Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Γεωργία - Κοινή οργάνωση των αγορών - Κρέας πουλερικών - Επιστροφές κατά την εξαγωγή - Κατάταξη στην ad hoc ονοματολογία προϋόντος που προήλθε από τον τεμαχισμό
(Κανονισμός 3846/87 της Επιτροπής)
Περίληψη
Τα τεμάχια πετεινών ή πουλερικών που αποτελούνται από δύο οπίσθια τέταρτα πουλερικού που εξακολουθούν να συνδέονται μεταξύ τους με το δέρμα της πλάτης συνιστούν «τέταρτα» (κωδικός 0207 41 11 000), κατά την έννοια της ονοματολογίας των γεωργικών προϋόντων για τις επιστροφές κατά την εξαγωγή που θεσπίστηκε με τον κανονισμό 3846/87.
Πράγματι, αφενός, λόγω της συνθέσεώς τους, τα συγκεκριμένα προϋόντα ανταποκρίνονται επακριβώς στον ορισμό των οπισθίων τετάρτων που προκύπτει από τις επεξηγηματικές σημειώσεις της Συνδυαμένης Ονοματολογίας, με μόνη διαφορά ότι, λόγω του τρόπου τεμαχισμού τους, τα δύο τέταρτα δεν είναι εντελώς χωρισμένα, και, αφετέρου, το στοιχείο αυτό δεν επηρεάζει το ουσιώδες χαρακτηριστικό αυτού του είδους, κατά την έννοια του γενικού κανόνα 2, στοιχείο αα, για την ερμηνεία της Συνδυασμένης Ονοματολογίας, το οποίο είναι ότι αποτελείται από δύο οπίσθια τέταρτα πετεινού ή κοτόπουλου.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-290/97,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Bundesfinanzhof (Γερμανία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Georg Bruner, ενεργών υπό την εμπορική επωνυμία «Georg Bruner»
και
Hauptzollamt Hamburg-Jonas,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 3846/87 της Επιτροπής, της 17ης Δεκεμβρίου 1987, που καθορίζει την ονοματολογία των γεωργικών προϋόντων για τις επιστροφές κατά την εξαγωγή (ΕΕ L 366, σ. 1),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J.-P. Puissochet (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, J. C. Moitinho de Almeida και C. Gulmann, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: N. Fennelly
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Fernando Castillo de la Torre, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, και την Karin Schreyer, δημόσιο υπάλληλο κράτους μέλους αποσπασμένη στην ίδια υπηρεσία, επικουρούμενους από τους Hans-Jόrgen Rabe, Georg M. Berrisch και Marco Nϊρez Mόller, δικηγόρους Βρυξελλών,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις του G. Bruner, εκπροσωπούμενου από τον Michael Buch, δικηγόρο Μονάχου, και της Επιτροπής, εκπροσωπουμένη από την Karin Schreyer και τον Marco Nϊρez Mόller, κατά τη συνεδρίαση της 11ης Ιουνίου 1998,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 16ης Ιουλίου 1998,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 26ης Ιουνίου 1997, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 4 Αυγούστου 1997, το Bundesfinanzhof υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 3846/87 της Επιτροπής, της 17ης Δεκεμβρίου 1987, που καθορίζει την ονοματολογία των γεωργικών προϋόντων για τις επιστροφές κατά την εξαγωγή (ΕΕ L 366, σ. 1).
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του G. Bruner, ενεργούντος υπό την εμπορική επωνυμία «Georg Bruner», και του Hauptzollamt Hamburg-Jonas (στο εξής: HZA) αναφορικά με τη χορήγηση επιστροφών για την εξαγωγή κρέατος πουλερικών από τη Γερμανία προς την Ισημερινή Γουινέα μεταξύ 21ης Ιουνίου 1988 και 16ης Ιανουαρίου 1989.
Η εφαρμοστέα νομοθεσία
3 Το άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2777/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του κρέατος πουλερικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/014, σ. 71), όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3907/87 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1987 (ΕΕ 1987, L 370, σ. 14), προβλέπει τη χορήγηση στον τομέα αυτόν επιστροφών κατά την εξαγωγή προς κάλυψη της διαφοράς μεταξύ της τιμής των συγκεκριμένων προϋόντων στην παγκόσμια αγορά και της τιμής τους εντός της Κοινότητας.
4 Το ποσό των επιστροφών καθορίζεται περιοδικώς βάσει μιας ονοματολογίας των γεωργικών προϋόντων. Στον κανονισμό 3846/87 περιέχεται η ονοματολογία που ίσχυε κατά την υπό εξέταση περίοδο. Στον τομέα 8 (Κρέας πουλερικών), ο κανονισμός αυτός διακρίνει, ως προς τα τεμάχια και παραπροϋόντα πουλερικών, άλλα από τα συκώτια, με κόκκαλα:
- τα «μισά ή τέταρτα», κωδικός 0207 41 11 000
- τις «φτερούγες ολόκληρες, έστω και χωρίς τα άκρα», κωδικός 0207 41 21 000
- τα «στήθια και τεμάχια από στήθια», κωδικός 0207 41 41 000
- τους «μηρούς και τεμάχια μηρών», κωδικός 0207 41 51 000
- τα «άλλα»:
- «μισά ή τέταρτα από πετεινούς, κότες και κοτόπουλα, χωρίς ουρά», κωδικός 0207 41 71 100
- «άλλα», κωδικός 0207 41 71 900
5 Δυνάμει των κανονισμών (ΕΟΚ) 717/88 της Επιτροπής, της 18ης Μαρτίου 1988 (EE L 74, σ. 37), και (ΕΟΚ) 3216/88 της Επιτροπής, της 19ης Οκτωβρίου 1988 (EE L 286, σ. 17), που καθορίζουν τις επιστροφές κατά την εξαγωγή στον τομέα του κρέατος πουλερικών, η κατάταξη στην κλάση «μισά ή τέταρτα» (κωδικός 0207 41 11 000) παρέχει δικαίωμα για επιστροφή, ενώ η κατάταξη στη διάκριση «άλλα» (κωδικός 0207 41 71 900) δεν παρέχει τέτοιο δικαίωμα.
6 Μεταγενέστερα της υπό εξέταση περιόδου, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 96/89 της Επιτροπής, της 17ης Ιανουαρίου 1989, περί καθορισμού των επιστροφών κατά την εξαγωγή στον τομέα του κρέατος των πουλερικών (EE L 14, σ. 7), υποδιαίρεσε την κατηγορία «άλλα» (0207 41 71) εισάγοντας τη διάκριση «τεμάχια που περιλαμβάνουν τα δύο πισινά τέταρτα μη χωρισμένα με ή χωρίς ουρά» (κωδικός 0207 41 71 300), για την οποία παρέχεται δικαίωμα επιστροφής.
7 Το άρθρο 11 του κανονισμού 2777/75 ορίζει ότι οι γενικοί κανόνες για την ερμηνεία του Κοινού Δασμολογίου (στο εξής: ΚΔ) και οι ειδικοί κανόνες για την εφαρμογή του ισχύουν για τη δασμολογική κατάταξη των προϋόντων που αφορά η κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα του κρέατος πουλερικών. Επομένως, προς ερμηνεία των εννοιών που περιέχονται στην ονοματολογία των γεωργικών προϋόντων πρέπει μεταξύ άλλων να λαμβάνονται υπόψη, εφόσον παρίσταται ανάγκη, οι γενικοί κανόνες για την ερμηνεία της Συνδυασμένης Ονοματολογίας που περιέχονται στον κανονισμό (ΕΟΚ) 2658/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το Κοινό Δασμολόγιο (EE L 256, σ. 1).
8 Ο γενικός κανόνας 2, στοιχείο αα, που περιλαμβάνεται στο πρώτο μέρος του παραρτήματος Ι του εν λόγω κανονισμού, ορίζει ότι:
«2. α) Κάθε αναφορά σ' ένα είδος μέσα σε ορισμένη κλάση καλύπτει το είδος αυτό, έστω και αν δεν είναι πλήρες ή τελειωμένο, με την προϋπόθεση ότι, στην κατάσταση που παρουσιάζεται, εμφανίζει τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του πλήρους ή του τελειωμένου είδους. Καλύπτει επίσης το πλήρες ή τελειωμένο είδος ή αυτό που θεωρείται σαν τέτοιο, βάσει των προηγουμένων διατάξεων, στην περίπτωση που αυτό παρουσιάζεται ασυναρμολόγητο ή αποσυναρμολογημένο.»
9 Δυνάμει του γενικού κανόνα 3, όταν τα εμπορεύματα πρέπει, εκ πρώτης όψεως, να καταταγούν σε δύο ή περισσότερες κλάσεις, η κατάταξη γίνεται ως εξής:
«α) Η περισσότερο εξειδικευμένη κλάση πρέπει να έχει προτεραιότητα έναντι των κλάσεων με γενικότερο περιεχόμενο. Εντούτοις, όταν δύο ή περισσότερες κλάσεις καλύπτουν κάθε μία ένα μόνο τμήμα των υλών που αποτελούν ένα αναμειγμένο προϋόν ή ένα σύνθετο είδος ή ένα μόνο τμήμα των ειδών, στην περίπτωση εμπορευμάτων που παρουσιάζονται σε σύνολα συσκευασμένα για τη λιανική πώληση, αυτές οι κλάσεις πρέπει να θεωρούνται, σε σχέση με αυτό το προϋόν ή αυτό το είδος, ως εξίσου εξειδικευμένες έστω και αν μία από αυτές δίνει μια περισσότερο ακριβή ή περισσότερο πλήρη περιγραφή.
β) Τα αναμειγμένα προϋόντα, τα τεχνουργήματα και τα είδη που αποτελούνται από διάφορες ύλες ή προκύπτουν από τη συναρμολόγηση διαφόρων αντικειμένων, καθώς και τα εμπορεύματα που παρουσιάζονται σε σύνολα συσκευασμένα για τη λιανική πώληση, στα οποία η κατάταξη δεν μπορεί να γίνει με εφαρμογή του κανόνα 3 α, κατατάσσονται σύμφωνα με την ύλη ή το είδος που δίνει σ' αυτά τον ουσιώδη τους χαρακτήρα, όταν είναι δυνατός αυτός ο καθορισμός.»
Η διαφορά της κύριας δίκης
10 Μεταξύ 21ης Ιουνίου 1988 και 16ης Ιανουαρίου 1989 η επιχείρηση Georg Bruner, με έδρα το Μόναχο (Γερμανία), εξήγε προς την Ισημερινή Γουινέα παρτίδες κατεψυγμένων τεμαχίων πουλερικών, με κόκκαλα. Κάθε τεμάχιο αποτελείτο από δύο οπίσθια τέταρτα πουλερικού «συνδεδεμένα μεταξύ τους με το δέρμα της πλάτης».
11 Αρχικώς ο εξαγωγέας εισέπραξε από το HZA επιστροφές λόγω του χαρακτηρισμού των προϋόντων αυτών ως «μισών και τετάρτων πουλερικών (με κόκκαλα)» - κωδικός 0207 41 11 000.
12 Επειδή, κατόπιν ελέγχου, έκρινε ότι δεν επρόκειτο για «μισά ή τέταρτα», αλλά για «άλλα» εμπορεύματα (κωδικός 0207 41 71 900) για τα οποία δεν παρέχεται δικαίωμα επιστροφής, το HZA με απόφαση της 18ης Ιουλίου 1990, η οποία επιβεβαιώθηκε στις 27 Οκτωβρίου 1994, ανακάλεσε την αρχική απόφαση χορηγήσεως επιστροφής και ζήτησε την απόδοση των ποσών που καταβλήθηκαν ως επιστροφές.
13 Το Finanzgericht απέρριψε την προσφυγή που άσκησε ο G. Bruner κατά των ανακλητικών αποφάσεων της 18ης Ιουλίου 1990 και της 27ης Οκτωβρίου 1994 με το σκεπτικό ότι τα εξαχθέντα τεμάχια δεν ήταν ούτε «μισά», ούτε «τέταρτα», κατά την έννοια της Συνδυασμένης Ονοματολογίας, αλλά «άλλα» τεμάχια («τεμάχια που περιλαμβάνουν τα δύο πισινά τέταρτα μη χωρισμένα», με ή χωρίς ουρά) για τα οποία προβλέφθηκε η χορήγηση επιστροφής από της θέσεως σε ισχύ του κανονισμού 96/89, δηλαδή μετά τις συγκεκριμένες εξαγωγές.
14 Ο G. Bruner άσκησε αναίρεση ενώπιον του Bundesfinanzhof κατά της αποφάσεως αυτής ισχυριζόμενος ότι τα εξαχθέντα εμπορεύματα αποτελούν τυπικό ιταλικό προϋόν και ότι πρέπει, σύμφωνα με την εμπορική πρακτική, να θεωρηθεί ότι αποτελείται από χωρισμένα τέταρτα, προσθέτοντας ότι η ανάλυση αυτή επιβεβαιώνεται τόσο από τον κανονισμό 96/89 όσο και από τους γενικούς κανόνες ερμηνείας της Συνδυασμένης Ονοματολογίας και τη νομολογία του Δικαστηρίου, καθώς και ότι ένα ολλανδικό δικαστήριο είχε σχετικώς αποφανθεί υπέρ αυτού.
15 Στη διάταξη παραπομπής το εθνικό δικαστήριο τονίζει ότι κλίνει μάλλον προς τη γνώμη του Finanzgericht για τρεις λόγους.
16 Ο πρώτος είναι ότι το «μισό» περιγράφεται στις επεξηγηματικές σημειώσεις της Συνδυασμένης Ονοματολογίας ως κατά μήκος και συμμετρικώς χωρισμός ενός πουλερικού, ενώ το «τέταρτο» είναι το μισό ενός κατά τα ανωτέρω μισού. Επομένως, δύο οπίσθια τμήματα συνδεόμενα με το δέρμα και δυνάμενα να αποχωριστούν σε τέταρτα δεν αποτελούν «τέταρτα» κατά την έννοια της ονοματολογίας.
17 Ο δεύτερος λόγος που προβάλει το Bundesfinanzhof είναι ότι οι γενικοί κανόνες για την ερμηνεία της Συνδυασμένης Ονοματολογίας που επικαλέστηκε ο προσφεύγων, εκτός του ότι έχουν επικουρικό χαρακτήρα και δεν μπορούν να προβληθούν κατά του γράμματος της Συνδυασμένης Ονοματολογίας, δεν έχουν εν προκειμένω εφαρμογή. Πράγματι, ο γενικός κανόνας 2, στοιχείο αα, πρώτη φράση, δεν αφορά κανονικώς τα προϋόντα των αρχικών κεφαλαίων (απόφαση της 3ης Ιουνίου 1992, C-318/90, Boehringer Mannheim, Συλλογή 1992, σ. Ι-3495), η δε προϋπόθεση εφαρμογής του γενικού κανόνα 3, που είναι η δυνατότητα κατατάξεως σε περισσότερες της μιας κλάσεως, δεν πληρούται εν προκειμένω.
18 Τέλος, το Bundesfinanzhof στηρίζεται στον κανονισμό 96/89, ο οποίος, για τη μετά τις 18 Ιανουαρίου 1989 περίοδο, προέβλεψε μια υποδιαίρεση που αφορά ακριβώς «τα τεμάχια που περιλαμβάνουν τα δύο πισινά τέταρτα μη χωρισμένα», υποδιαίρεση η οποία υπήχθη στη διάκριση «άλλα» και όχι στη διάκριση «μισά ή τέταρτα». Η κατάταξη αυτή επιβεβαιώνει την ερμηνεία του Finanzgericht αναφορικά με την προηγούμενη περίοδο.
19 Εντούτοις, την αντίθεση λύση έδωσε το College van Beroep voor het bedrijfsleven (Κάτω Ξώρες), με απόφαση της 29ης Απριλίου 1997, το οποίο, στηριζόμενο στην απόφαση του Δικαστηρίου της 5ης Οκτωβρίου 1994, C-151/93, Voogd Vleesimport en -export (Συλλογή 1994, σ. Ι-4915), έκρινε ότι προϋόντα όπως αυτά για τα οποία πρόκειται στην παρούσα υπόθεση πρέπει να θεωρούνται ως χωρισμένα τέταρτα.
20 Κρίνοντας ότι, κατά συνέπεια, υφίστανται αμφιβολίες ως προς την ερμηνεία των κοινοτικών διατάξεων, το Bundesfinanzhof ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχει η ισχύουσα για την περίοδο από 21 Ιουνίου 1988 έως 16 Ιανουαρίου 1989 ονοματολογία για τις επιστροφές κατά την εξαγωγή - κανονισμός (ΕΟΚ) 3846/87 της Επιτροπής, της 17ης Δεκεμβρίου 1987 (ΕΕ L 366, σ. 1) -, παράρτημα 8 "ex 0207 41 11", την έννοια ότι στον όρο "τέταρτα" (πουλερικών) περιλαμβάνονται επίσης τεμάχια πουλερικών που δεν έχουν πλήρως αποχωριστεί μεταξύ τους (οπίσθια), όπως αυτά εκτενέστερα περιγράφονται στο σκεπτικό της παρούσας διατάξεως;»
21 Με το ερώτημα αυτό το εθνικό δικαστήριο ζητεί, κατ' ουσίαν, από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν τα τεμάχια πετεινών ή πουλερικών που αποτελούνται από δύο οπίσθια τέταρτα πουλερικού συνδεδεμένα ακόμη μεταξύ τους με το δέρμα της πλάτης αποτελούν «τέταρτα» (κωδικός 0207 41 11 000), κατά την έννοια της ονοματολογίας των γεωργικών προϋόντων για τις επιστροφές κατά την εξαγωγή που θεσπίστηκε με τον κανονισμό 3846/87.
22 Ελλείψει ορισμού, στον κανονισμό 3846/87, της έννοιας «μισά ή τέταρτα» κατεψυγμένων πετεινών ή πουλερικών με κόκκαλα, της κλάσεως 0207 41 11 000, πρέπει να ληφθούν υπόψη τόσον οι γενικοί κανόνες για την ερμηνεία της Συνδυασμένης Ονοματολογίας όσο και, κατ' αναλογία, οι επεξηγηματικές σημειώσεις της Συνδυασμένης Ονοματολογίας που αφορούν τους όρους αυτούς.
23 Κατά τις επεξηγηματικές σημειώσεις της Συνδυασμένης Ονοματολογίας, στις οποίες αναφέρονται τόσο η Επιτροπή όσο και το αιτούν δικαστήριο, ένα «μισό» είναι το αποτέλεσμα κάθετης τομής του πουλερικού κατά μήκος της ράχης, ενώ ένα «τέταρτο» είναι το αποτέλεσμα χωρισμού σε δύο ενός «μισού», ενώ το «πισινό τέταρτο» αποτελείται, κατά συνέπεια, από το άκρο του μηρού, τον μηρό, το πίσω μέρος της πλάτης και την ουρά.
24 Στηριζόμενη στη μέθοδο τεμαχισμού, η Επιτροπή, ακολουθώντας την προκαταρκτική ανάλυση του Bundesfinanzhof, θεωρεί ότι υπάρχει ταυτότητα των εννοιών που προαναφέρθηκαν και του οπισθίου μέρους ενός πουλερικού το οποίο, καίτοι περιλαμβάνει τα δύο οπίσθια τέταρτα, προέρχεται από τεμαχισμό κάθετο προς τη ράχη και όχι κατά μήκος αυτής, κατά συμμετρικό τρόπο. Εφόσον οι έννοιες αυτές είναι σαφείς και δεν μπορούν να εφαρμοστούν επί των προϋόντων για τα οποία πρόκειται στην κύρια δίκη, τα προϋόντα αυτά πρέπει οπωσδήποτε να υπαχθούν στη συμπληρωματική κλάση «άλλα» (κωδικός 0207 41 71 900), χωρίς να δικαιούνται επιστροφών.
25 Η ερμηνεία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Πράγματι, δεν αμφισβητειται ότι λόγω της συνθέσεώς τους τα συγκεκριμένα προϋόντα ανταποκρίνονται επακριβώς στον ορισμό των οπισθίων τετάρτων, με μόνη διαφορά ότι, λόγω του τρόπου τεμαχισμού τους, τα δύο τέταρτα δεν είναι εντελώς χωρισμένα, αλλά συνδέονται ακόμη μεταξύ τους με το δέρμα της πλάτης. Αυτή η ταυτότητα περιεχομένου, αλλά ακόμη και παρουσιάσεως, επιβάλλει την προσφυγή στους γενικούς κανόνες για την ερμηνεία της Συνδυασμένης Ονοματολογίας προκειμένου να κριθεί αν τα συγκεκριμένα προϋόντα μπορούν να υπαχθούν στην ειδική κατηγορία ή αν πρέπει να καταταγούν στην συμπληρωματική κλάση.
26 Κατά τον γενικό κανόνα 2, στοιχείο αα, ως αποφασιστικό κριτήριο για την κατάταξη λαμβάνονται υπόψη τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του πλήρους ή του τελειωμένου είδους, ασχέτως της μορφής που έχει, αν δηλαδή δεν είναι πλήρες ή τελειωμένο ή ασυναρμολόγητο.
27 Είναι προφανές ότι, προκειμένου να καθοριστεί η φύση του προϋόντος, το στοιχείο ότι τα δύο οπίσθια τέταρτα από τα οποία αποτελείται δεν είναι εντελώς αποχωρισμένα, αλλά εξακολουθούν να συνδέονται μεταξύ τους με ένα κομμάτι δέρματος, δεν επηρεάζει το ουσιώδες χαρακτηριστικό αυτού του είδους, το οποίο είναι ότι αποτελείται από δύο οπίσθια τέταρτα πετεινού ή κοτόπουλου.
28 Εντούτοις, η Επιτροπή φρονεί, όπως και το αιτούν δικαστήριο, ότι ο γενικός κανόνας 2, στοιχείο αα, δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση.
29 Πρώτον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόζεται «κανονικά» στα προϋόντα των τομέων I έως VI, δηλαδή στα προϋόντα των κεφαλαίων 1 έως 38 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας.
30 Επιβάλλεται σχετικώς να τονιστεί ότι στην προαναφερθείσα απόφαση Boehringer Mannheim, σκέψη 18, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο όρος «όχι κανονικά», που περιλαμβάνεται στο σχόλιο το σχετικό με τον γενικό κανόνα 2, στοιχείο αα, δεν επιτρέπει τον πλήρη αποκλεισμό της εφαρμογής αυτού του ερμηνευτικού κανόνα επί δασμολογικών κλάσεων των κεφαλαίων 1 έως 38 του ΚΔ. Επίσης, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι το κριτήριο των ουσιωδών χαρακτηριστικών δεν μπορεί να αφορά παρά ένα προϋόν «το οποίο βρίσκεται τόσο κοντά στο τελικό προϋόν ώστε μπορεί να υπαχθεί στην ίδια με αυτό δασμολογική κλάση», ασχέτως της θέσεως που καταλαμβάνει αυτό το προϋόν στο ΚΔ.
31 Δεύτερον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα συγκεκριμένα προϋόντα δεν μπορούν να χαρακτηριστούν σε σχέση με ένα ενδεχόμενο τελικό προϋόν, διότι, κατά τον εξαγωγέα, αποτελούν «τυπικό ιταλικό προϋόν», που δεν πρόκειται να υποστεί άλλη επεξεργασία και το οποίο, επομένως, αποτελεί, υπό τη μορφή την οποία εξάγεται, τελικό προϋόν.
32 Ούτε το επιχείρημα αυτό μπορεί να γίνει δεκτό. Σκοπός του γενικού κανόνα 2, στοιχείο αα, όπως αυτός διευκρινίστηκε στην προαναφερθείσα απόφαση Boehringer Mannheim, είναι να επιτρέψει την εξομοίωση δύο προϋόντων τα οποία προσομοιάζουν τόσο πολύ το ένα με το άλλο ώστε, ουσιαστικώς, υπό το πρίσμα του χρήστη να θεωρούνται ίδια, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι διαφορές που οφείλονται μόνο στην παρουσίαση των εμπορευμάτων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποκόπτοντας στη μέση το δέρμα της πλάτης που συνδέει τα δύο οπίσθια τεμάχια, ο καταναλωτής έχει δύο αποχωρισμένα τέταρτα πουλερικού, καθ' όλα όμοια με εκείνα στα οποία αναφέρονται οι επεξηγηματικές σημειώσεις της Συνδυασμένης Ονοματολογίας. Είτε η πράξη αυτή γίνει είτε δεν γίνει, το συγκεκριμένο προϋόν συγκεντρώνει τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της κλάσεως «μισά ή τέταρτα».
33 Υπό τις συνθήκες αυτές, παρέλκει η εξέταση των άλλων επιχειρημάτων που διατύπωσε η Επιτροπή και τα οποία αφορούν τη σημασία των εθνικών εμπορικών πρακτικών, την εφαρμογή του γενικού κανόνα 3 και τη θέση σε ισχύ, μεταγενέστερα της εξεταζομένης περιόδου, του κανονισμού 96/89.
34 Συνεπώς, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα τεμάχια πετεινών ή πουλερικών που αποτελούνται από δύο οπίσθια τέταρτα πουλερικού που εξακολουθούν να συνδέονται μεταξύ τους με το δέρμα της πλάτης συνιστούν «τέταρτα» (κωδικός 0207 41 11 000), κατά την έννοια της ονοματολογίας των γεωργικών προϋόντων για τις επιστροφές κατά την εξαγωγή που θεσπίστηκε με τον κανονισμό 3846/87.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
35 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή που κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(τρίτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με διάταξη της 26ης Ιουνίου 1997 το Bundesfinanzhof, αποφαίνεται:
Τα τεμάχια πετεινών ή πουλερικών που αποτελούνται από δύο οπίσθια τέταρτα πουλερικού που εξακολουθούν να συνδέονται μεταξύ τους με το δέρμα της πλάτης συνιστούν «τέταρτα» (κωδικός 0207 41 11 000), κατά την έννοια της ονοματολογίας των γεωργικών προϋόντων για τις επιστροφές κατά την εξαγωγή που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3846/87 της Επιτροπής, της 17ης Δεκεμβρίου 1987.
Full & Egal Universal Law Academy