και περί καταργήσεως της οδηγίας 77/435/ΕΟΚ (ΕΕ 1989, L 388, σ. 18), οι γαλλικές αρχές διαπίστωσαν ότι
«Τα προερχόμενα από το βελγικό εργοστάσιο του ομίλου προϋόντα εξετάστηκαν από τις αρμόδιες για τη διαπίστωση της ποιότητας υπηρεσίες της εταιρίας. Οι εν λόγω υπηρεσίες κατέληξαν ότι, για δέκα περίπου από το σύνολο των ημερών που απαιτούνταν για την παρασκευή του προϋόντος, δεν είχε ακολουθηθεί η ορθή διαδικασία παρασκευής, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα την απόσυρση από την πώληση του συνόλου του ελαττωματικού εμπορεύματος.»
65 Κατόπιν της καταστροφής αυτής, χορηγήθηκε στην Bel ως επιστροφή κατά την εξαγωγή ποσό ύψους 720 720 FF.
66 Με έγγραφα της 5ης Ιανουαρίου, της 3ης Απριλίου και της 9ης Οκτωβρίου 1995, η Επιτροπή πληροφόρησε τις γαλλικές αρχές ότι μια παρτίδα 76 500 kg τυριού δεν ήταν επιλέξιμη για την παρέμβαση, και τούτο λόγω, αφενός, της κακής ποιότητας που υφίστατο ήδη από την παραγωγή του και, αφετέρου, της μη διαθέσεώς του στην αγορά της χώρας προορισμού.
67 Με έγγραφα της 16ης Ιανουαρίου 1996, και στη συνέχεια της 23ης Απριλίου 1996, η Επιτροπή πληροφόρησε τη Γαλλική Δημοκρατία σχετικά με την πρότασή της για αποκλεισμό από τη χρηματοδότηση από το ΕΓΤΠΕ του ποσού του 720 720 FF, που αντιστοιχούσε στη χορήγηση της επιστροφής κατά την εξαγωγή για τα 76 500 kg λιωμένου τυριού.
68 Η Γαλλική Δημοκρατία προσέφυγε, για το θέμα αυτό, ενώπιον του οργάνου συμβιβασμού. Στην τελική του έκθεση της 8ης Νοεμβρίου 1996, το εν λόγω όργανο διαπίστωσε
«(...) ότι του είναι αδύνατο να βρει κάποια βάση συμβιβασμού στην υπόθεση αυτή. Υπογραμμίζει τη σημασία που έχει να διασαφηνιστούν ταχέως οι ισχύουσες κοινοτικές διατάξεις, ιδίως τα άρθρα 5 και 13 του κανονισμού 3665/87».
69 Με την προσβαλλομένη απόφαση, η Επιτροπή προέβη στη διόρθωση του ποσού των 720 720 FF για τους λόγους που μνημονεύονται στο σημείο 4.2.3 της συνοπτικής εκθέσεως επειδή
- η ποιότητα του προϋόντος δεν είναι σύμφωνη με τα συναλλακτικά ήθη (βλ. άρθρο 13 του κανονισμού 3665/87)·
- οι ανεπάρκειες ως προς την ποιότητα σημειώθηκαν κατά την παραγωγή, επομένως πριν την εξαγωγή (βλ. άρθρο 3 του κανονισμού 3665/87)·
- το προϋόν δεν διατέθηκε στην αγορά της χώρας προορισμού (βλ. άρθρο 5 του κανονισμού 3665/87).
70 Προς στήριξη της προσφυγής της ακυρώσεως, η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η καταβολή της επιστροφής για την εξαγωγή λιωμένου τυριού πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τους κανόνες του κανονισμού 3665/87. Κατά συνέπεια, η προσβαλλομένη απόφαση συνιστά παράβαση του κανονισμού 729/70 και, ειδικότερα, των άρθρων του 2 και 3, τα οποία ορίζουν ότι χρηματοδοτούνται από το ΕΓΤΠΕ οι παρεμβάσεις που σκοπούν στη ρύθμιση της γεωργικής αγοράς όταν οι δαπάνες γίνονται από τις αρμόδιες εσωτερικές υπηρεσίες σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο.
71 Προς στήριξη αυτού του ενιαίου λόγου ακυρώσεως, η Γαλλική Κυβέρνηση προβάλλει δύο επιχειρήματα.
72 Αφενός, η ποιότητα των προϋόντων ήταν, κατά την ημέρα της εξαγωγής τους, υγιής, ανόθευτη και σύμφωνη με τα συναλλακτικά ήθη.
73 Αφού διατέθηκαν τα προϋόντα στο εμπόριο, διαπίστωσε ο εισαγωγέας ότι η υφή της ζύμης ήταν περισσότερο μαλακή από τη συνήθη. Σύμφωνα με τη Γαλλική Κυβέρνηση, κατά τη συμπλήρωση των διατυπώσεων εκτελωνισμού ενώπιον των αρχών της Σαουδικής Αραβίας, δεν παρατηρήθηκε κανένα μικροβιακής ή φυσικοχημικής φύσεως ελάττωμα, κανένα ξένο σώμα ούτε, άλλωστε, είχε παρέλθει η ημερομηνία λήξεως της καταναλώσεώς του.
74 Αφετέρου, η εξαγωγή της παρτίδας τυριού στην Αραβία πραγματοποιήθηκε όντως υπό την έννοια του άρθρου 5 του κανονισμού 3665/87.
75 Πράγματι, συμπληρώθηκαν δεόντως οι τελωνειακές διατυπώσεις θέσεως στην κατανάλωση. Κατά συνέπεια, η μεταγενέστερη καταστροφή του προϋόντος δεν μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση το γεγονός ότι τα εμπορεύματα έφθασαν πράγματι στην αγορά της Σαουδικής Αραβίας. Η διάθεση στην αγορά πρέπει να θεωρηθεί ως πραγματοποιηθείσα από πλευράς κανονισμού 3665/87, εφόσον συμπληρώθηκαν στη χώρα προορισμού οι διατυπώσεις ελεύθερης κυκλοφορίας, το δε προϋόν παρελήφθη από τον πελάτη.
76 Προκειμένου περί της υγιούς, ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητας, πρέπει να υπομνηστεί, καταρχάς, ότι, ελλείψει κοινοτικού κανόνα που να προσδιορίζει τις έννοιες αυτές, στα κράτη μέλη εναπόκειται η θέσπιση, εν προκειμένω, πλέον συγκεκριμένων διατάξεων (βλ., υπό την έννοια αυτή, την απόφαση της 8ης Ιουνίου 1994, C-371/92, Ελληνικά Δημητριακά, Συλλογή 1994, σ. Ι-2391, σκέψη 23).
77 Ωστόσο, τέτοιες εθνικές διατάξεις δεν μπορεί να είναι αντίθετες προς τη γενική οικονομία της ισχύουσας κοινοτικής νομοθεσίας. Συναφώς, η ένατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 3665/87 προβλέπει ότι τα προϋόντα για τα οποία ζητείται η χορήγηση επιστροφής κατά την εξαγωγή πρέπει «να είναι τέτοιας ποιότητας ώστε να μπορούν να καθίστανται εμπορεύσιμα υπό ομαλές συνθήκες».
78 Επί του σημείου αυτού, διαπιστώνεται ότι η Γαλλική Κυβέρνηση παραδέχθηκε ότι η διαφορά ως προς την ποιότητα σε σχέση με τη συνήθη υφή του προϋόντος οφειλόταν σε αβλεψία κατά την παραγωγή, η δε διαπίστωσή της κατέστη δυνατή χάρις στους εσωτερικούς ελέγχους που διενήργησε ο παρασκευαστής (βλ. σκέψη 64 της παρούσας αποφάσεως).
79 Μικρή σημασία έχει το γεγονός ότι το σχετικό με την υφή ελάττωμα διαπιστώθηκε μόλις κατά τη διάρκεια ελέγχου διενεργηθέντος από τον πελάτη από τη Σαουδική Αραβία. Το προϋόν είχε κατά την ημέρα εξαγωγής του κρυμμένο ελάττωμα, οπότε δεν ήταν υγιούς, ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητας, κατά την έννοια του άρθρου 13 του κανονισμού 3665/87.
80 Αντίθετη λύση θα είχε ως αποτέλεσμα να υποστεί το κοινό τις συνέπειες της εκ μέρους του παραγωγού παραβάσεως των συμβατικών του υποχρεώσεων για παράδοση ενός σύμφωνου με τις σχετικές προδιαγραφές προϋόντος. Κάτι τέτοιο αντίκειται προς το σύστημα επιστροφών το οποίο έχει ως μοναδικό σκοπό να επιτρέπει την εξαγωγή κοινοτικών προϋόντων η οποία, άλλως, δεν θα ήταν πλέον επωφελής για τον επιχειρηματία (βλ. την απόφαση της 28ης Μαρτίου 1996, C-299/94, Anglo Irish Beef Processors International κ.λπ., Συλλογή 1996, σ. Ι-1925, σκέψεις 21 και 22).
81 Δεδομένου ότι, δυνάμει του άρθρου 13 του κανονισμού 3665/87, καμία επιστροφή δεν χορηγείται όταν η ποιότητα των προϋόντων δεν είναι υγιής, ανόθευτη και σύμφωνη με τα συναλλακτικά ήθη, δεν συντρέχει λόγος να εξεταστεί, επιπλέον, το ζήτημα αν η εισαγωγή της επίμαχης παρτίδας λιωμένου τυριού στη Σαουδική Αραβία πραγματοποιήθηκε όντως, κατά την έννοια του άρθρου 5 του εν λόγω κανονισμού.
82 Εν όψει των προηγουμένων σκέψεων, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
83 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, πρώτη φράση, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Γαλλική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy