Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Προσφυγή λόγω παραβάσεως - Εξέταση του βασίμου της από το Δικαστήριο - Κατάσταση που λαμβάνεται υπόψη - Κατάσταση κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 169)
Περίληψη
Στο πλαίσιο προσφυγής δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με την κατάσταση του κράτους μέλους κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας οι δε μεταβολές που επήλθαν εν συνεχεία δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-364/97,
Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Pieter Jan Kuijper, νομικό συμβούλο, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gσmez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενης από τον Michael A. Buckley, Chief State Solicitor, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία της Ιρλανδίας, 28, route d'Arlon,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωρισθεί ότι η Ιρλανδία, επειδή δεν έλαβε και/ή δεν κοινοποίησε στην Επιτροπή τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που απαιτούνται προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 93/103/ΕΚ του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1993, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας κατά την εργασία στα αλιευτικά σκάφη (δέκατη τρίτη ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ) (ΕΕ L 307, σ. 1), παρέβη τις υποχρέωσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. Jann (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, L. Sevσn και M. Wathelet, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: A. La Pergola
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1998,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 22 Οκτωβρίου 1997, η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωρισθεί ότι η Ιρλανδία, επειδή δεν έλαβε και/ή δεν κοινοποίησε στην Επιτροπή τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που απαιτούνται προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 93/103/ΕΚ του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1993, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας κατά την εργασία στα αλιευτικά σκάφη (δέκατη τρίτη ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ) (ΕΕ L 307, σ. 1, στο εξής: οδηγία), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ.
2 Κατά το άρθρο 13, παράγραφος 1, της οδηγίας, τα κράτη μέλη όφειλαν να θέσουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που απαιτούνται για να συμμορφωθούν με την οδηγία το αργότερο στις 23 Νοεμβρίου 1995.
3 Μη έχοντας λάβει καμία ανακοίνωση περί διατάξεων μεταφοράς της οδηγίας στην ιρλανδική έννομη τάξη και μη διαθέτοντας κανένα άλλο στοιχείο από το οποίο να μπορεί να συναγάγει ότι η Ιρλανδία είχε συμμορφωθεί προς την εν λόγω υποχρέωση, η Επιτροπή κίνησε κατά του κράτους αυτού την κατά το άρθρο 169 της Συνθήκης διαδικασία αναγνωρίσεως παραβάσεως, απευθύνοντάς του στις 27 Φεβρουαρίου 1996 έγγραφο οχλήσεως.
4 Δεδομένου ότι δεν δόθηκε απάντηση στο έγγραφο αυτό, η Επιτροπή απηύθυνε στην Ιρλανδία στις 23 Δεκεμβρίου 1996 αιτιολογημένη γνώμη, με την οποία την κάλεσε να λάβει τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία εντός δύο μηνών από της κοινοποιήσεώς της.
5 Επειδή δεν έλαβε καμία επίσημη απάντηση στην αιτιολογημένη αυτή γνώμη, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή.
6 Στην αντίκρουσή της η Ιρλανδική Κυβέρνηση δεν αμφισβήτησε την παράβαση, αλλά ισχυρίστηκε ότι βρίσκονται υπό έκδοση τα διατάγματα μεταφοράς της οδηγίας. Παρακαλεί, επίσης, το Δικαστήριο να αναστείλει τη διαδικασία για περίοδο τριών μηνών.
7 Στην απάντησή της η Επιτροπή επέμεινε στα αιτήματά της και δεν έλαβε θέση επί του αιτήματος της Ιρλανδικής Κυβερνήσεως.
8 Επιβάλλεται σχετικώς να διαπιστωθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η ύπαρξη ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με την κατάσταση του κράτους μέλους κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας και ότι οι μεταβολές που επήλθαν εν συνεχεία δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο (βλ., ιδίως, απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 1997 στην υπόθεση C-361/95, Επιτροπή κατά Ισπανίας, Συλλογή 1997, σ. Ι-7351, σκέψη 13).
9 Δεδομένου ότι η μεταφορά της οδηγίας δεν πραγματοποιήθηκε εμπροθέσμως, η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει να κριθεί βάσιμη.
10 Κατά συνέπεια, πρέπει να αναγνωριστεί ότι η Ιρλανδία, παραλείποντας να θεσπίσει εμπροθέσμως τα αναγκαία νομοθετικά, κανονιστικά και διοικητικά μέτρα για να συμμορφωθεί προς την οδηγία, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 13, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
11 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι η Ιρλανδία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πρώτο τμήμα),
αποφασίζει:
12 Η Ιρλανδία, παραλείποντας να θεσπίσει εμπροθέσμως τα αναγκαία νομοθετικά, κανονιστικά και διοικητικά μέτρα για να συμμορφωθεί προς την οδηγία 93/103/ΕΚ του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1993, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας κατά την εργασία στα αλιευτικά σκάφη (δέκατη τρίτη ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 13, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής.
13 Καταδικάζει την Ιρλανδία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy