Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Τελωνειακή ένωση - Εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας - Μεταβατικά μέτρα στις συναλλαγές με την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στους τομείς της γεωργίας και της αλιείας κατά την περίοδο που προηγήθηκε της γερμανικής ενοποιήσεως - Κανονισμός 2252/90 - Εξαιρετικός χαρακτήρας - Υποχρέωση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας να εξακριβώσει τους όρους εφαρμογής του κανονισμού και να εισπράξει, ενδεχομένως, την εισφορά κατά την εισαγωγή - αράβαση
(Κανονισμός 2252/90 της Επιτροπής)
Περίληψη
$$αρέχοντας για τα γεωργικά προϊόντα, από 1ης Αυγούστου 1990, αναστολή της εισπράξεως εισφορών κατά την εισαγωγή, καθώς και της εφαρμογής άλλων επιβαρύνσεων και ποσοτικών περιορισμών και μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος που προέκυπταν από το κοινό καθεστώς για τα εν λόγω προϊόντα στις συναλλαγές μεταξύ της Κοινότητας και της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο του 1, παράγραφος 2, ο κανονισμός 2252/90, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού 2060/90 σχετικά με τα μεταβατικά μέτρα όσον αφορά τις συναλλαγές με τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας στους τομείς της γεωργίας και της αλιείας, καθιέρωσε παρέκκλιση στην κοινοτική τελωνειακή νομοθεσία η οποία εφαρμόζεται κανονικά στα προϊόντα προελεύσεως τρίτων χωρών. Ως εκ τούτου, εκτός του πεδίου εφαρμογής της παρεκκλίσεως αυτής, η εν λόγω νομοθεσία είχε εφαρμογή έως τις 3 Οκτωβρίου 1990, ημερομηνία της γερμανικής ενοποιήσεως.
Κατά συνέπεια, προκειμένου να καταστεί δυνατό να εξακριβωθεί αν τα γεωργικά προϊόντα που εισήλθαν στο έδαφος της Κοινότητας πληρούσαν μία από τις προϋποθέσεις του άρθρου 1, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του προαναφερθέντος κανονισμού και, αν δεν συνέβαινε κάτι τέτοιο, να εφαρμοστούν οι διάφορες επιβαρύνσεις και άλλα μέτρα που προκύπτουν από το κοινό καθεστώς για τα εν λόγω προϊόντα, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας όφειλε να διατηρήσει τις τελωνειακές διατυπώσεις, όπως αυτές που είναι αναγκαίες για την εφαρμογή των άρθρων 2 και 3 του κανονισμού 4151/88, για τον καθορισμό των διάταξεων που εφαρμόζονται για τα εμπορεύματα τα οποία εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, στο πλαίσιο των ενδογερμανικών συναλλαγών, ή να θεσπίσει άλλα μέτρα τα οποία εγγυώνται την ορθή εφαρμογή του κανονισμού 2252/90. Καταργώντας όλες αυτές τις διατυπώσεις και παραλείποντας να λάβει τέτοια μέτρα, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη.
Εφόσον τα εν λόγω προϊόντα, εισαχθέντα αρχικά από την Κοινότητα και τεθέντα σε ελεύθερη κυκλοφορία στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, έτυχαν επιστροφής κατά την εξαγωγή στο κράτος μέλος εξαγωγής, δεν μπορούσαν να τύχουν της αναστολής που προβλέπει το άρθρο 1 του κανονισμού 2252/90, οπότε έπρεπε να είχε εισπραχθεί η εισφορά κατά την εισαγωγή και, όσον αφορά τους ιδίου πόρους της Κοινόττας, να πιστωθεί σε λογαριασμό της Επιτροπής. Έτσι, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, επιτρέποντας, κατά παράβαση του κανονισμού αυτού, την είσοδο στη Γερμανία, προϊόντων για τα οποία είχε χορηγηθεί επιστροφή κατά την εξαγωγή τους από κράτος μέλος, χωρίς να εισπραχθεί και τεθεί στη διάθεση της Κοινότητας εισφορά αντιστοιχούσα στο επίπεδο της κοινοτικής τιμής, παρέβη επίσης τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη.
( βλ. σκέψεις 39-40, 42, 48-49, 65, 67 και διατακτ. )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-348/97,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον K.-D. Borchardt, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gómez de la Cruz, μέλος της ίδιας υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπουμένης από τον E. Röder, Ministerialrat στο Oμοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομίας, και τον C.-D. Quassowski, Regierungsdirektor στο ίδιο υπουργείο, D-53117 Βόννη,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί ότι η Γερμανική Δημοκρατία, επιτρέποντας, κατά παράβαση του άρθρου 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2252/90 της Επιτροπής, της 31ης Ιουλίου 1990, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2060/90 του Συμβουλίου σχετικά με τα μεταβατικά μέτρα όσον αφορά τις συναλλαγές με τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας στους τομείς της γεωργίας και της αλιείας (ΕΕ L 203, σ. 61), να εισαχθούν στη Γερμανία προϊόντα προελεύσεως Κάτω Χωρών, για τα οποία είχε χορηγηθεί επιστροφή κατά την εξαγωγή τους, χωρίς να εισπραχθεί και τεθεί στη διάθεση της Κοινότητας εισφορά αντιστοιχούσα στο επίπεδο της κοινοτικής τιμής, καταργώντας όλες τις τελωνειακές διατυπώσεις στο πλαίσιο των ενδογερμανικών συναλλαγών και παραλείποντας να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή του κανονισμού 2252/90, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. C. Moitinho de Almeida, πρόεδρο του έκτου τμήματος, προεδρεύοντα του πέμπτου τμήματος, L. Sevón (εισηγητή), C. Gulmann, J.-P. Puissochet και Μ. Wathelet, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: A. Saggio
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση του εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 23ης Σεπτεμβρίου 1999,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 7 Οκτωβρίου 1997, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε προσφυγή, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 266 ΕΚ), με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, επιτρέποντας, κατά παράβαση του άρθρου 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2252/90 της Επιτροπής, της 31ης Ιουλίου 1990, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2060/90 του Συμβουλίου σχετικά με τα μεταβατικά μέτρα όσον αφορά τις συναλλαγές με τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας στους τομείς της γεωργίας και της αλιείας (ΕΕ L 203, σ. 61), να εισαχθούν στη Γερμανία προϊόντα προελεύσεως Κάτω Χωρών, για τα οποία είχε χορηγηθεί επιστροφή κατά την εξαγωγή τους, χωρίς να εισπραχθεί και τεθεί στη διάθεση της Κοινότητας εισφορά αντιστοιχούσα στο επίπεδο της κοινοτικής τιμής, καταργώντας όλες τις τελωνειακές διατυπώσεις στο πλαίσιο των ενδογερμανικών συναλλαγών και παραλείποντας να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή του κανονισμού 2252/90, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ.
Κανονιστικό πλαίσιο
2 Δυνάμει των άρθρων 1, στοιχείο γ_, και 14, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 82), η εισαγωγή βουτύρου στην Κοινότητα υπόκειται στην είσπραξη εισφοράς.
3 Ωστόσο, όσον αφορά τις συναλλαγές μεταξύ της Κοινότητας και της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας (στο εξής: ΛΔΓ), με το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 2252/90 διαπιστώνεται ότι τηρούνται οι προβλεπόμενοι όροι για την αναστολή εισπράξεως των εισφορών, καθώς και την εφαρμογή άλλων επιβαρύνσεων και ποσοτικών περιορισμών και μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος που προκύπτουν από το κοινό καθεστώς για τα γεωργικά προϊόντα που αναφέρει το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2060/90 του Συμβουλίου, της 16ης Ιουλίου 1990, σχετικά με τα μεταβατικά μέτρα για τις συναλλαγές με τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας στους τομείς της γεωργίας και της αλιείας (ΕΕ L 188, σ. 1). Η τελευταία αυτή διάταξη διευκρινίζει ότι ο κανονισμός 2060/90 εφαρμόζεται στα γεωργικά προϊόντα τα οποία αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ της Συνθήκης ΕΟΚ, καθώς και στα εμπορεύματα τα οποία προκύπτουν από τη μεταποίηση γεωργικών προϊόντων και τα οποία αναφέρονται στον κανονισμό (ΕΟΚ) 3033/80 του Συμβουλίου, για τον καθορισμό του καθεστώτος συναλλαγών που εφαρμόζεται σε ορισμένα εμπορεύματα που προέρχονται από τη μεταποίηση γεωργικών προϊόντων (ΕΕ L 323, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1436/90 του Συμβουλίου, της 21ης Μα_ου 1990 (ΕΕ L 138, σ. 9) (στο εξής: γεωργικά προϊόντα).
4 Το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 2252/90 διευκρινίζει ότι η αναστολή αυτή «εφαρμόζεται αποκλειστικά στα προϊόντα για τα οποία αποδεικνύεται:
- είτε ότι έχουν παραχθεί εξ ολοκλήρου στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας,
- είτε ότι έχουν εισαχθεί και τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας με την είσπραξη εισφοράς που εφαρμόζεται σε κοινοτικό επίπεδο,
- είτε ότι έχουν εισαχθεί στην Κοινότητα και τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας χωρίς να έχουν λάβει καμία επιστροφή κατά την εξαγωγή από την Κοινότητα.
(...)»
5 Κατά το άρθρο 2 του κανονισμού 2252/90:
«Οι διατάξεις των άρθρων 2 έως 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1795/90 εφαρμόζονται στην κυκλοφορία των εμπορευμάτων που αναφέρονται στο άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2060/90, μεταξύ της Κοινότητας και της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας.»
6 Σύμφωνα με το άρθρο 3, ο κανονισμός 2252/90 άρχισε να ισχύει την 1η Αυγούστου 1990.
7 Κατά την τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2252/90:
«εκτιμώντας ότι, για την εφαρμογή της παρούσας ρύθμισης, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας συνεργάζεται στενά με την Επιτροπή, ώστε να λάβει με τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας μέτρα που εγγυώνται ότι δεν καταστρατηγούνται οι διατάξεις της κοινής γεωργικής πολιτικής έναντι των τρίτων χωρών».
8 Η πέμπτη αιτιολογική σκέψη του ίδιου κανονισμού αναφέρει:
«ότι, για να αποτραπεί η εισαγωγή στην Κοινότητα χωρίς είσπραξη της εισφοράς γεωργικών προϊόντων σε τιμές οι οποίες δεν είναι ανάλογες με τις τιμές που εφαρμόζονται στην Κοινότητα, είναι απαραίτητο να εξαρτάται η εφαρμογή της αναστολής από ορισμένες προϋποθέσεις και ιδίως ότι τα προϊόντα αυτά πρέπει να είναι καταγωγής της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας».
9 Το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1795/90 της Επιτροπής, της 29ης Ιουνίου 1990, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1794/90 του Συμβουλίου για τα μεταβατικά μέτρα που εφαρμόζονται στις συναλλαγές με τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας (ΕΕ L 166, σ. 3), διευκρινίζει:
«1. Το καθεστώς κοινοτικής διαμετακόμισης εφαρμόζεται στην κυκλοφορία εμπορευμάτων μεταξύ της Κοινότητας και της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
(...)
3. Κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, η κυκλοφορία εμπορευμάτων μεταξύ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας θεωρείται ότι πραγματοποιείται στο έδαφος ενός μόνον κράτους μέλους.»
10 Κατά το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 4151/88 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για τον καθορισμό των διατάξεων που εφαρμόζονται για τα εμπορεύματα τα οποία εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας (EE L 367, σ. 1):
«Τα εμπορεύματα που εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας υποβάλλονται, από τη στιγμή της εισόδου αυτής, σε τελωνειακή επιτήρηση.»
11 Το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο β_, του κανονισμού 4151/88 διευκρινίζει ότι, κατά τον εν λόγω κανονισμό, ως «τελωνειακή επιτήρηση», νοούνται «οι ενέργειες που πραγματοποιεί γενικά η τελωνειακή αρχή για να εξασφαλίζεται η τήρηση της τελωνειακής νομοθεσίας και, κατά περίπτωση, των άλλων διατάξεων που εφαρμόζονται για τα εμπορεύματα που εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας».
12 Το άρθρο 3 του εν λόγω κανονισμού ορίζει:
«Τα εμπορεύματα που εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας πρέπει να προσκομίζονται χωρίς καθυστέρηση από το πρόσωπο που πραγματοποίησε την είσοδο αυτή, χρησιμοποιώντας, κατά περίπτωση, την οδό που καθορίζει η τελωνειακή αρχή και σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται από την αρχή αυτή:
α) είτε στο τελωνείο που καθορίζει η τελωνειακή αρχή ή σε οποιοδήποτε άλλο χώρο που καθορίζει ή εγκρίνει η αρχή αυτή·
β) είτε σε ελεύθερη ζώνη (...).»
13 Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2144/87 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 1987, σχετικά με την τελωνειακή οφειλή (EE L 201, σ. 15):
«Τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή γεννάται:
(...)
β) όταν εισέρχεται παράτυπα στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας εμπόρευμα υποκείμενο σε εισαγωγικούς δασμούς.
(...)
Κατά την έννοια της παρούσας περίπτωσης, θεωρείται παράτυπη είσοδος κάθε είσοδος κατά παράβαση των διατάξεων που θεσπίζονται για την εφαρμογή του άρθρου 2 της οδηγίας 68/312 (...) όπως τροποποιήθηκε από την πράξη προσχώρησης της Ισπανίας και της ορτογαλίας·
(...)».
14 Δυνάμει του άρθρου 26, παράγραφος 1, του κανονισμού 4151/88, η οδηγία 68/312/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 30ής Ιουλίου 1968, περί εναρμονίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των σχετικών με την προσκόμιση στο τελωνείο εμπορευμάτων αφικνουμένων στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητος και την προσωρινή εναπόθεση των εμπορευμάτων αυτών (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/001, σ. 26), καταργήθηκε με τον εν λόγω κανονισμό, του οποίου τα άρθρα 2 και 3 αντιστοιχούν, συμπληρώνοντάς το, στο άρθρο 2 της οδηγίας αυτής.
15 Δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο δ_, του κανονισμού 2144/87, κατά τον εν λόγω κανονισμό, νοούνται επίσης ως «εισαγωγικοί δασμοί» οι γεωργικές εισφορές και άλλες επιβαρύνσεις κατά την εισαγωγή που προβλέπονται στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής.
16 Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) 1552/89 του Συμβουλίου, της 29ης Μα_ου 1989, για την εφαρμογή της απόφασης 88/376/ΕΟΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων (ΕΕ L 155, σ. 1), ορίζει:
«Για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, η απαίτηση των Κοινοτήτων επί των ιδίων πόρων που αναφέρονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία α_ και β_, της απόφασης 88/376/ΕΟΚ, Ευρατόμ θεωρείται ως βεβαιωθείσα όταν η αρμόδια υπηρεσία του κράτους μέλους ανακοινώσει το οφειλόμενο ποσό στον οφειλέτη. Η ανακοίνωση αυτή πραγματοποιείται μόλις ο οφειλέτης γίνει γνωστός και το ποσό της απαίτησης μπορεί να υπολογιστεί από τις αρμόδιες διοικητικές αρχές, αφού τηρηθούν όλες οι εφαρμοστέες εν προκειμένω κοινοτικές διατάξεις.»
17 Το άρθρο 9, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1552/89 ορίζει:
«(...) το ποσό των ιδίων πόρων πιστώνεται από κάθε κράτος μέλος στο λογαριασμό που έχει ανοιχθεί για το σκοπό αυτό στο όνομα της Επιτροπής στο Δημόσιο Ταμείο του ή στον οργανισμό που έχει ορίσει.»
18 Κατά το άρθρο 17, παράγραφοι 1 και 2, του εν λόγω κανονισμού:
«1. Τα κράτη μέλη υποχρεούνται να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε τα ποσά που αντιστοιχούν στα βεβαιωθέντα σύμφωνα με το άρθρο 2 έσοδα να αποδίδονται στην Επιτροπή κατά τους όρους που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό.
2. Τα κράτη μέλη απαλλάσσονται της υποχρεώσεως να αποδίδουν στην Επιτροπή τα ποσά που αντιστοιχούν στα βεβαιωθέντα έσοδα, μόνον εάν η είσπραξη δεν μπόρεσε να πραγματοποιηθεί για λόγους ανωτέρας βίας. Εξάλλου, σε ορισμένες περιπτώσεις, τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να μη θέτουν στη διάθεση της Επιτροπής τα σχετικά ποσά εφόσον αποδεικνύεται μετά από διεξοδική εξέταση όλων των στοιχείων της εν λόγω περίπτωσης, ότι είναι οριστικά αδύνατον να εισπράξουν τα οφειλόμενα για λόγους πέραν της ευθύνης τους. Οι περιπτώσεις αυτές πρέπει να αναφέρονται στην έκθεση που προβλέπει η παράγραφος 3, εφόσον τα ποσά υπερβαίνουν το ισόποσο των 10 000 ECU (...)· στην έκθεση αυτή πρέπει να αναφέρονται οι λόγοι για τους οποίους το κράτος μέλος δεν μπόρεσε να αποδώσει τα εν λόγω ποσά. Η Επιτροπή διαθέτει προθεσμία έξι μηνών για να ανακοινώσει, ενδεχομένως, τις παρατηρήσεις της στο συγκεκριμένο κράτος μέλος.»
εριστατικά και πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία
19 Από τον φάκελο προκύπτει ότι, μεταξύ 15 και 24 Αυγούστου 1990, παρτίδες βουτύρου, εξαχθείσες από τις Κάτω Χώρες με χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή, εισήχθησαν στη Γερμανία, αφού διήλθαν από τη ΛΔΓ, χωρίς να εισπραχθεί καμία εισφορά.
20 Με το από 22 Ιουνίου 1994 έγγραφο, η Επιτροπή πληροφόρησε τη Γερμανική Κυβέρνηση ότι, για τις σχετικές παρτίδες βουτύρου, οι προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 2252/90, επιτρέπουσες την εισαγωγή εντός της Κοινότητας χωρίς είσπραξη εισφορών, δεν συνέτρεχαν. Δεδομένου ότι κατ' αυτόν τον τρόπο η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας μείωσε παρανόμως τους ιδίους πόρους της Κοινότητας, η Επιτροπή κάλεσε τη Γερμανική Κυβέρνηση να της καταβάλει, το αργότερο έως τις 15 Σεπτεμβρίου 1994, το ποσό των 12 684 800 γερμανικών μάρκων (DEM), που αντιστοιχούσε στο ύψος της εισφοράς που έπρεπε να είχε εισπραχθεί.
21 Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστήριξε ότι δεν είχε γεννηθεί καμία τελωνειακή οφειλή επειδή οι παρτίδες βουτύρου δεν είχαν εισέλθει στο έδαφος της Κοινότητας κατά παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο β_, του κανονισμού 2144/87, ειδικότερα λόγω ορισμένων ιδιομορφιών του ενδογερμανικού εμπορίου. Ισχυρίστηκε επίσης ότι έπρεπε πρωτίστως να είχαν κινηθεί ποινικές διαδικασίες στις Κάτω Χώρες, αφού κακώς είχαν πληρωθεί εκεί επιστροφές κατά την εξαγωγή.
22 Στις 13 Σεπτεμβρίου 1995, η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 169 της Συνθήκης απευθύνοντας στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας έγγραφο οχλήσεως.
23 Με την από 12 Ιανουαρίου 1996 απάντησή της, η Γερμανική Κυβέρνηση αμφισβήτησε ότι παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη και επανέλαβε τη θέση της ότι δεν είχε γεννηθεί καμία τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή των σχετικών παρτίδων βουτύρου.
24 Με το από 30 Οκτωβρίου 1996 έγγραφο, η Επιτροπή διατύπωσε αιτιολογημένη γνώμη.
25 Στις 30 Δεκεμβρίου 1996, η Γερμανική Κυβέρνηση απάντησε στην αιτιολογημένη γνώμη, υπογραμμίζοντας ότι η Επιτροπή δεν έλαβε επαρκώς υπόψη την ειδική και εξαιρετική κατάσταση που δημιουργήθηκε με τη διαδικασία της γερμανικής ενοποιήσεως, δεν είχε εκτιμήσει ορθά τη νομική σημασία αποδόσεως των επιστροφών κατά την εξαγωγή οι οποίες είχαν χορηγηθεί στις Κάτω Χώρες και ότι δεν είχε γεννηθεί καμία τελωνειακή οφειλή λόγω εισφοράς.
26 Η Επιτροπή, επειδή δεν πείσθηκε από την επιχειρηματολογία αυτή, άσκησε την παρούσα προσφυγή.
Επί της ουσίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
27 Η πρώτη αιτίαση της Επιτροπής αντλείται από την εκ μέρους της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας αποδοχή, κατά παράβαση του άρθρου 2 του κανονισμού 2252/90, της εισόδου στο έδαφός της, μεταξύ 15 και 24 Αυγούστου 1990, παρτίδων βουτύρου για τις οποίες είχε χορηγηθεί επιστροφή, κατά την εξαγωγή τους από τις Κάτω Χώρες, χωρίς να εισπραχθεί και να τεθεί στη διάθεση της Κοινότητας εισφορά κατά την εισαγωγή.
28 Συναφώς, υποστηρίζει ότι, αφού στην προκειμένη περίπτωση οι όροι για την εισαγωγή χωρίς εισφορά που προβλέπει το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 2252/90 δεν πληρούνταν, έπρεπε να είχε εισπραχθεί εισφορά κατά την εισαγωγή, σύμφωνα με το άρθρο 14, παράγραφος 2, του κανονισμού 804/68. Η είσοδος των σχετικών παρτίδων βουτύρου στην Κοινότητα με απαλλαγή από την εισφορά αυτή συνιστά, επομένως, παράβαση της διατάξεως αυτής και, λόγω αυτής της παραβάσεως του κοινοτικού δικαίου, πληρούνται οι όροι που προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο β_, του κανονισμού 2144/87, που διέπει τη γέννηση της τελωνειακής οφειλής. Βάσει των άρθρων 2, παράγραφος 1, και 9, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1552/89, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας όφειλε να βεβαιώσει και να θέσει στη διάθεση της Κοινότητας το ποσό που αντιστοιχεί στην εισφορά κατά την εισαγωγή.
29 Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει, πρώτον, ότι δεν παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη, διότι δεν γεννήθηκε καμία τελωνειακή οφειλή που να βασίζεται στην εισφορά. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο β_, του κανονισμού 2144/87, για να γεννηθεί τελωνειακή οφειλή θα πρέπει όχι μόνον το εμπόρευμα να υπόκειται σε εισφορά, αλλά και να έχει εισέλθει παράτυπα στο τελωνειακό έδαφος. Στην προκειμένη όμως περίπτωση, ο τελευταίος αυτός όρος δεν πληρούται αφού, κατά τις επίμαχες ημερομηνίες, δεν υπήρχε καμία υποχρέωση βάσει του τελωνειακού δικαίου οι σχετικές παρτίδες βουτύρου να οδηγηθούν στο τελωνείο λόγω του ότι διήλθαν τα ενδογερμανικά σύνορα.
30 αρατηρεί συναφώς ότι, αφενός, εκτός του άρθρου 1, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, που δεν ασκεί επιρροή στην προκειμένη περίπτωση, ο κανονισμός 2252/90 δεν περιλαμβάνει καμία διάταξη σχετική με τη διαδικασία.
31 Αφετέρου, η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι τελωνειακές διατυπώσεις οι οποίες έπρεπε να τηρηθούν δεν προέκυπταν ούτε από την παραπομπή που γίνεται με το άρθρο 2 του κανονισμού 2252/90 στα άρθρα 2 έως 5 του κανονισμού 1795/90, διότι από το άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 3, του τελευταίου αυτού κανονισμού προκύπτει ότι οι διατάξεις του κανονισμού 2252/90 εφαρμόζονταν μόνο στις συναλλαγές μεταξύ της ΛΔΓ και των λοιπών κρατών μελών πλην της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και όχι στις συναλλαγές μεταξύ της τελευταίας και της ΛΔΓ. Εξάλλου, το άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 1795/90 είχε εφαρμογή τόσο στα υποκείμενα σε εισφορά εμπορεύματα όσο και στα μη υποκείμενα σε εισφορά.
32 Δεύτερον, η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, έστω και αν το άρθρο 1, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 2252/90 δεν μπορούσε να εφαρμοστεί αναδρομικά στην περίπτωση αποδοθείσας επιστροφής κατά την εξαγωγή, από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι υπάρχει νομική συνάφεια μεταξύ της επιστροφής κατά την εξαγωγή και της εισφοράς. Αναφερόμενη στην απόφαση της 9ης Αυγούστου 1994, C-347/93, Boterlux (Συλλογή 1994, σ. Ι-3933), προβάλλει ότι πρόκειται για τυπική περίπτωση κλειστού κυκλώματος. Στην προκειμένη περίπτωση, η απόφαση με την οποία διατάχθηκε η απόδοση της επιστροφής κατά την εξαγωγή η οποία πληρώθηκε στις Κάτω Χώρες επιβεβαιώθηκε από ολλανδικό δικαστήριο. Επομένως, δεν υπάρχει καμία ζημία εις βάρος του κοινοτικού προϋπολογισμού. Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, επομένως, οι οικείες παρτίδες βουτύρου πρέπει να θεωρηθούν ως περιλαμβανόμενες εκ νέου στο κοινοτικό οικονομικό κύκλωμα, οπότε δεν συντρέχει λόγος εισπράξεως των εισφορών.
