ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 14ης Μαΐου 1998 ( *1 )
Στην υπόθεση C-368/97,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τον Berend Jan Drijber, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gómez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Βασιλείου του Βελγίου, εκπροσωπουμένου από την Annie Snoecx, βοηθό συμβούλου στο Υπουργείο Εξωτερικών, Εξωτερικού Εμπορίου και Συνεργασίας για την Ανάπτυξη, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία του Βελγίου, 4, rue des Girondins,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο να διαπιστωθεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου, μη θεσπίζοντας τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 94/57/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Νοεμβρίου 1994, σχετικά με κοινούς κανόνες και πρότυπα για τους οργανισμούς επιθεώρησης και εξέτασης πλοίων και για τις συναφείς δραστηριότητες των ναυτικών αρχών (ΕΕ L 319, σ. 20), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή και τη Συνθήκη ΕΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. Gulmann (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, Μ. Wathelet, J. C. Moitinho de Almeida, P. Jann και L. Sevón, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση του εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 26ης Μαρτίου 1998,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 24 Οκτωβρίου 1997, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να διαπιστωθεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου, μη θεσπίζοντας τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 94/57/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Νοεμβρίου 1994, σχετικά με κοινούς κανόνες και πρότυπα για τους οργανισμούς επιθεώρησης και εξέτασης πλοίων και για τις συναφείς δραστηριότητες των ναυτικών αρχών (ΕΕ L 319, σ. 20), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή και τη Συνθήκη ΕΚ.
2
Δυνάμει του άρθρου 16, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας, τα κράτη μέλη όφειλαν να θέσουν σε ισχύ tιç αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την οδηγία το αργότερο μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1995 και να κοινοποιήσουν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο όλων των διατάξεων εσωτερικού δικαίου που θεσπίστηκαν στον τομέα αυτόν.
3
Επειδή η Επιτροπή, κατά τη λήξη της προθεσμίας αυτής, δεν είχε λάβει από το Βασίλειο του Βελγίου καμία ανακοίνωση ούτε άλλη πληροφορία σχετικά με τα μέτρα μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, απέστειλε στη Βελγική Κυβέρνηση το από 27 Φεβρουαρίου 1996 έγγραφο οχλήσεως ζητώντας να της γνωστοποιήσει τις παρατηρήσεις της εντός προθεσμίας δυο μηνών σύμφωνα με το άρθρο 169 της Συνθήκης.
4
Στις 6 Φεβουαρίου 1996, το Βασίλειο του Βελγίου πληροφόρησε την Επιτροπή ότι προετοίμαζε τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία.
5
Επειδή δεν έλαβε καμία συγκεκριμένη ένδειξη σχετικά με τη θέσπιση αυτών των μέτρων, η Επιτροπή απηύθυνε στις 22 Νοεμβρίου 1996 στη Βελγική Κυβέρνηση αιτιολογημένη γνώμη, καλώντας την να συμμορφωθεί προς τις κοινοτικές υποχρεώσεις της εντός προθεσμίας δύο μηνών από της κοινοποιήσεως.
6
Με έγγραφο της 9ης Ιανουαρίου 1997, η Βελγική Κυβέρνηση παρέπεμψε την Επιτροπή σε προγενέστερο έγγραφο, της 26ης Νοεμβρίου 1996, με το οποίο είχε διαβιβάσει στην Επιτροπή, ζητώντας τη γνώμη της, σχέδιο υπουργικής αποφάσεως περί μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Με έγγραφο της 18ης Μαρτίου 1997, η Επιτροπή διατύπωσε ορισμένες παρατηρήσεις επί του σχεδίου αυτού.
7
Ελλείψει άλλης κοινοποιήσεως εκ μέρους των βελγικών αρχών, η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει την παρούσα προσφυγή.
8
Με το υπόμνημα αντικρούσεως της, η Βελγική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί ότι τα αναγκαία μέτρα για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο δεν ελήφθησαν εντός της ταχθείσας προθεσμίας ισχυρίζεται πάντως ότι η εσωτερική διαδικασία συνεννοήσεως με τις αρμόδιες περιφερειακές κυβερνήσεις περατώθηκε και ότι η υπουργική απόφαση για την αναγνώριση των αρμοδίων οργανισμών για τη διεξαγωγή της επιθεωρήσεως και της εξετάσεως των πλοίων, καθώς και για την εξουσιοδότηση που χορηγείται στους αναγνωρισμένους οργανισμούς, θα υπογραφεί προσεχώς.
9
Επειδή η μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο δεν πραγματοποιήθηκε εντός της ταχθείσας από αυτήν προθεσμίας, η ασκηθείσα από την Επιτροπή προσφυγή πρέπει να θεωρηθεί βάσιμη.
10
Επομένως, διαπιστώνεται ότι το Βασίλειο του Βελγίου, μη θεσπίζοντας εντός της ταχθείσας προθεσμίας τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής.
Επί των δικαστικών εξόδων
11
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε να καταδικαστεί το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα, αυτό δε ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Το Βασίλειο του Βελγίου, μη θεσπίζοντας εντός της ταχθείσας προθεσμίας τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 94/57/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Νοεμβρίου 1994, σχετικά με κοινούς κανόνες και πρότυπα για τους οργανισμούς επιθεώρησης και εξέτασης πλοίων και για τις συναφείς δραστηριότητες των ναυτικών αρχών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής.
2)
Καταδικάζει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα.
Gulmann
Wathelet
Moitinho de Almeida
Jann
Sevón
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 14 Μαΐου 1998.
Ο Γραμματέας
R. Grass
Ο Πρόεδρος του πέμπτου τμήματος
C. Culmann
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy