Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Κοινωνική πολιτική - Προσέγγιση των νομοθεσιών - Ομαδικές απολύσεις - Οδηγία 75/129 - Διαδικασία ομαδικής απολύσεως - Δυνατότητα των κρατών μελών να προβλέπουν παρεκκλίσεις - Προϋποθέσεις - Ομαδικές απολύσεις που προκαλούνται από τη διακοπή των δραστηριοτήτων της επιχειρήσεως η οποία επέρχεται κατόπιν δικαστικής αποφάσεως - Έννοια
(Οδηγία 75/129 του Συμβουλίου, άρθρα 3 § 1, εδ. 2, και 4 § 4, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 92/56)
Περίληψη
Τα άρθρα 3, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, και 4, παράγραφος 4, της οδηγίας 75/129, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν τις ομαδικές απολύσεις, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 92/56, έχουν την έννοια ότι οι παρεκκλίσεις που προβλέπουν δεν έχουν εφαρμογή στις ομαδικές απολύσεις που πραγματοποιούνται κατά την ημερομηνία της υποβολής από τον εργοδότη της αιτήσεως περί κηρύξεώς του σε πτώχευση και της διακοπής των δραστηριοτήτων της επιχειρήσεως, αν το αρμόδιο δικαστήριο εξέδωσε, αργότερα μεν, αλλά χωρίς άλλη αναβολή πέραν της απαιτουμένης για τον προσδιορισμό της δικασίμου, την αιτηθείσα απόφαση περί κηρύξεως της πτωχεύσεως, η οποία παράγει ορισμένα από τα αποτελέσματά της από την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-250/97,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Civilret i Hillerψd (Δανία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Dansk Metalarbejderforbund, ενεργούσας κατ' εντολήν των John Lauge κ.λπ.,
και
Lψnmodtagernes Garantifond,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 3, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, και 4, παράγραφος 4, της οδηγίας 75/129/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Φεβρουαρίου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν τις ομαδικές απολύσεις (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 44), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 92/56/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 1992 (ΕΕ L 245, σ. 3),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους G. Hirsch (εισηγητή), πρόεδρο του δευτέρου τμήματος, προεδρεύοντα του έκτου τμήματος, G. F. Mancini, J. L. Murray, H. Ragnemalm και K. M. Ιωάννου, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Γ. Κοσμάς
γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- το Lψnmodtagernes Garantifond, εκπροσωπούμενο από τον Ulf Andersen, δικηγόρο Κοπεγχάγης,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Hans Peter Hartvig, νομικό σύμβουλο, και τη Μαρία Πατακιά, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Dansk Metalarbejderforbund, ενεργούσας κατ' εντολή των John Lauge κ.λπ., εκπροσωπουμένης από τον Morten Langer, δικηγόρο Κοπεγχάγης, του Lψnmodtagernes Garantifond, εκπροσωπουμένου από τον Ulf Andersen, και της Επιτροπής, εκπροσωπουμένης από τον Hans Peter Hartvig, κατά τη συνεδρίαση της 18ης Ιουνίου 1998,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 24ης Σεπτεμβρίου 1998,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 4ης Ιουλίου 1997, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 9 Ιουλίου 1997, το Civilret i Hillerψd υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, ερώτημα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 3, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, και 4, παράγραφος 4, της οδηγίας 75/129/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Φεβρουαρίου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν τις ομαδικές απολύσεις (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 44), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 92/56/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 1992 (ΕΕ L 245, σ. 3, στο εξής: οδηγία).
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Dansk Metalarbejderforbund, ενεργούσας κατ' εντολήν των John Lauge κ.λπ. (στο εξής: Metalarbejderforbund), και του Lψnmodtagernes Garantifond (στο εξής: Garantifond) σχετικά με την καταβολή εκ μέρους του Garantifond στον John Lauge και σε εννέα άλλους εργαζομένους της Ideal-Line A/S, εταιρίας δανικού δικαίου, 30 ημερομισθίων τα οποία, κατά τους ενδιαφερομένους, τους οφείλει ο εργοδότης τους επειδή δεν τήρησε τον νόμο 414 της 1ης Ιουνίου 1994, γνωστό ως Varslingslov (νόμος περί των κοινοποιήσεων), που μεταφέρει την οδηγία στο δανικό δίκαιο.
3 Το άρθρο 3 της οδηγίας ορίζει τα εξής:
«1. Ο εργοδότης υποχρεούται να κοινοποιεί εγγράφως στην αρμόδια αρχή κάθε σχεδιαζόμενη ομαδική απόλυση.
Εντούτοις, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν ότι, στην περίπτωση ενός σχεδίου ομαδικών απολύσεων που προκαλούνται από τη διακοπή της δραστηριότητας της επιχείρησης η οποία επέρχεται κατόπιν δικαστικής αποφάσεως, ο εργοδότης υποχρεούται να το κοινοποιήσει γραπτώς στην αρμόδια δημόσια αρχή μόνον κατόπιν αιτήσεώς της.
(...)»
4 To άρθρο 4 της οδηγίας προβλέπει τα ακόλουθα:
«1. Οι ομαδικές απολύσεις το σχέδιο των οποίων έχει κοινοποιηθεί στην αρμόδια δημόσια αρχή ισχύουν το ενωρίτερο 30 ημέρες από την κοινοποίηση που προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, με την επιφύλαξη των διατάξεων που διέπουν τα κατά περίπτωση δικαιώματα ως προς την προθεσμία προειδοποιήσεως.
(...)
4. Τα κράτη μέλη μπορούν να μην εφαρμόζουν το παρόν άρθρο επί των ομαδικών απολύσεων που προκαλούνται από τη διακοπή της δραστηριότητας της επιχειρήσεως, εφόσον αυτή επέρχεται κατόπιν δικαστικής αποφάσεως.»
5 Η οδηγία μεταφέρθηκε στο δανικό δίκαιο με τον νόμο 414 της 1ης Ιουνίου 1994. Ο νόμος αυτός εισάγει παρέκκλιση, σύμφωνα με τα άρθρα 3, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, και 4, παράγραφος 4, της οδηγίας.
6 Στις 2 Νοεμβρίου 1994, η Ideal-Line A/S υπέβαλε ενώπιον του Skifteret i Fεborg (πτωχευτικού δικαστηρίου του Fεborg) αίτηση κηρύξεώς της σε πτώχευση.
7 Την ίδια ημέρα, όλοι οι ωρομίσθιοι εργαζόμενοι της Ideal-Line A/S ενημερώθηκαν προφορικά ότι η απόλυσή τους θα άρχιζε να ισχύει από το βράδυ της 2ας Νοεμβρίου. Κατά τη χρονική αυτή στιγμή η επιχείρηση διέκοψε τη δραστηριότητά της. Οι προφορικές καταγγελίες επιβεβαιώθηκαν με επιστολές της 3ης Νοεμβρίου 1994.
8 Στις 8 Νοεμβρίου 1994, το Skifteret i Fεborg εξέδωσε απόφαση κηρύττουσα την πτώχευση, με την οποία όρισε ως ημερομηνία παραλαβής της αιτήσεως (fristdag) τη 2α Νοεμβρίου 1994. Στο δανικό δίκαιο, ορισμένα έννομα αποτελέσματα της πτωχεύσεως επέρχονται αναδρομικώς από την ημερομηνία αυτή.
9 Οι απολύσεις δεν κοινοποιήθηκαν στην Arbejdsmarkedsrεd, που είναι η δανική δημόσια αρχή που έχει αρμοδιότητα για την παραλαβή τέτοιου είδους κοινοποιήσεων, δυνάμει της οδηγίας, επειδή ως αιτιολογία των απολύσεων είχε προβληθεί το γεγονός ότι ο εργοδότης είχε υποβάλει αίτηση κηρύξεως πτωχεύσεως.
10 Ωστόσο, δέκα εργαζόμενοι της δανικής εταιρίας θεώρησαν ότι οι απολύσεις έπρεπε να είχαν κοινοποιηθεί και, κατά συνέπεια, ζήτησαν την καταβολή 30 ημερομισθίων ως αποζημίωση για την παράλειψη τηρήσεως των συναφώς εφαρμοστέων διατάξεων.
11 Οι εν λόγω εργαζόμενοι ζήτησαν από το Garantifond να διασφαλίσει την πληρωμή της απαιτήσεώς τους αυτής κατά του εργοδότη, δυνάμει του νόμου 77, της 12ης Φεβρουαρίου 1988, περί του Garantifond, όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο 380 της 6ης Ιουνίου 1991, με τον οποίο μεταφέρθηκε στο δανικό δίκαιο η οδηγία 80/987/EOK του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1980, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητος του εργοδότη (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/004, σ. 35).
12 Το Garantifond απέρριψε την αίτηση αυτή με την αιτιολογία ότι η Ideal-Line A/S δεν είχε υποχρέωση να κοινοποιήσει τις απολύσεις στην Arbejdsmarkedsrεd, δεδομένου ότι οι Lauge κ.λπ. είχαν πράγματι απολυθεί συνεπεία της διακοπής των δραστηριοτήτων του εργοδότη, η οποία είχε επέλθει κατόπιν δικαστικής αποφάσεως, ήτοι συνεπεία της κηρύξεως της πτωχεύσεως.
13 Στις 11 Απριλίου 1995, η Dansk Metalarbejderforbund, ενεργούσα κατ' εντολή των John Lauge κ.λπ., ενήγαγε το Garantifond ενώπιον του Civilret i Hillerψd, με αίτημα να αναγνωριστεί ότι οι απολύσεις των ενδιαφερομένων δεν είχαν επέλθει κατόπιν δικαστικής αποφάσεως, και ότι, επομένως, δεν πληρούνταν η απαιτούμενη κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας προϋπόθεση ώστε να επιτρέπεται η παρέκκλιση από την υποχρέωση κοινοποιήσεως την οποία προβλέπει το άρθρο αυτό.
14 Θεωρώντας ότι για την επίλυση της εκκρεμούσας ενώπιόν του διαφοράς είναι αναγκαία η ερμηνεία της οδηγίας, το Civilret i Hillerψd ανέστειλε τη διαδικασία, προκειμένου να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο ερώτημα:
«Εμπίπτει στην έννοια των "ομαδικών απολύσεων που προκαλούνται από τη διακοπή των δραστηριοτήτων της επιχείρησης η οποία επέρχεται κατόπιν δικαστικής αποφάσεως" του άρθρου 3, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, και του άρθρου 4, παράγραφος 4, της οδηγίας 75/129/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 92/56/ΕΟΚ, η περίπτωση κατά την οποία οι ομαδικές απολύσεις πραγματοποιήθηκαν κατά την ημερομηνία της υποβολής από τον εργοδότη της αιτήσεως περί κηρύξεώς του σε πτώχευση και της διακοπής των δραστηριοτήτων της επιχειρήσεως, εάν το Skifteret εξέδωσε, αργότερα μεν, αλλά χωρίς άλλη αναβολή πέραν της απαιτουμένης για τον προσδιορισμό της δικασίμου, την αιτηθείσα απόφαση περί κηρύξεως της πτωχεύσεως, ορίζοντας ως ημερομηνία ενάρξεως της πτωχευτικής διαδικασίας (fristdag) την ημερομηνία παραλαβής της αιτήσεως κηρύξεως της πτωχεύσεως;»
15 Με το ερώτημά του, το εθνικό δικαστήριο ερωτά, κατ' ουσίαν, αν τα άρθρα 3, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, και 4, παράγραφος 4, της οδηγίας έχουν την έννοια ότι οι παρεκκλίσεις που προβλέπουν εφαρμόζονται στις ομαδικές απολύσεις που πραγματοποιήθηκαν κατά την ημερομηνία της υποβολής από τον εργοδότη της αιτήσεως περί κηρύξεώς του σε πτώχευση και της διακοπής των δραστηριοτήτων της επιχειρήσεως, εάν το αρμόδιο δικαστήριο εξέδωσε, αργότερα μεν, αλλά χωρίς άλλη αναβολή πέραν της απαιτουμένης για τον προσδιορισμό της δικασίμου, την αιτηθείσα απόφαση περί κηρύξεως της πτωχεύσεως, η οποία παράγει ορισμένα από τα αποτελέσματά της κατά την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως.
16 Το Garantifond φρονεί ότι στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση. Υποστηρίζει ότι το γράμμα των άρθρων 3, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, και 4, παράγραφος 4, της οδηγίας, αφορά άμεσα τις ομαδικές απολύσεις που αποτελούν το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, μολονότι πραγματοποιήθηκαν πριν από την έκδοση της αποφάσεως περί κηρύξεως της πτωχεύσεως. Αφ'ής στιγμής η Ideal-Line A/S ήταν αφερέγγυα, είχε ήδη περιέλθει σε κατάσταση πτωχεύσεως όταν κατατέθηκε η αίτηση κηρύξεως της πτωχεύσεως. Το γεγονός ότι η απόφαση περί κηρύξεως της πτωχεύσεως δεν εκδόθηκε κατά την ημερομηνία υποβολής της εν λόγω αιτήσεως οφείλεται αποκλειστικά στο ότι, λόγω του φόρτου εργασίας του Skifteret, ήταν αδύνατο να εξεταστεί αμέσως η αίτηση. Αυτός είναι εξάλλου ο λόγος για τον οποίο η δανική νομοθεσία προβλέπει ότι ορισμένα έννομα αποτελέσματα της πτωχεύσεως επέρχονται αναδρομικώς από την ημερομηνία παραλαβής της αιτήσεως.
17 Επιπλέον, το Garantifond υποστηρίζει ότι η τελολογική ερμηνεία της οδηγίας επιβάλλει την εξομοίωση της καταστάσεως την οποία αφορά η υπόθεση της κύριας δίκης με την περίπτωση κατά την οποία οι απολύσεις έχουν πραγματοποιηθεί κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως περί κηρύξεως της πτωχεύσεως. Και στις δύο περιπτώσεις, οι απολύσεις πραγματοποιούνται επειδή είναι αναγκαίο να διακοπούν οι δραστηριότητες της επιχειρήσεως, δεδομένου ότι είναι ελλειμματικές και ότι ο εργοδότης είναι αφερέγγυος, με αποτέλεσμα να πρέπει να κηρυχθεί σε πτώχευση.
18 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι από τη διατύπωση των άρθρων 3, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, και 4, παράγραφος 4, της οδηγίας προκύπτει σαφώς ότι η διακοπή των δραστηριοτήτων της επιχειρήσεως και οι ομαδικές απολύσεις δεν πρέπει να πραγματοποιούνται πριν από την έκδοση της δικαστικής αποφάσεως, η οποία συνίσταται, σε μια περίπτωση όπως η προκείμενη, σε απόφαση περί κηρύξεως της πτωχεύσεως. Το γεγονός ότι η πτώχευση αρχίζει να παράγει ορισμένα από τα αποτελέσματά της αναδρομικώς από την ημερομηνία παραλαβής της αιτήσεως περί κηρύξεως της πτωχεύσεως, όπως προβλέπει η εθνική νομοθεσία, δεν επηρεάζει το συμπέρασμα αυτό.
19 Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από τον σκοπό της οδηγίας. Από την πρώτη αιτιολογική της σκέψη απορρέει ότι σκοπός της είναι η προστασία των εργαζομένων σε περιπτώσεις ομαδικών απολύσεων. νΟπως παρατήρησε η Επιτροπή, ο σκοπός αυτός ενδυναμώθηκε από την τροποποίηση που επέφερε η οδηγία 92/56, η οποία προέβλεψε ότι η οδηγία εφαρμόζεται επίσης στην περίπτωση κατά την οποία η διακοπή των δραστηριοτήτων επέρχεται κατόπιν δικαστικής αποφάσεως, εκτός αν έχει γίνει χρήση της ευχέρειας παρεκκλίσεως που παρέχουν τα άρθρα 3, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, και 4, παράγραφος 4. Προκειμένου να μην διακινδυνεύεται η εκπλήρωση του βασικού σκοπού της οδηγίας, η παρέκκλιση αυτή πρέπει να ερμηνεύεται στενώς.
20 Ενόψει των προεκτεθέντων, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 3, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, και 4, παράγραφος 4, της οδηγίας έχουν την έννοια ότι οι παρεκκλίσεις που προβλέπουν δεν έχουν εφαρμογή στις ομαδικές απολύσεις που πραγματοποιούνται κατά την ημερομηνία υποβολής από τον εργοδότη της αιτήσεως περί κηρύξεώς του σε πτώχευση και διακοπής των δραστηριοτήτων της επιχειρήσεως, αν το αρμόδιο δικαστήριο εξέδωσε, αργότερα μεν, αλλά χωρίς άλλη αναβολή πέραν της απαιτουμένης για τον προσδιορισμό της δικασίμου, την αιτηθείσα απόφαση περί κηρύξεως της πτωχεύσεως, η οποία παράγει ορισμένα από τα αποτελέσματά της από την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
21 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή, που κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με διάταξη της 4ης Ιουλίου 1997 το Civilret i Hillerψd, αποφαίνεται:
Τα άρθρα 3, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, και 4, παράγραφος 4, της οδηγίας 75/129/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Φεβρουαρίου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν τις ομαδικές απολύσεις, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 92/56/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 1992, έχουν την έννοια ότι οι παρεκκλίσεις που προβλέπουν δεν έχουν εφαρμογή στις ομαδικές απολύσεις που πραγματοποιούνται κατά την ημερομηνία της υποβολής από τον εργοδότη της αιτήσεως περί κηρύξεώς του σε πτώχευση και της διακοπής των δραστηριοτήτων της επιχειρήσεως, αν το αρμόδιο δικαστήριο εξέδωσε, αργότερα μεν, αλλά χωρίς άλλη αναβολή πέραν της απαιτουμένης για τον προσδιορισμό της δικασίμου, την αιτηθείσα απόφαση περί κηρύξεως της πτωχεύσεως, η οποία παράγει ορισμένα από τα αποτελέσματά της από την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως.
Full & Egal Universal Law Academy