Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων - Ελευθερία εγκαταστάσεως - Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών - Πρωτασφάλιση - Οδηγίες 73/239 και 79/267 - Απαγόρευση επιβαλλόμενη στα κράτη μέλη να θεσπίζουν ορισμένους κανόνες σχετικά με την εκ μέρους των ασφαλιστικών επιχειρήσεων επιλογή των στοιχείων του ενεργητικού - Εθνική ρύθμιση απαγορεύουσα στις επιχειρήσεις να κατέχουν, ως ελεύθερη βάρους περιουσία, μετοχές αντιπροσωπεύουσες πλέον του 5 % του συνόλου των δικαιωμάτων ψήφου σε ανώνυμη εταιρία - Ασύμβατο - Άμεσο αποτέλεσμα των κοινοτικών διατάξεων
(Οδηγίες του Συμβουλίου 73/239, άρθρο 18 § 1, 79/267, άρθρο 21 § 1, 92/49, άρθρο 26, και 92/96, άρθρο 27)
Περίληψη
Τα άρθρα 18, παράγραφος 1, της πρώτης οδηγίας 73/239, περί συντονισμού των νομοθετικών κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη δραστηριότητος πρωτασφαλίσεως, εκτός της ασφαλίσεως ζωής, και την άσκηση αυτής, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 26 της οδηγίας 92/49, και 21, παράγραφος 1, της πρώτης οδηγίας 79/267, περί συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη της δραστηριότητος της πρωτασφαλίσεως ζωής και την άσκηση αυτής, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 27 της οδηγίας 92/96, που προβλέπουν ότι τα κράτη μέλη δεν θεσπίζουν κανένα κανόνα σχετικά με την εκ μέρους των ασφαλιστικών επιχειρήσεων επιλογή των στοιχείων ενεργητικού που υπερβαίνουν τα στοιχεία που καλύπτουν τα τεχνικά αποθεματικά, αντίκεινται σε κανόνα εθνικού δικαίου που απαγορεύει στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις να κατέχουν, ως τμήμα της ελεύθερης βάρους περιουσίας τους, μετοχές αντιπροσωπεύουσες πλέον του 5 % του συνόλου των δικαιωμάτων ψήφου σε ημεδαπή ή αλλοδαπή ανώνυμη εταιρία, χωρίς άδεια της διοικητικής αρχής.
Συγκεκριμένα, από το γράμμα των εν λόγω διατάξεων προκύπτει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να απέχουν από κάθε ρύθμιση όσον αφορά την επιλογή των στοιχείων ενεργητικού που συνιστούν την ελεύθερη βάρους περιουσία των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για ρυθμίσεις σχετικές με την ποιότητα ή την ποσότητα των εν λόγω στοιχείων ενεργητικού.
Οι προπαρατεθείσες διατάξεις είναι εξάλλου επαρκώς ακριβείς και ανεπιφύλακτες ώστε να μπορεί να γίνει επίκληση των διατάξεων αυτών ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου κατά της διοικητικής αρχής και να έχουν ως συνέπεια τη μη εφαρμογή κανόνα εθνικού δικαίου ο οποίος είναι αντίθετος προς αυτές.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-241/97,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Regeringsrδtt (Σουηδία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαδικασίας που κίνησε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου η
Fφrsδkringsaktiebolaget Skandia (publ),
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 18, παράγραφος 1, της πρώτης οδηγίας 73/239/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1973, περί συντονισμού των νομοθετικών κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη δραστηριότητος πρωτασφαλίσεως, εκτός της ασφαλίσεως ζωής, και την άσκηση αυτής (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 157), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 26 της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφάλειας ζωής και για την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/ΕΟΚ και 88/357/ΕΟΚ (τρίτη οδηγία για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής) (ΕΕ L 228, σ. 1), και 21, παράγραφος 1, της πρώτης οδηγίας 79/267/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Μαρτίου 1979, περί συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη της δραστηριότητος της πρωτασφαλίσεως ζωής και την άσκηση αυτής (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/002, σ. 57), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 27 της οδηγίας 92/96/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Νοεμβρίου 1992, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση ζωής, και για την τροποποίηση των οδηγιών 79/267/ΕΟΚ και 90/619/ΕΟΚ (τρίτη οδηγία σχετικά με την ασφάλεια ζωής) (ΕΕ L 360, σ. 1),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. C. Rodrνguez Iglesias, Πρόεδρο, J.-P. Puissochet, G. Hirsch και P. Jann, προέδρους τμήματος, J. C. Moitinho de Almeida (εισηγητή), C. Gulmann, J. L. Murray, D. A. O. Edward, H. Ragnemalm, L. Sevσn και M. Wathelet, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer
γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η Fφrsδkringsaktiebolaget Skandia (publ), εκπροσωπούμενη από τους J.-M. Bexhed και B. Berndtsson, δικηγόρους Στοκχόλμης,
- η Σουηδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την L. Nordling, rδttschef στη γραμματεία νομικών υποθέσεων (ΕΕ) του Υπουργείου Εξωτερικών,
- η Νορβηγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον J. Bugge-Mahrt, αναπληρωτή γενικό διευθυντή στο Υπουργείο Εξωτερικών,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Δ. Γκουλούση και τη C. Tufvesson, νομικούς συμβούλους,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Fφrsδkringsaktiebolaget Skandia (publ), εκπροσωπουμένης από τους J.-M. Bexhed και O. Lindιn, δικηγόρο Στοκχόλμης, της Σουηδικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον A. Kruse, departementsrεd στη γραμματεία νομικών υποθέσεων (ΕΕ) του Υπουργείου Εξωτερικών, της Φινλανδικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από την T. Pynnδ, νομικό σύμβουλο στο Υπουργείο Εξωτερικών, και της Επιτροπής, εκπροσωπουμένης από τη C. Tufvesson, κατά τη συνεδρίαση της 10ης Νοεμβρίου 1998,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 17ης Δεκεμβρίου 1998,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 11ης Ιουνίου 1997, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 2 Ιουλίου 1997, το Regeringsrδtt υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία των άρθρων 18, παράγραφος 1, της πρώτης οδηγίας 73/239/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1973, περί συντονισμού των νομοθετικών κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη δραστηριότητος πρωτασφαλίσεως, εκτός της ασφαλίσεως ζωής, και την άσκηση αυτής (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 157), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 26 της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφάλειας ζωής και για την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/ΕΟΚ και 88/357/ΕΟΚ (τρίτη οδηγία για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής) (ΕΕ L 228, σ. 1), και 21, παράγραφος 1, της πρώτης οδηγίας 79/267/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Μαρτίου 1979, περί συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη της δραστηριότητος της πρωτασφαλίσεως ζωής και την άσκηση αυτής (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/002, σ. 57), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 27 της οδηγίας 92/96/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Νοεμβρίου 1992, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση ζωής, και για την τροποποίηση των οδηγιών 79/267/ΕΟΚ και 90/619/ΕΟΚ (τρίτη οδηγία σχετικά με την ασφάλεια ζωής) (ΕΕ L 360, σ. 1).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο δίκης που εκίνησε η Fφrsδkringsaktiebolaget Skandia (publ) (στο εξής: Skandia), ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με έδρα τη Στοκχόλμη (Σουηδία), σχετικά με την υποχρέωση περιορισμού της συμμετοχής της στην ανώνυμη εταιρία Kungsdialysen AB (στο εξής: Kungsdialysen) μέχρι του 5 % των δικαιωμάτων ψήφου επί του συνόλου των μετοχών, σύμφωνα με τη σουηδική ρύθμιση.
Το κοινοτικό δίκαιο
3 Η πρόσβαση στη δραστηριότητα ασφαλίσεως και η άσκησή της ρυθμίζονται σε κοινοτικό επίπεδο ιδίως από τις οδηγίες 73/239 και 79/267, οι οποίες αφορούν αντιστοίχως την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής και την πρωτασφάλιση ζωής.
4 Όσον αφορά την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής, το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 73/239, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 6 της οδηγίας 92/49, ορίζει τα εξής:
«Το κράτος μέλος καταγωγής απαιτεί από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που ζητούν τη χορήγηση άδειας:
(...)
β) να περιορίζουν τον σκοπό τους στην ασφαλιστική δραστηριότητα και στις εργασίες που προκύπτουν άμεσα απ' αυτήν, εξαιρουμένης κάθε άλλης εμπορικής δραστηριότητας·
(...).»
5 Το άρθρο 13 της οδηγίας 73/239, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 9 της οδηγίας 92/49, προβλέπει τα εξής:
«1. Η χρηματοπιστωτική εποπτεία μιας ασφαλιστικής επιχείρησης, συμπεριλαμβανομένης της εποπτείας των δραστηριοτήτων που αυτή ασκεί μέσω υποκαταστημάτων και υπό καθεστώς παροχής υπηρεσιών, υπόκειται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του κράτους μέλους καταγωγής.
2. Η εν λόγω χρηματοπιστωτική εποπτεία περιλαμβάνει ιδίως την εξακρίβωση, για το σύνολο των δραστηριοτήτων της ασφαλιστικής επιχείρησης, της κατάστασης της φερεγγυότητάς της και της σύστασης τεχνικών αποθεματικών και αντιπροσωπευτικών στοιχείων ενεργητικού σύμφωνα με τους κανόνες και τις πρακτικές του κράτους μέλους καταγωγής, δυνάμει των διατάξεων που θεσπίζονται σε κοινοτικό επίπεδο.
(...)»
6 Το άρθρο 15 της οδηγίας 73/239, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 της οδηγίας 92/49, ορίζει τα εξής:
«1. Το κράτος μέλος καταγωγής επιβάλλει σε κάθε ασφαλιστική επιχείρηση τη σύσταση επαρκών τεχνικών αποθεματικών για το σύνολο των δραστηριοτήτων της.
Το ποσό αυτών των αποθεματικών προσδιορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες που καθορίζονται από την οδηγία 91/674/ΕΟΚ.
2. Το κράτος μέλος καταγωγής απαιτεί από κάθε ασφαλιστική επιχείρηση να καλύπτει τα τεχνικά αποθεματικά για το σύνολο των δραστηριοτήτων της με διεπόμενα από τους κανόνες της νομισματικής αντιστοιχίας στοιχεία του ενεργητικού, σύμφωνα με το άρθρο 6 της οδηγίας 88/357/ΕΟΚ. Όσον αφορά τους κινδύνους που βρίσκονται στην Κοινότητα, τα εν λόγω στοιχεία του ενεργητικού πρέπει να βρίσκονται επίσης στην Κοινότητα. Τα κράτη μέλη δεν επιβάλλουν στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις να έχουν τα στοιχεία αυτά του ενεργητικού σε συγκεκριμένο κράτος μέλος. Το κράτος μέλος καταγωγής μπορεί, ωστόσο, να προβλέπει ελαστικότερους κανόνες όσον αφορά τον τόπο όπου βρίσκονται τα στοιχεία του ενεργητικού.
(...)»
7 Το άρθρο 18, παράγραφος 1, της οδηγίας 73/239, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 26 της οδηγίας 92/49, διευκρινίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη δεν θεσπίζουν κανένα κανόνα σχετικά με την επιλογή των στοιχείων ενεργητικού που υπερβαίνουν τα στοιχεία που καλύπτουν τα τεχνικά αποθεματικά που αναφέρονται στο άρθρο 15.»
8 Το άρθρο 22, παράγραφος 5, της οδηγίας 92/49 προσθέτει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη δεν απαιτούν από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις να επενδύουν σε συγκεκριμένες κατηγορίες στοιχείων.»
9 Όσον αφορά την πρωτασφάλιση ζωής, το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/267, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 5 της οδηγίας 92/96, ορίζει τα εξής:
«Το κράτος μέλος καταγωγής απαιτεί από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που ζητούν τη χορήγηση αδείας:
(...)
β) να περιορίζουν τον εταιρικό σκοπό τους στις δραστηριότητες τις προβλεπόμενες από την παρούσα οδηγία και στις εργασίες που προκύπτουν άμεσα από αυτές, εξαιρουμένης κάθε άλλης εμπορικής δραστηριότητας·
(...).»
10 Το άρθρο 15 της οδηγίας 79/267, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 8 της οδηγίας 92/96, προβλέπει τα εξής:
«1. Η χρηματοοικονομική εποπτεία μιας ασφαλιστικής επιχείρησης, συμπεριλαμβανομένης της εποπτείας των δραστηριοτήτων που αυτή ασκεί μέσω υποκαταστημάτων ή υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, υπόκειται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του κράτους μέλους καταγωγής. (...)
2. Η χρηματοοικονομική εποπτεία περιλαμβάνει ιδίως την εξακρίβωση, για το σύνολο των δραστηριοτήτων της ασφαλιστικής επιχείρησης, της κατάστασης της φερεγγυότητάς της και της σύστασης τεχνικών αποθεματικών, συμπεριλαμβανομένων των μαθηματικών αποθεματικών, και των αντιπροσωπευτικών στοιχείων ενεργητικού, σύμφωνα με τους κανόνες και τις πρακτικές που εφαρμόζονται στο κράτος μέλος καταγωγής, δυνάμει των διατάξεων που θεσπίζονται σε κοινοτικό επίπεδο.
(...)»
11 Το άρθρο 17 της οδηγίας 79/267, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 18 της οδηγίας 92/96, ορίζει τα εξής:
«1. Το κράτος μέλος καταγωγής επιβάλλει σε κάθε ασφαλιστική επιχείρηση τη σύσταση επαρκών τεχνικών αποθεματικών, συμπεριλαμβανομένων των μαθηματικών αποθεματικών, για το σύνολο των δραστηριοτήτων της.
Το ποσό αυτών των αποθεματικών καθορίζεται σύμφωνα με τις ακόλουθες αρχές:
(...)
3. Το κράτος μέλος καταγωγής απαιτεί από κάθε ασφαλιστική επιχείρηση να καλύπτει τα τεχνικά αποθεματικά για το σύνολο των δραστηριοτήτων της από νομισματικώς αντίστοιχα στοιχεία του ενεργητικού, σύμφωνα με το άρθρο 24 της οδηγίας 92/96/ΕΟΚ. Όσον αφορά τις δραστηριότητες που ασκούνται στην Κοινότητα, αυτά τα στοιχεία του ενεργητικού πρέπει να βρίσκονται εντός της Κοινότητας. Τα κράτη μέλη δεν απαιτούν από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις να έχουν τα στοιχεία του ενεργητικού τους σε συγκεκριμένο κράτος μέλος. Το κράτος μέλος καταγωγής μπορεί, ωστόσο, να προβλέπει ελαστικότερους κανόνες όσον αφορά τον εντοπισμό των στοιχείων του ενεργητικού.
(...)»
12 Το άρθρο 21, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/267, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 27 της οδηγίας 92/96, διευκρινίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη δεν θεσπίζουν κανένα κανόνα σχετικά με την επιλογή των στοιχείων ενεργητικού που υπερβαίνουν τα αντιπροσωπευτικά στοιχεία των τεχνικών αποθεματικών που αναφέρονται στο άρθρο 17.»
13 Το άρθρο 22, παράγραφος 5, της οδηγίας 92/96 προσθέτει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη δεν απαιτούν από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις να διενεργούν τοποθετήσεις σε συγκεκριμένες κατηγορίες στοιχείων του ενεργητικού.»
14 Το άρθρο 13 της οδηγίας 85/611/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1985, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) (ΕΕ L 375, σ. 3), προβλέπει ότι «Η εταιρία επενδύσεων δεν μπορεί να αναπτύξει άλλες δραστηριότητες εκτός από αυτές που αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 2». Η τελευταία αυτή διάταξη αφορά τις συλλογικές επενδύσεις σε κινητές αξίες κεφαλαίων που συγκεντρώνονται από το κοινό.
15 Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 25 της οδηγίας 85/611:
«1. Μια εταιρία επενδύσεων ή μια εταιρία διαχείρισης, για το σύνολο των αμοιβαίων κεφαλαίων που διαχειρίζεται και τα οποία εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, δεν δικαιούται να αποκτά μετοχές που να έχουν δικαίωμα ψήφου και οι οποίες να της επιτρέπουν να ασκεί σημαντική επιρροή στη διαχείριση ενός εκδότη.
Μέχρι ένα μεταγενέστερο συντονισμό, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη τους ισχύοντες κανόνες της νομοθεσίας άλλων κρατών μελών οι οποίοι ορίζουν την αρχή που αναφέρει το πρώτο εδάφιο.
2. Επιπλέον, μια εταιρία επενδύσεων ή ένα αμοιβαίο κεφάλαιο δεν μπορεί να αποκτήσει πλέον του:
- 10 % των μετοχών χωρίς δικαίωμα ψήφου του αυτού εκδότη,
- 10 % των ομολογιών του αυτού εκδότη,
- 10 % των μεριδίων του ιδίου οργανισμού συλλογικών επενδύσεων κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, πρώτη και δεύτερη περίπτωση.
(...)»
Η σουηδική νομοθεσία
16 Σύμφωνα με το άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, του κεφαλαίου 1 του Fφrsδkringsrφrelselag (1982:713) (σουηδικού νόμου του 1982 περί της ασκήσεως των ασφαλιστικών δραστηριοτήτων, στο εξής: FRL), μια ασφαλιστική επιχείρηση δεν μπορεί, εκτός αν συντρέχουν ειδικοί λόγοι, να ασκεί άλλη δραστηριότητα πέραν της ασφαλιστικής.
17 Το άρθρο 17 του κεφαλαίου 7 του FRL ορίζει τα εξής:
«Μια ασφαλιστική επιχείρηση δεν μπορεί, χωρίς την άδεια της Finansinspektion (οικονομικής επιθεωρήσεως), να κατέχει αριθμό μετοχών σουηδικής ή αλλοδαπής ανώνυμης εταιρίας που να αντιστοιχεί σε δικαιώματα ψήφου πλέον του 5 % επί του συνόλου των μετοχών. Αν η ασφαλιστική επιχείρηση ανήκει σε όμιλο, η διάταξη αυτή ισχύει και για τον όμιλο. Κατά τον υπολογισμό των κατεχομένων από τον όμιλο μετοχών, για να προσδιοριστεί το ανώτατο όριο του 5 % των δικαιωμάτων ψήφου στην ανώνυμη εταιρία, πρέπει ωστόσο να μη λαμβάνονται υπόψη οι μετοχές που κατέχονται από τραπεζική εταιρία του ομίλου ή από θυγατρική εταιρία τραπεζικής εταιρίας.
Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται στις μετοχές ή στα μερίδια σε ασφαλιστικές επιχειρήσεις ή σε νομικά πρόσωπα των οποίων η δραστηριότητα συνίσταται αποκλειστικά στην κατοχή μετοχών ασφαλιστικών επιχειρήσεων υπό μορφή ανωνύμων εταιριών, στην εισφορά κεφαλαίου εγγυήσεως σε αλληλασφαλιστικές εταιρίες, στη διαχείριση των ακινήτων ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή στην παροχή συνδρομής σε ασφαλιστικές επιχειρήσεις κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων τους. Ωστόσο, το πρώτο εδάφιο εφαρμόζεται όσον αφορά τις κατεχόμενες μετοχές ή τα κατεχόμενα μερίδια νομικών προσώπων που έχουν ως αντικείμενο την άμεση ή έμμεση κατοχή των στοιχείων ενεργητικού που διαλαμβάνονται στο άρθρο 10, πρώτο εδάφιο, εφόσον τα εν λόγω στοιχεία ενεργητικού δεν συνίστανται σε μετοχές ή μερίδια ασφαλιστικής ανώνυμης εταιρίας ή αντίστοιχης αλλοδαπής εταιρίας.
Το άρθρο 17a εφαρμόζεται επί του δικαιώματος της ασφαλιστικής εταιρίας να κατέχει μετοχές ή μερίδια σε επιχειρήσεις που ασκούν κάποια μορφή χρηματοοικονομικής δραστηριότητας».
18 Η έκφραση «στοιχεία ενεργητικού που διαλαμβάνονται στο άρθρο 10, πρώτο εδάφιο», αφορά τα στοιχεία ενεργητικού που είναι αναγκαία για να καλυφθούν τα τεχνικά αποθεματικά.
19 Ο lag (1948:433) om fφrsδkringsrφrelse (στο εξής: νόμος του 1948 περί της ασφαλιστικής δραστηριότητας) περιείχε ήδη μια διάταξη ισοδύναμη με εκείνη που περιλαμβάνεται στο άρθρο 17, πρώτο εδάφιο, πρώτη και δεύτερη περίοδος, του κεφαλαίου 7 του FRL. Σύμφωνα με τις προπαρασκευαστικές εργασίες του νόμου του 1948 περί της ασφαλιστικής δραστηριότητας, σκοπός του κανόνα αυτού ήταν να εμποδίσει τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις να αποκτήσουν υπερβολικά μεγάλη επιρροή σε επιχειρήσεις εκτός του τομέα των ασφαλειών.
20 Σύμφωνα με το άρθρο 17, πρώτο εδάφιο, του κεφαλαίου 7 του FRL, η Finansinspektion μπορεί να χορηγήσει σε ασφαλιστική επιχείρηση εξαίρεση από την απαγόρευση κατοχής σε σουηδική ή αλλοδαπή ανώνυμη εταιρία συμμετοχών που να αντιπροσωπεύουν πλέον του 50 % των δικαιωμάτων ψήφου επί του συνόλου των μετοχών.
Η διαφορά της κύριας δίκης
21 Η Skandia είναι εξ ολοκλήρου κύριος της εταιρίας ασφαλίσεως ζωής Livfφrsδkringsaktienbolaget Skandia (publ) (στο εξής: Skandia Liv). Η Skandia και η Skandia Liv είναι από κοινού κύριοι της Skandia Investment AB (publ) (στο εξής: Skandia Investment), η οποία είναι μια εταιρία που επενδύει σε μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.
22 Με έγγραφο της 29ης Δεκεμβρίου 1995, η Skandia πληροφόρησε τη Finansinspektion ότι η Skandia Investment είχε αυξήσει τη συμμετοχή της στην Kungsdialysen, εταιρία που ασκεί δραστηριότητες στον τομέα των διυλίσεων. Με την πράξη αυτή, η Skandia Investment αύξησε τα δικαιώματα ψήφου που κατείχε στην Kungsdialysen από 5 % σε 9,2 % και το μερίδιό της στο μετοχικό κεφάλαιο από 30,8 % σε 33,9 %. Οι κατεχόμενες μετά την πράξη αυτή μετοχές αποτελούν τμήμα της ελεύθερης βάρους περιουσίας της Skandia και της Skandia Liv, δηλαδή των κεφαλαίων που δεν αντιστοιχούν στα τεχνικά αποθεματικά.
23 Στο έγγραφο αυτό, η Skandia ισχυρίστηκε ότι το άρθρο 17, πρώτο εδάφιο, του κεφαλαίου 7 του FRL (στο εξής: κανόνας του 5 %) αντέβαινε στα άρθρα 18, παράγραφος 1, της οδηγίας 73/239 και 21, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/267, όπως έχουν τροποποιηθεί.
24 Με απόφαση της 21ης Μαρτίου 1996, η Finansinspektion έκρινε ότι αυτές οι κοινοτικές διατάξεις δεν είχαν άμεσο αποτέλεσμα, για τον λόγο ότι δεν ήσαν επαρκώς σαφείς και ακριβείς, οπότε η Skandia είχε την υποχρέωση να τηρήσει τον κανόνα του 5 %. Η Finansinspektion ζήτησε από τη Skandia να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για να μειώσει, το αργότερο μέχρι την 1η Σεπτεμβρίου 1996, τη συμμετοχή της στην Kungsdialysen στο ανώτατο όριο του 5 % των δικαιωμάτων ψήφου επί του συνόλου των μετοχών της εταιρίας αυτής.
25 Η προσφυγή που η Skandia άσκησε κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον της Σουηδικής Κυβερνήσεως απορρίφθηκε με απόφαση της 15ης Αυγούστου 1996.
26 Στις 6 Σεπτεμβρίου 1996, η Skandia άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως της κυβερνήσεως ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, προκειμένου το δικαστήριο αυτό να ελέγξει τη νομιμότητα της εν λόγω αποφάσεως.
27 Κατόπιν της προσφυγής αυτής, η Finansinspektion, με απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 1996, παρέτεινε την προθεσμία που είχε τάξει στη Skandia Investment για να μειώσει τη συμμετοχή της στην Kungsdialysen μέχρι μια ημερομηνία την οποία θα κοινοποιούσε κατόπιν και, το αργότερο, τρεις μήνες μετά την οριστική απόφαση του Regeringsrδtt.
28 Η Σουηδική Κυβέρνηση φρονεί, αντίθετα προς την άποψη που υποστηρίζει η Finansinspektion, ότι τα άρθρα 18, παράγραφος 1, της οδηγίας 73/239 και 21, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/267, όπως έχουν τροποποιηθεί, είναι επαρκώς σαφή και ακριβή ώστε να γεννούν δικαιώματα υπέρ των ιδιωτών. Η εν λόγω κυβέρνηση ισχυρίζεται ωστόσο ότι οι διατάξεις αυτές αποσκοπούν κυρίως στο να εμποδίσουν τις εθνικές διατάξεις που επιβάλλουν ή απαγορεύουν στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις να επενδύουν την ελεύθερη βάρους περιουσία τους σε ορισμένες κατηγορίες στοιχείων ενεργητικού. Επομένως, τα άρθρα αυτά δεν απαγορεύουν κάθε μορφή ρυθμίσεως αφορώσας την ελεύθερη βάρους περιουσία. Συνεπώς, τίποτε δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να θεσπίζουν κανόνες με σκοπό να περιορίσουν την επιρροή που ασκεί μια ασφαλιστική επιχείρηση, μέσω των συμμετοχών που κατέχει, επί άλλων επιχειρήσεων.
29 Κατά τη Skandia, ο κανόνας του 5 % συνιστά ποσοτικό περιορισμό, ο οποίος αφορά την εκ μέρους των ασφαλιστικών επιχειρήσεων επένδυση της ελεύθερης βάρους περιουσίας τους και ο οποίος είναι ασύμβατος προς τα άρθρα 18, παράγραφος 1, της οδηγίας 73/239 και 21, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/267, όπως έχουν τροποποιηθεί, τα οποία παράγουν άμεσα αποτελέσματα. Αν γινόταν δεκτός ένας τέτοιος περιορισμός, οι σουηδικές ασφαλιστικές επιχειρήσεις θα υφίσταντο στρέβλωση του ανταγωνισμού σε σχέση με τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη. Ένας τέτοιος κανόνας θα καθιστούσε επίσης δυσχερέστερη, επί ζημία των καταναλωτών, την πραγματοποίηση της εσωτερικής αγοράς παροχής ασφαλιστικών υπηρεσιών εντός της Ευρωπαϋκής Ενώσεως.
30 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Regeringsrδtt αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
«1) Είναι συμβατό προς το άρθρο 18, παράγραφος 1, της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 26 της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ, και προς το άρθρο 21, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/267/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 27 της οδηγίας 92/96/ΕΟΚ, το να επιτάσσει ένας εθνικός νόμος ότι μια ασφαλιστική επιχείρηση, όσον αφορά την ελεύθερη βάρους περιουσία της (δηλαδή όσον αφορά τα στοιχεία ενεργητικού της εταιρίας που δεν αντιστοιχούν στα τεχνικά αποθεματικά), δεν μπορεί, χωρίς διοικητική άδεια, να κατέχει αριθμό μετοχών σε ημεδαπή ή αλλοδαπή ανώνυμη εταιρία μεγαλύτερο από εκείνον που αντιστοιχεί στο 5 % των δικαιωμάτων ψήφου επί του συνόλου των μετοχών;
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως:
2) Είναι ο χαρακτήρας των προαναφερθέντων άρθρων των οδηγιών τέτοιος - όσον αφορά τη σαφήνεια κ.λπ. - ώστε ένα εθνικό δικαστήριο να οφείλει κατά συνέπεια να μην εφαρμόζει την εθνική διάταξη με το ως άνω περιεχόμενο, κατά τον έλεγχο της νομιμότητας της επενδύσεως της ελεύθερης βάρους περιουσίας μιας ασφαλιστικής επιχειρήσεως;»
Επί του πρώτου ερωτήματος
31 Με το πρώτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν τα άρθρα 18, παράγραφος 1, της οδηγίας 73/239, όπως τροποιήθηκε με το άρθρο 26 της οδηγίας 92/49, και 21, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/267, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 27 της οδηγίας 92/96, αντίκεινται σε κανόνα εθνικού δικαίου ο οποίος απαγορεύει στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις να κατέχουν, ως ελεύθερη βάρους περιουσία, μετοχές αντιπροσωπεύουσες πλέον του 5 % του συνόλου των δικαιωμάτων ψήφου σε ημεδαπή ή αλλοδαπή ανώνυμη εταιρία, χωρίς άδεια της διοικητικής αρχής.
32 Κατά τη Σουηδική, τη Φινλανδική και τη Νορβηγική Κυβέρνηση, τα άρθρα 18, παράγραφος 1, της οδηγίας 73/239 και 21, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/267, όπως έχουν τροποποιηθεί, απαγορεύουν στα κράτη μέλη να επιβάλλουν ποιοτικούς περιορισμούς όσον αφορά την επιλογή των στοιχείων ενεργητικού που συνιστούν την ελεύθερη βάρους περιουσία των ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Τα κράτη μέλη δεν μπορούν συνεπώς να αναγκάζουν τις επιχειρήσεις αυτές να επενδύουν την ελεύθερη βάρους περιουσία τους σε συγκεκριμένες κατηγορίες στοιχείων ενεργητικού. Αντιθέτως, τα κράτη μέλη διατηρούν την ευχέρεια να τους επιβάλλουν ποσοτικούς περιορισμούς, όσον αφορά την επένδυση των στοιχείων ενεργητικού που συνιστούν την εν λόγω περιουσία.
33 Η εκ μέρους των κρατών μελών θέσπιση μέτρων περιοριζόντων την ποσότητα των στοιχείων ενεργητικού που μπορούν να τοποθετηθούν από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις σε άλλες εταιρίες αποβλέπει, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, των οδηγιών 73/239 και 79/267, όπως τροποποιήθηκε, αφενός, στο να αποφευχθεί μια συγκέντρωση των συμμετοχών και μια υπερβολικά μεγάλη επιρροή των ασφαλιστικών επιχειρήσεων σε εταιρίες που ασκούν δραστηριότητα άσχετη προς τον ασφαλιστικό τομέα και, αφετέρου, στο να προστατεύσει τους ασφαλισμένους έναντι των χρηματοοικονομικών κινδύνων που συνδέονται με τη συμμετοχή των εταιριών αυτών σε δραστηριότητες ξένες προς την ασφαλιστική.
34 Η επιβαλλόμενη στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις απαγόρευση να ασκούν δραστηριότητα ξένη προς την ασφαλιστική θα μπορούσε εύκολα να καταστρατηγηθεί αν τα κράτη μέλη δεν μπορούσαν να εμποδίσουν τις επιχειρήσεις αυτές να κατέχουν «σημαντικά» ή «ουσιώδη» πακέτα μετοχών σε εταιρίες που ασκούν δραστηριότητες ξένες προς τον ασφαλιστικό τομέα. Εναπόκειται σε κάθε κράτος μέλος να ορίσει την έννοια της «σημαντικής» ή «ουσιώδους» επιρροής σε τέτοιες εταιρίες.
35 Η Σουηδική Κυβέρνηση αναφέρεται ειδικότερα στην οδηγία 85/611, η οποία προβλέπει, στο άρθρο της 13, ότι οι εταιρίες επενδύσεων δεν μπορούν να αναπτύξουν άλλες δραστηριότητες εκτός από τη διαχείριση κεφαλαίων που επενδύονται σε κινητές αξίες και διευκρινίζει, στο άρθρο της 25, ότι οι εν λόγω εταιρίες δεν μπορούν να αποκτούν μετοχές με δικαίωμα ψήφου που να τους επιτρέπουν να ασκούν «σημαντική επιρροή» στη διαχείριση των εκδοτών των αξιών τις οποίες διαχειρίζονται. Μολονότι η έννοια της «σημαντικής επιρροής» δεν διευκρινίζεται στην οδηγία 85/611, η πλειονότητα των κρατών μελών εκφράστηκε ευνοϋκά, κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες, υπέρ ενός ρητού ορίου ίσου προς το 5 % των μετοχών με δικαίωμα ψήφου.
36 Η εν λόγω κυβέρνηση ισχυρίζεται τέλος ότι ένας κανόνας εθνικού δικαίου, όπως ο κανόνας του 5 % ο οποίος αμφισβητείται στο πλαίσιο της κύριας δίκης, εμφανίζεται τοσούτω μάλλον εύλογος όταν η εθνική διοίκηση μπορεί, όπως εν προκειμένω, να επιτρέψει σε μια ασφαλιστική εταιρία να υπερβεί το όριο αυτό σε συγκεκριμένες περιπτώσεις.
37 Πρέπει να υπενθυμιστεί κατ' αρχάς ότι οι οδηγίες 73/239 και 79/267, που εκδόθηκαν βάσει του άρθρου 57, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, έχουν ως σκοπό να διευκολύνουν την άσκηση του δικαιώματος εγκαταστάσεως των ενεργών επιχειρήσεων, αντιστοίχως, στον τομέα των ασφαλίσεων εκτός της ασφαλίσεως ζωής και στον τομέα της ασφαλίσεως ζωής (βλ. δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 73/239 και πρώτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 79/267).
38 Πρέπει να υπενθυμιστεί εν συνεχεία ότι οι οδηγίες 92/49 και 92/96, οι οποίες τροποποιούν τις οδηγίες 73/239 και 79/267 και οι οποίες εκδόθηκαν βάσει του άρθρου 57, παράγραφος 2, καθώς και βάσει του άρθρου 66 της Συνθήκης ΕΟΚ, αποβλέπουν στην ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς στον τομέα των ασφαλίσεων εκτός της ασφαλίσεως ζωής και στον τομέα της ασφαλίσεως ζωής, υπό τη διττή άποψη της ελευθερίας της εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.
39 Για την υλοποίηση των σκοπών αυτών, οι οδηγίες 92/49 και 92/96 αποσκοπούν στην επίτευξη «της βασικής, αναγκαίας και επαρκούς εναρμόνισης για την αμοιβαία αναγνώριση των αδειών λειτουργίας και των συστημάτων προληπτικού ελέγχου, η οποία επιτρέπει τη χορήγηση ενιαίας άδειας με ισχύ σε όλη την Κοινότητα και την εφαρμογή της αρχής του ελέγχου από το κράτος μέλος καταγωγής» (βλ. πέμπτη αιτιολογική σκέψη των δύο αυτών οδηγιών).
40 Το κράτος μέλος καταγωγής είναι έτσι αποκλειστικά αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 13 της οδηγίας 73/239 και 15 της οδηγίας 79/267, όπως τροποποιήθηκαν, να προβαίνει στη χρηματοοικονομική εποπτεία των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, η οποία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την εξακρίβωση, για το σύνολο των δρατηριοτήτων τους, της κατάστασης της φερεγγυότητάς τους και της συστάσεως τεχνικών αποθεματικών, καθώς και αντιπροσωπευτικών στοιχείων ενεργητικού.
41 Τα άρθρα 15 της οδηγίας 73/239 και 17 της οδηγίας 79/267, όπως τροποποιήθηκαν, προβλέπουν επιπλέον ότι το κράτος μέλος καταγωγής επιβάλλει σε κάθε ασφαλιστική επιχείρηση τη σύσταση επαρκών τεχνικών αποθεματικών σχετικά με το σύνολο των δραστηριοτήτων της, τα οποία καλύπτονται από διεπόμενα από τους κανόνες της νομισματικής αντιστοιχίας στοιχεία ενεργητικού και τα οποία, για τους κειμένους εντός της Κοινότητας κινδύνους, βρίσκονται εντός αυτής. Το άρθρο 22, παράγραφος 5, των οδηγιών 92/49 και 92/96 προσθέτει ότι τα κράτη μέλη δεν απαιτούν από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις να επενδύουν σε συγκεκριμένες κατηγορίες στοιχείων ενεργητικού.
42 Αντιθέτως, τα άρθρα 18, παράγραφος 1, της οδηγίας 73/239 και 21, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/267, όπως τροποποιήθηκαν, ορίζουν, με σαφή και επιτακτική διατύπωση, ότι «τα κράτη μέλη δεν θεσπίζουν κανένα κανόνα σχετικά με την επιλογή των στοιχείων ενεργητικού που υπερβαίνουν τα αντιπροσωπεύοντα τα τεχνικά αποθεματικά (...)».
43 Επομένως, από το κείμενο των άρθρων 18, παράγραφος 1, της οδηγίας 73/239 και 21, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/267, όπως τροποποιήθηκαν, προκύπτει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να απέχουν από κάθε ρύθμιση όσον αφορά την επιλογή των στοιχείων ενεργητικού που συνιστούν την ελεύθερη βάρους περιουσία των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για ρυθμίσεις σχετικές με την ποιότητα ή την ποσότητα των εν λόγω στοιχείων ενεργητικού.
44 Επιπλέον, πρέπει να τονιστεί ότι η εκ μέρους κράτους μέλους εφαρμογή επί των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που υπάγονται στον έλεγχό του ενός κανόνα εθνικού δικαίου, όπως ο κανόνας του 5 %, μπορεί να συνεπάγεται, σε σχέση με τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που υπάγονται στον έλεγχο άλλων κρατών μελών των οποίων η νομοθεσία δεν περιέχει τέτοιο κανόνα, στρεβλώσεις του ανταγωνισμού ασύμβατες προς την εσωτερική αγορά, την οποία οι οδηγίες 92/49 και 92/96 αποσκοπούν ακριβώς να εφαρμόσουν στον τομέα των ασφαλίσεων εκτός της ασφαλίσεως ζωής και στον τομέα της ασφαλίσεως ζωής.
45 Ένας τέτοιος κανόνας δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ούτε από την υποχρέωση των κρατών μελών να μεριμνούν, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, των οδηγιών 73/239 και 79/267, όπως τροποποιήθηκε, ώστε οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις να περιορίζουν το εταιρικό αντικείμενό τους στην ασφαλιστική δραστηριότητα και στις εργασίες που απορρέουν άμεσα από αυτήν, εξαιρουμένης κάθε άλλης εμπορικής δραστηριότητας.
46 Συγκεκριμένα, επιβάλλεται, αφενός, η διαπίστωση ότι το γράμμα αυτής της διατάξεως ουδόλως απαγορεύει στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις να κατέχουν, ως τμήμα της ελεύθερης βάρους περιουσίας τους, μετοχές σε εταιρία ασκούσα δραστηριότητα άσχετη προς τις ασφάλειες.
47 Αφετέρου, πρέπει να τονιστεί ότι η απαγόρευση που επιβάλλεται στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις να ασκούν εμπορικές δραστηριότητες άσχετες προς την ασφαλιστική δραστηριότητα, απαγόρευση η οποία προβλέπεται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, των οδηγιών 73/239 και 79/267, όπως τροποποιήθηκε, αποσκοπεί ιδίως στην προστασία των συμφερόντων των ασφαλισμένων έναντι των κινδύνων που θα μπορούσε να δημιουργήσει η άσκηση τέτοιων δραστηριοτήτων για τη φερεγγυότητα των εν λόγω επιχειρήσεων. Επομένως, η προπαρατεθείσα διάταξη δεν εμποδίζει τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις να κατέχουν μετοχές ανωνύμων εταιριών που ασκούν την εμπορική δραστηριότητά τους εκτός του ασφαλιστικού τομέα και στην περιουσία των οποίων περιορίζονται οι χρηματοοικονομικοί κίνδυνοι.
48 Όσον αφορά το επιχείρημα που η Σουηδική Κυβέρνηση αντλεί από την οδηγία 85/611, πρέπει να τονιστεί ότι, αν ο κοινοτικός νομοθέτης είχε θελήσει να εισαγάγει, στον ασφαλιστικό τομέα, περιορισμό παρόμοιο με εκείνον που προκύπτει, για τις εταιρίες επενδύσεων, από το άρθρο 25 της οδηγίας αυτής, θα μπορούσε να το πράξει με την ευκαιρία των τροποποιήσεων που επέφερε στις οδηγίες 73/239 και 79/267, ιδίως με τις οδηγίες 92/49 και 92/96.
49 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η απλή κατοχή μεριδίων σε εταιρία ασκούσα δραστηριότητα ξένη προς την ασφαλιστική δραστηριότητα δεν είναι, καθεαυτή, αντίθετη ούτε προς το γράμμα του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, των οδηγιών 73/239 και 79/267, όπως τροποποιήθηκε, ούτε προς τον σκοπό τον οποίο το άρθρο αυτό επιδιώκει.
50 Το γεγονός και μόνον ότι οι αρμόδιες εθνικές αρχές μπορούν να χορηγούν κατά διακριτική ευχέρεια εξαιρέσεις από τον κανόνα του 5 % δεν μπορεί να καταστήσει τον κανόνα αυτό συμβατό προς τα άρθρα 18, παράγραφος 1, της οδηγίας 73/239 και 21, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/267 (βλ., στο πνεύμα αυτό, απόφαση της 8ης Φεβρουαρίου 1983, 124/81, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Συλλογή 1983, σ. 203, σκέψη 10).
51 Υφίσταται βεβαίως ο κίνδυνος ορισμένες επενδύσεις να διακυβεύσουν τη φερεγγυότητα των ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Για να αντιμετωπιστεί ο κίνδυνος αυτός, εναπόκειται στις εθνικές ελεγκτικές αρχές του κράτους μέλους καταγωγής να ασκούν, σύμφωνα με τα άρθρα 13 επ. της οδηγίας 73/239 και 15 επ. της οδηγίας 79/267, όπως τροποποιήθηκαν, χρηματοοικονομική εποπτεία επί των ασφαλιστικών επιχειρήσεων.
52 Εν πάση περιπτώσει, όπως ορθώς τόνισαν η Skandia και η Επιτροπή, το γεγονός ότι ο κανόνας του 5 % λαμβάνει υπόψη το ποσοστό των δικαιωμάτων ψήφου και όχι το τμήμα του κεφαλαίου που κατέχει η ασφαλιστική επιχείρηση σε ανώνυμες εταιρίες αποδεικνύει ότι ένας τέτοιος κανόνας δεν έχει ως σκοπό να διασφαλίσει τη χρηματοοικονομική σταθερότητα των επιχειρήσεων αυτών, αλλά να περιορίσει την επιρροή που οι επιχειρήσεις αυτές μπορούν να ασκήσουν σε τέτοιες εταιρίες.
53 Επομένως, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 18, παράγραφος 1, της οδηγίας 73/239, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 26 της οδηγίας 92/49, και 21, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/267, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 27 της οδηγίας 92/96, αντίκεινται σε κανόνα εθνικού δικαίου που απαγορεύει στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις να κατέχουν, ως τμήμα της ελεύθερης βάρους περιουσίας τους, μετοχές αντιπροσωπεύουσες πλέον του 5 % του συνόλου των δικαιωμάτων ψήφου σε ημεδαπή ή αλλοδαπή ανώνυμη εταιρία, χωρίς άδεια της διοικητικής αρχής.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
54 Με το δεύτερο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν οι διατάξεις των άρθρων 18, παράγραφος 1, της οδηγίας 73/239, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 26 της οδηγίας 92/49, και 21, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/267, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 27 της οδηγίας 92/96, είναι επαρκώς ακριβείς και ανεπιφύλακτες ώστε να μπορεί να γίνει επίκληση των διατάξεων αυτών ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου κατά της διοικητικής αρχής και να έχουν ως συνέπεια τη μη εφαρμογή κανόνα εθνικού δικαίου ο οποίος είναι αντίθετος προς αυτές.
55 Πρέπει να τονιστεί ότι η υποχρέωση που οι προπαρατεθείσες διατάξεις επιβάλλουν στα κράτη μέλη να μην καθορίζουν κανένα κανόνα σχετικά με την επιλογή των στοιχείων ενεργητικού που υπερβαίνουν εκείνα που αντιπροσωπεύουν τα τεχνικά αποθέματα είναι διατυπωμένη κατά τρόπο σαφή και ανεπιφύλακτο και ουδενός ειδικού μέτρου εφαρμογής χρήζει.
56 Των διατάξεων αυτών μπορεί επομένως να γίνει επίκληση ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου κατά της διοικητικής αρχής και τούτο να έχει ως συνέπεια τη μη εφαρμογή κανόνα εθνικού δικαίου ο οποίος είναι αντίθετος προς αυτές.
57 Επομένως, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι διατάξεις των άρθρων 18, παράγραφος 1, της οδηγίας 73/239, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 26 της οδηγίας 92/49, και 21, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/267, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 27 της οδηγίας 92/96, είναι επαρκώς ακριβείς και ανεπιφύλακτες ώστε να μπορεί να γίνει επίκληση των διατάξεων αυτών ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου κατά της διοικητικής αρχής και να έχουν ως συνέπεια τη μη εφαρμογή κανόνα εθνικού δικαίου ο οποίος είναι αντίθετος προς αυτές.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
58 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Σουηδική, η Φινλανδική και η Νορβηγική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 11ης Ιουνίου 1997 το Regeringsrδtt, αποφαίνεται:
1) Τα άρθρα 18, παράγραφος 1, της πρώτης οδηγίας 73/239/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1973, περί συντονισμού των νομοθετικών κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη δραστηριότητος πρωτασφαλίσεως, εκτός της ασφαλίσεως ζωής, και την άσκηση αυτής, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 26 της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφάλειας ζωής και για την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/ΕΟΚ και 88/357/ΕΟΚ (τρίτη οδηγία για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής), και 21, παράγραφος 1, της πρώτης οδηγίας 79/267/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Μαρτίου 1979, περί συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη της δραστηριότητος της πρωτασφαλίσεως ζωής και την άσκηση αυτής, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 27 της οδηγίας 92/96/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Νοεμβρίου 1992, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση ζωής, και για την τροποποίηση των οδηγιών 79/267/ΕΟΚ και 90/619/ΕΟΚ (τρίτη οδηγία σχετικά με την ασφάλεια ζωής), αντίκεινται σε κανόνα εθνικού δικαίου που απαγορεύει στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις να κατέχουν, ως τμήμα της ελεύθερης βάρους περιουσίας τους, μετοχές αντιπροσωπεύουσες πλέον του 5 % του συνόλου των δικαιωμάτων ψήφου σε ημεδαπή ή αλλοδαπή ανώνυμη εταιρία, χωρίς άδεια της διοικητικής αρχής.
2) Οι διατάξεις των άρθρων 18, παράγραφος 1, της οδηγίας 73/239, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 26 της οδηγίας 92/49, και 21, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/267, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 27 της οδηγίας 92/96, είναι επαρκώς ακριβείς και ανεπιφύλακτες ώστε να μπορεί να γίνει επίκληση των διατάξεων αυτών ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου κατά της διοικητικής αρχής και να έχουν ως συνέπεια τη μη εφαρμογή κανόνα εθνικού δικαίου ο οποίος είναι αντίθετος προς αυτές.
Full & Egal Universal Law Academy