Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών - Πιστωτικά ιδρύματα - Απαγόρευση επιβαλλόμενη στα πρόσωπα ή τις επιχειρήσεις που δεν είναι πιστωτικά ιδρύματα να αποδέχονται, κατ' επάγγελμα, καταθέσεις ή άλλα επιστρεπτέα κεφάλαια από το κοινό - Άλλα επιστρεπτέα κεφάλαια - Έννοια - Ξρηματοοικονομικά μέσα αποτελούντα αντικείμενο συμβάσεως που προβλέπει την επιστροφή των καταβληθέντων κεφαλαίων - Περιλαμβάνονται
(Οδηγίες 77/780 και 89/646 του Συμβουλίου, άρθρο 3)
Περίληψη
$$Η έκφραση «άλλα επιστρεπτέα κεφάλαια» του άρθρου 3 της οδηγίας 89/646 για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας πιστωτικού ιδρύματος και την τροποποίηση της οδηγίας 77/780, η οποία επιβάλλει στα πρόσωπα ή τις επιχειρήσεις που δεν είναι πιστωτικά ιδρύματα της απαγόρευση να αποδέχονται, κατ' επάγγελμα, καταθέσεις ή άλλα επιστρεπτέα κεφάλαια από το κοινό, περιλαμβάνει όχι μόνο τα χρηματοοικονομικά προϋόντα, ίδιο χαρακτηριστικό γνώρισμα των οποίων είναι η υποχρέωση επιστροφής, αλλά και εκείνα τα προϋόντα τα οποία, μολονότι δεν διαθέτουν το ίδιο αυτό χαρακτηριστικό γνώρισμα, αποτελούν αντικείμενο συμβάσεως προβλέπουσας την επιστροφή των καταβληθέντων κεφαλαίων.
Πράγματι, όπως προκύπτει από τις οδηγίες 77/780 και 89/646, η προστασία της αποταμιεύσεως αποτελεί έναν από τους στόχους του συντονιστικού έργου που έχει αναληφθεί σε θέματα πιστωτικών ιδρυμάτων. Σύμφωνα με την τέταρτη αιτιολογική σκέψη της πρώτης οδηγίας 77/780, τα εν λόγω μέτρα συντονισμού πρέπει να τύχουν εφαρμογής επί του συνόλου των πιστωτικών ιδρυμάτων. Η πέμπτη αιτιολογική σκέψη προσθέτει ότι καθίσταται ήδη αναγκαίο το πεδίο εφαρμογής τους να είναι όσο το δυνατόν ευρύτερο και να περιλαμβάνει όλα τα ιδρύματα, η δραστηριότητα των οποίων συνίσταται στη συγκέντρωση από το κοινό επιστρεπτέων κεφαλαίων, τόσο υπό μορφή καταθέσεων, όσο και υπό άλλες μορφές, όπως είναι η διαρκής έκδοση ομολογιών και άλλων παρεμφερών τίτλων.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-366/97,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Tribunale civile e penale di Firenze (Ιταλία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της ποινικής δίκης που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου κατά
Massimo Romanelli,
Paolo Romanelli,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 3 της δεύτερης οδηγίας 89/646/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1989, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη και άσκηση δραστηριότητας πιστωτικού ιδρύματος και την τροποποίηση της οδηγίας 77/780/ΕΟΚ (ΕΕ L 386, σ. 1),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. J. G. Kapteyn (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, G. Hirsch, J. L. Murray, H. Ragnemalm και R. Schintgen, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: N. Fennelly
γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- οι Massimo και Paolo Romanelli, εκπροσωπούμενοι από τον Giovanni Flora, δικηγόρο Φλωρεντίας,
- η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Jan Devadder, γενικό σύμβουλο στο Υπουργείο Εξωτερικών, Εξωτερικού Εμπορίου και Συνεργασίας για την Ανάπτυξη,
- η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την Christine Stix-Hackl, Gesandte στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Εξωτερικών,
- η Φινλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Holger Rotkirch, πρέσβη, προϋστάμενο της υπηρεσίας νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και την Tuula Pynnδ, νομικό σύμβουλο στο ίδιο υπουργείο,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την Christina Tufvesson, νομικό σύμβουλο, και την Laura Pignataro, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις των Massimo και Paolo Romanelli καθώς και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 24ης Σεπτεμβρίου 1998,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 29ης Οκτωβρίου 1998,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 8ης Οκτωβρίου 1997, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 24 Οκτωβρίου 1997, το Tribunale civile e penale di Firenze υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 3 της δεύτερης οδηγίας 89/646/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1989, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη και άσκηση δραστηριότητας πιστωτικού ιδρύματος και την τροποποίηση της οδηγίας 77/780/ΕΟΚ (ΕΕ L 386, σ. 1).
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο ποινικής δίκης κατά των Massimo και Paolo Romanelli, υπό την ιδιότητά τους ως νομίμων εκπροσώπων της εταιρίας Romanelli Finanzaria SpA, επειδή αποδέχθηκαν παρανόμως καταθέσεις του αποταμιευτικού κοινού.
3 Το άρθρο 3 της οδηγίας 89/646 είναι διατυπωμένο ως εξής:
«Τα κράτη μέλη απαγορεύουν σε πρόσωπα ή επιχειρήσεις που δεν είναι πιστωτικά ιδρύματα να ασκούν, κατ' επάγγελμα, τη δραστηριότητα της αποδοχής καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων από το κοινό (...).»
4 Η οδηγία 89/646 μεταφέρθηκε στην Ιταλία με το νομοθετικό διάταγμα 385, της 1ης Σεπτεμβρίου 1993, περί εφαρμογής της οδηγίας 89/646, το οποίο συντονίζει τους εκδοθέντες στον τραπεζικό και πιστωτικό τομέα νόμους. Το άρθρο 11, παράγραφος 2, του εν λόγω διατάγματος απαγορεύει στις λοιπές, πλην των τραπεζών, επιχειρήσεις να αποδέχονται τις καταθέσεις του αποταμιευτικού κοινού, δραστηριότητα η οποία ορίζεται στην παράγραφο 1 της ιδίας διατάξεως ως «η κτήση κεφαλαίων με υποχρέωση επιστροφής, είτε υπό μορφή καταθέσεων είτε υπό άλλη μορφή». Επίσης, το άρθρο 130 του νομοθετικού διατάγματος 385 χαρακτηρίζει ως έγκλημα την παράνομη αποδοχή των καταθέσεων του αποταμιευτικού κοινού.
5 Οι Massimo και Paolo Romanelli εξέδωσαν κατά τα έτη 1994 και 1995 τίτλους ενεγγύων πιστώσεων συνισταμένους στην πώληση σε τρίτους ενός πιστωτικού τίτλου και την παράλληλη εξαγορά του σε τιμή αυξημένη κατά τους συμφωνημένους τόκους, καθώς και warrants, ήτοι τίτλους παρέχοντες προνομιακό δικαίωμα εκλογής για την αγορά ομολογιών εκδιδομένων από την εταιρία Romanelli Finanzaria SpA.
6 Το Tribunale civile e penale di Firenze διευκρινίζει ότι «οι επίδικοι τίτλοι ενεγγύων πιστώσεων και οι warrants επί ομολογιών (...) [δεν ήσαν] χρηματοοικονομικά προϋόντα λόγω της φύσεώς τους αλλά αποκλειστικά και μόνο λόγω συμφωνίας».
7 Όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, η έννοια της κατά το νομοθετικό διάταγμα 385 αποδοχής των καταθέσεων επιδέχεται δύο ερμηνείες: είτε αφορά αποκλειστικά τα χρηματοοικονομικά προϋόντα που συνδέονται, λόγω της φύσεώς τους, με υποχρέωση επιστροφής, είτε περιλαμβάνει επιπλέον και τα χρηματοοικονομικά προϋόντα, το ζήτημα της επιστροφής των οποίων είναι απόρροια ρητής συμβάσεως.
8 Εκτιμώντας ότι η ερμηνεία που κλήθηκε να επιλέξει εξηρτάτο από εκείνη του άρθρου 3 της οδηγίας 89/646, το Tribunale civile e penale di Firenze ανέστειλε τη δίκη προκειμένου να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Ερωτάται αν η έκφραση "επιστρεπτέα κεφάλαια" της οδηγίας 89/646/ΕΟΚ, της 15ης Δεκεμβρίου 1989, αναφέρεται αποκλειστικώς στα χρηματοοικονομικά προϋόντα, ίδιο χαρακτηριστικό γνώρισμα των οποίων είναι η υποχρέωση επιστροφής τους, ή αν η έκφραση αυτή αναφέρεται και στα χρηματοοικονομικά εκείνα προϋόντα τα οποία, μολονότι δεν διαθέτουν το ίδιο αυτό χαρακτηριστικό γνώρισμα, αποτελούν αντικείμενο συμφωνίας προβλέπουσας την επιστροφή των καταβληθέντων ποσών.»
9 Κατά τους κατηγορουμένους της κύριας δίκης, το άρθρο 3 της οδηγίας 89/646 αφορά μόνο την κτήση κεφαλαίων που είναι επιστρεπτέα λόγω της φύσεώς τους, με εξαίρεση τις δραστηριότητες που έχουν ως αντικείμενο χρηματοοικονομικά προϋόντα μη εμφανίζοντα το εν λόγω χαρακτηριστικό γνώρισμα, έστω και αν, όσον αφορά τα τελευταία, προβλέπεται συμβατικώς η «απόδοσή» τους. Μολονότι οι οδηγίες 89/646 και 77/780/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1977, αποσκοπούσες στον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας πιστωτικού ιδρύματος (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/002, σ. 3), αποβλέπουν στην προστασία του πιστωτικού κεφαλαίου, όπως είναι τα ομόλογα καταθέσεων και οι ομολογίες, δεν αφορούν το επιχειρηματικό κεφάλαιο, όπως είναι οι μετοχές μιας εταιρίας, το οποίο δεν επενδύεται με βάση την εγγυημένη επιστροφή του αλλά την επιδίωξη διά κερδοσκοπικών μέσων οφέλους.
10 Η Βελγική, η Αυστριακή και η Φινλανδική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, υποστηρίζουν, αντίθετα, ότι ένας από τους βασικούς στόχους της οδηγίας 89/646, ήτοι η προστασία της αποταμιεύσεως, δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά μόνον εφόσον το άρθρο 3 αυτής ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο όρος «επιστρεπτέα κεφάλαια» καλύπτει κάθε πράξη συνεπαγόμενη υποχρέωση επιστροφής, ανεξάρτητα από τις λεπτομέρειες εφαρμογής. Δεδομένου ότι τα χρηματοδοτικά ιδρύματα δημιουργούν αδιαλείπτως νέα προϋόντα, οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία της ανωτέρω διατάξεως εμπεριέχει τον κίνδυνο να θίξει την πρακτική αποτελεσματικότητα της συναφούς απαγορεύσεως, η οποία συνίσταται στη διασφάλιση ότι μόνον τα εξουσιοδοτημένα υποκείμενα δικαίου μπορούν να διενεργούν τις επίδικες πράξεις με το κοινό.
11 Όπως ήδη υπογράμμισε το Δικαστήριο με την απόφαση της 9ης Ιουλίου 1997 στην υπόθεση C-222/95, Parodi (Συλλογή 1997, σ. Ι-3899, σκέψη 22), ο τραπεζικός αποτελεί έναν τομέα ιδιαίτερα ευαίσθητο από την άποψη της προστασίας των καταναλωτών. Αναγκαία είναι ιδίως η προστασία των καταναλωτών από τυχόν ζημίες που θα μπορούσαν να υποστούν λόγω της διενεργείας τραπεζικών πράξεων από πιστωτικά ιδρύματα που δεν τηρούν τους όρους φερεγγυότητας ή διευθύνονται από πρόσωπα που δεν διαθέτουν τα αναγκαία επαγγελματικά ή ηθικά προσόντα.
12 Ομοίως, όπως προκύπτει από τις οδηγίες 77/780 και 89/646, η προστασία της αποταμιεύσεως αποτελεί έναν από τους στόχους του συντονιστικού έργου που έχει αναληφθεί σε θέματα πιστωτικών ιδρυμάτων.
13 Σύμφωνα με την τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 77/780, τα εν λόγω μέτρα συντονισμού πρέπει να τύχουν εφαρμογής επί του συνόλου των πιστωτικών ιδρυμάτων. Η πέμπτη αιτιολογική σκέψη προσθέτει ότι καθίσταται ήδη αναγκαίο το πεδίο εφαρμογής τους να είναι όσο το δυνατόν ευρύτερο και να περιλαμβάνει όλα τα ιδρύματα, η δραστηριότητα των οποίων συνίσταται στη συγκέντρωση από το κοινό επιστρεπτέων κεφαλαίων, τόσο υπό μορφή καταθέσεων, όσο και υπό άλλες μορφές, όπως είναι η διαρκής έκδοση ομολογιών και άλλων παρεμφερών τίτλων.
14 Εν όψει των προεκτεθέντων, το άρθρο 1, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 77/780 ορίζει ως πιστωτικό ίδρυμα «επιχείρηση, η δραστηριότητα της οποίας συνίσταται στο να δέχεται καταθέσεις από το κοινό ή άλλα επιστρεπτέα κεφάλαια και να χορηγεί πιστώσεις για λογαριασμό της». Η οδηγία 89/646, η οποία τυγχάνει εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, αυτής, επί όλων των πιστωτικών ιδρυμάτων, παραπέμπει με τη σειρά της στον ίδιο ορισμό.
15 Επομένως, η επιβαλλόμενη με το άρθρο 3 της οδηγίας 89/646 απαγόρευση στα πρόσωπα ή τις επιχειρήσεις που δεν είναι πιστωτικά ιδρύματα να αποδέχονται, κατ' επάγγελμα, καταθέσεις ή άλλα επιστρεπτέα κεφάλαια από το κοινό πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπον ώστε να εφαρμόζεται επί των χρηματοοικονομικών προϋόντων, ο χαρακτήρας των οποίων ως επιστρεπτέων κεφαλαίων απορρέει από συμβατική διάταξη.
16 Όπως παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 12 των προτάσεών του, τυχόν συσταλτικότερη ερμηνεία, όπως η προτεινόμενη από τους κατηγορουμένους στην κύρια δίκη, θα είχε ως συνέπεια τη διακύβευση του στόχου της προστασίας των καταναλωτών από τη ζημία που θα υφίσταντο ενδεχομένως λόγω πράξεων χρηματοοικονομικής φύσεως.
17 Επομένως, στο υποβληθέν ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι η έκφραση «άλλα επιστρεπτέα κεφάλαια» του άρθρου 3 της οδηγίας αφορά όχι μόνον τα χρηματοοικονομικά προϋόντα, ίδιο χαρακτηριστικό γνώρισμα των οποίων είναι η υποχρέωση επιστροφής, αλλά και εκείνα τα προϋόντα τα οποία, μολονότι δεν έχουν το ίδιο αυτό χαρακτηριστικό γνώρισμα, αποτελούν αντικείμενο συμβάσεως προβλέπουσας την επιστροφή των καταβληθέντων κεφαλαίων.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
18 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Βελγική, η Αυστριακή και η Φινλανδική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με διάταξη της 8ης Οκτωβρίου 1997 το Tribunale civile e penale di Firenze, αποφαίνεται:
Η έκφραση «άλλα επιστρεπτέα κεφάλαια» του άρθρου 3 της οδηγίας 89/646/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1989, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας πιστωτικού ιδρύματος και την τροποποίηση της οδηγίας 77/780/ΕΟΚ, περιλαμβάνει όχι μόνον τα χρηματοπιστωτικά προϋόντα, ίδιο χαρακτηριστικό γνώρισμα των οποίων είναι η υποχρέωση επιστροφής, αλλά και εκείνα τα προϋόντα τα οποία, μολονότι δεν έχουν το ίδιο αυτό χαρακτηριστικό γνώρισμα, αποτελούν αντικείμενο συμβάσεως προβλέπουσας την επιστροφή των καταβληθέντων κεφαλαίων.
Full & Egal Universal Law Academy