33 Τρίτον, η κυβέρνηση αυτή προβάλλει ότι το άρθρο 2 του κανονισμού 1552/89 θέτει ως προηγούμενη ουσιώδη προϋπόθεση «απαίτηση των Κοινοτήτων», δηλαδή γεννηθείσα τελωνειακή οφειλή, το ίδιο δε ισχύει και για το άρθρο 17 του ίδιου κανονισμού, το οποίο, στην παράγραφο 1 αυτού, αναφέρεται ρητά στο άρθρο 2. Επομένως, εφόσον δεν γεννήθηκε καμία τελωνειακή οφειλή βασιζόμενη σε εισφορά, δεν τίθεται ζήτημα να απαιτούνται από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, βάσει του κανονισμού 1552/89, μη βεβαιωθέντες και μη καταβληθέντες ίδιοι πόροι.
34 Η δεύτερη αιτίαση της Επιτροπής αντλείται από το γεγονός ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατάργησε πρόωρα, πριν την ημερομηνία ενοποιήσεως η οποία πραγματοποιήθηκε στις 3 Οκτωβρίου 1990, όλες τις τελωνειακές διατυπώσεις στο πλαίσιο των ενδογερμανικών συναλλαγών και παρέλειψε να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή του κανονισμού 2252/90.
35 Συναφώς, παρατηρεί ότι η ύπαρξη της κοινής αγοράς προϋποθέτει κατ' ανάγκη την είσπραξη ενιαίων δασμών σε όλα τα εξωτερικά σύνορα της Κοινότητας. Έως την ημερομηνία ενοποιήσεως, τα σύνορα μεταξύ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της ΛΔΓ, παρά τα διάφορα ειδικά τελωνειακά καθεστώτα και παρά την εγκαθίδρυση νομισματικής, οικονομικής και κοινωνικής ενώσεως, αποτελούσαν εξωτερικά σύνορα της Κοινότητας. Οι ανταλλαγές γεωργικών προϊόντων ρυθμίστηκαν στο πλαίσιο του κανονισμού 2252/90, που προέβλεπε ως μόνη παρέκκλιση η οποία είχε εφαρμογή στις ενδογερμανικές συναλλαγές σε εκείνα τα προϊόντα τα οποία δεν υπέκειντο στην είσπραξη εισφοράς. Στόχος του κανονισμού αυτού ήταν ακριβώς να εμποδίσει, αφενός, την εισαγωγή εμπορευμάτων στη Γερμανία, ως κοινοτικού εδάφους, μέσω της ΛΔΓ, χωρίς είσπραξη εισφορών και, αφετέρου, την παράβαση της κοινοτικής νομοθεσίας. Η πραγματοποίηση του στόχου αυτού επέβαλε την καθιέρωση ή τη διατήρηση μέτρων τελωνειακού ελέγχου.
36 Η Γερμανική Κυβέρνηση απαντά ότι ο σκοπός της τελωνειακής και γεωργικής ενώσεως μεταξύ της Κοινότητας και της ΛΔΓ συνίστατο ακριβώς στο να αποφεύγονται οι έλεγχοι στα εμπορεύματα που διέρχονται τα ενδογερμανικά σύνορα. Η de facto εγκαθίδρυση της ενώσεως αυτής την 1η Ιουλίου 1990 και, για τα γεωργικά προϊόντα, την 1η Αυγούστου 1990 όχι μόνον υπήρξε αντικείμενο συμφωνίας μεταξύ των δύο γερμανικών κρατών, αλλά η ίδια η Επιτροπή αξίωσε τούτο ρητά. Όλα τα κράτη μέλη έπρεπε να συμμετέχουν κατά τον ίδιο τρόπο στην απελευθέρωση της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων ένθεν και ένθεν των ενδογερμανικών συνόρων.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
37 Επιβάλλεται να εξεταστεί καταρχάς η δεύτερη αιτίαση της Επιτροπής.
38 ροκαταρκτικά, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το άρθρο 10 της Συνθήκης της 31ης Αυγούστου 1990 περί της γερμανικής ενοποιήσεως (BGBl. 1990 ΙΙ, σ. 889) είχε ως αποτέλεσμα να καταστεί εφαρμοστέα η κοινοτική νομοθεσία στο έδαφος της ΛΔΓ από της προσχωρήσεως της χώρας αυτής στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, ήτοι από τις 3 Οκτωβρίου 1990 (βλ. απόφαση της 7ης Μα_ου 1990, C-223/95, Moksel, Συλλογή 1997, σ. Ι-2379, σκέψη 22). Ως εκ τούτου, έως την ημερομηνία αυτή, η ΛΔΓ αποτελούσε τρίτη χώρα έναντι της Κοινότητας. Επομένως, τα σύνορα μεταξύ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της ΛΔΓ αποτελούσαν εξωτερικά σύνορα της Κοινότητας και η κοινοτική τελωνειακή νομοθεσία η οποία είχε κανονικά εφαρμογή στα προϊόντα προελεύσεως τρίτων χωρών εφαρμοζόταν, καταρχήν, στα προϊόνα προελεύσεως ΛΔΓ.
39 άντως, όσον αφορά τα γεωργικά προϊόντα, από 1ης Αυγούστου 1990, η είσπραξη εισφορών κατά την εισαγωγή, καθώς και η εφαρμογή άλλων επιβαρύνσεων και ποσοτικών περιορισμών και μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος που προέκυπταν από το κοινό καθεστώς για τα εν λόγω προϊόντα είχαν ανασταλεί στις συναλλαγές μεταξύ της Κοινότητας και της ΛΔΓ, βάσει των άρθρων 1 και 3 του κανονισμού 2252/90. Ωστόσο, η αναστολή αυτή εφαρμοζόταν αποκλειστικά στα προϊόντα για τα οποία είχε αποδειχθεί ότι πληρούσαν μία από τις τρεις προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 1, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 2252/90, ήτοι:
- είτε είχαν παραχθεί εξ ολοκλήρου στη ΛΔΓ,
- είτε είχαν εισαχθεί και τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία στη ΛΔΓ με την είσπραξη εισφοράς που εφαρμόζεται σε κοινοτικό επίπεδο,
- είτε είχαν εισαχθεί στην Κοινότητα και τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία στη ΛΔΓ χωρίς να έχουν λάβει καμία επιστροφή κατά την εξαγωγή από την Κοινότητα.
40 αρέχοντας την εν λόγω αναστολή υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ο κανονισμός 2252/90 καθιέρωσε, επομένως, παρέκκλιση στην κοινοτική τελωνειακή νομοθεσία η οποία εφαρμόζεται κανονικά στα προϊόντα προελεύσεως τρίτων χωρών. Ως εκ τούτου, εκτός του πεδίου εφαρμογής της παρεκκλίσεως αυτής, η εν λόγω νομοθεσία είχε εφαρμογή έως την ημερομηνία της ενοποιήσεως.
41 Αυτή όμως η νομοθεσία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τα άρθρα 2 και 3 του κανονισμού 4151/88, από τα οποία προκύπτει ότι τα εμπορεύματα τα οποία εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας υποβάλλονται, από τη στιγμή της εισόδου αυτής, σε τελωνειακή επιτήρηση και πρέπει να προσκομίζονται χωρίς καθυστέρηση από το πρόσωπο που πραγματοποίησε την είσοδο αυτή είτε στο τελωνείο που καθορίζει η τελωνειακή αρχή ή σε οποιοδήποτε άλλο χώρο που καθορίζει ή εγκρίνει η αρχή αυτή, είτε σε ελεύθερη ζώνη.
42 Κατά συνέπεια, προκειμένου να καταστεί δυνατό να εξακριβωθεί αν τα γεωργικά προϊόντα που εισήλθαν στο έδαφος της Κοινότητας πληρούσαν μία από τις προϋποθέσεις του άρθρου 1, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 2252/90 και, αν δεν συνέβαινε κάτι τέτοιο, να εφαρμοστούν οι διάφορες επιβαρύνσεις και άλλα μέτρα που προκύπτουν από το κοινό καθεστώς για τα εν λόγω προϊόντα, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας όφειλε να διατηρήσει τις τελωνειακές διατυπώσεις, όπως αυτές που είναι αναγκαίες για την εφαρμογή των άρθρων 2 και 3 του κανονισμού 4151/88, στο πλαίσιο των ενδογερμανικών συναλλαγών, ή να θεσπίσει άλλα μέτρα τα οποία εγγυώνται την ορθή εφαρμογή του κανονισμού 2252/90.
43 Στην αλληλουχία αυτή, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2252/90 διαλαμβάνει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας συνεργάζεται στενά με την Επιτροπή, ώστε να λάβει με τη ΛΔΓ μέτρα που εγγυώνται ότι δεν καταστρατηγούνται οι διατάξεις της κοινής γεωργικής πολιτικής έναντι των τρίτων χωρών.
44 Όσον αφορά το επιχείρημα που η Γερμανική Κυβέρνηση αντλεί από την εγκαθίδρυση de facto τελωνειακής και γεωργικής ενώσεως βασιζόμενης στη συμφωνία μεταξύ των δύο γερμανικών κρατών, από τη νομολογία προκύπτει ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να προβάλει συμφωνία την οποία συνήψε με τρίτη χώρα για να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των υφισταμένων κανόνων κοινοτικού δικαίου (βλ., κατά την έννοια αυτή, απόφαση της 31ης Μαρτίου 1971, 22/70, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 729, σκέψη 17).
45 Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Γερμανικής Κυβερνήσεως ότι η θέσπιση de facto τελωνειακής και γεωργικής ενώσεως ήταν ρητή αξίωση της Επιτροπής, αρκεί η υπόμνηση ότι, πέραν των περιπτώσεων όπου της έχουν ρητώς παρασχεθεί αρμοδιότητες, η Επιτροπή δεν μπορεί να παρέχει εγγυήσεις ως προς τη συμφωνία συγκεκριμένης συμπεριφοράς προς το κοινοτικό δίκαιο. Σε καμία περίπτωση δεν έχει την εξουσία να επιτρέπει ενέργειες αντίθετες προς το κοινοτικό δίκαιο (απόφαση της 22ας Απριλίου 1999, C-340/96, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Συλλογή 1999, σ. Ι-2023, σκέψη 31).
46 Επομένως, η δεύτερη αιτίαση της Επιτροπής πρέπει να γίνει δεκτή.
47 Όσον αφορά την πρώτη αιτίαση της Επιτροπής, από τα άρθρα 1, στοιχείο γ_, και 14, παράγραφος 2, του κανονισμού 804/68 προκύπτει ότι η εισαγωγή βουτύρου εντός της Κοινότητας υπόκειται στην είσπραξη εισφορών.
48 Γίνεται δεκτό μεταξύ των διαδίκων ότι, κατά την εισαγωγή τους στη Γερμανία, επομένως, εντός της Κοινότητας, οι οικείες παρτίδες βουτύρου δεν πληρούσαν καμία από τις προϋποθέσεις του άρθρου 1, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 2252/90. ράγματι, μολονότι εισαχθείσες από την Κοινότητα και τεθείσες σε ελεύθερη κυκλοφορία στη ΛΔΓ, έτυχαν στις Κάτω Χώρες επιστροφής κατά την εξαγωγή.
49 Ως εκ τούτου, οι οικείες παρτίδες βουτύρου δεν μπορούσαν να τύχουν της αναστολής που προβλέπει το άρθρο 1 του κανονισμού 2252/90, οπότε έπρεπε να είχε εισπραχθεί εισφορά κατά την εισαγωγή.
50 Όσον αφορά το επιχείρημα της Γερμανικής Κυβερνήσεως ότι δεν είχε γεννηθεί καμία τελωνειακή οφειλή επειδή ο κανονισμός 2252/90 δεν προβλέπει διαδικασία προσκομίσεως στο τελωνείο, από τη σκέψη 40 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι, εκτός του πεδίου εφαρμογής της παρεκκλίσεως που εισάγει ο κανονισμός 2252/90, η τελωνειακή νομοθεσία που εφαρμόζεται κανονικά στα προϊόντα προελεύσεως τρίτων χωρών εξακολουθούσε να εφαρμόζεται έως την ημερομηνία της ενοποιήσεως.
51 Εξάλλου, όπως έγινε δεκτό στη σκέψη 41 της παρούσας αποφάσεως, βάσει των άρθρων 2 και 3 του κανονισμού 4151/88, τα εμπορεύματα τα οποία εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας υποβάλλονται, από τη στιγμή της εισόδου αυτής, σε τελωνειακή επιτήρηση και πρέπει να προσκομίζονται χωρίς καθυστέρηση από το πρόσωπο που πραγματοποίησε την είσοδο αυτή είτε στο τελωνείο που καθορίζει η τελωνειακή αρχή ή σε οποιοδήποτε άλλο χώρο που καθορίζει ή εγκρίνει η αρχή αυτή, είτε σε ελεύθερη ζώνη.
52 Είναι αληθές ότι από το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο β_, του κανονισμού 2144/87, σε συνδυασμό προς το άρθρο 26, παράγραφος 1, του κανονισμού 4151/88, προκύπτει ότι τελωνειακή οφειλή γεννάται όταν εισέρχεται στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας εμπόρευμα υποκείμενο σε εισαγωγικούς δασμούς κατά παράβαση των εθνικών διατάξεων που θεσπίζονται προς εφαρμογή των άρθρων 2 και 3 του κανονισμού 4151/88. άντως, από τη σκέψη 42 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατάργησε τις εν λόγω εθνικές διατάξεις κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η Γερμανική Κυβέρνηση δεν μπορεί να επικαλείται το ότι δεν γεννήθηκε τελωνειακή οφειλή για να αποφύγει την υποχρέωση εισπράξεως των εισφορών κατά την εισαγωγή.
53 Ως προς το επιχείρημα της Γερμανικής Κυβερνήσεως που αντλείται από την παραπομπή του άρθρου 2 του κανονισμού 2252/90 στα άρθρα 2 έως 5 του κανονισμού 1795/90, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, μολονότι το άρθρο 2 του κανονισμού 2252/90 δεν αναφέρει ρητά τα προϊόντα για τα οποία αποδεικνύεται ότι πληρούν μία από τις προϋποθέσεις του άρθρου 1, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού αυτού, από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, οσάκις μια διάταξη του κοινοτικού δικαίου επιδέχεται πλείονες ερμηνείες, πρέπει να προτιμάται η ερμηνεία η οποία διασφαλίζει την πρακτική της αποτελεσματικότητα (βλ., ιδίως, απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 2000, C-434/97, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 2000, σ. Ι-1129, σκέψη 21).
54 Όμως, από την πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2252/90 προκύπτει ότι η υπό τους όρους του άρθρου 1, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, αναστολή εισπράξεως των εισφορών είχε ως σκοπό να αποτραπεί η εισαγωγή εντός της Κοινότητας, χωρίς είσπραξη της εισφοράς, προϊόντων σε τιμές των οποίων το επίπεδο δεν ήταν ανάλογο προς εκείνο της Κοινότητας.
55 Αν, όπως ισχυρίζεται η Γερμανική Κυβέρνηση, η εν λόγω διάταξη δεν εφαρμοζόταν στις συναλλαγές μεταξύ της ΛΔΓ και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και αν το άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 1795/90 είχε επίσης εφαρμογή στα υποκείμενα στην είσπραξη γεωργικής εισφοράς προϊόντα, ο στόχος του άρθρου 1, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 2252/90 δεν θα είχε επιτευχθεί. ράγματι, μια τέτοια ερμηνεία θα καθιστούσε κενή ουσιαστικού περιεχομένου την εν λόγω διάταξη, στον βαθμό που θα επέτρεπε στα γεωργικά προϊόντα να εισέρχονται στη Γερμανία και, επομένως, στην Κοινότητα, ανεξαρτήτως του αν οι τιμές ήσαν σε επίπεδο ανάλογο προς εκείνο της Κοινότητας.
56 Ως εκ τούτου, η αναφορά των άρθρων 2 έως 5 του κανονισμού 1795/90 που περιλαμβάνεται στο άρθρο 2 του κανονισμού 2252/90 εφαρμοζόταν μόνο στα προϊόντα τα οποία ετύγχαναν αναστολής της εισπράξεως των εισφορών κατά την εισαγωγή στη ΛΔΓ, δηλαδή προϊόντα τα οποία πληρούσαν μία από τις προϋποθέσεις του άρθρου 1, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του τελευταίου αυτού κανονισμού.
57 Όσον αφορά το επιχείρημα της Γερμανικής Κυβερνήσεως που αντλείται από το ότι ολλανδικό δικαστήριο επιβεβαίωσε την απόφαση διατάσσουσα την απόδοση της επιστροφής κατά την εξαγωγή που καταβλήθηκε στις Κάτω Χώρες, πρέπει να παρατηρηθεί ότι οι κοινοτικές κανονιστικές ρυθμίσεις εισαγωγής και εξαγωγής λειτουργούν ανεξαρτήτως η μία της άλλης. Μολονότι η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 1, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 2252/90 δημιουργεί όντως σχέση μεταξύ της χορηγήσεως επιστροφών κατά την εξαγωγή και, ειδικότερα, της εισπράξεως εισφορών κατά την εισαγωγή, αυτό έχει αποκλειστικά ως σκοπό να προσδιορίσει τα γεωργικά προϊόντα για τα οποία η είσπραξη αυτή είχε ανασταλεί στις συναλλαγές μεταξύ της Κοινότητας και της ΛΔΓ.
58 Συναφώς, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι το άρθρο 1 του κανονισμού 2252/90 ανέστειλε την είσπραξη εισφορών κατά την εισαγωγή αποκλειστικά για τα γεωργικά προϊόντα για τα οποία αποδεικνύεται ότι πληρούσαν μια από τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 2, πρώτο εδάφιο, αυτού. Όπως προκύπτει από τις σκέψεις 40 και 41 της παρούσας αποφάσεως, αν καμία από τις προϋποθέσεις αυτές δεν συνέτρεχε, τότε θα είχε εφαρμογή η κοινοτική τελωνειακή νομοθεσία η οποία εφαρμόζεται κανονικά στα προϊόντα προελεύσεως τρίτων χωρών, περιλαμβανομένων και των άρθρων 2 και 3 του κανονισμού 4151/88. Επομένως, τα οικεία προϊόντα πρέπει να πληρούν μία από τις τρεις προϋποθέσεις κατά τη στιγμή εισόδου τους στο κοινοτικό έδαφος και όχι σε μεταγενέστερη χρονική στιγμή.
59 Το συμπέρασμα αυτό επιρρωννύεται τόσο από τον σκοπό του άρθρου 1, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 2252/90, ο οποίος, όπως προκύπτει από την πέμπτη αιτιολογική σκέψη του εν λόγω κανονισμού, ήταν να αποτραπεί η εισαγωγή εντός της Κοινότητας, χωρίς είσπραξη της εισφοράς, προϊόντων σε τιμές των οποίων το επίπεδο δεν ήταν ανάλογο προς εκείνο της Κοινότητας, όπως και από τη διατύπωσή του, η οποία δεν επιτρέπει καμία αναδρομική εφαρμογή.
60 Ως εκ τούτου, η υποχρέωση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας να εισπράξει την εισφορά κατά την εισαγωγή των οικείων παρτίδων βουτύρου, που έτυχαν επιστροφής κατά την εξαγωγή στις Κάτω Χώρες, γεννηθείσα κατά την είσοδο των παρτίδων αυτών στο κοινοτικό έδαφος, υπάρχει ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα των ενδεχομένων ποινικών διώξεων λόγω παραβάσεως της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως περί εξαγωγών.
61 Όσον αφορά την προπαρατεθείσα απόφαση Boterlux, πρέπει να διευκρινιστεί ότι το Δικαστήριο διαπίστωσε με αυτήν, στη σκέψη 37, ότι ο εξαγωγέας ενός προϊόντος με προορισμό τρίτη χώρα στερείται του δικαιώματός του για επιστροφή σε περίπτωση απατηλής επανεισαγωγής του προϊόντος αυτού εντός της Κοινότητας, και τούτο παρά τη μη συμμετοχή του στην απάτη ή την καλή του πίστη. Αντιθέτως, το Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί της υποχρεώσεως εισπράξεως των εισφορών κατά την εισαγωγή όταν ο εξαγωγέας στερείται του δικαιώματός του για επιστροφή.
62 Ως προς το επιχείρημα της Γερμανικής Κυβερνήσεως που αντλείται από την έλλειψη ζημίας εις βάρος του κοινοτικού προϋπολογισμού, αρκεί η υπόμνηση ότι η μη τήρηση από κράτος μέλος υποχρεώσεως επιβαλλομένης από κανόνα κοινοτικού δικαίου συνιστά, αυτή καθεαυτή, παράβαση, στερείται δε σημασίας ο ισχυρισμός ότι αυτή η μη τήρηση δεν είχε αρνητικές συνέπειες (βλ. απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 1999, C-150/97, Επιτροπή κατά ορτογαλίας, Συλλογή 1999, σ. Ι-259, σκέψη 22).
63 Τέλος, όσον αφορά τον ισχυρισμό της εν λόγω κυβερνήσεως ότι οι μη βεβαιωθέντες και μη καταβληθέντες ίδιοι πόροι δεν μπορούσαν να απαιτηθούν από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας διότι δεν γεννήθηκε καμία τελωνειακή οφειλή βασιζόμενη σε εισφορά, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, πρώτον, από τη σκέψη 52 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι, αφού κατάργησε τις θεσπισθείσες εθνικές διατάξεις προς εφαρμογή των άρθρων 2 και 3 του κανονισμού 4151/88 κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου, η Γερμανική Κυβέρνηση δεν μπορεί να επικαλείται το ότι δεν γεννήθηκε τελωνειακή οφειλή για να αποφύγει την υποχρέωση εισπράξεως των εισφορών κατά την εισαγωγή.
64 Δεύτερον, από τη σκέψη 49 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι έπρεπε να εισπραχθεί εισφορά κατά την εισαγωγή των οικείων παρτίδων βουτύρου. Βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1552/89, το δικαίωμα των Κοινοτήτων επί των ιδίων πόρων, όπως οι επίμαχοι εν προκειμένω, βεβαιώνεται μόλις το οφειλόμενο ποσό ανακοινώνεται από την αρμόδια υπηρεσία του υπόχρεου κράτους μέλους. Από τη νομολογία προκύπτει ότι η διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να απαλλαγούν από την υποχρέωση να διαπιστώνουν τις απαιτήσεις, έστω και αν τις αμφισβητούν, άλλως θα υπήρχε κίνδυνος - έστω και προσωρινής - διαταράξεως της δημοσιονομικής ισορροπίας της Κοινότητας από την αυθαίρετη συμπεριφορά κράτους μέλους (βλ., κατά την έννοια αυτή, απόφαση της 16ης Μα_ου 1991, C-96/89, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, Συλλογή 1991, σ. Ι-2461, σκέψη 37).
65 Τέλος, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι από το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 1552/89 προκύπτει ότι τα κράτη μέλη έχουν την υποχρέωση να πιστώνουν τους ιδίους πόρους σε λογαριασμό της Επιτροπής. Εξάλλου, από το άρθρο 17, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού προκύπτει ότι τα κράτη μέλη απαλλάσσονται της υποχρεώσεως να αποδίδουν στην Επιτροπή τα ποσά που αντιστοιχούν στα βεβαιωθέντα έσοδα μόνον αν η είσπραξη δεν μπόρεσε να πραγματοποιηθεί για λόγους ανωτέρας βίας ή εφόσον αποδεικνύεται ότι είναι οριστικά αδύνατον να γίνει η είσπραξη για λόγους που δεν μπορούν να καταλογιστούν στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος. Όμως, η Γερμανική Κυβέρνηση δεν επικαλείται τέτοιους λόγους.
66 Ως εκ τούτου, η πρώτη αιτίαση της Επιτροπής πρέπει επίσης να γίνει δεκτή.
67 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, επιτρέποντας, κατά παράβαση του άρθρου 2 του κανονισμού 2252/90, την είσοδο στη Γερμανία, προϊόντων προελεύσεως Κάτω Χωρών, για τα οποία είχε χορηγηθεί επιστροφή κατά την εξαγωγή τους, χωρίς να εισπραχθεί και τεθεί στη διάθεση της Κοινότητας εισφορά αντιστοιχούσα στο επίπεδο της κοινοτικής τιμής, καταργώντας όλες τις τελωνειακές διατυπώσεις στο πλαίσιο των ενδογερμανικών συναλλαγών και παραλείποντας να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή του κανονισμού 2252/90, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
68 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα και η τελευταία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, επιτρέποντας, κατά παράβαση του άρθρου 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2252/90 της Επιτροπής, της 31ης Ιουλίου 1990, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2060/90 του Συμβουλίου σχετικά με τα μεταβατικά μέτρα όσον αφορά τις συναλλαγές με τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας στους τομείς της γεωργίας και της αλιείας, την είσοδο στη Γερμανία, προϊόντων προελεύσεως Κάτω Χωρών, για τα οποία είχε χορηγηθεί επιστροφή κατά την εξαγωγή τους, χωρίς να εισπραχθεί και τεθεί στη διάθεση της Κοινότητας εισφορά αντιστοιχούσα στο επίπεδο της κοινοτικής τιμής, καταργώντας όλες τις τελωνειακές διατυπώσεις στο πλαίσιο των ενδογερμανικών συναλλαγών και παραλείποντας να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή του κανονισμού 2252/90, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ.
2) Καταδικάζει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy