Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 Προσφυγή λόγω παραβάσεως - Απόφαση της Επιτροπής να εκδώσει αιτιολογημένη γνώμη - Εφαρμογή της αρχής της συλλογικότητας - Έκταση
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 169)
2 Κράτη μέλη - Υποχρεώσεις - Εκτέλεση οδηγιών - Παράβαση - Δικαιολογία - Δεν επιτρέπεται
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 169)
Περίληψη
1 Καίτοι η απόφαση της Επιτροπής να εκδώσει αιτιολογημένη γνώμη στο πλαίσιο προσφυγής δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης υπόκειται στην αρχή της συλλογικότητας, εντούτοις, οι τυπικές προϋποθέσεις που συνδέονται με την πραγματική τήρηση της αρχής αυτής ποικίλλουν ανάλογα με τη φύση και τα έννομα αποτελέσματα των πράξεων που εκδίδει το κοινοτικό αυτό όργανο. Από αυτής της απόψεως, δεδομένου ότι πρόκειται για προκαταρκτική διαδικασία η οποία δεν συνεπάγεται δεσμευτικό έννομο αποτέλεσμα έναντι του αποδέκτη της αιτιολογημένης γνώμης και δεν συνιστά παρά την προκαταρκτική φάση διαδικασίας που καταλήγει ενδεχομένως στην άσκηση προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου, μια τέτοια απόφαση της Επιτροπής να εκδώσει αιτιολογημένη γνώμη πρέπει να λαμβάνεται κατόπιν από κοινού διαβουλεύσεως του συλλογικού οργάνου, πράγμα που συνεπάγεται ότι τα στοιχεία επί των οποίων στηρίζεται η απόφαση αυτή πρέπει να είναι στη διάθεση των μελών του συλλογικού οργάνου. Αντιθέτως, δεν απαιτείται να αναλάβει το συλλογικό όργανο τη σύνταξη της πράξεως που επιβεβαιώνει την απόφαση αυτή και την οριστική διατύπωσή της.
2 Ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεστεί διατάξεις, πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής του έννομης τάξης προκειμένου να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και προθεσμιών που έχει ορίσει μια οδηγία.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-272/97,
Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Antσnio Caeiro και τον Jόrgen Grunwald, νομικούς συμβούλους, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gσmez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπούμενης από τoν Ernst Rφder, Ministerialrat στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομίας, και τον Alfred Dittrich, Ministerialrat στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Δικαιοσύνης, Postfach 13 08, D - 53003 Βόνη,
καθής,
"που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, μη λαμβάνοντας, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, όλα τα μέτρα που είναι απαραίτητα για να συμμορφωθεί με την οδηγία 90/605/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Νοεμβρίου 1990, για την τροποποίηση του πεδίου εφαρμογής των οδηγιών 78/660/ΕΟΚ και 83/349/ΕΟΚ περί των ετησίων και περί των ενοποιημένων λογαριασμών, αντιστοίχως (ΕΕ L 317, σ. 60), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. J. G. Kapteyn, πρόεδρο τμήματος, G. Hirsch, G. F. Mancini, H. Ragnemalm (εισηγητή) και R. Schintgen, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Γ. Κοσμάς
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 17ης Δεκεμβρίου 1998,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 28 Ιουλίου 1997, η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, μη λαμβάνοντας, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, όλα τα μέτρα που είναι απαραίτητα για να συμμορφωθεί με την οδηγία 90/605/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Νοεμβρίου 1990, για την τροποποίηση του πεδίου εφαρμογής των οδηγιών 78/660/ΕΟΚ και 83/349/ΕΟΚ περί των ετησίων και περί των ενοποιημένων λογαριασμών, αντιστοίχως (ΕΕ L 317, σ. 60), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω Συνθήκη.
Η οδηγία 90/605
2 Σκοπός της οδηγίας 90/605 είναι η τροποποίηση του πεδίου εφαρμογής της τέταρτης οδηγίας 78/660/EOK του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978, της βασιζόμενης στο άρθρο 54, παράγραφος 3, στοιχείο ζζ, της Συνθήκης περί των ετησίων λογαριασμών εταιριών ορισμένων μορφών (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/002, σ. 17), καθώς και της έβδομης οδηγίας 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1983, της βασιζόμενης στο άρθρο 54, παράγραφος 3, στοιχείο ζζ, της Συνθήκης, περί ενοποιημένων λογαριασμών (ΕΕ L 193, σ. 1).
3 Οι οδηγίες 78/660 και 83/349 επιβάλλουν μέτρα συντονισμού των διατάξεων των εθνικών νομοθεσιών που αφορούν, αντιστοίχως, τους ετήσιους και τους ενοποιημένους λογαριασμούς των κεφαλαιουχικών εταιριών. Όσον αφορά τη Γερμανία εφαρμόζονται επί των ακολούθων μορφών εταιριών: της Aktiengesellschaft (ανώνυμης εταιρίας), της Kommanditgesellschaft auf Aktien (ετερόρρυθμης μετοχικής εταιρίας) και της Gesellschaft mit beschrδnkter Haftung (εταιρίας περιορισμένης ευθύνης).
4 Η οδηγία 90/605 επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής των οδηγιών 78/660 και 83/349 σε ορισμένες κατηγορίες προσωπικών εταιριών, των οποίων οι εταίροι είναι οι ίδιοι οργανωμένοι σε ορισμένες μορφές εταιριών.
5 Τα άρθρα 1 και 2 της οδηγίας 90/605 επεκτείνουν, όσον αφορά τη Γερμανία, την εφαρμογή των μέτρων συντονισμού που επιβάλλουν αντιστοίχως οι οδηγίες 78/660 και 83/349 σε δύο μορφές εταιριών, την offene Handelsgesellschaft (ομόρρυθμη εταιρία) και την Kommanditgesellschaft (ετερόρρυθμη εταιρία), οσάκις όλοι οι απεριορίστως ευθυνόμενοι εταίροι τους είναι επίσης εταιρίες έχουσες τη μορφή μιας από τις εταιρίες που αναφέρονται στη σκέψη 3 της παρούσας αποφάσεως ή εταιρίες οι οποίες δεν διέπονται από το δίκαιο κράτους μέλους, αλλά έχουν νομική μορφή ανάλογη προς τις εταιρικές μορφές τις οποίες αφορά η πρώτη οδηγία 68/151/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1968, περί συντονισμού των εγγυήσεων που απαιτούνται στα κράτη μέλη εκ μέρους των εταιριών, κατά την έννοια του άρθρου 58, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης, για την προστασία των συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων, με σκοπό να καταστούν οι εγγυήσεις αυτές ισοδύναμες (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 80).
6 Η οδηγία 90/605 επεκτείνει, επίσης, τα μέτρα συντονισμού σε εκείνες τις μορφές εταιριών που αναφέρονται στη σκέψη 5 της παρούσας αποφάσεως, όταν όλοι οι απεριορίστως ευθυνόμενοι εταίροι τους είναι οι ίδιοι οργανωμένοι σε μία από τις μορφές εταιριών που αναφέρονται στις σκέψεις 3 ή 5 της παρούσας αποφάσεως.
7 Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 90/605 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν προς την οδηγία αυτή πριν από την 1η Ιανουαρίου 1993 και ενημερώνουν αμέσως σχετικά την Επιτροπή.
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία και τα αιτήματα των διαδίκων
8 Επειδή κατά τη λήξη της προβλεπόμενης στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 90/605 προθεσμίας δεν είχε περιέλθει στην Επιτροπή καμία ανακοίνωση ή άλλη πληροφορία σχετική με τη λήψη μέτρων μεταφοράς της, απέστειλε στις 12 Μαρτίου 1993 έγγραφο οχλήσεως στη Γερμανική Κυβέρνηση.
9 Η Γερμανική Κυβέρνηση απάντησε στις 2 Ιουνίου 1993 ότι είχε κινηθεί η διαδικασία μεταφοράς της οδηγίας 90/605.
10 Επειδή μετά την παρέλευση αυτής της ημερομηνίας η Επιτροπή δεν έλαβε καμία ανακοίνωση ή άλλο στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι μεταφέρθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη η οδηγία 90/605, με έγγραφο της 13ης Ιουνίου 1994 απηύθυνε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αιτιολογημένη γνώμη με την οποία διαπίστωσε ότι, το εν λόγω κράτος μέλος, μη λαμβάνοντας τα απαραίτητα νομοθετικά, κανονιστικά και διοικητικά μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 90/605, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία, καλώντας το να λάβει, εντός προθεσμίας δύο μηνών από της κοινοποιήσεως της αιτιολογημένης γνώμης, τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς αυτή.
11 Ελλείψει απαντήσεως της Γερμανικής Κυβερνήσεως, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή, με την οποία ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει την παράβαση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και να την καταδικάσει στα δικαστικά έξοδα.
12 Η Γερμανική Κυβέρνηση ζητεί από το Δικαστήριο να κρίνει την προσφυγή απαράδεκτη και, επικουρικώς, αβάσιμη, να την απορρίψει και να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Επί του παραδεκτού
13 Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη διότι η αιτιολογημένη γνώμη της 13ης Ιουνίου 1994 καταρτίστηκε κατά παράβαση της αρχής της συλλογικότητας που προβλέπουν τα άρθρα 163 της Συνθήκης ΕΚ και 16 του εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής.
14 Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, η αρχή της συλλογικότητας επιβάλλει τη λήψη των αποφάσεων κατόπιν κοινής διαβουλεύσεως, πράγμα που προϋποθέτει ότι τα μέλη του συλλογικού οργάνου γνωρίζουν, κατά τη συνεδρίαση, τόσο το διατακτικό της αποφάσεως που προτείνεται να ληφθεί όσο και την αιτιολόγησή της. Η Γερμανική Κυβέρνηση φρονεί ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν τηρήθηκαν οι απαιτήσεις αυτές.
15 Η Επιτροπή τονίζει ότι η αιτιολογημένη γνώμη ελήφθη από το όργανο αυτό συλλογικώς. Οι επίτροποι αποφάσισαν χωρίς μεν να διαθέτουν το πλήρες κείμενο του σχεδίου της αιτιολογημένης γνώμης, αλλά βάσει ενός εγγράφου, έχοντος τη μορφή πίνακα και περιέχοντος πολλά πληροφοριακά στοιχεία και αιτιολογία σχετικά με το προτεινόμενο διαδικαστικό μέτρο. Συνεπώς, η Επιτροπή φρονεί ότι εγκύρως έλαβε μια απόφαση αρχής, η οποία κατόπιν εκτελέστηκε από τις αρμόδιες υπηρεσίες υπό την ευθύνη του αρμοδίου επιτρόπου.
16 Υπενθυμίζεται, προκαταρκτικώς, ότι το Δικαστήριο, στην απόφαση της 29ης Σεπτεμβρίου 1998, C-191/95, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1998, σ. Ι-5449), είχε ήδη την ευκαιρία να εξετάσει τις συνθήκες εκδόσεως αιτιολογημένων γνωμών από την Επιτροπή.
17 Στις σκέψεις 36 και 41 της αποφάσεως αυτής το Δικαστήριο τόνισε ότι, αφενός, η απόφαση της Επιτροπής να εκδώσει αιτιολογημένη γνώμη υπόκειται στην αρχή της συλλογικότητας και, αφετέρου, οι τυπικές προϋποθέσεις που συνδέονται με την πραγματική τήρηση της αρχής αυτής ποικίλλουν ανάλογα με τη φύση και τα έννομα αποτελέσματα των πράξεων που εκδίδει το κοινοτικό αυτό όργανο.
18 Όσον αφορά την έκδοση αιτιολογημένης γνώμης, το Δικαστήριο τόνισε, στη σκέψη 44 της ίδιας αποφάσεως, ότι πρόκειται για προκαταρκτική διαδικασία η οποία δεν συνεπάγεται δεσμευτικό έννομο αποτέλεσμα έναντι του αποδέκτη της αιτιολογημένης γνώμης και δεν συνιστά παρά την προκαταρκτική φάση διαδικασίας που καταλήγει ενδεχομένως στην άσκηση προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου.
19 Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο διαπίστωσε, στη σκέψη 48 της αποφάσεως αυτής, ότι η απόφαση της Επιτροπής περί διατυπώσεως αιτιολογημένης γνώμης πρέπει να εκδοθεί κατόπιν από κοινού διαβουλεύσεως του συλλογικού οργάνου, πράγμα που συνεπάγεται ότι τα στοιχεία στα οποία βασίζονται οι αποφάσεις αυτές πρέπει να είναι στη διάθεση των μελών του συλλογικού οργάνου. Αντιθέτως, το Δικαστήριο τόνισε, στην ίδια σκέψη, ότι δεν είναι ανάγκη το ίδιο συλλογικό όργανο να αναλάβει τη σύνταξη των πράξεων οι οποίες επιβεβαιώνουν τις αποφάσεις αυτές, καθώς και την οριστική τους διατύπωση.
20 Στη σκέψη 49 έως 50 της αυτής αποφάσεως, το Δικαστήριο τόνισε ότι δεν αμφισβητείται ότι τα μέλη του συλλογικού οργάνου είχαν στη διάθεσή τους όλα τα στοιχεία που θεωρούσαν χρήσιμα προκειμένου να λάβουν την απόφασή τους, όταν το συλλογικό όργανο αποφάσισε να διατυπώσει την αιτιολογημένη γνώμη, και ότι, υπό τις προϋποθέσεις αυτές, τηρήθηκε η αρχή της συλλογικότητας.
21 Στην προκειμένη περίπτωση, δεν συντρέχει λόγος για διαφορετικά συμπεράσμα από εκείνα στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο στην προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας, όσον αφορά την ύπαρξη των στοιχείων που κατά την κρίση των μελών του συλλογικού οργάνου ήταν χρήσιμα προκειμένου να λάβουν την απόφαση περί εκδόσεως αιτιολογημένης γνώμης και, κατά συνέπεια, όσον αφορά την τήρηση της αρχής της συλλογικότητας.
22 Επομένως, η ένσταση απαραδέκτου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
Επί της ουσίας
23 Η Γερμανική Κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι δεν έλαβε ειδικά μέτρα για τη μεταφορά της οδηγίας 90/605. Υποστηρίζει, εντούτοις, ότι η γερμανική νομοθεσία ικανοποιεί κατά σημαντικό μέρος τις απαιτήσεις της οδηγίας.
24 Συγκεκριμένα, οι διατάξεις του τμήματος Ι του βιβλίου ΙΙΙ του Handelsgesetzbuch (γερμανικού εμπορικού κώδικα, στο εξής: HGB), που εφαρμόζονται επί όλων των προσωπικών εταιριών, ανταποκρίνονται στα άρθρα 2, παράγραφοι 1 και 2, 7, 14, 15, παράγραφοι 1 και 2, 18 έως 21, 31, 35, 37, παράγραφος 2, 38, 39, πλην της παραγράφου 1, στοιχείο δδ, 40, παράγραφος 1, 41 και 42 της οδηγίας 78/660.
25 Εξάλλου, οι διατάξεις του Gesetz όber die Rechnungslegung von bestimmten Unternehmen und Konzernen, της 15ης Αυγούστου 1969 (νόμου περί δημοσιότητας των λογαριασμών, BGBl. I, 1969, σ. 1189, στο εξής: Publizitδtsgesetz), οι οποίες προβλέπουν ότι οι προσωπικές εταιρίες μιας ορισμένης σπουδαιότητας πρέπει να καταρτίζουν ετήσιους και ενοποιημένους λογαριασμούς, στηρίζονται σχεδόν πλήρως στις διατάξεις των οδηγιών 78/660 και 83/349. Ο Publizitδtsgesetz προβλέπει, επίσης, υποχρέωση ελέγχου και δημοσιότητας των ετησίων και των ενοποιημένων λογαριασμών για τις προσωπικές εταιρίες ορισμένου μεγέθους.
26 Εξάλλου, η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η μεταφορά της οδηγίας 90/605 αποδείχθηκε δυσχερής λόγω των διισταμένων απόψεων των ενδιαφερομένων κύκλων στη Γερμανία, ως προς τα απαιτούμενα προς τούτο μέτρα.
27 Επιβάλλεται, πρώτον, να υπομνηστεί ότι από πάγια νομολογία προκύπτει ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεστεί διατάξεις, πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής του έννομης τάξης προκειμένου να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και προθεσμιών που έχει ορίσει μια οδηγία (βλ., ιδίως, απόφαση της 19ης Φεβρουαρίου 1998, C-8/97, Επιτροπή κατά Ελλάδος, Συλλογή 1998, σ. Ι-823, σκέψη 8).
28 Επιβάλλεται, δεύτερον, να τονιστεί ότι, καίτοι οι διατάξεις του τμήματος Ι του βιβλίου ΙΙΙ του HGB, τις οποίες επικαλέστηκε η Γερμανική Κυβέρνηση, εφαρμόζονται επί όλων των εμπόρων και, κατά συνέπεια, επί όλων των προσωπικών εταιριών, δεν αμφισβητείται ότι αποτελούν μερική μόνο μεταφορά των ρυθμίσεων της οδηγίας 78/660.
29 Κατά το μέτρο που οι διατάξεις του τμήματος ΙΙ του βιβλίου ΙΙΙ του HGB συμπληρώνουν τη μεταφορά της οδηγίας 78/660, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς που διατυπώνει η Επιτροπή στο υπόμνημα απαντήσεως και τις οποίες δεν αμφισβήτησε η Γερμανική Κυβέρνηση, οι διατάξεις του τμήματος αυτού υπό τον τίτλο «συμπληρωματικές διατάξεις για κεφαλαιουχικές εταιρίες (μετοχικές εταιρίες, ετερόρρυθμες κατά μετοχές εταιρίες και εταιρίες περιορισμένης ευθύνης)» εφαρμόζονται μόνον επί των προσωπικών εταιριών και ότι, κατά συνέπεια, ο Γερμανός νομοθέτης παρέλειψε να τις καταστήσει εφαρμοστέες, κατά τα οριζόμενα στην εν λόγω οδηγία, επί των εταιριών αυτής της μορφής.
30 Δεν αμφισβητείται ότι οι διατάξεις του Publizitδtsgesetz, τις οποίες επίσης επικαλέστηκε η Γερμανική Κυβέρνηση, εφαρμόζονται μόνον επί ορισμένων μεγάλων εταιριών και ότι, κατά συνέπεια, δεν μπορούν να αποτελέσουν μεταφορά της οδηγίας 90/605.
31 Συνεπώς, επιβάλλεται να αναγνωριστεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, μη λαμβάνοντας εντός της ταχθείσας προθεσμίας, όλες τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που απαιτούνται προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 90/605, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
32 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και ότι αυτή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, μη λαμβάνοντας, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, όλες τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που απαιτούνται προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 90/605/EOK του Συμβουλίου, της 8ης Νοεμβρίου 1990, για την τροποποίηση του πεδίου εφαρμογής των οδηγιών 78/660/ΕΟΚ και 83/349/ΕΟΚ περί των ετησίων και περί των ενοποιημένων λογαριασμών, αντιστοίχως, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.
2) Καταδικάζει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy