Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 Κράτη μέλη - Υποχρεώσεις - Εκτέλεση των οδηγιών - Παράβαση - Δικαιολόγηση - Ανεπίτρεπτο
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 169)
2 Προσέγγιση των νομοθεσιών - Ηλεκτρικές στήλες και συσσωρευτές που περιέχουν ορισμένες επικίνδυνες ουσίες - Οδηγία 91/157 - Υποχρέωση των κρατών μελών να καταρτίσουν ειδικά προγράμματα για την επίτευξη ορισμένων στόχων - Περιεχόμενο
(Οδηγία 91/157 του Συμβουλίου, άρθρο 6)
Περίληψη
1 Ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεστεί διατάξεις, πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής του έννομης τάξεως προκειμένου να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και προθεσμιών που επιβάλλει μια οδηγία.
2 Η οδηγία 91/157, για τις ηλεκτρικές στήλες και τους συσσωρευτές που περιέχουν ορισμένες επικίνδυνες ουσίες, επιβάλλει, με το άρθρο της 6, στα κράτη μέλη, για την επίτευξη των στόχων της, να καταρτίζουν προγράμματα και στη συνέχεια να τα επανεξετάζουν και να τα ενημερώνουν τακτικώς.
Συναφώς, είναι σημαντικό τα κράτη μέλη που έχουν αναλάβει μια τέτοια υποχρέωση να γνωστοποιούν στην Επιτροπή τις δράσεις που προτίθενται να προγραμματίσουν ή να ασκήσουν στους οικείους τομείς. Πράγματι, μόνο ενόψει αυτών των αριθμητικών και χρονολογικών δεδομένων θα μπορέσει η Επιτροπή, στη συνέχεια, να εκτιμήσει αν τα προβλεπόμενα κατ' εφαρμογήν της οδηγίας μέτρα συντελούν πράγματι στην υλοποίηση των προγραμμάτων που αποσκοπούν στην επίτευξη των στόχων της οδηγίας.
Από το άρθρο 6 και τη γενική οικονομία της οδηγίας προκύπτει ότι τα διάφορα προβλήματα που τίθενται από ειδικά απόβλητα, όπως οι ηλεκτρικές στήλες και οι συσσωρευτές, πρέπει να επιλυθούν βάσει συγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος. Συναφώς, έστω και αν ορισμένα, σε σχέση με τους στόχους της οδηγίας, αποτελέσματα επιτεύχθησαν πριν από την εκπνοή της προθεσμίας που αυτή είχε τάξει για την εφαρμογή των προγραμμάτων, τούτο δεν απαλλάσσει ένα κράτος μέλος από την υποχρέωση καταρτίσεως των προβλεπομένων προγραμμάτων.
Δεν μπορούν να θεωρηθούν ως προγράμματα, κατά την έννοια του προπαρατεθέντος άρθρου 6, μέτρα θετικά σε σχέση με τους στόχους του πρώτου εδαφίου της διατάξεως αυτής, τα οποία αποτελούν μόνο μια σειρά κανονιστικών παρεμβάσεων ή συγκεκριμένων δράσεων μη εχουσών τον χαρακτήρα οργανωμένου και διαρθρωμένου συστήματος στόχων.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-347/97,
Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Gφtz zur Hausen, νομικό σύμβουλο, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gσmez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Βασιλείου του Βελγίου, εκπροσωπουμένου από την Anni Snoecx, βοηθό σύμβουλο στη γενική διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, Εξωτερικού Εμπορίου και Συνεργασίας για την ανάπτυξη, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία του Βελγίου, 4, rue des Girondins,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου, μη λαμβάνοντας και/ή μη γνωστοποιώντας εμπροθέσμως όλα τα μέτρα που ήσαν αναγκαία για τη συμμόρφωσή του προς το άρθρο 6 της οδηγίας 91/157/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1991, για τις ηλεκτρικές στήλες και τους συσσωρευτές που περιέχουν ορισμένες επικίνδυνες ουσίες (ΕΕ L 78, σ. 38), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο αυτό,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J.-P. Puissochet, πρόεδρο τμήματος, P. Jann, J. C. Moitinho de Almeida, C. Gulmann (εισηγητή) και D. A. O. Edward, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Γ. Κοσμάς
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 2ας Ιουλίου 1998,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 24ης Σεπτεμβρίου 1998,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 6 Οκτωβρίου 1997, η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου, μη λαμβάνοντας και/ή μη γνωστοποιώντας εμπροθέσμως όλα τα μέτρα που ήσαν αναγκαία για τη συμμόρφωσή του προς το άρθρο 6 της οδηγίας 91/157/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1991, για τις ηλεκτρικές στήλες και τους συσσωρευτές που περιέχουν ορισμένες επικίνδυνες ουσίες (ΕΕ L 78, σ. 38, στο εξής: οδηγία), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο αυτό.
2 Η οδηγία ορίζει, στο άρθρο της 1, ότι «προβλέπει την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών όσον αφορά την αξιοποίηση και την ελεγχόμενη διάθεση των χρησιμοποιουμένων ηλεκτρικών στηλών και συσσωρευτών που περιέχουν επικίνδυνες ουσίες σύμφωνα με το παράρτημα Ι».
3 Το άρθρο 6 της οδηγίας προβλέπει:
«Tα κράτη μέλη καταρτίζουν προγράμματα που αποβλέπουν στους εξής στόχους:
- μείωση της περιεκτικότητας των ηλεκτρικών στηλών και συσσωρευτών σε βαρέα μέταλλα,
- παροχή κινήτρων για την εμπορία στηλών και συσσωρευτών που περιέχουν μικρότερες ποσότητες επικίνδυνων ουσιών ή/και λιγότερο ρυπαντικές ουσίες,
- προοδευτική μείωση, στα οικιακά απορρίμματα, των χρησιμοποιημένων ηλεκτρικών στηλών και συσσωρευτών που υπάγονται στο παράρτημα Ι,
- προώθηση των ερευνών που αφορούν τη μείωση της περιεκτικότητας των ηλεκτρικών στηλών και συσσωρευτών σε επικίνδυνες ουσίες, την αντικατάσταση των ουσιών αυτών από ουσίες λιγότερο ρυπαντικές καθώς και τα συστήματα ανακύκλωσης,
- χωριστή διάθεση των χρησιμοποιημένων ηλεκτρικών στηλών και συσσωρευτών που αναφέρονται στο παράρτημα Ι.
Τα προγράμματα καταρτίζονται, αρχικά, για περίοδο τεσσάρων ετών, αρχόμενη από τις 18 Μαρτίου 1993. Πρέπει να γνωστοποιούνται στην Επιτροπή το αργότερο μέχρι τις 17 Σεπτεμβρίου 1992.
Τα προγράμματα επανεξετάζονται και ενημερώνονται τακτικά, τουλάχιστον ανά τετραετία, λαμβανομένων υπόψη ιδίως των τεχνικών εξελίξεων και της κατάστασης της οικονομίας και του περιβάλλοντος. Τα τροποποιημένα προγράμματα πρέπει να γνωστοποιούνται σε εύθετο χρόνο στην Επιτροπή.»
4 Σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 1, της οδηγίας, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθούν με την εν λόγω οδηγία πριν από τις 18 Σεπτεμβρίου 1992. Ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή.
5 Στις 3 Ιουλίου 1995 η Επιτροπή, έχοντας ενημερωθεί μόνο για ορισμένα μέτρα που είχαν ληφθεί από τις Περιφέρειες της Φλάνδρας, των Βρυξελλών-πρωτεύουσας και της Βαλονίας και διαπιστώνοντας την έλλειψη γνωστοποιήσεως αναφορικά με τα μέτρα που είχαν ληφθεί σε ομοσπονδιακό επίπεδο σχετικά με την κατάρτιση των προβλεπομένων στο άρθρο 6 προγραμμάτων, όχλησε, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης, το Βασίλειο του Βελγίου ζητώντας του να της υποβάλει, εντός προθεσμίας δύο μηνών, τις σχετικές παρατηρήσεις του. Σ' αυτό το έγγραφο οχλήσεως δεν δόθηκε απάντηση.
6 Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή απηύθυνε στο Βασίλειο του Βελγίου, στις 27 Δεκεμβρίου 1996, αιτιολογημένη γνώμη με την οποία, αφού διαπίστωσε ότι το εν λόγω Βασίλειο είχε παραβεί τις εκ του άρθρου 6 της οδηγίας υποχρεώσεις του, το κάλεσε να συμμορφωθεί προς τη γνώμη αυτή εντός προθεσμίας δύο μηνών από της κοινοποιήσεως της τελευταίας.
7 Στις 24 Φεβρουαρίου και στις 29 Απριλίου 1997 η Βελγική Κυβέρνηση διαβίβασε στην Επιτροπή τις απαντήσεις, αντιστοίχως, της Περιφέρειας των Βρυξελλών-πρωτεύουσας και της Περιφέρειας της Βαλονίας όπου διασαφηνίζονταν τα μέτρα που είχαν ληφθεί από τις Περιφέρειες αυτές καθώς και τα επιτευχθέντα αποτελέσματα.
8 Στις 9 Ιουλίου 1997 το Βασίλειο του Βελγίου απέστειλε στην Επιτροπή το βασιλικό διάταγμα της 17ης Μαρτίου 1997 για τις ηλεκτρικές στήλες και τους συσσωρευτές που περιέχουν ορισμένες επικίνδυνες ουσίες, στο άρθρο 3 του οποίου προβλέπεται ότι ο αρμόδιος για το περιβάλλον ομοσπονδιακός υπουργός καταρτίζει προγράμματα για την επίτευξη των στόχων που προβλέπονται στο πρώτο, δεύτερο και τέταρτο σημείο του πρώτου εδαφίου του άρθρου 6 της οδηγίας.
9 Η Επιτροπή, μη λαμβάνοντας καμία άλλη πληροφορία από τη Βελγική Κυβέρνηση και θεωρώντας ότι δεν είχαν ληφθεί όλα τα μέτρα που ήσαν αναγκαία για την επίτευξη των στόχων του πρώτου, δευτέρου και τετάρτου σημείου του πρώτου εδαφίου του άρθρου 6 της οδηγίας, αποφάσισε την άσκηση της υπό κρίση προσφυγής.
10 Στο υπόμνημά του αντικρούσεως, το Βασίλειο του Βελγίου παρατηρεί, πρώτον, ότι, κατά τον χρόνο κατά τον οποίο επρόκειτο να καταρτιστούν για πρώτη φορά τα προγράμματα, οι ομοσπονδιακές αρχές δεν ήσαν αρμόδιες για την εκπόνηση προγραμμάτων στους μνημονευομένους από την οδηγία τομείς. Η προστασία του περιβάλλοντος ενέπιπτε, κατ' αρχήν, στην αρμοδιότητα των Περιφερειών. Μόνο μετά τη θεσμική μεταρρύθμιση της 16ης Ιουλίου 1993 οι ομοσπονδιακές αρχές κατέστησαν σαφώς αρμόδιες όσον αφορά τους σχετικούς με προϋόντα κανόνες και, επομένως, για τη λήψη των μέτρων που προβλέπονταν στο πρώτο, δεύτερο και τέταρτο σημείο του πρώτου εδαφίου του άρθρου 6 της οδηγίας.
11 Δεύτερον, η Βελγική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η κατάρτιση προγραμμάτων ήταν αναγκαία μόνο στο μέτρο όπου οι στόχοι της οδηγίας δεν είχαν εισέτι επιτευχθεί. Όμως, οι ομοσπονδιακές αρχές έκριναν ότι οι στόχοι του άρθρου 6 της οδηγίας είχαν επιτευχθεί και ότι η λήψη συμπληρωματικών μέτρων δεν ήταν πλέον αναγκαία. Η εν λόγω κυβέρνηση προσθέτει ότι η διατύπωση του άρθρου 3 του βασιλικού διατάγματος της 17ης Μαρτίου 1997 δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αναγνώριση παραλείψεως εκ μέρους του ομοσπονδιακού Υπουργείου, και τούτο για τον λόγο ότι το άρθρο αυτό απλώς επαναλαμβάνει το γράμμα του πρώτου, δευτέρου και τετάρτου σημείου του πρώτου εδαφίου του άρθρου 6 της οδηγίας.
12 Τρίτον, η Βελγική Κυβέρνηση απαριθμεί μια σειρά μέτρων τα οποία ελήφθησαν ή συμπληρώθηκαν και τα οποία αρκούσαν για την επίτευξη των στόχων του πρώτου, δευτέρου και τετάρτου σημείου του πρώτου εδαφίου του άρθρου 6 της οδηγίας. Η εν λόγω κυβέρνηση επικαλείται μια συμφωνία του 1989 με τους παραγωγούς ηλεκτρικών στηλών με σκοπό τη μείωση της περιεκτικότητας των στηλών σε βαρέα μέταλλα και, ιδίως, σε υδράργυρο, καθώς και προγράμματα που εκπονήθηκαν από τους Ευρωπαίους κατασκευαστές με σκοπό τη μείωση των ποσοτήτων των επικινδύνων υλικών ή την αναζήτηση λιγότερο ρυπογόνων υποκαταστάτων. Τον Απρίλιο του 1990 υπογράφηκε συμφωνία με τη Fιdιration de l'ιlectricitι et de l'ιlectronique (FEE) και τη Fabrimιtal για την υιοθέτηση του κώδικα ορθής πρακτικής της 1ης Ιανουαρίου 1988 με σκοπό τη μείωση της ποσότητας υδραργύρου στις πρωτογενείς ηλεκτρικές στήλες που διατίθενται στο εμπόριο εντός του Βελγίου.
13 Τέλος, η εν λόγω κυβέρνηση διασαφηνίζει ότι με τον νόμο της 16ης Ιουλίου 1993, όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο της 7ης Μαρτίου 1996, εισήχθη, σε ομοσπονδιακό επίπεδο, ένα σύστημα ιcotaxe (είδος οικολογικού φόρου γνωστού ως «πράσινου φόρου»). Το σύστημα αυτό αφορά τις ηλεκτρικές στήλες και τους συσσωρευτές και κάνει διάκριση μεταξύ των διαφόρων τύπων ηλεκτρικών στηλών και συσσωρευτών ανάλογα με τη σύνθεσή τους. Στο πλαίσιο της νομοθεσίας αυτής, οι κατασκευαστές και εισαγωγείς ηλεκτρικών στηλών ίδρυσαν, τον Αύγουστο του 1995, την ASBL Bebat, η οποία διαχειρίζεται ένα ταμείο χρηματοδοτούμενο από τους κατασκευαστές και εισαγωγείς με σκοπό τη συλλογή και ανακύκλωση των χρησιμοποιημένων ηλεκτρικών στηλών. Στις 17 Ιουνίου 1996 η ASBL Bebat συνήψε πρωτόκολλο συμφωνίας με τις τρεις Περιφέρειες. Η ίδια κυβέρνηση προσθέτει ότι κάθε χρόνο διατίθενται σημαντικά ποσά για την έρευνα και την ανάπτυξη.
14 Εξάλλου, στο υπόμνημά της ανταπαντήσεως, η Βελγική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η έννοια του «προγράμματος» που περιλαμβάνεται στην οδηγία δεν έχει συγκεκριμένο τυπικό νομικό περιεχόμενο. Κάθε σύνολο μέτρων που στοχεύει στην υλοποίηση των στόχων της οδηγίας, ασχέτως της νομικής τους φύσεως και του τύπου τον οποίο περιβάλλονται, πρέπει να θεωρούνται ως πρόγραμμα εφόσον αρκούν για την επίτευξη των στόχων αυτών. Τούτο ακριβώς συμβαίνει όσον αφορά τις κατά τομείς συμφωνίες. Ισχυρίζεται ότι οι συμφωνίες αυτές, στο μέτρο που προβλέπουν δεσμεύσεις, τόσο εκ μέρους του οικείου τομέα όσο και εκ μέρους της δημόσιας αρχής, καθώς και δράσεις για την υλοποίησή τους, πρέπει να θεωρούνται ως προγράμματα.
15 Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεστεί διατάξεις, πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής του έννομης τάξεως προκειμένου να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και προθεσμιών που επιβάλλει μια οδηγία (βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 2ας Αυγούστου 1993, C-303/92, Επιτροπή κατά Κάτω Ξωρών, Συλλογή 1993, σ. Ι-4739, σκέψη 9, και της 28ης Μαου 1998, C-298/97, Επιτροπή κατά Ισπανίας, Συλλογή 1998, σ. Ι-3301, σκέψη 14).
16 Περαιτέρω, η οδηγία επιβάλλει, με το άρθρο της 6, στα κράτη μέλη, για την επίτευξη των στόχων της, να καταρτίζουν προγράμματα και στη συνέχεια να τα επανεξετάζουν και να τα ενημερώνουν τακτικώς.
17 Συναφώς, είναι σημαντικό τα κράτη μέλη που έχουν αναλάβει μια τέτοια υποχρέωση να γνωστοποιούν στην Επιτροπή τις δράσεις που προτίθενται να προγραμματίσουν ή να ασκήσουν στους οικείους τομείς. Πράγματι, μόνο ενόψει αυτών των αριθμητικών και χρονολογικών δεδομένων θα μπορέσει η Επιτροπή, στη συνέχεια, να εκτιμήσει αν τα προβλεπόμενα κατ' εφαρμογήν της οδηγίας μέτρα συντελούν πράγματι στην υλοποίηση των προγραμμάτων που αποσκοπούν στην επίτευξη των στόχων της οδηγίας (βλ. απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1994, C-255/93, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 1994, σ. Ι-4949, σκέψη 25).
18 Από το άρθρο 6 και τη γενική οικονομία της οδηγίας προκύπτει ότι τα διάφορα προβλήματα που τίθενται από ειδικά απόβλητα, όπως οι ηλεκτρικές στήλες και οι συσσωρευτές, πρέπει να επιλυθούν βάσει συγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος. Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι, έστω και αν ορισμένα σε σχέση με τους στόχους της οδηγίας αποτελέσματα επιτεύχθησαν πριν από την εκπνοή της προθεσμίας που αυτή έταξε για την εφαρμογή των προγραμμάτων, τούτο δεν απαλλάσσει ένα κράτος μέλος από την υποχρέωση καταρτίσεως των προβλεπομένων προγραμμάτων.
19 Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι το Βασίλειο του Βελγίου δεν κατάρτισε προγράμματα σχετικά με τους στόχους που μνημονεύονται στο πρώτο, δεύτερο και τέταρτο σημείο του πρώτου εδαφίου του άρθρου 6 της οδηγίας.
20 Όντως, όσον αφορά τις επικαλούμενες από τη Βελγική Κυβέρνηση συμφωνίες, επισημαίνεται ότι οι συμφωνίες αυτές, στο μέτρο που δεν προβλέπουν την υποχρέωση επανεξετάσεως και τακτικής ενημερώσεως, τουλάχιστον ανά τετραετία, και γνωστοποιήσεώς τους στην Επιτροπή, δεν είναι σύμφωνες προς το άρθρο 6 της οδηγίας, εφόσον δεν περιλαμβάνουν συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα επανεξετάσεως των προγραμμάτων βάσει, ιδίως, των τεχνικών προόδων, της οικονομικής καταστάσεως καθώς και της καταστάσεως του περιβάλλοντος.
21 Όσον αφορά τα μέτρα που ελήφθησαν στο πλαίσιο του συστήματος ιcotaxe, παρατηρείται ότι το γεγονός ότι αυτά τα οικονομικά μέτρα είναι δυνατό, παρεμπιπτόντως, να έχουν θετικές συνέπειες όσον αφορά τους στόχους του άρθρου 6 της οδηγίας δεν αρκεί για να μπορούν τα μέτρα αυτά να θεωρηθούν ως προγράμματα καθιστώντα δυνατή την επίτευξη των στόχων αυτών.
22 Εξάλλου, το γεγονός ότι ο προϋπολογισμός της ASBL Bebat προβλέπει σημαντικές πιστώσεις για την έρευνα δεν σημαίνει κατ' ανάγκη και ότι υφίσταται πρόγραμμα έρευνας σε σχέση με τον στόχο του τετάρτου σημείου του πρώτου εδαφίου του άρθρου 6 της οδηγίας.
23 Ενόψει των θεωρήσεων αυτών, διαπιστώνεται ότι, μολονότι η Βελγική Κυβέρνηση έλαβε θετικά μέτρα σε σχέση με τους στόχους του πρώτου εδαφίου του άρθρου 6 της οδηγίας, τα εν λόγω μέτρα αποτελούν μόνο μια σειρά κανονιστικών παρεμβάσεων ή συγκεκριμένων δράσεων μη εχουσών τον χαρακτήρα οργανωμένου και διαρθρωμένου συστήματος στόχων ώστε να μπορούν να θεωρηθούν ως προγράμματα κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου 6.
24 Κατά συνέπεια, διαπιστώνεται ότι το Βασίλειο του Βελγίου, μη λαμβάνοντας, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, όλα τα μέτρα που ήσαν αναγκαία για τη συμμόρφωσή του προς το άρθρο 6 της οδηγίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο αυτό.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
25 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη του Βασιλείου του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα και αυτό ηττήθηκε, πρέπει το εν λόγω Βασίλειο να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Το Βασίλειο του Βελγίου, μη λαμβάνοντας, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, όλα τα μέτρα που ήσαν αναγκαία για τη συμμόρφωσή του προς το άρθρο 6 της οδηγίας 91/157/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1991, για τις ηλεκτρικές στήλες και τους συσσωρευτές που περιέχουν ορισμένες επικίνδυνες ουσίες, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο αυτό.
2) Καταδικάζει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy