Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Κοινό Δασμολόγιο - Τελωνειακή ατέλεια κατά την εισαγωγή - Καύσιμα ευρισκόμενα επί χερσαίων οχημάτων με κινητήρα - Κανονικές δεξαμενές καυσίμων - Έννοια - Δεξαμενές καυσίμων που έχουν τοποθετηθεί μόνιμα από αντιπρόσωπο του κατασκευαστή ή από κατασκευαστή αμαξωμάτων - Αποκλείονται
(Κανονισμός 918/83 του Συμβουλίου, άρθρο 112 § 2, στοιχ. γγ, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1315/88)
Περίληψη
Το άρθρο 112, παράγραφος 2, στοιχείο γγ, του κανονισμού 918/83, για τη θέσπιση του κοινοτικού καθεστώτος τελωνειακών ατελειών, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1315/88, για τροποποίηση του κανονισμού 2658/87 για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο ορισμός που δίδει το εν λόγω άρθρο στην έννοια «κανονικές δεξαμενές καυσίμων» δεν καλύπτει τις δεξαμενές καυσίμων που έχουν τοποθετηθεί σε εμπορευματοκιβώτια τα οποία διαθέτουν σύστημα ψύξεως και προορίζονται για οδικές μεταφορές σε μεγάλες αποστάσεις, αν οι εν λόγω δεξαμενές καυσίμων έχουν τοποθετηθεί μόνιμα από αντιπρόσωπο του κατασκευαστή ή από κατασκευαστή αμαξωμάτων προς επίτευξη ορισμένων σκοπών οικονομικής φύσεως.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-247/97,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Cour de cassation (Βέλγιο) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Marcel Schoonbroodt,
Marc Schoonbroodt,
Transports A. M. Schoonbroodt SPRL
και
Βελγικού Δημοσίου,
"η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 112 του κανονισμού (ΕΟΚ) 918/83 του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, για τη θέσπιση του κοινοτικού καθεστώτος τελωνειακών ατελειών (ΕΕ L 105, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1315/88 του Συμβουλίου, της 3ης Μαου 1988, για τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 2658/87 για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο (ΕΕ L 123, σ. 2),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. Jann (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, D. A. O. Edward και L. Sevσn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- οι Marcel και Marc Schoonbroodt και η Transports A. M. Schoonbroodt SPRL, εκπροσωπούμενοι από τον Ghislain Royen, δικηγόρο Verviers,
- η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Jan Devadder, γενικό σύμβουλο στο Υπουργείο Εξωτερικών, Εξωτερικού Εμπορίου και Συνεργασίας για την Ανάπτυξη, επικουρούμενο από τον Bernard van de Walle de Ghelcke, δικηγόρο Βρυξελλών,
- η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την Kareen Rispal-Bellanger, υποδιευθύντρια στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και τον Romain Nadal, βοηθό γραμματέα εξωτερικών υποθέσεων στην ίδια διεύθυνση,
- η Φινλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Holger Rotkirch, πρέσβη, προϋστάμενο της υπηρεσίας νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Michel Nolin, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις των Marcel και Marc Schoonbroodt και της Transports A. M. Schoonbroodt SPRL, της Βελγικής Κυβερνήσεωες και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 30ής Απριλίου 1998,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 25ης Ιουνίου 1998,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με απόφαση της 25ης Ιουνίου 1997, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 7 Ιουλίου 1997, το Cour de cassation υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 112 του κανονισμού (ΕΟΚ) 918/83 του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, για τη θέσπιση του κοινοτικού καθεστώτος τελωνειακών ατελειών (ΕΕ L 105, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1315/88 του Συμβουλίου, της 3ης Μαου 1988, για τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 2658/87 για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο (ΕΕ L 123, σ. 2).
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ, αφενός, της εταιρίας Transports A. M. Schoonbroodt (στο εξής: Schoonbroodt), με έδρα το Herve (Βέλγιο), και των δύο διαχειριστών της, Marcel και Marc Schoonbroodt, και, αφετέρου, του Βελγικού Δημοσίου, σχετικά με την καταβολή του ειδικού φόρου καταναλώσεως κατά την εισαγωγή πετρελαίου εσωτερικής καύσεως.
Το νομικό πλαίσιο
Το βελγικό δίκαιο
3 Τα άρθρα 1 και 2 της βελγικής υπουργικής αποφάσεως της 17ης Φεβρουαρίου 1960, περί των ατελειών από τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως κατά την εισαγωγή (Moniteur belge της 18ης Φεβρουαρίου 1960, σ. 1041), προβλέπουν ότι οι εν λόγω ατέλειες παρέχονται για τα προϋόντα τα οποία μνημονεύονται σ' αυτές και μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται τα ευρισκόμενα επί μεταφορικών μέσων καύσιμα, «στον ίδιο βαθμό και υπό τις ίδιες προϋποθέσεις» με τις ατέλειες από τους εισαγωγικούς δασμούς.
Το κοινοτικό δίκαιο
4 Όσον αφορά τα εμπορεύματα που εισάγονται στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, οι προϋποθέσεις και τα όρια των τελωνειακών ατελειών που ισχύουν όσον αφορά τα καύσιμα που βρίσκονται επί χερσαίων οχημάτων με κινητήρα καθορίζονται από το άρθρο 112 του κανονισμού 918/83, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1315/88. Το άρθρο αυτό ορίζει τα εξής:
«1. Εισάγονται ατελώς, με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 113 έως 115:
α) τα καύσιμα που περιέχονται στις τυποποιημένες δεξαμενές καυσίμων:
- των ιδιωτικών και επαγγελματικών αυτοκινήτων οχημάτων καθώς και των μοτοσικλετών,
- εντός των εμπορευματοκιβωτίων ειδικής χρήσης,
που εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας·
(...)
2. Κατά την έννοια της παραγράφου 1, νοούνται ως:
α) "επαγγελματικό αυτοκίνητο όχημα": κάθε οδικό όχημα με κινητήρα (περιλαμβανομένων και των ρυμουλκών με ή χωρίς ρυμουλκούμενα) το οποίο, ανάλογα με τον τύπο κατασκευής και τον εξοπλισμό του, είναι κατάλληλο και προορίζεται για την πραγματοποίηση μεταφορών, με ή χωρίς κόμιστρο:
- περισσοτέρων των εννέα προσώπων, περιλαμβανομένου και του οδηγού,
- εμπορευμάτων,
καθώς και κάθε οδικό όχημα άλλης ειδικής χρήσης εκτός από τη μεταφορά αυτή καθαυτή·
(...)
γ) "τυποποιημένες δεξαμενές καυσίμων":
- οι δεξαμενές που ο κατασκευαστής τοποθετεί σε όλα τα οχήματα του ιδίου τύπου με το εξεταζόμενο όχημα και η τοποθέτηση των οποίων επιτρέπει την απευθείας χρησιμοποίηση του καυσίμου τόσο για την κίνηση των οχημάτων όσο και, ενδεχομένως, για τη λειτουργία κατά τη διάρκεια της μεταφοράς των συστημάτων ψύξης και άλλων συστημάτων.
(...)
- οι μόνιμες δεξαμενές καυσίμων που ο κατασκευστής τοποθετεί σε όλα τα εμπορευματοκιβώτια του ιδίου τύπου με τον τύπο του εξεταζόμενου εμπορευματοκιβωτίου και η μόνιμη τοποθέτηση των οποίων επιτρέπει την απευθείας χρησιμοποίηση του καυσίμου για τη λειτουργία, κατά τη διάρκεια της μεταφοράς των συστημάτων ψύξης και άλλων συστημάτων με τα οποία είναι εξοπλισμένα τα εμπορευματοκιβώτια ειδικής χρήσης·
δ) "εμπορευματοκιβώτια ειδικής χρήσης": τα εμπορευματοκιβώτια που είναι εξοπλισμένα με ειδικούς μηχανισμούς για τα συστήματα ψύξης, οξυγόνωσης,θερμικής μόνωσης, κ.λπ.»
5 Όσον αφορά την ατελή εισαγωγή των καυσίμων που περιέχονται στις δεξαμενές καυσίμων των ταξινομηθέντων σε κράτος μέλος επαγγελματικών αυτοκινήτων οχημάτων που διασχίζουν κοινά σύνορα μεταξύ κρατών μελών, έχουν θεσπιστεί, με την οδηγία 68/297/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Ιουλίου 1968, περί θεσπίσεως ομοιομόρφων διατάξεων περί της ατελούς εισαγωγής καυσίμων που περιέχονται στη δεξαμενή καυσίμων των εμπορικών οχημάτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 07/001, σ. 98), ομοιόμορφες διατάξεις «προκειμένου να εναρμονιστούν οι συνθήκες του ανταγωνισμού μεταξύ των μεταφορέων στα διάφορα κράτη μέλη».
6 Το άρθρο 2 της οδηγίας 68/297, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 85/347/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Ιουλίου 1985 (ΕΕ L 183, σ. 22), ορίζει τις έννοιες «αυτοκίνητο όχημα δημοσίας χρήσεως» και «κανονικές δεξαμενές καυσίμων» ως εξής:
«Κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:
- "αυτοκίνητο όχημα δημοσίας χρήσεως", κάθε οδικό όχημα με κινητήρα το οποίο, σύμφωνα με τον τύπο κατασκευής και τον εξοπλισμό του, είναι κατάλληλο και προορίζεται για μεταφορές, με ή χωρίς κόμιστρο:
α) περισσοτέρων από εννέα προσώπων, στα οποία περιλαμβάνεται και ο οδηγός·
β) εμπορευμάτων,
- "κανονικές δεξαμενές καυσίμων", οι δεξαμενές καυσίμων που ο κατασκευαστής ενσωματώνει σε όλα τα αυτοκίνητα οχήματα του ίδιου τύπου με το εξεταζόμενο όχημα και η ενσωμάτωση των οποίων επιτρέπει την απευθείας χρήση των καυσίμων τόσο για την κίνηση των οχημάτων όσο και, ενδεχομένως, για τη λειτουργία του ψυκτικού συστήματος.
(...)»
Η διαφορά της κύριας δίκης
7 Η Schoonbroodt, που είναι ειδικευμένη στις διεθνείς μεταφορές εμπορευμάτων υπό ελεγχόμενη θερμοκρασία, διαθέτει ρυμουλκά και ρυμουλκούμενα εφοδιασμένα με συστήματα ψύξεως. Όπως προκύπτει από τις διαπιστώσεις που περιέχονται στην απόφαση περί παραπομπής, τα εν λόγω ρυμουλκούμενα, τα οποία διαθέτουν εξ αρχής δεξαμενές καυσίμων, χωρητικότητας 100 λίτρων, που προορίζονται για την τροφοδότηση του συστήματος ψύξεως, έχουν εξοπλιστεί από αντιπροσώπους ή από κατασκευαστές αμαξωμάτων με πρόσθετες δεξαμενές καυσίμων, χωρητικότητας 700 περίπου λίτρων. Οι εν λόγω πρόσθετες δεξαμενές καυσίμων, οι οποίες έχουν τοποθετηθεί μόνιμα, έχουν ενσωματωθεί κατά τρόπον ώστε το περιεχόμενό τους να μπορεί να χρησιμοποιηθεί, μέσω μιας ηλεκτρικής αντλίας, η λειτουργία της οποίας ρυθμίζεται από διακόπτη ευρισκόμενο επί των ρυμουλκουμένων, τόσο για τη λειτουργία του συστήματος ψύξεως όσο και για την τροφοδότηση των ρυμουλκών με καύσιμα.
8 Κατόπιν ελέγχου που διενήργησε επί των οχημάτων της Schoonbroodt, η ειδική φορολογική επιθεώρηση διαπίστωσε ότι οι πρόσθετες δεξαμενές καυσίμων δεν ενέπιπταν στον ορισμό των «κανονικών δεξαμενών καυσίμων» του άρθρου 112, παράγραφος 2, στοιχείο γγ, του κανονισμού 918/83, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1315/88. Κατά συνέπεια, η εν λόγω αρχή προέβη στον υπολογισμό των ποσοτήτων καυσίμων που περιέχονταν στις εν λόγω δεξαμενές και που είχαν εισαχθεί από το Λουξεμβούργο στο Βέλγιο χωρίς να υποβληθεί συναφώς η δήλωση που προβλέπει η βελγική νομοθεσία περί τελωνειακών δασμών και ειδικών φόρων καταναλώσεως.
9 Ακολούθως, οι Marcel και Marc Schoonbroodt παραπέμφθηκαν ενώπιον του tribunal correctionnel de Verviers με την κατηγορία ότι δεν είχαν καταβάλει τον ειδικό φόρο καταναλώσεως για την εισαγωγή 85 848 λίτρων πετρελαίου εσωτερικής καύσεως. Η μεταφορική εταιρία κλητεύθηκε, επίσης, ως αστικώς υπεύθυνη.
10 Με απόφαση της 17ης Μαου 1995, οι κατηγορούμενοι αθωώθηκαν με την αιτιολογία, μεταξύ άλλων, ότι δεν είχε αποδειχθεί ότι οι επίμαχες δεξαμενές καυσίμων δεν αποτελούσαν κανονικές δεξαμενές καυσίμων υπό την έννοια του άρθρου 112, παράγραφος 2, στοιχείο γγ, του κανονισμού 918/83, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1315/88.
11 Δεδομένου ότι η εισαγγελική αρχή και το Βελγικό Δημόσιο άσκησαν έφεση κατά της αποφάσεως αυτής, το cour d'appel de Liθge διευκρίνισε, με απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 1996, ότι η διάρκεια της παραβάσεως εκτεινόταν από τις 17 Φεβρουαρίου μέχρι τις 24 Δεκεμβρίου 1992 και, στη συνέχεια, με απόφαση της 8ης Μαου 1996, καταδίκασε τους ενδιαφερομένους, με την αιτιολογία ότι οι επίμαχες δεξαμενές καυσίμων δεν ενέπιπταν στην έννοια «κανονικές δεξαμενές καυσίμων», όπως ορίζεται στο άρθρο 112, παράγραφος 2, στοιχείο γγ, του κανονισμού 918/83, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1315/88.
12 Το Cour de cassation, ενώπιον του οποίου ασκήθηκε αναίρεση, έκρινε ότι έπρεπε να αναστείλει τη διαδικασία, προκειμένου να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο ερώτημα:
«Πρέπει οι δεξαμενές καυσίμων που είναι τοποθετημένες σε εμπορευματοκιβώτια τα οποία διαθέτουν σύστημα ψύξεως και προορίζονται για οδικές μεταφορές σε μεγάλες αποστάσεις να θεωρούνται ως "κανονικές δεξαμενές καυσίμων", υπό την έννοια του άρθρου 112 του κανονισμού (ΕΟΚ) 918/83, για τη θέσπιση του κοινοτικού καθεστώτος τελωνειακών ατελειών, όπως αυτό τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1315/88, αν: 1) οι εν λόγω δεξαμενές έχουν τοποθετηθεί μόνιμα από αντιπρόσωπο του κατασκευαστή ή από κατασκευαστή αμαξωμάτων, η δε ενσωμάτωσή τους επιτρέπει την απευθείας χρησιμοποίηση του καυσίμου τόσο για την κίνηση των οχημάτων όσο και για τη λειτουργία των συστημάτων ψύξεως και αν 2) η ενσωμάτωση αυτή σκοπεί να καταστήσει το μεταφορικό μέσο (ρυμουλκό και εμπορευματοκιβώτιο) αυτόνομο, προς επίτευξη των ακολούθων σκοπών:
α) αποφυγή των δυσχερειών ανεφοδιασμού σε χώρες όπου η διανομή καυσίμων είναι προβληματική και όπου η κακή ποιότητα της διυλίσεως των καυσίμων τα καθιστά επικίνδυνα για τα οχήματα·
β) απαλλαγή τους από την ανάγκη να εφοδιάζονται με καύσιμα σε τιμές οι οποίες είναι ενίοτε απαγορευτικές, σε χώρες όπου τα καύσιμα είναι υπερβολικά ακριβά·
γ) αποφυγή των δυσχερειών που προκύπτουν από την υποχρέωση εκπληρώσεως διοικητικών διατυπώσεων για την επιστροφή του ΦΠΑ, στις χώρες όπου αυτός έχει εισπραχθεί·
δ) μείωση, στο μέτρο του δυνατού, του αριθμού των σημείων ανεφοδιασμού, ώστε να είναι δυνατή η διαπραγμάτευση με τις εταιρίες πετρελαιοειδών για την επίτευξη των χαμηλότερων δυνατών τιμών;»
Επί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου
13 Η Βελγική Κυβέρνηση και η Επιτροπή τονίζουν ότι, δεδομένου ότι η διαφορά της κύριας δίκης αφορά τη χορήγηση ατελειών στον τομέα των ειδικών φόρων καταναλώσεως κατά την εισαγωγή και όχι στον τομέα των τελωνειακών δασμών, οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου δεν έχουν εφαρμογή στη διαφορά αυτή παρά μόνο δυνάμει του βελγικού εσωτερικού δικαίου.
14 Συναφώς, αρκεί να υπομνηστεί ότι, όπως παραδέχθηκαν η Βελγική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένα δεχθεί ότι είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί αιτήσεων εκδόσεως προδικαστικών αποφάσεων σχετικά με διατάξεις του κοινοτικού δικαίου σε περιπτώσεις στις οποίες τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, αλλά οι διατάξεις του δικαίου αυτού έχουν εφαρμογή βάσει του εθνικού δικαίου (βλ., ως πλέον πρόσφατες, τις αποφάσεις της 17ης Ιουλίου 1997, C-28/95, Leur-Bloem, Συλλογή 1997, σ. I-4161, σκέψη 27, και C-130/95, Giloy, Συλλογή 1997, σ. I-4291, σκέψη 23).
15 Τούτο συμβαίνει στην υπόθεση της κύριας δίκης, στην οποία οι σχετικές διατάξεις του βελγικού δικαίου παραπέμπουν στις λύσεις που έχουν γίνει δεκτές στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου.
16 Επομένως, πρέπει να δοθεί απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα.
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
17 Το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν ο ορισμός της έννοιας «κανονικές δεξαμενές καυσίμων» που δίδει το άρθρο 112, παράγραφος 2, στοιχείο γγ, του κανονισμού 918/83, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1315/88, καλύπτει τις δεξαμενές καυσίμων που έχουν τοποθετηθεί σε εμπορευματοκιβώτια τα οποία διαθέτουν σύστημα ψύξεως και προορίζονται για οδικές μεταφορές σε μεγάλες αποστάσεις, αν οι δεξαμενές αυτές έχουν τοποθετηθεί μόνιμα από αντιπρόσωπο του κατασκευαστή ή από κατασκευαστή αμαξωμάτων προς επίτευξη ορισμένων σκοπών οικονομικής φύσεως.
18 Εκ προοιμίου, πρέπει κατ' αρχάς να τονιστεί ότι, μολονότι οι προϋποθέσεις ατελούς εισαγωγής των καυσίμων που περιέχονται στις δεξαμενές καυσίμων των αυτοκινήτων οχημάτων που προέρχονται από τρίτες χώρες ρυθμίζονται από τον κανονισμό 918/83, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1315/88, η ατελής εισαγωγή των καυσίμων που περιέχονται στις δεξαμενές καυσίμων των αυτοκινήτων οχημάτων που έχουν ταξινομηθεί σε κράτος μέλος και διασχίζουν κοινά σύνορα μεταξύ των κρατών μελών ρυθμίζεται από την οδηγία 68/297, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 85/347.
19 Ακολούθως, πρέπει να τονιστεί ότι, όπως προκύπτει από τις διαπιστώσεις που περιέχονται στην απόφαση περί παραπομπής, οι επίμαχες δεξαμενές καυσίμων θα μπορούσαν να έχουν τοποθετηθεί σε ρυμουλκούμενα, δηλαδή σε επαγγελματικά αυτοκίνητα οχήματα υπό την έννοια του άρθρου 112, παράγραφος 2, στοιχείο αα, του κανονισμού 918/83, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1315/88, και του άρθρου 2 της οδηγίας 68/297, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 85/347, και όχι σε εμπορευματοκιβώτια υπό την έννοια του άρθρου 112, παράγραφος 2, στοιχείο δδ, του ιδίου αυτού κανονισμού.
20 Ωστόσο, στο πλαίσιο της υποθέσεως της κυρίας δίκης, οι ορισμοί της έννοιας «κανονικές δεξαμενές καυσίμων» που περιέχονται στις διάφορες διατάξεις που μπορούν να θεωρηθούν κρίσιμες δεν παρουσιάζουν ουσιώδεις διαφορές.
21 Οι ενδιαφερόμενοι εκθέτουν ότι η τοποθέτηση των οικείων δεξαμενών καυσίμων ανταποκρίνεται σε μέριμνα υγιούς διαχειρίσεως της επιχειρήσεως και ότι συνάδει προς το πνεύμα της κοινοτικής ρυθμίσεως, η οποία σκοπεί να εμποδίσει την άναρχη και επικίνδυνη εισαγωγή καυσίμων εντός αυτοσχέδιων δεξαμενών. Η επιβολή ειδικών φόρων καταναλώσεως επί των καυσίμων που περιέχονται σε δεξαμενές καυσίμων όπως οι εν προκειμένω επίμαχες συνιστά εμπόδιο της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και συνεπάγεται παράβαση των κανόνων του ελεύθερου ανταγωνισμού μεταξύ των μεταφορέων, σε βάρος των Βέλγων μεταφορέων.
22 Αντιθέτως, η Βελγική, η Γαλλική και η Φινλανδική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, φρονούν ότι η έννοια «κανονικές δεξαμενές καυσίμων» πρέπει να ερμηνευθεί στενώς. Δεδομένου ότι οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης δεξαμενές καυσίμων δεν τοποθετήθηκαν μόνιμα, ευθύς εξ αρχής, σε όλα τα οχήματα του ιδίου τύπου από τον κατασκευαστή, αλλά, μεταγενέστερα, σε ορισμένα οχήματα από αντιπρόσωπο ή από κατασκευαστή αμαξωμάτων, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως «κανονικές δεξαμενές καυσίμων» υπό την έννοια των προαναφερθεισών διατάξεων.
23 Πρέπει να υπομνηστεί ότι το Συμβούλιο, οσάκις εκδίδει κανόνες περί αναστολής δασμών, πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις απαιτήσεις της ασφάλειας δικαίου και τις δυσκολίες στις οποίες πρέπει να αντεπεξέλθουν οι εθνικές διοικήσεις τελωνείων (απόφαση της 18ης Μαρτίου 1986, 58/85, Ethicon, Συλλογή 1986, σ. 1131, σκέψη 12). Επομένως, οι διατάξεις αυτές πρέπει να ερμηνεύονται στενώς, σύμφωνα με το γράμμα τους, ώστε να μην είναι δυνατή η εφαρμογή τους, αντίθετα προς το γράμμα τους, επί προϋόντων που δεν μνημονεύουν (απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1996, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-47/95 έως C-50/95, C-60/95, C-81/95, C-92/95 και C-148/95, Olasagasti κ.λπ., Συλλογή 1996, σ. Ι-6579, σκέψη 20).
24 Όπως παρατήρησαν οι κυβερνήσεις που υπέβαλαν παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου και η Επιτροπή, η διατύπωση του ορισμού των «κανονικών δεξαμενών καυσίμων» που περιέχεται τόσο στο άρθρο 112, παράγραφος 2, στοιχείο γγ, του κανονισμού 918/83, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1315/88, όσο και στο άρθρο 2 της οδηγίας 68/297, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 85/347, είναι σαφής. Προκειμένου να τύχουν του χαρακτηρισμού αυτού, οι εν λόγω δεξαμενές καυσίμων πρέπει, μεταξύ άλλων, να έχουν τοποθετηθεί από τον κατασκευαστή και, επιπλέον, να έχουν τοποθετηθεί σε όλα τα οχήματα ή εμπορευματοκιβώτια του ιδίου τύπου.
25 Όμως, δεν αμφισβητείται ότι, στην υπόθεση της κύριας δίκης, οι επίμαχες δεξαμενές καυσίμων έχουν τοποθετηθεί από αντιπροσώπους ή από κατασκευαστές αμαξωμάτων.
26 Συναφώς, οι ενδιαφερόμενοι υποστηρίζουν ότι οι εν λόγω αντιπρόσωποι ή κατασκευαστές αμαξωμάτων είναι εκείνοι που εκτελούν σήμερα, στην πράξη, μέρος των κατασκευαστικών εργασιών. Ενώ οι κατασκευαστές ρυμουλκουμένων περιορίζονται κατά κανόνα, στην κατασκευή αποκλειστικά και μόνον του πλαισίου, οι κατασκευαστές αμαξωμάτων, οι οποίοι παρέχουν ισοδύναμες εγγυήσεις ασφάλειας και ικανότητας, αναλαμβάνουν την τελική διαρρύθμιση σε συνάρτηση προς τον σκοπό για τον οποίο προορίζεται το ρυμουλκούμενο.
27 Ακόμη και αν υποτεθεί ότι τούτο πράγματι συμβαίνει και ότι από τις διαπιστωθείσες αλλαγές, όσον αφορά την κατανομή των εργασιών μεταξύ, αφενός, των κατασκευαστών και, αφετέρου, των κατασκευαστών αμαξωμάτων ή των αντιπροσώπων, μπορεί να συναχθεί ότι οι κατασκευαστές αμαξωμάτων και οι αντιπρόσωποι ενεργούν για λογαριασμό του κατασκευαστή στο πλαίσιο της διαδικασίας κατασκευής, στον κοινοτικό νομοθέτη εναπόκειται να συναγάγει τις συνέπειες.
28 Δεν αμφισβητείται ούτε ότι οι δεξαμενές καυσίμων, όπως οι επίμαχες στη διαφορά της κύριας δίκης, προσφέρονταν ως προαιρετικός εξοπλισμός, δηλαδή δεν τοποθετούνταν σε όλα τα οχήματα ή εμπορευματοκιβώτια του ιδίου τύπου αλλά μόνον, αν το ζητούσε ο αγοραστής, σε ορισμένα μοντέλα.
29 Επομένως, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο ορισμός που δίδει στην έννοια «κανονικές δεξαμενές καυσίμων» το άρθρο 112, παράγραφος 2, στοιχείο γγ, του κανονισμού 918/83, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1315/88, δεν καλύπτει τις δεξαμενές καυσίμων που έχουν τοποθετηθεί σε εμπορευματοκιβώτια τα οποία διαθέτουν σύστημα ψύξεως και προορίζονται για οδικές μεταφορές σε μεγάλες αποστάσεις, αν οι εν λόγω δεξαμενές καυσίμων έχουν τοποθετηθεί μόνιμα από αντιπρόσωπο του κατασκευαστή ή από κατασκευαστή αμαξωμάτων προς επίτευξη ορισμένων σκοπών οικονομικής φύσεως.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
30 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Βελγική, η Γαλλική και η Φινλανδική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πρώτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με απόφαση της 25ης Ιουνίου 1997 το Cour de cassation, αποφαίνεται:
Το άρθρο 112, παράγραφος 2, στοιχείο γγ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 918/83 του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, για τη θέσπιση του κοινοτικού καθεστώτος τελωνειακών ατελειών, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1315/88 του Συμβουλίου, της 3ης Μαου 1988, για τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 2658/87 για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την ακόλουθη έννοια:
Ο ορισμός που δίδει το εν λόγω άρθρο στην έννοια «κανονικές δεξαμενές καυσίμων» δεν καλύπτει τις δεξαμενές καυσίμων που έχουν τοποθετηθεί σε εμπορευματοκιβώτια τα οποία διαθέτουν σύστημα ψύξεως και προορίζονται για οδικές μεταφορές σε μεγάλες αποστάσεις, αν οι εν λόγω δεξαμενές καυσίμων έχουν τοποθετηθεί μόνιμα από αντιπρόσωπο του κατασκευαστή ή από κατασκευαστή αμαξωμάτων προς επίτευξη ορισμένων σκοπών οικονομικής φύσεως.
Full & Egal Universal Law Academy