Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Γεωργία - Κοινή οργάνωση των αγορών - Γάλα και γαλακτοκομικά προϋόντα - Πρόσθετη εισφορά επί του γάλακτος - Ξορήγηση ποσοτήτων αναφοράς απαλλαγμένων της εισφοράς - Αρχική χορήγηση εντός κράτους μέλους που προσχώρησε στις Κοινότητες το 1995 - Καθορισμός βάσει του μέσου όρου των παραδόσεων που πραγματοποιήθηκαν κατά τα έτη 1991 έως 1993 - Εφαρμογή συντελεστών μειώσεως στους νέους παραγωγούς και σε εκείνους που αύξησαν την παραγωγή τους - Απαίτηση να υπάρξει περίοδος αδιάλειπτης παραγωγής - Παραδεκτό σε σχέση με τον κανονισμό 3950/92 και την αρχή της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 40 § 3, εδ. 2 (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 34 § 2, εδ. 2, ΕΚ)· Πράξη Προσχωρήσεως του 1994· κανονισμός 3950/92 του Συμβουλίου]
Περίληψη
$$Ο κανονισμός 3950/92 για τη θέσπιση πρόσθετης εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϋόντων, όπως τροποποιήθηκε με την πράξη περί των όρων προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας, καθώς και η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, την οποία καθιερώνει ειδικότερα το άρθρο 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 34, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ), έχουν την έννοια ότι δεν απαγορεύουν εθνική κανονιστική ρύθμιση σχετική με την αρχική χορήγηση των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς, την οποία θεσπίζει κράτος μέλος που προσχώρησε στις Ευρωπαϋκές Κοινότητες την 1η Ιανουαρίου 1995 και η οποία:
- καθορίζει τις ατομικές ποσότητες αναφοράς των παραγωγών που δεν μετέβαλαν την παραγωγή τους μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 1991 και 31ης Δεκεμβρίου 1994 βάσει του μέσου όρου των παραδόσεων που πραγματοποιήθηκαν κατά τα έτη 1991 έως 1993·
- αντιθέτως προς τους παραγωγούς που δεν μετέβαλαν την παραγωγή τους μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 1991 και 31ης Δεκεμβρίου 1994 και προς τους παραγωγούς γάλακτος που χρησιμοποιούν φιλικές προς το περιβάλλον μεθόδους, εφαρμόζει, για τον υπολογισμό των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς που χορηγούνται στους νέους παραγωγούς οι οποίοι άρχισαν την παραγωγή τους μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 1991 και 31ης Δεκεμβρίου 1994 και στους παραγωγούς υπό ανάπτυξη οι οποίοι αύξησαν κατά το ίδιο διάστημα την ήδη υπάρχουσα παραγωγή τους, συντελεστές μειώσεως των γαλακτοκομικών τους ποσοστώσεων, οι οποίοι, επιπλέον, διαφέρουν μεταξύ τους·
- χορηγεί ατομική ποσότητα αναφοράς μόνο στους παραγωγούς που αποδεικνύουν αδιάλειπτη παραγωγή μεταξύ 1ης Μαρτίου 1994 και 1ης Ιανουαρίου 1995, εκτός αν ο παραγωγός ο οποίος παρά τη θέλησή του διέκοψε τις παραδόσεις του κατά το διάστημα αυτό μπορεί να επικαλεσθεί ιδιαίτερους λόγους δικαιολογούντες τη χορήγηση ποσότητας αναφοράς. (βλ. σκέψεις 41, 61 και διατακτ.)
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-292/97,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Regeringsrδtten (Σουηδία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο των διαδικασιών που κίνησαν ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου οι
Kjell Karlsson κ.λπ.,
" η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 3950/92 του Συμβουλίου, της 28ης Δεκεμβρίου 1992, για τη θέσπιση [πρόσθετης] εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϋόντων (ΕΕ L 405, σ. 1), των άρθρων 5 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 10 ΕΚ) και 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 34, παράγραφος 2, ΕΚ), καθώς και της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. J. G. Kapteyn, προεδρεύοντα του έκτου τμήματος, G. Hirsch (εισηγητή) και H. Ragnemalm, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- οι K. Karlsson και L.-G. Gustafsson, εκπροσωπούμενοι από τους J. Borgstrφm και C. M. von Quitzow, δικηγόρους Jφnkφping,
- η Σουηδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την L. Nordling, rδttschef στο Υπουργείο Εξωτερικών,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την A. Μ. Alves Vieira και τον K. Simonsson, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις των K. Karlsson, L.-G. Gustafsson και N. Torarp, εκπροσωπουμένων από τους J. Borgstrφm και C. M. von Quitzow και από τον P. Bentley, QC, της Σουηδικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από την L. Nordling, και της Επιτροπής, εκπροσωπουμένης από την A. M. Alves Vieira και τον K. Simonsson, κατά τη συνεδρίαση της 10ης Δεκεμβρίου 1998,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 26ης Ιανουαρίου 1999,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με απόφαση της 27ης Μαου 1997, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 8 Αυγούστου 1997, το Regeringsrδtten (ανώτατο διοικητικό δικαστήριο) υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), ένα προδικαστικό ερώτημα σχετικά με την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 3950/92 του Συμβουλίου, της 28ης Δεκεμβρίου 1992, για τη θέσπιση [πρόσθετης] εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϋόντων (ΕΕ L 405, σ. 1), των άρθρων 5 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 10 ΕΚ) και 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 34, παράγραφος 2, ΕΚ), καθώς και της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως.
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο τριών δικών τις οποίες κίνησαν, αντιστοίχως, οι K. Karlsson και L.-G. Gustafsson, παραγωγοί γάλακτος, και N. Torarp, πρώην παραγωγός γάλακτος, κατ' αποφάσεων με τις οποίες η Jordbruksverket (σουηδική υπηρεσία γεωργίας) είτε χορήγησε στους πρώτους μειωμένες γαλακτοκομικές ποσοστώσεις, είτε μείωσε τις ήδη χορηγηθείσες γαλακτοκομικές ποσοστώσεις τους, και αρνήθηκε να χορηγήσει γαλακτοκομική ποσόστωση στον τελευταίο.
Νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση
3 Για να τεθούν υπό έλεγχο τα διαρθρωτικά πλεονάσματα στην αγορά του γάλακτος, οι κανονισμοί του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, (ΕΟΚ) 856/84, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϋόντων (ΕΕ L 90, σ. 10), και (ΕΟΚ) 857/84, περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϋόντων (ΕΕ L 90, σ. 13), καθιέρωσαν ένα σύστημα προσθέτων εισφορών, οι οποίες βαρύνουν κάθε παραγωγό ή κάθε αγοραστή γάλακτος, επί των ποσοτήτων γάλακτος που υπερβαίνουν μια ετήσια ποσότητα αναφοράς.
4 Κατά το άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϋόντων (EE ειδ. έκδ. 03/003, σ. 82), το οποίο προστέθηκε με τον προπαρατεθέντα κανονισμό 856/84, το σύνολο των γαλακτοκομικών ποσοστώσεων που χορηγούνταν στους ενδιαφερομένους επιχειρηματίες εντός εκάστου κράτους μέλους δεν μπορούσε να υπερβαίνει μια συνολική εγγυημένη ποσότητα ίση προς το άθροισμα των ποσοτήτων γάλακτος που παραδόθηκαν σε επιχειρήσεις επεξεργασίας ή μεταποιήσεως του γάλακτος κατά τη διάρκεια ενός έτους αναφοράς. Σε περίπτωση υπερβάσεως της χορηγηθείσας ποσοστώσεως, είτε ο παραγωγός είτε ο αγοραστής, σύμφωνα με την επιλεγείσα από το κράτος μέλος εναλλακτική λύση, όφειλε να καταβάλει πρόσθετη εισφορά. Οσάκις έφερε την υποχρέωση αυτή ο αγοραστής, όφειλε, μετά την καταβολή της εισφοράς, να τη μετακυλίσει στους παραγωγούς που είχαν υπερβεί τη γαλακτοκομική τους ποσόστωση και είχαν, έτσι, συμβάλει στην υπέρβαση της γαλακτοκομικής ποσοστώσεως του αγοραστή.
5 Τα κράτη μέλη καθόριζαν τη γαλακτοκομική ποσόστωση που αναλογούσε σε κάθε παραγωγό βάσει της ποσότητας γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος που είχε παραγάγει ο παραγωγός αυτός κατά τη διάρκεια ενός έτους αναφοράς μεταξύ των ετών 1981, 1982 ή 1983, κατ' επιλογήν του κράτους.
6 Επετράπη στα κράτη μέλη να δημιουργούν εθνικά αποθέματα γαλακτοκομικών ποσοστώσεων για να αντιμετωπίζουν τις ιδιαίτερες καταστάσεις ορισμένων παραγωγών τους, χωρίς ωστόσο να υπερβαίνουν τη συνολική ποσότητα, και τους επιβλήθηκε η υποχρέωση να λαμβάνουν υπόψη για τον καθορισμό των γαλακτοκομικών ποσοστώσεων, σύμφωνα με το άρθρο 3 του κανονισμού 857/84, ορισμένες ιδιαίτερες καταστάσεις, όπως αυτές των παραγωγών που προσυπέγραψαν ένα σχέδιο ανάπτυξης, των νέων παραγωγών ή των παραγωγών των οποίων η παραγωγή επηρεάστηκε αισθητά από εξαιρετικά γεγονότα, περιοριστικώς απαριθμούμενα, τα οποία συνέβησαν κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς.
7 Σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού 857/84, τα κράτη μέλη μπορούσαν επίσης να χορηγήσουν συμπληρωματική ποσότητα αναφοράς στους παραγωγούς που πραγματοποιούσαν σχέδιο αναπτύξεως της γαλακτοκομικής παραγωγής ανταποκρινόμενο σε ορισμένα κριτήρια και στους παραγωγούς που ασκούσαν τη γεωργική δραστηριότητα ως κύρια απασχόληση.
8 Το σύστημα της πρόσθετης εισφοράς ίσχυσε αρχικώς για μια πενταετία, από την 1η Απριλίου 1984 μέχρι τις 31 Μαρτίου 1989, και στη συνέχεια παρατάθηκε μέχρι τις 31 Μαρτίου 1993, με τον δε κανονισμό 3950/92 παρατάθηκε επί επτά νέα διαδοχικά δωδεκάμηνα. Ο κανονισμός αυτός, ο οποίος κατάργησε τον κανονισμό 857/84, θέσπισε τους βασικούς κανόνες του παραταθέντος συστήματος εισάγοντας σ' αυτό ορισμένες τροποποιήσεις προκειμένου, μεταξύ άλλων, να το απλουστεύσει.
9 Σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 3950/92, η διαθέσιμη ατομική ποσότητα αναφοράς για την εκμετάλλευση (στο εξής: γαλακτοκομική ποσόστωση) ισούται, κατ' αρχήν, προς τη διαθέσιμη στις 31 Μαρτίου 1993 ποσότητα και αναπροσαρμόζεται ενδεχομένως, για καθένα από τα εν λόγω δωδεκάμηνα, ώστε να μην υπάρχει υπέρβαση της συνολικής ποσότητας. Για το Βασίλειο της Σουηδίας, το οποίο προσχώρησε στις Ευρωπαϋκές Κοινότητες την 1η Ιανουαρίου 1995, η πράξη περί των όρων προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας και των προσαρμογών των ιδρυτικών Συνθηκών της Ευρωπαϋκής Ένωσης (ΕΕ 1994, C 241, σ. 21, και EE 1995, L 1, σ. 1, στο εξής: πράξη προσχωρήσεως) συμπλήρωσε τη διάταξη αυτή με ένα δεύτερο εδάφιο, κατά το οποίο η ημερομηνία της 31ης Μαρτίου 1993 αντικαθίσταται από την ημερομηνία της 31ης Μαρτίου 1996.
10 Η πράξη προσχωρήσεως καθόρισε επίσης τη συνολική εγγυημένη ποσότητα για το Βασίλειο της Σουηδίας σε 3,3 εκατομμύρια τόνους για τις παραδόσεις και σε 3 000 τόνους για την απευθείας πώληση. Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 3950/92, όπως τροποποιήθηκε με την πράξη προσχωρήσεως, δεν μπορεί να υπάρξει υπέρβαση αυτής της συνολικής ποσότητας.
11 Το άρθρο 5, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 3950/92, όπως τροποποιήθηκε με την πράξη προσχωρήσεως, επιτρέπει στα κράτη μέλη να τροφοδοτούν το εθνικό τους απόθεμα, μέσω γραμμικής μείωσης του συνόλου των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς, προκειμένου να χορηγούν συμπληρωματικές ή ειδικές ποσότητες σε παραγωγούς που καθορίζονται σύμφωνα με αντικειμενικά κριτήρια τα οποία θεσπίζονται σε συνεννόηση με την Επιτροπή.
Η σουηδική κανονιστική ρύθμιση
12 Το Βασίλειο της Σουηδίας, για να προβεί στην αρχική χορήγηση γαλακτοκομικών ποσοστώσεων στους Σουηδούς παραγωγούς, εξέδωσε τη Fφrordning (1994:1714) om mjφlkkvoter m.m. (κανονιστική απόφαση 1714 του 1994 περί γαλακτοκομικών ποσοστώσεων και άλλων θεμάτων), τροποποιηθείσα από τις 8 Φεβρουαρίου 1995 με την κανονιστική απόφαση (1995:119) (στο εξής: σουηδική κανονιστική απόφαση 1714). Σύμφωνα με την απόφαση αυτή, οι γαλακτοκομικές ποσοστώσεις για τις παραδόσεις χορηγήθηκαν για το διάστημα μεταξύ 1ης Απριλίου 1995 και 31ης Μαρτίου 1996.
13 Προκειμένου να μπορεί ένας παραγωγός να αξιώσει γαλακτοκομική ποσόστωση για το διάστημα αυτό, το άρθρο 5, πρώτο εδάφιο, της σουηδικής κανονιστικής αποφάσεως 1714 απαιτούσε ο παραγωγός αυτός να έχει πράγματι και αδιαλείπτως παραδώσει γάλα μεταξύ 1ης Μαρτίου 1994 και 1ης Ιανουαρίου 1995 και να πληροί ορισμένες προϋποθέσεις σχετικές με την προστασία του περιβάλλοντος.
14 Σε περίπτωση διακοπής των παραδόσεων κατά το διάστημα αυτό, η Jordbruksverket, στην οποία έχει ανατεθεί η μέριμνα της τηρήσεως της κανονιστικής ρυθμίσεως στον τομέα των γαλακτοκομικών ποσοστώσεων, μπορούσε να χορηγήσει γαλακτοκομική ποσόστωση, δυνάμει του άρθρου 5, δεύτερο εδάφιο, της σουηδικής κανονιστικής αποφάσεως 1714, υπό την προϋπόθεση ότι η διακοπή οφείλεται σε γεγονός ανεξάρτητο από τη βούληση του παραγωγού και ότι υπάρχουν ιδιαίτεροι λόγοι για να του χορηγηθεί γαλακτοκομική ποσόστωση παρά τη διακοπή.
15 Κατά το άρθρο 6 της σουηδικής κανονιστικής αποφάσεως 1714, η γαλακτοκομική ποσόστωση για τις παραδόσεις καθορίστηκε βάσει της μέσης ποσότητας γάλακτος που παραδόθηκε κατά τα έτη αναφοράς 1991, 1992 και 1993 (στο εξής: γενική μέθοδος). Ωστόσο, μολονότι αυτή η γενική μέθοδος εφαρμοζόταν ως είχε στους παραγωγούς που δεν είχαν αυξήσει την παραγωγή τους μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 1991 και 31ης Δεκεμβρίου 1994 (στο εξής: τακτικοί παραγωγοί), συμπληρωματικοί και μάλιστα κατά παρέκκλιση κανόνες διείπαν τρεις ειδικές κατηγορίες παραγωγών, δηλαδή τους νέους παραγωγούς, τους παραγωγούς υπό ανάπτυξη και τους παραγωγούς που χρησιμοποιούσαν φιλικές προς το περιβάλλον μεθόδους.
16 Οι νέοι παραγωγοί ήσαν αυτοί οι οποίοι άρχισαν να πραγματοποιούν παραδόσεις μόλις μετά την 1η Ιανουαρίου 1991. Δυνάμει του άρθρου 10 της σουηδικής κανονιστικής αποφάσεως 1714, η γαλακτοκομική τους ποσόστωση καθορίστηκε με βάση τα 7 398 kg γάλακτος ανά αγελάδα ετησίως, ποσότητα στην οποία εφαρμοζόταν στη συνέχεια μείωση «λόγω ιδίου κινδύνου» ποσοστού 15 %. Ωστόσο, κατόπιν αιτήματος του παραγωγού, η γαλακτοκομική του ποσόστωση μπορούσε να καθοριστεί βάσει των μέσων ποσοτήτων παραδόσεων των ετών 1991 έως 1993, λαμβάνοντας υπόψη τις ποσότητες γάλακτος που παραδόθηκαν κατά τους μήνες κατά τους οποίους παρέδιδε γάλα.
17 Οι παραγωγοί υπό ανάπτυξη ήσαν αυτοί οι οποίοι, μετά την 1η Ιανουαρίου 1991, είχαν πραγματοποιήσει επένδυση σε κτίρια προκειμένου να αυξήσουν την παραγωγή γάλακτος ή οι οποίοι, χωρίς να πραγματοποιήσουν τέτοια επένδυση, είχαν αυξήσει τον αριθμό των αγελάδων τους. Κατά το άρθρο 10 a της σουηδικής κανονιστικής αποφάσεως 1714, δικαιούνταν βασική ποσόστωση και συμπληρωματική ποσόστωση. Η βασική ποσόστωση υπολογιζόταν σύμφωνα με τη γενική μέθοδο, μη λαμβανομένων υπόψη των αυξήσεων που σημειώθηκαν κατά την περίοδο αναφοράς. Οι αυξήσεις αυτές, παρείχαν δικαίωμα συμπληρωματικής γαλακτοκομικής ποσοστώσεως υπολογιζομένης, κατ' επιλογήν του παραγωγού, είτε βάσει των 7 398 kg γάλακτος ανά νέα αγελάδα, ποσότητας μειουμένης στη συνέχεια κατά 25 % «λόγω ιδίου κινδύνου», είτε βάσει ποσότητας γάλακτος για κάθε νέα αγελάδα αντιστοιχούσας στη μέση ετήσια ποσότητα παραδόσεως ανά αγελάδα κατά την περίοδο αναφοράς, επίσης μειουμένης κατά 25 % «λόγω ιδίου κινδύνου».
18 Οι παραγωγοί που χρησιμοποιούσαν φιλικές προς το περιβάλλον μεθόδους, υπό την έννοια του άρθρου 7 της σουηδικής κανονιστικής αποφάσεως 1714, μπορούσαν να ζητήσουν τον υπολογισμό της γαλακτοκομικής τους ποσοστώσεως βάσει της μέσης παραγωγής τους γάλακτος με φιλικές προς το περιβάλλον μεθόδους κατά τη διάρκεια του 1993 ή του 1994. Σε περίπτωση που ένας τέτοιος παραγωγός επιθυμούσε την εφαρμογή κανόνων σχετικών με τους νέους παραγωγούς ή με τους παραγωγούς υπό ανάπτυξη, η αντίστοιχη ποσόστωση του χορηγούνταν σύμφωνα με τα άρθρα 10 και 10 a της σουηδικής κανονιστικής αποφάσεως 1714, αλλά χωρίς μείωση λόγω ιδίου κινδύνου.
19 Τον Ιανουάριο του 1995, οι σουηδικές αρχές προέβησαν στην προσωρινή χορήγηση γαλακτοκομικών ποσοστώσεων στους τακτικούς παραγωγούς. Το ίδιο έπραξαν, μεταξύ Μαρτίου και Μαου 1995, ως προς τους νέους παραγωγούς. Οι αρχές αυτές διαπίστωσαν τότε ότι η χορήγηση γαλακτοκομικών ποσοστώσεων στους παραγωγούς υπό ανάπτυξη συνεπαγόταν υπέρβαση της απονεμηθείσας στο Βασίλειο της Σουηδίας συνολικής εγγυημένης ποσότητας.
20 Με την κανονιστική απόφαση (1995:812), περί τροποποιήσεως της σουηδικής κανονιστικής αποφάσεως 1714, η οποία άρχισε να ισχύει την 1η Ιουλίου 1995 (στο εξής: σουηδική κανονιστική απόφαση 812), οι συντελεστές μειώσεως λόγω ιδίου κινδύνου αυξήθηκαν από 15 σε 30 % για τους νέους παραγωγούς και από 25 σε 55 % για τους υπό ανάπτυξη παραγωγούς. Επιπλέον, ως προς τους δεύτερους αυτούς παραγωγούς η συμπληρωματική ποσόστωση χορηγούνταν πλέον μόνο για το τμήμα της αυξήσεως του αριθμού των αγελάδων το οποίο υπερέβαινε το 10 % του αριθμού των αγελάδων που είχαν οι εν λόγω παραγωγοί πριν από την αύξηση. Στη συνέχεια, οι ποσοστώσεις που είχαν ήδη χορηγηθεί προσωρινώς στους νέους παραγωγούς διορθώθηκαν βάσει των νέων αυτών συντελεστών και κριτηρίων.
Πραγματικά περιστατικά και κύριες δίκες
21 O K. Karlsson έλαβε προσωρινώς τον Ιανουάριο του 1995 γαλακτοκομική ποσόστωση 38 797 kg, η οποία αντιπροσώπευε τη μέση παραγωγή του κατά τα έτη 1991 έως 1993. Ισχυριζόμενος ότι είχε βελτιώσει τις εγκαταστάσεις του και είχε αυξήσει τον αριθμό των αγελάδων του από 7 σε 12, ζήτησε συμπληρωματική ποσόστωση ως παραγωγός υπό ανάπτυξη. Με απόφαση της 29ης Αυγούστου 1995, η αίτησή του έγινε δεκτή και η γαλακτοκομική του ποσόστωση ανήλθε σε 48 553 kg γάλακτος, λαμβανομένης υπόψη της εφαρμογής ενός συντελεστή μειώσεως 55 % σύμφωνα με το άρθρο 10 a της σουηδικής κανονιστικής αποφάσεως 1714, όπως τροποποιήθηκε με τη σουηδική κανονιστική απόφαση 812.
22 O L.-G. Gustafsson ζήτησε γαλακτοκομική ποσόστωση υπό την ιδιότητά του ως νέου παραγωγού. Με απόφαση της 23ης Μαρτίου 1995, έλαβε ποσόστωση 251 532 kg γάλακτος, υπολογιζόμενη βάσει 40 γαλακτοφόρων αγελάδων, εφαρμοζομένου ενός συντελεστή μειώσεως 15 %, σύμφωνα με το άρθρο 10 της σουηδικής κανονιστικής αποφάσεως 1714. Κατόπιν τροποποιήσεως του άρθρου αυτού με τη σουηδική κανονιστική απόφαση 812, η εν λόγω απόφαση ανακλήθηκε και αντικαταστάθηκε από νέα απόφαση της 3ης Ιουλίου 1995, η οποία καθόρισε τη γαλακτοκομική ποσόστωση σε 207 144 kg, λαμβανομένης υπόψη της εφαρμογής του νέου συντελεστή μειώσεως 30 %.
23 Ο Ν. Torarp πραγματοποίησε παραδόσεις γάλακτος κατά τη διάρκεια των ετών 1991 έως 1993. Με απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 1995, του χορηγήθηκε αυτεπαγγέλτως γαλακτοκομική ποσόστωση. Ο Ν. Torarp γνωστοποίησε τότε στη διοικητική αρχή ότι διέκοψε τη γαλακτοκομική παραγωγή του στις 12 Νοεμβρίου 1994, λόγω του ότι υπήρξε θύμα εργατικού ατυχήματος που δεν του επέτρεπε να διατηρεί γαλακτοφόρες αγελάδες. Ωστόσο, στις 13 Φεβρουαρίου 1995 ζήτησε γαλακτοκομική ποσόστωση υπολογιζόμενη βάσει των παραδόσεων που πράγματι πραγματοποίησε κατά τα έτη αναφοράς. Με απόφαση της 5ης Μαρτίου 1995, η Jordbruksverket του αφαίρεσε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 5 της σουηδικής κανονιστικής αποφάσεως 1714, την αυτεπαγγέλτως χορηγηθείσα ποσόστωση και απέρριψε την αίτησή του.
24 Οι K. Karlsson, L.-G. Gustafsson και N. Torarp προσέφυγαν, έκαστος κατά της αποφάσεως που τον αφορούσε, ενώπιον του αρμοδίου lδnsrδtt. Ηττηθέντες πρωτοδίκως, κατόπιν δε κατ' έφεση ενώπιον του Kammarrδtten i Jφnkφping, άσκησαν αναίρεση ενώπιον του Regeringsrδtten.
25 Επειδή το Regeringsrδtten διαπίστωσε ότι, στο παρόν στάδιο εξελίξεως της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως, δεν υπάρχουν μέτρα εφαρμογής όπως τα σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού 857/84 και επειδή είχε αμφιβολίες ως προς το αν η σουηδική κανονιστική ρύθμιση συμβιβάζεται με τον κανονισμό 3950/92, τα άρθρα 5 και 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης, καθώς και με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Ερωτάται αν, στην περίπτωση κράτους που προσχώρησε στην Ευρωπαϋκή Ένωση την 1η Ιανουαρίου 1995, συνάδουν προς τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3950/92 του Συμβουλίου, για τη θέσπιση [πρόσθετης] εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϋόντων, καθώς και προς τα άρθρα 5 και 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης της Ρώμης και προς τη θεμελιώδη αρχή του ευρωπαϋκού κοινοτικού δικαίου περί ίσης μεταχειρίσεως εθνικοί κανόνες οι οποίοι ορίζουν τα εξής:
α) ως βάση για τη χορήγηση γαλακτοκομικής ποσοστώσεως στους παραγωγούς που δεν έχουν μεταβάλει την παραγωγή τους λαμβάνεται ο μέσος όρος των παραδόσεων γάλακτος κατά τα έτη 1991, 1992 και 1993·
β) οι παραγωγοί που άρχισαν να παράγουν γάλα ή αύξησαν τη γαλακτοκομική παραγωγή τους εντός του χρονικού διαστήματος από 1ης Ιανουαρίου 1991 μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 1994 υφίστανται μείωση της ποσοστώσεώς τους, αντιθέτως προς τους παραγωγούς η κατάσταση της παραγωγής των οποίων δεν μεταβλήθηκε εντός του προαναφερθέντος χρονικού διαστήματος και προς τους παραγωγούς που παράγουν γάλα χρησιμοποιώντας φιλικές προς το περιβάλλον μεθόδους, και ότι η μείωση αυτή καθορίζεται διαφορετικά για τους νέους παραγωγούς και διαφορετικά για τους παραγωγούς που έχουν αυξήσει την παραγωγή τους·
γ) οι παραγωγοί που παρέδιδαν γάλα πριν από την προσχώρηση της Σουηδίας στο σύστημα ποσοστώσεων της ΕΚ, αλλά, για λόγους ανεξαρτήτους από τη βούλησή τους, δεν παρέδωσαν γάλα καθ' όλο το απαιτούμενο για τη χορήγηση ποσοστώσεως χρονικό διάστημα (από 1ης Μαρτίου 1994 μέχρι 1ης Ιανουαρίου 1995) δεν δικαιούνται ποσοστώσεως.»
26 Με το προδικαστικό του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν ο κανονισμός 3950/92, το άρθρο 5 της Συνθήκης και η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, την οποία καθιερώνει ειδικότερα το άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης, απαγορεύουν κανονιστική ρύθμιση σχετική με την αρχική χορήγηση των γαλακτοκομικών ποσοστώσεων, την οποία θεσπίζει κράτος μέλος που προσχώρησε στις Ευρωπαϋκές Κοινότητες την 1η Ιανουαρίου 1995, η οποία: καθορίζει τις γαλακτοκομικές ποσοστώσεις των τακτικών παραγωγών βάσει του μέσου όρου των παραδόσεων που πραγματοποιήθηκαν κατά τα έτη 1991 έως 1993· εφαρμόζει, για τον υπολογισμό των ποσοστώσεων που χορηγήθηκαν στους νέους παραγωγούς και στους παραγωγούς υπό ανάπτυξη, αντιθέτως προς την περίπτωση των τακτικών παραγωγών και των παραγωγών που χρησιμοποιούν φιλικές προς το περιβάλλον μεθόδους, συντελεστές μειώσεως οι οποίοι είναι, επιπλέον, διαφορετικοί· χορηγεί γαλακτοκομική ποσόστωση μόνο στους παραγωγούς που αποδεικνύουν ότι παρήγαγαν γάλα αδιαλείπτως μεταξύ 1ης Μαρτίου 1994 και 1ης Ιανουαρίου 1995.
Επί της εφαρμοστέας κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως
27 Κατά το μέτρο που το αιτούν δικαστήριο φρονεί ότι το σύστημα της πρόσθετης εισφοράς επί του γάλακτος δεν περιλαμβάνει πλέον, μετά την κατάργηση του κανονισμού 857/84 από τον κανονισμό 3950/92, κανόνες σχετικούς με την αρχική χορήγηση γαλακτοκομικών ποσοστώσεων στους εγχωρίους παραγωγούς, εναπόκειται, σύμφωνα με τις γενικές αρχές οι οποίες αποτελούν τη βάση της Κοινότητας και οι οποίες διέπουν τις σχέσεις μεταξύ Κοινότητας και κρατών μελών, στα κράτη μέλη, δυνάμει του άρθρου 5 της Συνθήκης, να εξασφαλίζουν την εκτέλεση των κοινοτικών ρυθμίσεων στο έδαφός τους. Καθόσον το κοινοτικό δίκαιο και οι γενικές αυτού αρχές δεν περιέχουν κοινούς προς τούτο κανόνες, οι εθνικές αρχές, κατά την εκτέλεση των ρυθμίσεων αυτών, ακολουθούν τους διαδικαστικούς και τους ουσιαστικούς κανόνες του εθνικού τους δικαίου (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 1995, C-285/93, Dominikanerinnen-Kloster Altenhohenau, Συλλογή 1995, σ. Ι-4069, σκέψη 26).
28 Στη συνέχεια, διαπιστώνεται ότι, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων της κύριας δίκης, το άρθρο 5γ του κανονισμού 804/68, το οποίο προστέθηκε με τον κανονισμό 856/84, δεν μπορεί να θεωρηθεί εφαρμοστέο και σχετικό με την υπόθεση.
29 Ο κανονισμός 856/84, ο οποίος καταργήθηκε de facto, πριν ακόμη από την προσχώρηση του Βασιλείου της Σουηδίας, με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2071/92 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1992, για την τροποποίηση του κανονισμού 804/68 (ΕΕ L 215, σ. 64), δεν προέβλεπε, όπως επισημαίνει ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 32 των προτάσεών του, τη διαδικασία χορηγήσεως των ατομικών γαλακτοκομικών ποσοστώσεων, δεδομένου ότι αυτή περιεχόταν στον κανονισμό 857/84, ο οποίος καταργήθηκε με τον κανονισμό 3950/92, αλλά είχε ως μοναδικό αντικείμενο την καθιέρωση πρόσθετης εισφοράς επί του γάλακτος και τον καθορισμό των υποχρέων προς καταβολή της εισφοράς αυτής.
30 Εκτός του ότι το άρθρο 5γ του κανονισμού 804/68 ουδέποτε ρύθμισε την πρώτη κατανομή των γαλακτοκομικών ποσοστώσεων, δεν μπορεί επίσης να γίνει δεκτή η άποψη των αναιρεσειόντων της κύριας δίκης ότι το σύστημα που καθιερώνει το άρθρο αυτό εμπίπτει στο κοινοτικό κεκτημένο και για τον λόγο αυτό είναι πάντοτε σχετικό.
31 Το σύστημα αυτό καθιερώθηκε αρχικώς για περιορισμένη διάρκεια πέντε διαδοχικών δωδεκάμηνων, η οποία στη συνέχεια αυξήθηκε σε οκτώ και κατόπιν σε εννέα διαδοχικά δωδεκάμηνα και παρατάθηκε με τον κανονισμό 3950/92 μόνο για περιορισμένη και πάλι διάρκεια, αυτή τη φορά επτά νέων δωδεκάμηνων. Το περιστατικά αυτά αρκούν από μόνα τους για να αποκλείσουν την πιθανότητα να υπάγεται το σύστημα των γαλακτοκομικών ποσοστώσεων στο κοινοτικό κεκτημένο.
32 Συνεπώς, πλην των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου, η σουηδική κανονιστική ρύθμιση υπόκειται μόνο στις επιταγές που απορρέουν από τον κανονισμό 3950/92, όπως τροποποιήθηκε με την πράξη προσχωρήσεως. Από τα άρθρα 3 έως 5 του κανονισμού αυτού, όπως έχει τροποποιηθεί, προκύπτει ότι ο εν λόγω κανονισμός δεν περιέχει κανένα κανόνα σκοπούντα στη ρύθμιση της αρχικής χορηγήσεως γαλακτοκομικών ποσοστώσεων. Πράγματι, ο εν λόγω κανονισμός προϋποθέτει, όπως προκύπτει, μεταξύ άλλων, από το άρθρο 4 αυτού, όπως τροποποιήθηκε με την πράξη προσχωρήσεως, ότι οι γαλακτοκομικές ποσοστώσεις έχουν ήδη χορηγηθεί, αντιστοίχως, για όλα τα κράτη μέλη πλην της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού, για τη Δημοκρατία της Αυστρίας και τη Δημοκρατία της Φινλανδίας πριν από την 1η Απριλίου 1995 και για το Βασίλειο της Σουηδίας πριν από την 1η Απριλίου 1996.
33 Κατά συνέπεια, όσον αφορά τα κράτη μέλη που προσχώρησαν στις Ευρωπαϋκές Κοινότητες την 1η Ιανουαρίου 1995, η μόνη υποχρέωση που τους επιβάλλεται με τον κανονισμό 3950/92, όπως τροποποιήθηκε με την πράξη προσχωρήσεως, είναι να διασφαλίζουν ότι το σύνολο των γαλακτοκομικών ποσοστώσεων που χορηγήθηκαν κατά τον τρόπο αυτόν δεν υπερβαίνει τη συνολική εγγυημένη ποσότητα η οποία ανέρχεται, ως προς το Βασίλειο της Σουηδίας, σε 3 300 000 τόνους για τις παραδόσεις και σε 3 000 τόνους για τις απευθείας πωλήσεις. Η υποχρέωση αυτή απορρέει από το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού, όπως έχει τροποποιηθεί.
34 Δεδομένου ότι απόκειται στα κράτη μέλη που προσχώρησαν στις Ευρωπαϋκές Κοινότητες μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού 3950/92 να καθορίσουν, εντός του μοναδικού ορίου που θέτει το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, όπως τροποποιήθηκε με την πράξη προσχωρήσεως, τα κριτήρια της πρώτης αυτής χορηγήσεως, ο εν λόγω κανονισμός δεν απαγορεύει εθνική κανονιστική ρύθμιση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία αφορά την αρχική κατανομή των γαλακτοκομικών ποσοστώσεων.
Επί των αρχών του κοινοτικού δικαίου που διέπουν την αρχική χορήγηση γαλακτοκομικών ποσοστώσεων
35 Μολονότι τα κράτη μέλη διαθέτουν, στο πλαίσιο της πρώτης αυτής κατανομής, ευρεία διακριτική ευχέρεια για να εξασφαλίζουν την εκτέλεση της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως στο έδαφός τους, κατά παγία νομολογία, οι εθνικοί κανόνες τους οποίους θεσπίζουν πρέπει να συμβιβάζονται με την επιταγή της ομοιόμορφης εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, που είναι αναγκαία προκειμένου να αποφεύγεται η άνιση μεταχείριση των επιχειρηματιών (προπαρατεθείσα απόφαση Dominikanerinnen-Kloster Altenhohenau, σκέψη 26). Επιπλέον, όπως υπογραμμίζει ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 36 των προτάσεών του, το κράτος μέλος πρέπει να εμπνέεται από τους ειδικούς σκοπούς της κοινής γεωργικής πολιτικής, οσάκις η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση της οποίας την εκτέλεση εξασφαλίζει στο έδαφός του εμπίπτει στην πολιτική αυτή.
36 Εν προκειμένω, αρκεί η διαπίστωση ότι η επίμαχη κανονιστική ρύθμιση και οι παρατηρήσεις της Σουηδικής Κυβερνήσεως κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση εμφαίνουν ότι, κατά τον καθορισμό του εθνικού συστήματος χορηγήσεως γαλακτοκομικών ποσοστώσεων, το Βασίλειο της Σουηδίας ακολούθησε τους κοινοτικούς κανόνες που ίσχυαν κατά τον χρόνο της καθιερώσεως του συστήματος της πρόσθετης εισφοράς επί του γάλακτος.
37 Επιπλέον, υπενθυμίζεται ότι οι επιταγές που απορρέουν από την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην κοινοτική έννομη τάξη δεσμεύουν επίσης τα κράτη μέλη όταν εφαρμόζουν κοινοτικές ρυθμίσεις. Τα κράτη μέλη οφείλουν συνεπώς, κατά το μέτρο του δυνατού, να εφαρμόζουν τις ρυθμίσεις αυτές κατά τρόπο που να μην αντιβαίνει στις προαναφερθείσες επιταγές (απόφαση της 24ης Μαρτίου 1994, C-2/92, Bostock, Συλλογή 1994, σ. I-955, σκέψη 16).
38 Μεταξύ των θεμελιωδών αυτών δικαιωμάτων περιλαμβάνεται η γενική αρχή της ισότητας και της απαγορεύσεως των διακρίσεων, ως προς την οποία το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν τηρείται με την επίμαχη σουηδική κανονιστική ρύθμιση.
Επί της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως
39 Το άρθρο 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, το οποίο καθιερώνει, στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής, την απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων, δεν αποτελεί παρά ειδική έκφραση της γενικής αρχής της ισότητας η οποία επιτάσσει να μην επιφυλάσσεται σε όμοιες καταστάσεις διαφορετική μεταχείριση ούτε σε διαφορετικές καταστάσεις όμοια μεταχείριση, εκτός αν η διαφοροποίηση δικαιολογείται αντικειμενικώς (αποφάσεις της 20ής Σεπτεμβρίου 1988, 203/86, Ισπανία κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1988, σ. 4563, σκέψη 25, και της 17ης Απριλίου 1997, C-15/95, EARL de Kerlast, Συλλογή 1997, σ. I-1961, σκέψη 35).
Επί της επιλογής, ως βάσεως για τον υπολογισμό, του μέσου όρου των παραδόσεων που πραγματοποιήθηκαν κατά τα έτη 1991 έως 1993
40 Από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η σουηδική νομοθεσία αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχειρίσεως επιλέγοντας ως περίοδο αναφοράς τα έτη 1991 έως 1993 και στηριζόμενη, για τον υπολογισμό των γαλακτοκομικών ποσοστώσεων που χορηγούνται στους τακτικούς παραγωγούς, στον μέσον όρο των παραδόσεων γάλακτος που πραγματοποίησαν κατά την περίοδο εκείνη. Πράγματι, εφαρμόζοντας, για τον καθορισμό των γακλακτοκομικών ποσοστώσεων, τους ίδιους κανόνες σε όλους τους παραγωγούς οι οποίοι βρίσκονταν στην ίδια κατάσταση, η σουηδική νομοθεσία μεταχειρίζεται όμοιες καταστάσεις κατά τον ίδιο τρόπο.
41 Κατά συνέπεια, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως δεν απαγορεύει εθνική κανονιστική ρύθμιση σχετική με την αρχική χορήγηση γαλακτοκομικών ποσοστώσεων θεσπισθείσα από κράτος μέλος το οποίο προσχώρησε στις Ευρωπαϋκές Κοινότητες την 1η Ιανουαρίου 1995, καθορίζουσα τις γαλακτοκομικές ποσοστώσεις των παραγωγών που δεν μετέβαλαν την παραγωγή τους μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 1991 και 31ης Δεκεμβρίου 1994 βάσει του μέσου όρου των παραδόσεων που πραγματοποιήθηκαν κατά τα έτη 1991 έως 1993.
Επί της μεταχειρίσεως της οποίας τυγχάνουν οι νέοι παραγωγοί και οι παραγωγοί υπό ανάπτυξη σε σχέση με τους τακτικούς παραγωγούς
42 Η Σουηδική Κυβέρνηση δεν αγνοεί ότι οι νέοι παραγωγοί και οι παραγωγοί υπό ανάπτυξη τίθενται σε μειονεκτική θέση σε σχέση με τους τακτικούς παραγωγούς οσάκις, σύμφωνα με την επιλογή τους, η γαλακτοκομική τους ποσόστωση ή το τμήμα αυτής το οποίο αντιπροσωπεύει την αύξηση της παραγωγής καθορίζεται βάσει των μέσων ποσοτήτων που παραδόθηκαν κατά τα έτη 1991 έως 1993, σύμφωνα με το άρθρο 10 της σουηδικής κανονιστικής αποφάσεως 1714. Έτσι, αντιθέτως προς τους τακτικούς παραγωγούς, τους είναι αδύνατο να αποκτήσουν, ως γαλακτοκομική τους ποσόστωση, ποσότητα αντιστοιχούσα στο σύνολο των ποσοτήτων γάλακτος που είναι σε θέση να παράγουν με τον αριθμό των αγελάδων που διαθέτουν.
43 Η Σουηδική Κυβέρνηση γνωρίζει επίσης ότι ούτε ο έτερος προτεινόμενος τρόπος υπολογισμού, ο οποίος βασίζεται σε μια κατ' αποκοπήν ποσότητα 7 398 kg γάλακτος ανά αγελάδα ετησίως και έχει ως σκοπό να λάβει υπόψη την ειδική κατάσταση των δύο αυτών κατηγοριών παραγωγών, μπορεί να θεραπεύσει αυτή την άνιση μεταχείριση, κατά το μέτρο που, σύμφωνα με αυτή τη μέθοδο υπολογισμού, οι γαλακτοκομικές ποσοστώσεις των νέων παραγωγών και οι συμπληρωματικές γαλακτοκομικές ποσοστώσεις των παραγωγών υπό ανάπτυξη καθορίζονται κατόπιν εφαρμογής συντελεστή μειώσεως ποσοστού, αντιστοίχως, 30 % και 55 %. Έτσι, ανεξαρτήτως της διαφοράς μεταχειρίσεως μεταξύ των δύο αυτών κατηγοριών παραγωγών λόγω των διαφορετικών ποσοστών, οι νέοι παραγωγοί και οι παραγωγοί υπό ανάπτυξη τίθενται σε μειονεκτική θέση σε σχέση τόσο με τους τακτικούς παραγωγούς, όσο και με τους παραγωγούς που χρησιμοποιούν φιλικές προς το περιβάλλον μεθόδους, οι οποίοι, ακόμη και όταν βρίσκονται σε κατάταση ανάλογη προς τη δική τους, δεν υφίστανται καμία μείωση.
44 Έτσι, την επιβάρυνση που απορρέει από τον καθορισμό γαλακτοκομικών ποσοστώσεων σε ποσότητες χαμηλότερε+ς από τις παραγωγικές ικανότητες φέρουν μονομερώς οι νέοι παραγωγοί και οι παραγωγοί υπό ανάπτυξη. Ο περιορισμός αυτός των ποσοτήτων που γίνονται δεκτές ως γαλακτοκομικές ποσοστώσεις αποτελεί περιορισμό της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων την οποία μπορούν να επικαλεσθούν οι εν λόγω παραγωγοί.
45 Ωστόσο, κατά παγία νομολογία, επιτρέπεται να επιβάλλονται περιορισμοί στην άσκηση των δικαιωμάτων αυτών, ιδίως στο πλαίσιο μιας κοινής οργανώσεως αγοράς, υπό τον όρον ότι οι εν λόγω περιορισμοί ανταποκρίνονται πράγματι σε επιδιωκόμενους από την Κοινότητα σκοπούς που εξυπηρετούν το κοινό συμφέρον και δεν συνιστούν, ενόψει του επιδιωκόμενου σκοπού, υπέρμετρη και αφόρητη επέμβαση που θίγει αυτήν την ίδια την ουσία των εν λόγω δικαιωμάτων (βλ. απόφαση της 13ης Ιουλίου 1989, 5/88, Wachauf, Συλλογή 1989, σ. 2609, σκέψη 18).
46 Στην υπόθεση της κύριας δίκης, ο καθορισμός γαλακτοκομικών ποσοστώσεων σε ποσότητες χαμηλότερες από τις παραγωγικές ικανότητες ανταποκρίνεται στον κύριο σκοπό που επιδιώκει η Κοινότητα με την καθιέρωση μιας πρόσθετης εισφοράς επί του γάλακτος, ο οποίος έγκειται στη μείωση των διαρθωτικών πλεονασμάτων και στην επίτευξη μιας καλύτερης ισορροπίας της αγοράς, όπως προκύπτει ιδίως από την πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 3950/92.
47 Ειδικότερα, οι μειώσεις που βαρύνουν μονομερώς τους νέους παραγωγούς και τους παραγωγούς υπό ανάπτυξη προφανώς δικαιολογούνται αντικειμενικώς, λαμβανομένης υπόψη της ιδιαίτερης ευθύνης που φέρουν οι παραγωγοί αυτοί ως προς τον κίνδυνο υπερβάσεως της συνολικής εγγυημένης ποσότητας, την οποία διαπίστωσαν οι σουηδικές αρχές κατά την προσωρινή χορήγηση των γαλακτοκομικών ποσοστώσεων. Πράγματι, η συνολική εγγυημένη ποσότητα που χορηγήθηκε στο Βασίλειο της Σουηδίας κατά την προσχώρησή του, η οποία ισούται προς την ποσότητα γάλακτος που παρήχθη εντός του κράτους αυτού το 1992, καθορίστηκε κυρίως βάσει των ποσοτήτων που παρήγαγαν οι τακτικοί παραγωγοί. Συνεπώς, ο κίνδυνος υπερβάσεως της συνολικής αυτής ποσότητας απορρέει κυρίως από την αύξηση της παραγωγής κατά τα τελευταία έτη, η οποία οφείλεται προπάντων στους παραγωγούς υπό ανάπτυξη και στους νέους παραγωγούς.
Επί της μεταχειρίσεως της οποίας τυγχάνουν οι παραγωγοί υπό ανάπτυξη σε σχέση με τους νέους παραγωγούς
48 Εντός της κατηγορίας των παραγωγών που υφίστανται μείωση των γαλακτοκομικών τους ποσοστώσεων, οι νέοι παραγωγοί τυγχάνουν ευμενέστερης μεταχειρίσεως απ' ό,τι οι παραγωγοί υπό ανάπτυξη, κατά το μέτρο που ως προς τους νέους παραγωγούς εφαρμόζεται χαμηλότερο ποσοστό μειώσεως επί των ποσοτήτων των οποίων η παραγωγή άρχισε μετά την 1η Ιανουαρίου 1991 και πριν από την 1η Ιανουαρίου 1995.
49 Εντούτοις, η διαφορετική αυτή μεταχείριση δικαιολογείται από σκοπούς της γεωργικής πολιτικής τους οποίους επιδιώκει το Βασίλειο της Σουηδίας στον τομέα του γάλακτος, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέσχε κατά τη διαδικασία η Σουηδική Κυβέρνηση, και οι οποίοι δεν υπερβαίνουν τα όρια της διακριτικής ευχέρειας που διαθέτει το κράτος αυτό.
50 Πράγματι, η νομιμότητα των σκοπών αυτών έχει αναγνωρισθεί στο κοινοτικό δίκαιο. Αφενός, στο πλαίσιο του αρχικού συστήματος της πρόσθετης εισφοράς, το άρθρο 3, σημείο 1, του κανονισμού 857/84 επέτρεπε ήδη στα κράτη μέλη να επιφυλάσσουν προνομιακή μεταχείριση στους νέους παραγωγούς. Αφετέρου, στο πλαίσιο του παρόντος συστήματος πρόσθετης εισφοράς, το άρθρο 5 του κανονισμού 3950/92 επιτρέπει στα κράτη μέλη να χορηγούν συμπληρωματικές ή ειδικές ποσότητες σε παραγωγούς που καθορίζονται σύμφωνα με αντικειμενικά κριτήρια.
Επί της μεταχειρίσεως της οποίας τυγχάνουν οι παραγωγοί που χρησιμοποιούν φιλικές προς το περιβάλλον μεθόδους
51 Στο πλαίσιο της επιδιώξεως σκοπών της γεωργικής πολιτικής, ενδέχεται τα κράτη μέλη να δικαιούνται να απαλλάσσουν ορισμένους παραγωγούς από την εφαρμογή συντελεστών μειώσεως για λόγους σχετικούς με την οικολογία και ιδίως με ορισμένες φιλικές προς το περιβάλλον μεθόδους παραγωγής, ακόμη και οσάκις αυτοί βρίσκονται σε καταστάσεις ανάλογες προς τις καταστάσεις των νέων παραγωγών και των παραγωγών υπό ανάπτυξη. Εντούτοις, διαπιστώνεται ότι ούτε το σκεπτικό της αποφάσεως περί παραπομπής ούτε οι παρατηρήσεις των παρεμβαινόντων υπό την έννοια του άρθρου 20 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου περιέχουν αρκετά στοιχεία ώστε να παράσχουν στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να λάβει εκτενέστερα θέση.
Επί της φερομένης διακρίσεως εις βάρος των Σουηδών παραγωγών σε σχέση με τους παραγωγούς των λοιπών κρατών μελών
52 Οι αναιρεσείοντες της κύριας δίκης ισχυρίζονται ότι οι σχετικές με την προστασία του περιβάλλοντος επιταγές, προς τις οποίες πρέπει να συμμορφώνεται κάθε Σουηδός παραγωγός δυνάμει του άρθρου 5 της σουηδικής κανονιστικής αποφάσεως 1714, αποτελούν διάκριση εις βάρος των παραγωγών αυτών σε σχέση με τους παραγωγούς των λοιπών κρατών μελών.
53 Ωστόσο, η ενδεχόμενη άνιση μεταχείριση των παραγωγών ενός κράτους μέλους σε σχέση με τους παραγωγούς άλλων κρατών μελών η οποία, όπως εν προκειμένω, οφείλεται απλώς στις υφιστάμενες διαφορές μεταξύ των νομοθεσιών των κρατών μελών αυτών δεν συνεπάγεται διάκριση υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 3, της Συνθήκης, δεδομένου ότι η επίμαχη εθνική νομοθεσία θίγει όλους τους ενδιαφερομένους παραγωγούς βάσει αντικειμενικών κριτηρίων (βλ., στο πνεύμα αυτό, απόφαση της 14ης Ιουλίου 1988, 308/86, Lambert, Συλλογή 1988, σ. 4369, σκέψεις 21 και 22).
Επί της επιταγής περί αδιάλειπτης παραγωγής
54 Όσον αφορά την άρνηση χορηγήσεως γαλακτοκομικής ποσοστώσεως στον N. Torarp για τον λόγο ότι διέκοψε τις παραδόσεις του, υπενθυμίζεται εκ προοιμίου ότι στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εκτιμήσει το περιεχόμενο των εθνικών διατάξεων και τον τρόπο με τον οποίο αυτές πρέπει να εφαρμοσθούν (βλ., επί παραδείγματι, απόφαση της 30ής Απριλίου 1996, C-194/94, CIA Security International, Συλλογή 1996, σ. I-2201, σκέψη 20). Επίσης, η εφαρμογή της επίμαχης εθνικής διατάξεως στην περίπτωση του N. Torarp και ειδικότερα οι λόγοι που ώθησαν τη σουηδική διοικητική αρχή να του αρνηθεί τη χορήγηση γαλακτοκομικής ποσοστώσεως δεν μπορούν να εξετασθούν στο πλαίσιο του άρθρου 177 της Συνθήκης.
55 Σύμφωνα με την άποψη που εξέφρασε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 60 και 61 των προτάσεών του, από την απόφαση της 17ης Μαου 1988, 84/87, Erpelding (Συλλογή 1988, σ. 2647, σκέψεις 15 έως 21), προκύπτει ότι δεν αντιβαίνει στην αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων - ούτε εξάλλου στην αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης - εθνική κανονιστική ρύθμιση περί της αρχικής χορηγήσεως γαλακτοκομικών ποσοστώσεων η οποία δεν επιτρέπει να λαμβάνονται υπόψη ορισμένα είδη κινδύνων, με αποτέλεσμα ο παραγωγός στο πρόσωπο του οποίου επήλθε ένας από τους κινδύνους αυτούς, ο οποίος συνεπάγεται σημαντική μείωση της γαλακτοκομικής του παραγωγής κατά την περίοδο αναφοράς, να λαμβάνει γαλακτομική ποσόστωση χαμηλότερη από αυτή που θα του είχε χορηγηθεί αν δεν είχε επέλθει ο κίνδυνος.
56 Η διαπίστωση αυτή επιβάλλεται κατά μείζονα λόγο στην περίπτωση κανονιστικής ρυθμίσεως παρέχουσας στους παραγωγούς γάλακτος τη δυνατότητα να λάβουν γαλακτοκομική ποσόστωση καίτοι υποχρεώθηκαν από γεγονότα ξένα προς τη θέλησή τους να διακόψουν τη γαλακτοκομική τους παραγωγή κατά την περίοδο αναφοράς ή τμήμα αυτής, υπό την προϋπόθεση ότι δύνανται να δικαιολογήσουν βάσει εξαιρετικών λόγων την αίτησή τους περί επαναλήψεως της παραγωγής. Πράγματι, η λύση αυτή συμβαδίζει με την κατευθυντήρια γραμμή του συστήματος της πρόσθετης εισφοράς επί του γάλακτος, το οποίο παρέχει στον παραγωγό τη δυνατότητα να αρχίσει εκ νέου την παραγωγή μετά από ορισμένες περιπτώσεις διακοπών, όπως συνέβη, μεταξύ άλλων, με τους παραγωγούς που ανέλαβαν δέσμευση μη εμπορίας δυνάμει του κανονισμού (EOK) 1078/77 του Συμβουλίου, της 17ης Μαου 1977, περί συστάσεως καθεστώτος πριμοδοτήσεων για την μη διάθεση σε εμπορία του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϋόντων και την αναδιάρθρωση των αγελών βοοειδών γαλακτοπαραγωγής (JO L 131, σ. 1), υπό την προϋπόθεση ότι έχει την πρόθεση να συνεχίσει την παραγωγή και ότι μπορεί, ενδεχομένως, να αποδείξει ότι έχει τη δυνατότητα να εμπορευθεί τις ποσότητες γάλακτος τις οποίες αξιώνει.
57 Αντιθέτως, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι δικαιολογείται η άρνηση χορηγήσεως γαλακτοκομικής ποσοστώσεως σε παραγωγό που υποβάλλει σχετικό αίτημα με σκοπό όχι την επανάληψη της εμπορίας γάλακτος σε μόνιμη βάση αλλά την απόκτηση, λόγω της χορηγήσεως αυτής, ενός καθαρά οικονομικού πλεονεκτήματος, με την εκμετάλλευση της αγοραίας αξίας την οποία απέκτησε στο μεταξύ η γαλακτοκομική ποσόστωση (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 1991, C-44/89, Von Deetzen ΙΙ, Συλλογή 1991, σ. I-5119, σκέψη 24). Έτσι, προς αποτροπή κερδοσκοπικών κινήσεων συνισταμένων στην αξίωση γαλακτοκομικής ποσοστώσεως με μοναδικό σκοπό την εμπορία της διά της πωλήσεώς της σε τρίτους, η προϋπόθεση περί των ειδικών λόγων παρέχει στην εθνική διοικητική αρχή τη δυνατότητα να ελέγχει τη σοβαρότητα της βουλήσεως και της πραγματικής ικανότητας του δικαιούχου να επαναρχίσει όντως τις παραδόσεις γάλακτος.
Επί της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας
58 Κατά το μέτρο που ο καθορισμός των γαλακτοκομικών ποσοστώσεων ιδίως των νέων παραγωγών και των παραγωγών υπό ανάπτυξη σε ποσότητα χαμηλότερη από την παραγωγική τους ικανότητα συνιστά περιορισμό στην άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων τους, ένα κράτος μέλος υποχρεούται να τηρεί την αρχή της αναλογικότητας. Η αρχή αυτή επιτάσσει να μη συνιστά ο περιορισμός αυτός, ενόψει του επιδιωκόμενου σκοπού, υπέρμετρη και αφόρητη επέμβαση που θίγει αυτήν την ίδια την ουσία των εν λόγω δικαιωμάτων (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Wachauf, σκέψη 18).
59 Αφενός, κανένα στοιχείο του φακέλου δεν δημιουργεί αμφιβολίες ως προς το ότι ο καθορισμός των γαλακτοκομικών ποσοστώσεων των νέων παραγωγών και των παραγωγών υπό ανάπτυξη σε χαμηλότερη ποσότητα από την παραγωγική τους ικανότητα είναι κατάλληλος και αναγκαίος για την αποφυγή της υπερβάσεως της συνολικής εγγυημένης ποσότητας. Κατά τις παρατηρήσεις της Σουηδικής Κυβερνήσεως, η παραγωγική ικανότητα των παραγωγών αυτών ελήφθη περιορισμένως υπόψη ακριβώς διότι οι υπολογισμοί έγιναν με βάση το προβλέψιμο πλεόνασμα από πλευράς της συνολικής ποσότητας.
60 Αφετέρου, η Σουηδική Κυβέρνηση απέδειξε, προσκομίζοντας αριθμητικά στοιχεία κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ότι, για το έτος εμπορίας 1995/1996, μόνον το 1 % της συνολικής εγγυημένης ποσότητας δεν διανεμήθηκε και ότι το ποσό αυτό μειώθηκε στη συνέχεια σε 0,2 % για το έτος εμπορίας 1997/1998. Λαμβανομένης υπόψη της προβλεπομένης από την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση δυνατότητας συστάσεως εθνικού αποθέματος και λόγω του ότι οι ποσότητες τις οποίες παρακράτησαν οι σουηδικές αρχές ήσαν ασήμαντες, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να υπερβαίνει τα όρια της διακριτικής του ευχέρειας οσάκις οι ποσότητες τις οποίες δεν διανέμει είναι τόσο μικρές.
61 Απ' όλες τις ανωτέρω σκέψεις, οι οποίες αφορούν μια ενδεχόμενη παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, προκύπτει ότι η αρχή αυτή δεν απαγορεύει μια εθνική κανονιστική ρύθμιση σχετική με την αρχική χορήγηση γαλακτοκομικών ποσοστώσεων, την οποία θεσπίζει κράτος μέλος που προσχώρησε στις Ευρωπαϋκές Κοινότητες πριν από την 1η Ιανουαρίου 1995 και η οποία: αντιθέτως προς τους παραγωγούς που δεν μετέβαλαν την παραγωγή τους μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 1991 και 31ης Δεκεμβρίου 1994 και προς τους παραγωγούς γάλακτος που χρησιμοποιούν φιλικές προς το περιβάλλον μεθόδους, εφαρμόζει, για τον υπολογισμό των γαλακτοκομικών ποσοστώσεων που χορηγούνται στους νέους παραγωγούς οι οποίοι άρχισαν την παραγωγή τους μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 1991 και 31ης Δεκεμβρίου 1994 και στους παραγωγούς υπό ανάπτυξη οι οποίοι αύξησαν κατά το ίδιο διάστημα την ήδη υπάρχουσα παραγωγή τους, συντελεστές μειώσεως οι οποίοι, επιπλέον, διαφέρουν μεταξύ τους· χορηγεί ατομική ποσότητα αναφοράς μόνο στους παραγωγούς που αποδεικνύουν αδιάλειπτη παραγωγή μεταξύ 1ης Μαρτίου 1994 και 1ης Ιανουαρίου 1995, εκτός αν ο παραγωγός ο οποίος διέκοψε τις παραδόσεις του κατά το διάστημα αυτό παρά τη θέλησή του μπορεί να επικαλεσθεί ιδιαίτερους λόγους δικαιολογούντες τη χορήγηση ποσότητας αναφοράς.
Επί της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης
62 Οι αναιρεσείοντες της κύριας δίκης υποστηρίζουν ότι η σουηδική κανονιστική ρύθμιση αντιβαίνει στην αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης διότι το εθνικό σύστημα διανομής των γαλακτοκομικών ποσοστώσεων δεν αντικατοπτρίζει πιστά το κοινοτικό σύστημα που απορρέει από τον κανονισμό 856/84 και, ειδικότερα, διότι η απονομή γαλακτοκομικής ποσοστώσεως εξαρτάται από προϋποθέσεις σχετικές με την προστασία του περιβάλλοντος και από την προϋπόθεση της αδιάλειπτης παραγωγής μεταξύ 1ης Μαρτίου 1994 και 1ης Ιανουαρίου 1995.
63 Οι αιτιάσεις αυτές δεν μπορούν να γίνουν δεκτές. Δεν μπορεί να γίνει επίκληση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης κατά κοινοτικής ρυθμίσεως παρά μόνον κατά το μέτρο που η ίδια η Κοινότητα δημιούργησε μια κατάσταση που μπορούσε να δημιουργήσει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στους διοικουμένους (απόφαση της 15ης Απριλίου 1997, C-22/94, Irish Farmers Association κ.λπ., Συλλογή 1997, σ. I-1809, σκέψη 19). Από την εξέταση όμως της επίμαχης στην κύρια δίκη εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως προέκυψε ήδη ότι η επίμαχη κοινοτική κανονιστική ρύθμιση δεν μπορούσε να έχει τέτοιο αποτέλεσμα.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
64 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Σουηδική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε το Regeringsrδtten με απόφαση της 27ης Μαου 1997, αποφαίνεται:
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3950/92 του Συμβουλίου, της 28ης Δεκεμβρίου 1992, για τη θέσπιση [πρόσθετης] εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϋόντων, όπως τροποποιήθηκε με την πράξη περί των όρων προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας και των προσαρμογών των ιδρυτικών Συνθηκών της Ευρωπαϋκής Ένωσης, καθώς και η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, την οποία καθιερώνει ειδικότερα το άρθρο 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 34, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ), έχουν την έννοια ότι δεν απαγορεύουν εθνική κανονιστική ρύθμιση σχετική με την αρχική χορήγηση των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς, την οποία θεσπίζει κράτος μέλος που προσχώρησε στις Ευρωπαϋκές Κοινότητες την 1η Ιανουαρίου 1995 και η οποία:
- καθορίζει τις ατομικές ποσότητες αναφοράς των παραγωγών που δεν μετέβαλαν την παραγωγή τους μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 1991 και 31ης Δεκεμβρίου 1994 βάσει του μέσου όρου των παραδόσεων που πραγματοποιήθηκαν κατά τα έτη 1991 έως 1993·
- αντιθέτως προς τους παραγωγούς που δεν μετέβαλαν την παραγωγή τους μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 1991 και 31ης Δεκεμβρίου 1994 και προς τους παραγωγούς γάλακτος που χρησιμοποιούν φιλικές προς το περιβάλλον μεθόδους, εφαρμόζει, για τον υπολογισμό των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς που χορηγούνται στους νέους παραγωγούς οι οποίοι άρχισαν την παραγωγή τους μεταξύ της 1ης Ιανουαρίου 1991 και της 31ης Δεκεμβρίου 1994 και στους παραγωγούς υπό ανάπτυξη οι οποίοι αύξησαν κατά το ίδιο διάστημα την ήδη υπάρχουσα παραγωγή τους, συντελεστές μειώσεως των γαλακτοκομικών τους ποσοστώσεων, οι οποίοι, επιπλέον, διαφέρουν μεταξύ τους·
- χορηγεί ατομική ποσότητα αναφοράς μόνο στους παραγωγούς που αποδεικνύουν αδιάλειπτη παραγωγή μεταξύ 1ης Μαρτίου 1994 και 1ης Ιανουαρίου 1995, εκτός αν ο παραγωγός ο οποίος διέκοψε τις παραδόσεις του κατά το διάστημα αυτό παρά τη θέλησή του μπορεί να επικαλεσθεί ιδιαίτερους λόγους δικαιολογούντες τη χορήγηση ποσότητας αναφοράς.
Full & Egal Universal Law Academy