Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 Αναίρεση - Λόγοι - Εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών - Απαράδεκτο - Έλεγχος από το Δικαστήριο της εκτιμήσεως των αποδεικτικών στοιχείων - Δεν επιτρέπεται, πλην της περιπτώσεως αλλοιώσεως
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 168 Α· Οργανισμός ΕΚ του Δικαστηρίου, άρθρο 51)
2 Αναίρεση - Λόγοι - Λόγος προβληθείς για πρώτη φορά στο πλαίσιο της αναιρέσεως - Απαράδεκτο
(Οργανισμός ΕΚ του Δικαστηρίου, άρθρο 51)
Περίληψη
3 Tο Πρωτοδικείο είναι το μόνον αρμόδιο να εκτιμά την αξία των αποδεικτικών στοιχείων που του υποβάλλονται, εφόσον η προσκόμιση των στοιχείων αυτών είναι νομότυπη και εφόσον έχουν τηρηθεί οι γενικές αρχές του δικαίου και οι διαδικαστικοί κανόνες που διέπουν το βάρος αποδείξεως και τη διεξαγωγή των αποδείξεων. Κατά συνέπεια, η εκτίμηση αυτή δεν αποτελεί, εκτός αν υπάρχει αλλοίωση των εν λόγω στοιχείων, νομικό ζήτημα υποκείμενο στον έλεγχο του Δικαστηρίου.
4 Στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως, η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου περιορίζεται στον έλεγχο της εκ μέρους του Πρωτοδικείου εκτιμήσεως των ισχυρισμών που εξετάστηκαν ενώπιόν του.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-291/97 P,
H, πρώην υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, κάτοικος Βρυξελλών, εκπροσωπούμενη από τον Vincent Lurquin, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Louis Schiltz, 2, rue de Fort Reinsheim,
αναιρεσείουσα,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως που εξέδωσε στις 3 Ιουνίου 1997 το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (τρίτο τμήμα) στην υπόθεση T-196/95, H κατά Επιτροπής, (Συλλογή Υπ.Υπ. 1997, σ. II-403), και με την οποία ζητείται η εξαφάνιση της αποφάσεως αυτής, όπου ο έτερος διάδικος είναι η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την Ana Maria Alves Vieira, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gσmez de la Cruz, μέλος της ίδιας υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. Gulmann, πρόεδρο τμήματος, M. Wathelet, J. C. Moitinho de Almeida, J.-P. Puissochet και L. Sevσn (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: S. Alber
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 5ης Μαρτίου 1998,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 5 Αυγούστου 1997, η Η άσκησε αναίρεση, δυνάμει του άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΚ και των αντίστοιχων διατάξεων των Οργανισμών ΕΚΑΞ και ΕΚΑΕ του Δικαστηρίου, κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Πρωτοδικείο στις 3 Ιουνίου 1997, T-196/95, H κατά Επιτροπής, (Συλλογή Υπ.Υπ. 1997, σ. II-403, στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), με την οποία το Πρωτοδικείο μεταξύ άλλων απέρριψε την προσφυγή που είχε ασκήσει κατά της αποφάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1994, με την οποία συνταξιοδοτήθηκε αυτεπαγγέλτως.
2 Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν τα ακόλουθα:
«1 Στην προσφεύγουσα, πρώην υπάλληλο βαθμού Β 3 της Επιτροπής, χορηγήθηκε αυτεπαγγέλτως, με απόφαση της 17ης Μαρτίου 1993 του ιατρού-συμβούλου της Επιτροπής, αναρρωτική άδεια δυνάμει του άρθρου 59, παράγραφος 2, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ).
2 Στις 15 Ιουνίου 1993 η προσφεύγουσα υπέβαλε κατά της αποφάσεως αυτής διοικητική ένσταση.
3 Με έγγραφο της 17ης Ιουνίου 1993, που απεστάλη ταχυδρομικώς στη διεύθυνση της προσφεύγουσας στις Βρυξέλλες, η Επιτροπή την πληροφόρησε σχετικά με την απόφασή της να υποβάλει την υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 59, παράγραφος 3, του ΚΥΚ, στην κρίση της επιτροπής αναπηρίας και της ζήτησε να υποδείξει ιατρό της επιλογής της προκειμένου αυτός να την εκπροσωπήσει στην εν λόγω επιτροπή. Η ίδια πρόσκληση επανελήφθη με έγγραφο της 15ης Ιουλίου 1993, το οποίο επίσης απεστάλη ταχυδρομικώς.
4 Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα δεν υπέδειξε ιατρό της επιλογής της, η Επιτροπή ζήτησε, με έγγραφο της 17ης Δεκεμβρίου 1993, από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου να ορίσει αυτεπαγγέλτως ιατρό, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 7, δεύτερο εδάφιο, του παραρτήματος ΙΙ του ΚΥΚ.
(...)
8 Με έγγραφο της 20ής Ιουνίου 1994, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου όρισε αυτεπαγγέλτως τον ιατρό που θα εκπροσωπούσε την προσφεύγουσα στην επιτροπή αναπηρίας.
9 Με έγγραφο της 20ής Ιουνίου 1994, που απεστάλη ταχυδρομικώς, ο ορισθείς από την Επιτροπή ιατρός πληροφόρησε την προσφεύγουσα σχετικά με τη σύσταση και τη σύνθεση της επιτροπής αναπηρίας.
10 Στις 13 Σεπτεμβρίου 1994 συνήλθε η επιτροπή αναπηρίας, η οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η προσφεύγουσα "είχε προσβληθεί από μόνιμη αναπηρία θεωρούμενη ως ολική πράγμα που καθιστούσε αδύνατη γι' αυτή την άσκηση των καθηκόντων που αντιστοιχούσαν σε θέση της σταδιοδρομίας της και ότι, για τον λόγο αυτό, ήταν υποχρεωμένη να παύσει προσωρινώς να παρέχει τις υπηρεσίες της στην Επιτροπή".
11 Με απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1994 η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (στο εξής: ΑΔΑ), παραπέμποντας στη γνώμη της επιτροπής αναπηρίας, αποφάσισε, σύμφωνα με το άρθρο 53 του ΚΥΚ, την αυτεπάγγελτη συνταξιοδότηση της προσφεύγουσας, με ισχύ από την 1η Οκτωβρίου 1994 (στο εξής: απόφαση της ΑΔΑ ή προσβαλλομένη απόφαση). Σύμφωνα με την Επιτροπή, υπάλληλοι της υπηρεσίας ασφαλείας άφησαν αυθημερόν στην κατοικία της προσφεύγουσας έγγραφο το οποίο συνοδευόταν από την προσβαλλομένη απόφαση καθώς και από σχετικό αποδεικτικό παραλαβής. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα δεν κατέστη δυνατό να ανευρεθεί, το εν λόγω αποδεικτικό δεν υπογράφηκε απ' αυτήν.
12 Στις 10 Ιανουαρίου 1995 η προσφεύγουσα γνωστοποίησε ότι παρέλαβε την προσβαλλόμενη απόφαση.
13 Στις 6 Απριλίου 1995 υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
(...)
15 Με απόφαση της 27ης Ιουνίου 1995, την οποία η προσφεύγουσα παρέλαβε στις 18 Ιουλίου 1995, η Επιτροπή απέρριψε την ένσταση της 6ης Απριλίου 1995.»
3 Υπό τις συνθήκες αυτές, με δικόγραφο που κατέθεσε ενώπιον του Πρωτοδικείου, η Η άσκησε προσφυγή προς ακύρωση της αποφάσεως της 13ης Σεπτεμβρίου 1994 της επιτροπής αναπηρίας, της αποφάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1994 της Επιτροπής περί αυτεπάγγελτης συνταξιοδοτήσεώς της και της αποφάσεως της 27ης Ιουνίου 1995 περί απορρίψεως της ενστάσεώς της κατά της εν λόγω αποφάσεως.
Η προσβαλλόμενη απόφαση
4 Το Πρωτοδικείο δέχθηκε, με την σκέψη 36 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι η προσφυγή ήταν παραδεκτή όσον αφορά την απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1994. Αντίθετα, με τις σκέψεις 39 και 40 έκρινε ότι η από 27 Ιουνίου 1995 απόφαση της Επιτροπής περί απορρίψεως της ενστάσεως δεν αποτελούσε προσβλητή πράξη, ενώ με τις σκέψεις 43 έως 50 έκρινε ότι η από 13 Σεπτεμβρίου 1994 γνώμη της επιτροπής αναπηρίας έπρεπε να θεωρηθεί προπαρασκευαστική πράξη.
5 Η Η επικαλέστηκε μεταξύ άλλων λόγο ακυρώσεως βασιζόμενο σε παρατυπίες σχετικά με τη σύσταση και τις εργασίες της επιτροπής αναπηρίας. Ο λόγος αυτός υποδιαιρείτο σε τρία σκέλη. Η αίτηση αναιρέσεως στρέφεται μόνο κατά των απαντήσεων του Πρωτοδικείου που αφορούν τα δύο πρώτα σκέλη.
6 Με το πρώτο σκέλος η Η προσήπτε στην Επιτροπή ότι ακολούθησε μιαν απολύτως μονομερή διαδικασία για τη σύσταση της επιτροπής αναπηρίας και για τον καθορισμό του ιατρού που θα την εκπροσωπούσε στο πλαίσιο της επιτροπής αυτής.
7 Με τις σκέψεις 77 και 78 της προσβαλλομένης αποφάσεως το Πρωτοδικείο έκρινε ότι από πολλά στοιχεία της δικογραφίας, ιδίως δε από το δικόγραφο της προσφυγής και τα έγγραφα της Η με τα οποία αναγνώριζε ότι έλαβε τα από 17 Ιουνίου και 15 Ιουλίου 1993 έγγραφα της Επιτροπής που την καλούσαν να ορίσει ιατρό της επιλογής της, προκύπτει αδιαμφισβήτητα ότι είχε πλήρη γνώση της αποφάσεως της Επιτροπής να ζητήσει τη γνώμη της επιτροπής αναπηρίας και τη σύστασή της.
8 Με τη σκέψη 79 δέχθηκε ότι, επειδή δεν έλαβε απάντηση στα έγγραφα αυτά, η Επιτροπή εδικαιούτο να ζητήσει από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου να ορίσει ιατρό αντιπροσωπεύοντα την αναιρεσείουσα στο πλαίσιο της επιτροπής αναπηρίας, σύμφωνα με το άρθρο 7, δεύτερο εδάφιο, του παραρτήματος ΙΙ του ΚΥΚ.
9 Εξάλλου, το Πρωτοδικείο δέχθηκε με τη σκέψη 80 ότι ο ορισμός ιατρού προς εκπροσώπηση υπαλλήλου, στον οποίο οφείλει να προβεί ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 7, δεύτερο εδάφιο, του παραρτήματος ΙΙ του ΚΥΚ, δεν αποτελεί δικαιοδοτική αλλά διοικητική πράξη. Η άποψη ότι πρέπει να υφίσταται στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής η δυνατότητα εκατέρωθεν αναπτύξεως των απόψεων των ενδιαφερομένων μερών θα αντέβαινε προς τον σκοπό της ως άνω διατάξεως, ο οποίος είναι ακριβώς η θεραπεία μιας παραλείψεως του υπαλλήλου.
10 Τέλος, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε με τη σκέψη 81 ότι η Η είχε πληροφορηθεί σχετικά με τον διορισμό του ιατρού που την εκπροσωπούσε και σχετικά με τα ονόματα των ιατρών που αποτελούσαν την επιτροπή αναπηρίας με έγγραφο της 20ής Ιουνίου 1994 του ορισθέντος από την επιτροπή ιατρού.
11 Με το δεύτερο σκέλος του λόγου ακυρώσεως η Η αμφισβητούσε τη νομιμότητα των εργασιών της επιτροπής αναπηρίας, καθόσον δεν της είχε γνωστοποιηθεί το όνομα του επιφορτισμένου με την εκπροσώπησή της ιατρού, οπότε στερήθηκε με τον τρόπο αυτό της δυνατότητας να ασκήσει πλήρως τα δικαιώματα που της αναγνωρίζονται βάσει του άρθρου 9 του παραρτήματος ΙΙ του ΚΥΚ, δηλαδή του δικαιώματος να υποβάλει στην επιτροπή αναπηρίας όλες τις εκθέσεις ή βεβαιώσεις του θεράποντος ιατρού της ή των ιατρών τους οποίους είχε θεωρήσει σκόπιμο να συμβουλευθεί.
12 Εντούτοις, το Πρωτοδικείο δέχθηκε με τη σκέψη 83 ότι από τα σημειώματα της 22ας Ιουλίου και της 10ης Σεπτεμβρίου 1994, τα οποία συνέταξαν, αντιστοίχως, ο ορισθείς προς εκπροσώπηση της Η ιατρός και ο τρίτος ιατρός που είχε ορισθεί κατόπιν κοινής συμφωνίας, προέκυπτε σαφώς ότι η Η, αν και είχε κληθεί εγγράφως, αρνήθηκε να έρθει σε επαφή με τα μέλη της επιτροπής αναπηρίας.
13 Το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, επιπλέον, με τη σκέψη 84 ότι η Η, αφού της ανακοινώθηκε η σύνθεση της επιτροπής αναπηρίας με το προαναφερθέν έγγραφο της 20ής Ιουνίου 1994, είχε πράγματι τη δυνατότητα να υποβάλει στην εν λόγω επιτροπή τις ιατρικές εκθέσεις που θεωρούσε σημαντικές, πράγμα το οποίο όμως παρέλειψε να πράξει.
14 Εξ αυτών το Πρωτοδικείο συνήγαγε, με τη σκέψη 85, ότι η Η δεν μπορούσε να ισχυριστεί ότι εμποδίστηκε να ασκήσει τα δικαιώματα που έχει βάσει του άρθρου 9, πρώτο εδάφιο, του παραρτήματος ΙΙ του ΚΥΚ.
15 Αφού εξέτασε τους άλλους λόγους που επικαλέστηκε η Η, το Πρωτοδικείο απέρριψε ως αβάσιμη την προσφυγή κατά της αποφάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1994.
Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως
16 Με την αίτηση αναιρέσεως η Η προβάλλει έναν πρώτο λόγο, ο οποίος στηρίζεται σε διαδικαστικές παρατυπίες κατά τη σύσταση και τη λειτουργία της επιτροπής αναπηρίας του άρθρου 7 του παραρτήματος ΙΙ του ΚΥΚ. Ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο εσφαλμένα θεώρησε, αφενός, ότι δεν πρέπει να υφίσταται, στο πλαίσιο της διαδικασίας με την οποία ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου ορίζει αυτεπαγγέλτως ιατρό επιφορτισμένο με την εκπροσώπηση υπαλλήλου, η δυνατότητα της εκατέρωθεν αναπτύξεως των απόψεων των ενδιαφερομένων μερών και, αφετέρου, ότι κατά τη διαδικασία την οποία ακολούθησε η επιτροπή αναπηρίας υπήρχε η δυνατότητα εκατέρωθεν αναπτύξεως απόψεων λόγω του από 20 Ιουνίου 1994 εγγράφου, με την οποία ο ιατρός P. την πληροφόρησε περί του διορισμού του και της ανέφερε τα ονόματα των ιατρών που αποτελούσαν την επιτροπή αναπηρίας.
17 Κατά την Η, ναι μεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι είναι διοικητική η πράξη με την οποία ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου ορίζει ιατρό επιφορτισμένο με την εκπροσώπηση υπαλλήλου στο πλαίσιο της επιτροπής αναπηρίας, πλην όμως οι αμέσως προηγούμενες και οι αμέσως επόμενες πράξεις πρέπει να συντελούνται στο πλαίσιο διαδικασίας παρέχουσας τη δυνατότητα της εκατέρωθεν αναπτύξεως των απόψεων των ενδιαφερομένων μερών. Επομένως, κατά την Η, η Επιτροπή είχε την υποχρέωση να την πληροφορήσει περί της αποφάσεώς της να απευθυνθεί στον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, όφειλε δε να της διαβιβάσει αντίγραφο της διατάξεως περί ορισμού ιατρού εκ μέρους του Προέδρου του Δικαστηρίου. Ομοίως, η Η θεωρεί ότι η ίδια έπρεπε να κληθεί από την επιτροπή αναπηρίας. Το γεγονός της μη κοινοποιήσεως των εγγράφων στα οποία αναφέρθηκε το Πρωτοδικείο συνιστά παράβαση του άρθρου 26, τρίτο εδάφιο, του ΚΥΚ, κατά το οποίο η γνωστοποίηση στον ενδιαφερόμενο κάθε στοιχείου που παρουσιάζει ενδιαφέρον για την υπηρεσιακή κατάσταση υπαλλήλου πιστοποιείται είτε με την υπογραφή του υπαλλήλου αυτού είτε με τη διαδικασία της επιδόσεως συστημένης επιστολής.
18 Με την απάντησή της, η Επιτροπή προβάλλει το απαράδεκτο του ως άνω λόγου, καθόσον αυτός αποτελεί απλώς κριτική της εκ μέρους του Πρωτοδικείου πραγματικής εκτιμήσεως των στοιχείων τα οποία υπέβαλαν οι διάδικοι, καθώς και της αποδεικτικής αξίας των ενώπιόν του προσκομισθέντων εγγράφων. Όμως, στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως, το Δικαστήριο είναι αναρμόδιο προς εξέταση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων στα οποία βασίστηκε το Πρωτοδικείο για τη διαπίστωσή τους.
19 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι το Πρωτοδικείο είναι το μόνον αρμόδιο να εκτιμά την αξία των αποδεικτικών στοιχείων που του υποβάλλονται, εφόσον η προσκόμιση των στοιχείων αυτών είναι νομότυπη και εφόσον έχουν τηρηθεί οι γενικές αρχές του δικαίου και οι διαδικαστικοί κανόνες που διέπουν το βάρος αποδείξεως και τη διεξαγωγή των αποδείξεων. Κατά συνέπεια, η εκτίμηση αυτή δεν αποτελεί, εκτός αν υπάρχει αλλοίωση των εν λόγω στοιχείων, νομικό ζήτημα υποκείμενο στον έλεγχο του Δικαστηρίου (βλ. ιδίως την απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1997, C-55/97 P, AIUFFASS και AKT κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. Ι-5383, σκέψη 25).
20 Εξετάζοντας τα στοιχεία του φακέλου που της είχαν υποβληθεί και τα οποία περιγράφονται στις σκέψεις 78 και 79 της προσβαλλομένης αποφάσεως και καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι ήταν αναμφισβήτητο ότι η Η είχε πλήρη γνώση της αποφάσεως της Επιτροπής να ζητήσει τη γνώμη της επιτροπής αναπηρίας και της σχετικής με τη σύσταση της εν λόγω επιτροπής αποφάσεως, το Πρωτοδικείο προέβη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Δικαστηρίου.
21 Εξάλλου, το Πρωτοδικείο ορθώς έκρινε ότι, εφόσον η προσφεύγουσα δεν απάντησε στα έγγραφα της Επιτροπής, η τελευταία εδικαιούτο να ζητήσει από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου να ορίσει ιατρό προς εκπροσώπηση της Η στο πλαίσιο της επιτροπής αναπηρίας. Πράγματι, όπως ορθώς δέχθηκε το Πρωτοδικείο με τη σκέψη 80 της αποφάσεώς του, η άποψη ότι στο πλαίσιο της διαδικασίας ορισμού ιατρού πρέπει να υφίσταται η δυνατότητα της εκατέρωθεν αναπτύξεως των απόψεων των μερών αντιβαίνει προς τον σκοπό του άρθρου 7, δεύτερο εδάφιο, του παραρτήματος ΙΙ του ΚΥΚ, ο οποίος έγκειται στη θεραπεία παραλείψεως του υπαλλήλου.
22 Τέλος, δεχόμενο, στη σκέψη 81, ότι, με το από 20 Ιουνίου 1994 έγγραφο του ορισθέντος από την Επιτροπή ιατρού, η προσφεύγουσα πληροφορήθηκε περί του ορισμού του ιατρού που θα την εκπροσωπούσε και περί των ονομάτων των αποτελούντων την επιτροπή αναπηρίας ιατρών, το Πρωτοδικείο προέβη επίσης σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Δικαστηρίου.
23 Επομένως, ο πρώτος λόγος τον οποίο προβάλλει η αναιρεσείουσα είναι εν μέρει απαράδεκτος και εν μέρει αβάσιμος.
24 Όσον αφορά τον ισχυρισμό τον οποίο προβάλλει η Η στο πλαίσιο του πρώτου λόγου και ο οποίος στηρίζεται σε παράβαση του άρθρου 26, τρίτο εδάφιο, του ΚΥΚ, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι πρόκειται για αυτοτελή λόγο που δεν προβλήθηκε ενώπιον του Πρωτοδικείου.
25 Όμως, στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως, η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου περιορίζεται στον έλεγχο της εκ μέρους του Πρωτοδικείου εκτιμήσεως των ισχυρισμών που εξετάστηκαν ενώπιόν του (διάταξη της 17ης Σεπτεμβρίου 1996, C-19/95 Ρ, San Marco κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. Ι-4435, σκέψη 49).
26 Επομένως, και ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.
Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
27 Με τον δεύτερο λόγο της, που στηρίζεται σε παράβαση του άρθρου 9, πρώτο εδάφιο, του παραρτήματος ΙΙ του ΚΥΚ, η Η διατείνεται ότι κακώς το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η ίδια ήταν σε θέση να ασκήσει τα παρεχόμενα από τη διάταξη αυτή δικαιώματα.
28 Η Επιτροπή θεωρεί ότι ο ως άνω λόγος αποτελεί επίσης κριτική μιας εκ μέρους του Πρωτοδικείου πραγματικής εκτιμήσεως, οπότε είναι απαράδεκτος.
29 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Πρωτοδικείο προέβη σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών η οποία δεν εμπίπτει στον έλεγχο του Δικαστηρίου εξετάζοντας τα στοιχεία της δικογραφίας που του υποβλήθηκαν και τα οποία περιγράφονται στις σκέψεις 83 και 84 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και καταλήγοντας εντεύθεν στο συμπέρασμα, αφενός, ότι η αναιρεσείουσα, αν και είχε κληθεί εγγράφως, αρνήθηκε να έρθει σε επαφή με τα μέλη της επιτροπής αναπηρίας και, αφετέρου, ότι η ίδια είχε πράγματι τη δυνατότητα να υποβάλει στην εν λόγω επιτροπή τις ιατρικές εκθέσεις που θεωρούσε σημαντικές, πράγμα το οποίο όμως παρέλειψε να πράξει.
30 Επομένως, και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι επίσης απαράδεκτος.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
31 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, που έχει εφαρμογή στη διαδικασία αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 118, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα. Η αναιρεσίβλητη ζήτησε την καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η τελευταία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της παρούσας διαδικασίας.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
32 Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
33 Καταδικάζει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy