Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. ράξεις των οργάνων - Κανονισμοί - Βασικοί και εκτελεστικοί κανονισμοί - Εξουσιοδότηση παρεχόμενη κατά τρόπο γενικό στην Επιτροπή - Νόμιμη
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρα 145 και 155 (νυν άρθρα 202 ΕΚ και 211 ΕΚ)· κανονισμός 3950/92 του Συμβουλίου, άρθρο 11· κανονισμός 536/93 της Επιτροπής, άρθρο 3 § 2, εδ. 2]
2. Γεωργία - Κοινή οργάνωση αγορών - Γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα - Συμπληρωματική εισφορά επί του γάλακτος - Επιβολή επιτακτικής χρηματικής κυρώσεως λόγω υπερβάσεως της προθεσμίας κοινοποιήσεως, ανεξαρτήτως του μεγέθους της υπερβάσεως αυτής
(Κανονισμός 536/93 της Επιτροπής, άρθρο 3 § 2, εδ. 2)
Περίληψη
1. Αν, ενόψει της εφαρμογής των άρθρων 145 και 155 της Συνθήκης (νυν άρθρων 202 ΕΚ και 211 ΕΚ), η νομολογία διακρίνει μεταξύ των ουσιωδών κανόνων, οι οποίοι εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου, και των κανόνων οι οποίοι, επειδή χρησιμεύουν απλώς για την εκτέλεση των πρώτων, μπορούν να ανατεθούν στην Επιτροπή, μόνον οι διατάξεις που έχουν ως σκοπό να μεταφέρουν τις θεμελιώδεις κατευθύνσεις της κοινοτικής πολιτικής πρέπει να χαρακτηρίζονται ως ουσιώδεις κανόνες. Αφ' ης στιγμής οι ουσιώδεις κανόνες του καθεστώτος της συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος έχουν θεσπιστεί από το Συμβούλιο με τον βασικό κανονισμό, αρκεί να παρασχεθεί στην Επιτροπή γενική εξουσία θεσπίσεως των εκτελεστικών μέτρων. Υπό τις συνθήκες αυτές, το άρθρο 11 του κανονισμού 3950/92, το οποίο επιτρέπει στην Επιτροπή να λαμβάνει όλα τα αναγκαία εκτελεστικά μέτρα για την εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού, πρέπει να θεωρηθεί ότι συνιστά έγκυρη εξουσιοδότηση προς την Επιτροπή για τη θέσπιση του προστίμου που προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 536/93.
( βλ. σκέψεις 21-24, 32 )
2. Το άρθρο 3, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 536/93, που καθορίζει τον τρόπο εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, είναι άκυρο καθόσον επιβάλλει στον αγοραστή, σε περίπτωση μη τηρήσεως της προθεσμίας που τάσσεται στο πρώτο εδάφιό του, χρηματική κύρωση ίση με το ποσό της οφειλόμενης λόγω υπερβάσεως συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος, που αντιστοιχεί στο 0,1 % των ποσοτήτων γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος που έχουν παραδοθεί από τους παραγωγούς, χωρίς να υπάρχει καμία δυνατότητα να ληφθεί υπόψη το μέγεθος της υπερβάσεως της προθεσμίας.
( βλ. σκέψη 45 και διατακτ. )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-356/97,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Finanzgericht Μünchen (Γερμανία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Molkereigenossenschaft Wiedergeltingen eG
και
Hauptzollamt Lindau,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς το κύρος του άρθρου 3, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 536/93 της Επιτροπής, της 9ης Μαρτίου 1993, περί λεπτομερών κανόνων εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 57, σ. 12),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους R. Schintgen, πρόεδρο του δευτέρου τμήματος, προεδρεύοντα του έκτου τμήματος, P. J. G. Kapteyn και G. Hirsch (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: A. Saggio
γραμματέας: H. A. Rühl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- το Molkereigenossenschaft Wiedergeltingen eG, εκπροσωπούμενο από τον K. Seitz, Steuerberater στη Genossenschaftsverband Bayern, και τον W. Frankenberger, Wirtschaftsprüfer στη Genossenschaftsverband Bayern,
- η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον E. Röder, Ministerialrat στο ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομίας,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Κ.-D. Borchardt, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις του Molkereigenossenschaft Wiedergeltingen eG, εκπροσωπούμενου από τη B. Buth, νομική σύμβουλο στην Deutscher Raiffeisenverband eV, του Hauptzollamt Lindau, εκπροσωπούμενου από τον T. Cirener, Oberregierungsrat, της Γερμανικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από τον W.-D. Plessing, Ministerialrat στο ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομικών, και της Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τον K.-D. Borchardt, κατά τη συνεδρίαση της 24ης Μαρτίου 1999,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 16ης Ιουνίου 1999,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 17ης Σεπτεμβρίου 1997, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 16 Οκτωβρίου 1997, το Finanzgericht Μünchen υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), προδικαστικό ερώτημα ως προς το κύρος του άρθρου 3, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 536/93 της Επιτροπής, της 9ης Μαρτίου 1993, περί λεπτομερών κανόνων εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 57, σ. 12).
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Molkereigenossenschaft Wiedergeltingen eG (στο εξής: γαλακτοκομείου του Wiedergeltingen) και του Hauptzollamt Lindau (στο εξής: ΗΖΑ), σχετικά με την εκπρόθεσμη κοινοποίηση από το εν λόγω γαλακτοκομείο, υπό την ιδιότητά του ως αγοραστή γάλακτος, του πίνακα των υπολογισμών που κατάρτισε για κάθε συνδεόμενο με αυτό παραγωγό και στον οποίο αναφέρονται οι παραδοθείσες από αυτό ποσότητες γάλακτος.
Νομικό πλαίσιο
3 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3950/92 του Συμβουλίου, της 28ης Δεκεμβρίου 1992, για τη θέσπιση συμπληρωματικής εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (EE L 405, σ. 1, στο εξής: βασικός κανονισμός), παρέτεινε κατά επτά ακόμη διαδοχικές δωδεκάμηνες περιόδους, αρχής γενομένης από την 1η Απριλίου 1993, το καθεστώς συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος που είχε εγκαθιδρυθεί με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 856/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 περί κοινής οργάνωσης των αγορών στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 90, σ. 10).
4 Το άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 2, πρώτο εδάφιο, του βασικού κανονισμού ορίζει τα εξής:
«1. Η εισφορά οφείλεται για όλες τις ποσότητες γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος που διατίθενται στο εμπόριο κατά την οικεία δωδεκάμηνη περίοδο και οι οποίες υπερβαίνουν μια από τις ποσότητες που αναφέρονται στο άρθρο 3. Κατανέμεται μεταξύ των παραγωγών που συνέβαλαν στην υπέρβαση.
Σύμφωνα με την απόφαση του κράτους μέλους, η συμμετοχή των παραγωγών στην καταβολή της οφειλόμενης εισφοράς καθορίζεται, μετά από ανακατανομή ή όχι των μη χρησιμοποιηθεισών ποσοτήτων αναφοράς, είτε στο επίπεδο του αγοραστή σε συνάρτηση με την απομένουσα υπέρβαση, αφού προηγουμένως κατανεμηθούν, κατ' αναλογία προς τις ποσότητες αναφοράς που διαθέτει κάθε παραγωγός, οι μη χρησιμοποιηθείσες ποσότητες αναφοράς, είτε σε εθνικό επίπεδο, σε συνάρτηση με την υπέρβαση της ποσότητας αναφοράς την οποία διαθέτει κάθε παραγωγός.
2. Όσον αφορά τις παραδόσεις, ο υπόχρεος της εισφοράς αγοραστής καταβάλλει στον αρμόδιο οργανισμό του κράτους μέλους, πριν από μια ορισμένη ημερομηνία και σύμφωνα με διαδικασίες που θα καθορισθούν, το οφειλόμενο ποσό το οποίο παρακρατεί επί της τιμής του γάλακτος την οποία καταβάλλει στους παραγωγούς που οφείλουν την εισφορά, και, αν όχι, το ποσό το οποίο εισπράττει με κάθε κατάλληλο μέσο.»
5 Το άρθρο 11 του βασικού κανονισμού προβλέπει τα ακόλουθα:
«Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, και ιδίως τα χαρακτηριστικά του γάλακτος, μεταξύ των οποίων η περιεκτικότητα σε λιπαρά, που θεωρούνται αντιπροσωπευτικά προκειμένου να καθορισθούν οι ποσότητες γάλακτος που παραδίδονται ή αγοράζονται, θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 30 του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68.»
6 Σύμφωνα με την τελευταία αυτή διάταξη, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό 536/93.
7 Το άρθρο 3, παράγραφοι 2 και 4, πρώτο εδάφιο, του τελευταίου αυτού κανονισμού προβλέπει, όσον αφορά την προθεσμία κοινοποιήσεως και πληρωμής, τα ακόλουθα:
«2. ριν τις 15 Μα_ου κάθε έτους, ο αγοραστής κοινοποιεί στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους τον πίνακα των υπολογισμών που έχουν καταρτιστεί για κάθε παραγωγό ή, κατά περίπτωση, σύμφωνα με την απόφαση του κράτους μέλους, τον συνολικό όγκο και τον όγκο που διορθώνεται σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, και τη μέση περιεκτικότητα σε λιπαρή ουσία του γάλακτος ή/και του ισοδυνάμου γάλακτος που έχει παραδοθεί από τους παραγωγούς, καθώς και το σύνολο των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς και τη μέση αντιπροσωπευτική περιεκτικότητα σε λιπαρή ουσία που διαθέτουν οι παραγωγοί αυτοί.
Σε περίπτωση μη τηρήσεως της προθεσμίας, ο αγοραστής οφείλει πρόστιμο ίσο προς το ποσό της οφειλόμενης λόγω υπέρβασης 0,1 % εισφοράς για το σύνολο των ποσοτήτων γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος που έχουν παραδοθεί σ' αυτούς από τους παραγωγούς. Το πρόστιμο αυτό δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 20 000 ECU.
4. ριν την 1η Σεπτεμβρίου κάθε έτους, ο αγοραστής που οφείλει την εισφορά καταβάλλει στον αρμόδιο οργανισμό το οφειλόμενο ποσό, σύμφωνα με τους κανόνες που καθορίζονται από το κράτος μέλος.»
8 Το άρθρο 11, παράγραφος 3, της Milch-Garantiemengen-Verordnung (κανονιστικής αποφάσεως περί ποσοτήτων γάλακτος) τάσσει την ίδια προθεσμία με το άρθρο 3, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 536/93.
9 ρέπει να προστεθεί ότι, στις 13 Μα_ου 1998, η Επιτροπή εξέδωσε τον - μη έχοντα εν προκειμένω εφαρμογή - κανονισμό (ΕΚ) 1001/98, για την τροποποίηση του κανονισμού 536/93 (ΕΕ L 142, σ. 22), ο οποίος προβλέπει, εφεξής, στο άρθρο του 1, τα ακόλουθα:
«Το άρθρο 3, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 536/93 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
"Σε περίπτωση αθετήσεως της προθεσμίας, ο αγοραστής οφείλει πρόστιμο το οποίο υπολογίζεται ως εξής:
- εάν η ανακοίνωση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο γίνεται πριν από την 1η Ιουνίου, το πρόστιμο ισούται με το ποσό της οφειλόμενης εισφοράς για υπέρβαση που αντιστοιχεί σε 0,1 % των ποσοτήτων του γάλακτος και του ισοδυνάμου γάλακτος που έχουν παραδοθεί από τους παραγωγούς. Το πρόστιμο αυτό δεν μπορεί να είναι μικρότερο από 500 ECU ούτε μεγαλύτερο από 20 000 ECU,
- εάν η ανακοίνωση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο γίνεται μετά τις 31 Μα_ου αλλά πριν από τις 16 Ιουνίου, το πρόστιμο ισούται με το ποσό της οφειλόμενης εισφοράς για υπέρβαση που αντιστοιχεί σε 0,2 % των ποσοτήτων του γάλακτος και του ισοδυνάμου γάλακτος που έχουν παραδοθεί από τους παραγωγούς. Το πρόστιμο αυτό δεν μπορεί να είναι μικρότερο από 1 000 ECU ούτε μεγαλύτερο από 40 000 ECU,
- εάν η ανακοίνωση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο γίνεται μετά τις 15 Ιουνίου αλλά πριν από την 1η Ιουλίου, το πρόστιμο ισούται με το ποσό της οφειλόμενης εισφοράς για υπέρβαση που αντιστοιχεί σε 0,3 % των ποσοτήτων του γάλακτος και του ισοδυνάμου γάλακτος που έχουν παραδοθεί από τους παραγωγούς. Το πρόστιμο αυτό δεν μπορεί να είναι μικρότερο από 1 500 ECU ούτε μεγαλύτερο από 60 000 ECU,
- εάν η ανακοίνωση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο δεν πραγματοποιείται πριν από την 1η Ιουλίου, το πρόστιμο είναι εκείνο που αναφέρεται στην τρίτη περίπτωση, επαυξημένο κατά ποσό με 3 % αυτού για κάθε ημερολογιακή ημέρα καθυστερήσεως από την 1η Ιουλίου. Το πρόστιμο αυτό δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερο από 100 000 ECU.
Ωστόσο, στην περίπτωση κατά την οποία οι ποσότητες του γάλακτος ή του ισοδυνάμου γάλακτος που έχουν παραδοθεί από τον αγοραστή ανά περίοδο δώδεκα μηνών είναι μικρότερες από 100 000 χιλιόγραμμα, τα ελάχιστα πρόστιμα που αναφέρονται στις τρεις πρώτες υποπεριπτώσεις μειώνονται, αντιστοίχως, σε 100, 200 και 300 ECU.»
Ιστορικό και διαδικασία της κύριας δίκης
10 Το γαλακτοκομείο του Wiedergeltingen είναι μια επιχείρηση μεταποιήσεως γάλακτος που ασκεί τις δραστηριότητές της ως συνεταιρισμός (συνεταιριστική γαλακτοκομική επιχείρηση), μέλη του οποίου είναι οι προμηθευτές του γαλακτοπαραγωγοί, οι οποίοι επωφελούνται των κερδών που πραγματοποιεί. Έτσι, το 1996, το εν λόγω γαλακτοκομείο πραγματοποίησε κύκλο εργασιών ύψους 17 086 021 γερμανικών μάρκων (DEM).
11 Οι 24 289 τόνοι γάλακτος που μεταποιήθηκαν το 1996 παραδόθηκαν από 165 προμηθευτές, δηλαδή παραδόθηκε ανά παραγωγό κατά μέσον όρο ποσότητα 147 206 kg, που υπερβαίνει κατά πολύ τη μέση παραγωγή ανά εκτροφέα στη Βαυαρία, η οποία ανέρχεται σε 95 642 kg ετησίως.
12 Στις 9 Απριλίου 1997, το ΗΖΑ υπενθύμισε στο γαλακτοκομείο του Wiedergeltingen ότι όφειλε να κοινοποιήσει τον πίνακα των υπολογισμών που προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 536/93 το αργότερο στις 14 Μα_ου 1997. Ωστόσο, ο πίνακας των υπολογισμών απεστάλη στις 16 Μα_ου 1997 και, δεδομένου ότι η 19η Μα_ου ήταν αργία, παρελήφθη από το ΗΖΑ στις 20 Μα_ου 1997.
13 Στις 22 Μα_ου 1997, το ΗΖΑ επέβαλε, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 536/93, πρόστιμο ύψους 16 661,90 DEM.
14 Κατόπιν της απορρίψεως της ενστάσεως που άσκησε κατά της αποφάσεως αυτής, το γαλακτοκομείο του Wiedergeltingen προσέφυγε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.
15 Το Finanzgericht Μünchen αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Είναι έγκυρο το άρθρο 3, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 536/93 της Επιτροπής, της 9ης Μαρτίου 1993 (ΕΕ L 57, σ. 12), όσον αφορά την επιβολή προστίμου σε γαλακτοκομείο (αγοραστή γάλακτος);»
Επί του υποβληθέντος ερωτήματος
16 Το Finanzgericht αμφιβάλλει σχετικά με το κύρος του άρθρου 3, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 536/93, πρώτον, λόγω της ελλείψεως, στον βασικό κανονισμό, έγκυρης νομικής βάσεως εξουσιοδοτήσεως της Επιτροπής για τη θέσπιση κυρώσεων και, δεύτερον, λόγω του δυσανάλογου χαρακτήρα της κυρώσεως υπό το φως του μεγέθους της καθυστερήσεως.
17 H Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι το άρθρο 3, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 536/93 αντιβαίνει προς τις αρχές της αναλογικότητας και της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Το γαλακτοκομείο του Wiedergeltingen υποστηρίζει ότι, επιπλέον της παραβάσεως αυτής, η εν λόγω διάταξη παραβιάζει επίσης θεμελιώδεις αρχές του ποινικού δικαίου.
Επί της προβαλλόμενης ελλείψεως νομικής βάσεως
18 Το εθνικό δικαστήριο φρονεί ότι ούτε το άρθρο 11 του βασικού κανονισμού ούτε οι διατάξεις στον γεωργικό τομέα, ήτοι τα άρθρα 38, 40 και 43 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρα 32 ΕΚ, 34 ΕΚ και 37 ΕΚ), καθώς και τα άρθρα 39, 41 42 και 46 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρα 33 ΕΚ, 35 ΕΚ, 36 ΕΚ και 38 ΕΚ), μπορούν να αποτελέσουν νομική βάση εξουσιοδοτήσεως της Επιτροπής για τη θέσπιση της κυρώσεως του άρθρου 3, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 536/93. Μόνον η έκδοση από το Συμβούλιο βασικού κανονισμού στηριζομένου στο άρθρο 145 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 202 ΕΚ) θα μπορούσε να παράσχει στην Επιτροπή την εξουσία θεσπίσεως τέτοιας κυρώσεως.
19 Αντιθέτως, η Γερμανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι το άρθρο 11 του βασικού κανονισμού παρέχει στην Επιτροπή την αρμοδιότητα να θεσπίζει τους τρόπους εφαρμογής του καθεστώτος συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος, ιδίως δε την αρμοδιότητα να προβλέπει κυρώσεις.
20 Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι το Δικαστήριο δέχθηκε ήδη, με την απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1992, C-240/90, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. Ι-5383, σκέψη 35), ότι, μολονότι το άρθρο 43, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης αναθέτει καταρχήν αρμοδιότητα στο Συμβούλιο για τη θέσπιση, κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής και μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, των κανόνων περί κοινής οργανώσεως αγοράς, τα άρθρα 145 και 155 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 211 ΕΚ) επιτρέπουν, επιπλέον, στο Συμβούλιο να αναθέτει στην Επιτροπή, με τις πράξεις που εκδίδει, τις αρμοδιότητες εκτελέσεως των κανόνων που θεσπίζει. Το άρθρο 145 της Συνθήκης προβλέπει, πάντως, ότι το Συμβούλιο μπορεί, σε ειδικές περιπτώσεις, να επιφυλάσσεται να ασκεί το ίδιο τις εν λόγω αρμοδιότητες.
21 Μολονότι, σε σχέση με την εφαρμογή των άρθρων 145 και 155 της Συνθήκης, η νομολογία διακρίνει μεταξύ των ουσιωδών κανόνων, οι οποίοι υπάγονται στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου, και των κανόνων οι οποίοι, επειδή χρησιμεύουν μόνο για την εκτέλεση των πρώτων, μπορούν να ανατεθούν στην Επιτροπή, μόνον οι διατάξεις που έχουν ως σκοπό να μεταφέρουν τις θεμελιώδεις κατευθύνσεις της κοινοτικής πολιτικής πρέπει να χαρακτηρίζονται ως ουσιώδεις κανόνες (βλ. προαναφερθείσα απόφαση Γερμανία κατά Επιτροπής, σκέψεις 36 και 37).
22 Όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 23 των προτάσεών του, τούτο δεν μπορεί να συμβαίνει στην περίπτωση κυρώσεων που, όπως το πρόστιμο που προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 536/93, προορίζονται να διασφαλίσουν την υλοποίηση αυτών των θεμελιωδών κατευθύνσεων.
23 Κατά την προαναφερθείσα νομολογία, αφ' ης στιμής οι ουσιώδεις κανόνες του καθεστώτος της συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος έχουν θεσπιστεί από το Συμβούλιο με τον βασικό κανονισμό, αρκεί να παρασχεθεί στην Επιτροπή γενική εξουσία θεσπίσεως των εκτελεστικών μέτρων. Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να θεωρηθεί ότι το άρθρο 11 του βασικού κανονισμού συνιστά έγκυρη εξουσιοδότηση προς την Επιτροπή για τη θέσπιση του προστίμου που προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 536/93.
24 Ωστόσο, το άρθρο 11 του βασικού κανονισμού παρέχει στην Επιτροπή την εξουσία να θεσπίζει όλα τα αναγκαία ή πρόσφορα εκτελεστικά μέτρα για να θέτει σε εφαρμογή τη βασική ρύθμιση, αρκεί να μην αντίκεινται προς τη ρύθμιση αυτή (βλ., υπ' αυτήν την έννοια, απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 1995, C-478/93, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. Ι-3081, σκέψη 31).
25 Το εθνικό δικαστήριο διερωτάται αν η Επιτροπή, όταν άσκησε την εκτελεστική της εξουσία θεσπίζοντας το επίμαχο πρόστιμο, τήρησε τις κατευθύνσεις και τους σκοπούς που επιδίωξε το Συμβούλιο με τον βασικό κανονισμό. Το Finanzgericht φρονεί ότι υπάρχει διάσταση μεταξύ των προθέσεων του Συμβουλίου και των σκοπών που επιδιώκει μέσω του προστίμου η Επιτροπή.
26 Όσον αφορά τους σκοπούς του Συμβουλίου, το εθνικό δικαστήριο παραπέμπει, πρώτον, στην όγδοη αιτιολογική σκέψη του βασικού κανονισμού, κατά την οποία «είναι σκόπιμο να καθοριστεί ότι ο αγοραστής, που φαίνεται καλύτερα σε θέση να πραγματοποιεί τις απαιτούμενες πράξεις, είναι ο υπόχρεος της εισφοράς και να του δοθούν τα μέσα εισπράξεώς της από τους παραγωγούς, που είναι οι οφειλέτες». Κατά το εθνικό δικαστήριο, από την αιτιολογική αυτή σκέψη προκύπτει ότι το Συμβούλιο είχε την πρόθεση να ενισχύσει τη θέση και τα δικαιώματα των αγοραστών, ήτοι των γαλακτοκομείων.
27 Δεύτερον, από την πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 536/93 το εθνικό δικαστήριο συνάγει ότι, αντίθετα προς την εκφρασθείσα πρόθεση του Συμβουλίου, η Επιτροπή θεώρησε ότι οι καθυστερήσεις οφείλονται κυρίως στις δραστηριότητες των αγοραστών, αφού στον κανονισμό αυτό αναφέρεται ότι «από την κτηθείσα πείρα έχει διαπιστωθεί ότι σημαντικές καθυστερήσεις τόσο όσον αφορά τη διαβίβαση των στοιχείων των σχετικών με την περισυλλογή γάλακτος ή τις απ' ευθείας πωλήσεις, όσο και την πληρωμή της εισφοράς εμποδίζουν το καθεστώς να είναι απολύτως αποτελεσματικό· ότι πρέπει, ως εκ τούτου, να εξαχθούν από την πείρα του παρελθόντος τα αναγκαία διδάγματα και να επιβληθούν αυστηρές απαιτήσεις όσον αφορά τις προθεσμίες ανακοινώσεως και πληρωμής, οι οποίες πρέπει να συνοδεύονται από κυρώσεις».
28 Συναφώς, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η όγδοη αιτιολογική σκέψη του βασικού κανονισμού ουδόλως έρχεται σε αντίθεση προς τον σκοπό που επιδιώκει η Επιτροπή στο πλαίσιο της θεσπίσεως της χρηματικής κυρώσεως.
29 ράγματι, η εν λόγω αιτιολογική σκέψη ορίζει τη λειτουργία του αγοραστή υπό την ιδιότητά του ως υποχρέου της συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος και, στη συνέχεια, διευκρινίζει τη φύση της σχέσεώς του με τους οφειλέτες της εν λόγω εισφοράς. Έτσι, η εν λόγω αιτιολογική σκέψη αφορά, κατ' ουσίαν, την είσπραξη των ποσών που ο υπόχρεος οφείλει ακολούθως να καταβάλει δυνάμει των άρθρων 2, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του βασικού κανονισμού και 3, παράγραφος 4, του κανονισμού 536/93 και, συνακόλουθα, τη σχέση που υφίσταται μεταξύ του υποχρέου και του οφειλέτη. Όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 26 των προτάσεών του, το Συμβούλιο, θεσπίζοντας τον βασικό κανονισμό, δεν φαίνεται να σκοπούσε να αντισταθμίσει τις διοικητικές επιβαρύνσεις που επιβλήθηκαν στα γαλακτοκομεία στο πλαίσιο των διατάξεων που ισχύουν στον τομέα των γαλακτοκομικών ποσοστώσεων.
30 Αντιθέτως, η πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 536/93 αφορά τον τρόπο καταβολής των ποσών που εισπράττονται ως συμπληρωματικές εισφορές επί του γάλακτος και, επομένως, τη σχέση μεταξύ του υποχρέου και του αρμόδιου οργανισμού που είναι ο αποδέκτης των εν λόγω ποσών.
31 Έτσι, αμφότερες οι αιτιολογικές αυτές σκέψεις σκοπούν να βελτιώσουν και να επιταχύνουν την εκ μέρους του οφειλέτη, ήτοι του παραγωγού, μεταβίβαση της συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος στον δανειστή, ήτοι στον αρμόδιο οργανισμό του κράτους μέλους. Συγχρόνως, τονίζουν τη λειτουργία μεσάζοντος που επιτελεί ο αγοραστής, υπό την ιδιότητά του ως υποχρέου, κατά τη μεταβίβαση.
32 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το άρθρο 11 του βασικού κανονισμού συνιστά έγκυρη νομική βάση εξουσιοδοτήσεως της Επιτροπής για τη θέσπιση του προστίμου που προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 536/93.
Επί της παραβιάσεως των αρχών της αναλογικότητας και της απαγορεύσεως των διακρίσεων καθώς και επί της παραβιάσεως ορισμένων θεμελιωδών αρχών του ποινικού δικαίου
33 Όσον αφορά την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, όλοι οι διάδικοι που υπέβαλαν παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου, πλην της Επιτροπής, υποστήριξαν ότι συντρέχει παραβίαση της αρχής αυτής διότι το ποσό της χρηματικής κυρώσεως καθορίζεται χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το μέγεθος της καθυστερήσεως κοινοποιήσεως του πίνακα των υπολογισμών, διότι η ημερομηνία της 15ης Μα_ου είναι εντελώς αυθαίρετη, διότι η χρηματική κύρωση υπολογίζεται βάσει των παραδοθεισών ποσοτήτων γάλακτος και όχι σε συνάρτηση προς το ποσό της ενδεχομένως οφειλομένης συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος, διότι η εν λόγω κύρωση επιβάλλεται ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία το γαλακτοκομείο δεν οφείλει να καταβάλει εισφορά, διότι υπολογίζεται χωρίς να λαμβάνεται υπόψη αν το γαλακτοκομείο ευθύνεται για την καθυστέρηση και, τέλος, διότι ενδεχόμενα προβλήματα στις σχέσεις μεταξύ των αρμοδίων αρχών του κράτους μέλους δεν λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό του ποσού του προστίμου.
34 Το αιτούν δικαστήριο και το γαλακτοκομείο του Wiedergeltingen παρατηρούν, κατ' ουσίαν, ότι το ποσό της χρηματικής κυρώσεως καθορίζεται χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το μέγεθος της καθυστερήσεως. Έτσι, το πρόστιμο που προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 536/93 είναι το ίδιο, ανεξαρτήτως του εάν η καθυστέρηση διήρκεσε μία ημέρα ή αν είναι πολύ μεγαλύτερη.
35 Εκ προοιμίου, πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, προκειμένου να διαπιστωθεί, ιδίως στον τομέα των κοινών οργανώσεων γεωργικών αγορών, αν μια διάταξη του κοινοτικού δικαίου συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας, πρέπει να εξεταστεί αν η κύρωση βαίνει πέραν των ορίων αυτού που είναι πρόσφορο και αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού τον οποίο επιδιώκει η παραβιαζόμενη ρύθμιση (βλ. αποφάσεις της 27ης Ιουνίου 1990, C-118/89, Lingenfelser, Συλλογή 1990, σ. Ι-2637, σκέψη 12· της 21ης Ιανουαρίου 1992, C-319/90, Pressler, Συλλογή 1992, σ. Ι-203, σκέψη 12, και της 17ης Ιουλίου 1997, C-354/95, National Farmers' Union κ.λπ., Συλλογή 1997, σ. Ι-4559, σκέψη 49).
36 Ειδικότερα, πρέπει να εξακριβωθεί αν η κύρωση που προβλέπει η επίμαχη διάταξη για την πραγματοποίηση του επιδιωκομένου σκοπού είναι ανάλογη προς τη σπουδαιότητά του, τα δε προξενούμενα μειονεκτήματα δεν είναι δυσανάλογα προς τους επιδιωκομένους σκοπούς (βλ., υπ' αυτήν την έννοια, αποφάσεις της 26ης Ιουνίου 1990, C-8/89, Zardi, Συλλογή 1990, σ. Ι-2515, σκέψη 10· προαναφερθείσα απόφαση Pressler, σκέψη 12, και της 5ης Οκτωβρίου 1994, C-133/93, C-300/93 και C-362/93, Crispoltoni κ.λπ., Συλλογή 1994, σ. Ι-4863, σκέψη 41).
37 Υπό το φως της νομολογίας αυτής, πρέπει να υπογραμμιστεί, πρώτον, ότι το πρόστιμο που προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 536/93 σκοπεί να διασφαλίσει την τήρηση της προθεσμίας που λήγει στις 15 Μα_ου κάθε έτους, εντός της οποίας ο πίνακας των υπολογισμών των ποσοτήτων γάλακτος που έχουν παραδοθεί από κάθε παραγωγό πρέπει να κοινοποιηθεί από κάθε γαλακτοκομείο στην αρμόδια εθνική αρχή.
38 Όσον αφορά τον σκοπό που επιδιώκεται με την προθεσμία αυτή, από τις μη αντικρουσθείσες εξηγήσεις που παρέσχε το γαλακτοκομείο του Wiedergeltingen προκύπτει ότι η προθεσμία αυτή αποτελεί το πρώτο στάδιο μιας εθνικής διοικητικής διαδικασίας, η οποία σκοπεί σε τελική ανάλυση να καταστήσει δυνατή την πληρωμή, από το γαλακτοκομείο στον αρμόδιο οργανισμό, των ποσών που οφείλονται ως συμπληρωματική εισφορά επί του γάλακτος. Ειδικότερα, η προθεσμία αυτή σκοπεί να διασφαλίσει την εμπρόθεσμη διεξαγωγή της εν λόγω διαδικασίας, ώστε η πληρωμή να πραγματοποιείται πριν την 1η Σεπτεμβρίου κάθε έτους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφος 4, του κανονισμού 536/93.
39 Όσον αφορά τη σπουδαιότητα της προθεσμίας αυτής, από τη διατύπωση της πέμπτης αιτιολογικής σκέψεως του κανονισμού 536/93 προκύπτει ότι ο κανονισμός αυτός, αντλώντας διδάγματα από την πείρα του παρελθόντος, επιβάλλει αυστηρότητα όσον αφορά τις προθεσμίες κοινοποιήσεως. ράγματι, σημαντικές καθυστερήσεις όσον αφορά τη διαβίβαση των σχετικών με τη συλλογή στοιχείων και την πληρωμή της εισφοράς εμπόδιζαν παλαιότερα το καθεστώς να είναι απολύτως αποτελεσματικό.
40 Η αυστηρή εφαρμογή της προθεσμίας κοινοποιήσεως που τάσσει το άρθρο 3, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 536/93 φαίνεται κατά μείζονα λόγο αναγκαία καθόσον, όπως προκύπτει από τις εξηγήσεις που παρέσχε η Επιτροπή, η καθυστερημένη διαβίβαση των σχετικών με τη συλλογή στοιχείων μετά τις 15 Μα_ου, αφενός, θα είχε αντίκτυπο σε όλες τις λοιπές προθεσμίες που πρέπει να τηρούνται κατά τη διοικητική διαδικασία και, αφετέρου, θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την εμπρόθεσμη πληρωμή των ποσών που οφείλονται ως συμπληρωματικές εισφορές επί του γάλακτος.
41 Ακόμη κι αν η τήρηση της προθεσμίας που λήγει στις 15 Μα_ου είναι αναγκαία προς διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας του καθεστώτος, προκειμένου να διασφαλιστεί η εμπρόθεσμη πληρωμή των εν λόγω ποσών, δεν μπορεί εντεύθεν να συναχθεί ότι η τήρηση της εν λόγω προθεσμίας είναι απολύτως αναγκαία για την ομαλή λειτουργία του καθεστώτος, στο μέτρο που μια ελάχιστη υπέρβαση, όπως η υπό κρίση στην κύρια δίκη, δεν θα έθετε σε κίνδυνο την πληρωμή της συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος πριν από την 1η Σεπτεμβρίου.
42 Από τη λεπτομερή παρουσίαση των διοικητικών διατυπώσεων που έπονται της αποστολής του πίνακα των υπολογισμών, στην οποία προέβη το γαλακτοκομείο του Wiedergeltingen, προκύπτει ιδίως ότι μια ελάχιστη υπέρβαση της προθεσμίας δεν μπορεί να έχει επιπτώσεις επί της εμπρόθεσμης πληρωμής των ποσών που οφείλονται ως συμπληρωματικές εισφορές επί του γάλακτος.
43 Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι η χρηματική κύρωση που προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 536/93 δεν επιτρέπει να λαμβάνονται υπόψη ούτε η σοβαρότητα της υπερβάσεως της προθεσμίας ούτε η επίπτωση που μπορεί να έχει η υπέρβαση αυτή επί της υλοποιήσεως του σκοπού που επιδιώκεται με την ρύθμιση αυτή.
44 Υπό τις συνθήκες αυτές - και ανεξαρτήτως των λόγων στους οποίους οφείλεται η υπέρβαση εκ μέρους του γαλακτοκομείου της προθεσμίας που λήγει στις 15 Μα_ου - επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το άρθρο 3, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 536/93 είναι άκυρο, στο μέτρο που δεν επιτρέπει τη διαφοροποίηση του ποσού της κυρώσεως σε συνάρτηση προς το μέγεθος της υπερβάσεως της προθεσμίας κοινοποιήσεως και της επιπτώσεως της υπερβάσεως αυτής επί της υποχρεώσεως του αγοραστή να πληρώσει, πριν από την 1η Σεπτεμβρίου κάθε έτους, τα ποσά που οφείλονται ως συμπληρωματικές εισφορές επί του γάλακτος.
45 Επομένως, χωρίς να είναι αναγκαίο να εξεταστούν οι λοιπές αιτιάσεις που προβλήθηκαν από το γαλακτοκομείο του Wiedergeltingen και τη Γερμανική Κυβέρνηση προς στήριξη του ισχυρισμού τους περί ακυρότητας της επίμαχης στην κύρια δίκη διατάξεως, από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 3, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 536/93 είναι άκυρο, καθόσον επιβάλλει στον αγοραστή, σε περίπτωση μη τηρήσεως της προθεσμίας που τάσσει το πρώτο εδάφιό του, χρηματική κύρωση ίση με το ποσό της οφειλόμενης λόγω υπέρβασης συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος, που αντιστοιχεί στο 0,1 % των ποσοτήτων γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος που έχουν παραδοθεί από τους παραγωγούς, χωρίς να υπάρχει καμία δυνατότητα να ληφθεί υπόψη το μέγεθος της υπερβάσεως της προθεσμίας.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
46 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Γερμανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με διάταξη της 17ης Σεπτεμβρίου 1997 το Finanzgericht Μünchen, αποφαίνεται:
Το άρθρο 3, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 536/93 της Επιτροπής, της 9ης Μαρτίου 1993, περί λεπτομερών κανόνων εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, είναι άκυρο, καθόσον επιβάλλει στον αγοραστή, σε περίπτωση μη τηρήσεως της προθεσμίας που τάσσει το πρώτο εδάφιό του, χρηματική κύρωση ίση με το ποσό της οφειλόμενης λόγω υπέρβασης συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος, που αντιστοιχεί στο 0,1 % των ποσοτήτων γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος που έχουν παραδοθεί από τους παραγωγούς, χωρίς να υπάρχει καμία δυνατότητα να ληφθεί υπόψη το μέγεθος της υπερβάσεως της προθεσμίας.
Full & Egal Universal Law Academy