Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων - Ποσοτικοί περιορισμοί - Μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος - Απαγόρευση διαθέσεως στο εμπόριο τροφίμων για λόγους που ανάγονται στην προστασία των καταναλωτών - Όρια - Η σύμφωνη με την οδηγία 79/112 επισήμανση αρκεί για την εξασφάλιση της εν λόγω προστασίας
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 30· οδηγία 79/112 του Συμβουλίου)
2 Προσέγγιση των νομοθεσιών - Επισήμανση και παρουσίαση των τροφίμων - Οδηγία 79/112 - Υποχρέωση αναγραφής της ονομασίας πωλήσεως και του καταλόγου των συστατικών επί της επισημάνσεως των προϋόντων
(Οδηγία 79/112 του Συμβουλίου, άρθρα 2, 3 § 1, 5 § 1, και 6 § 5, αα)
Περίληψη
1 Αντιβαίνει προς το άρθρο 30 της Συνθήκης EK εθνική νομοθεσία η οποία απαγορεύει τη διάθεση στο εμπόριο τροφίμων τα οποία έχουν νομίμως παρασκευαστεί και διατεθεί στο εμπόριο εντός άλλου κράτους μέλους για λόγους που ανάγονται στην προστασία των καταναλωτών, εφόσον η προστασία αυτή διασφαλίζεται με επισήμανση σύμφωνη προς τις διατάξεις της οδηγίας 79/112, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση και την παρουσίαση των τροφίμων που προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή καθώς επίσης και τη διαφήμισή τους, ιδίως τις αφορώσες την ονομασία των προϋόντων και τον κατάλογο των συστατικών.
2 Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/112, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση και παρουσίαση των τροφίμων που προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή καθώς επίσης και τη διαφήμισή τους, επιβάλλει, για τα τρόφιμα, την υποχρεωτική μνεία της ονομασίας πωλήσεως και του καταλόγου των συστατικών επί της επισημάνσεως. Προκειμένου περί της ονομασίας πωλήσεως, η χρησιμοποίηση ονομασίας η οποία δεν παρέχει στον αγοραστή, εντός του κράτους διαθέσεως στο εμπόριο, τη δυνατότητα να καθορίσει την πραγματική φύση του τροφίμου αντιβαίνει προς τα άρθρα 2 και 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/112.
Προκειμένου περί του καταλόγου των συστατικών, εφόσον η ποσότητα του προστιθεμένου νερού υπερβαίνει, κατά βάρος, το 5 % του τελικού προϋόντος, συντρέχει παράβαση του άρθρου 3, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 6, παράγραφος 5, στοιχείο αα, της οδηγίας 79/112, εάν η ένδειξη «ύδωρ» δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογο των συστατικών.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-383/97,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Amtsgericht Nordhorn (Γερμανία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της ποινικής δίκης που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου κατά
Arnoldus van der Laan
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. Jann (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, D. A. O. Edward και M. Wathelet, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: H. A. Rόhl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η Landkreis Grafschaft Bentheim, εκπροσωπούμενη από τον Henning Kammer, Kreisverwaltungsdirektor,
- ο Α. Van der Laan, εκπροσωπούμενος από τον Johann Wόbbena, δικηγόρο Oldenbourg,
- η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Δημήτριο Παπαγεωργόπουλο, νομικό σύμβουλο στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, και τον Ιωάννη-Κωνσταντίνο Ξαλκιά, πάρεδρο στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την Claudia Schmidt, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις του Α. Van der Laan, εκπροσωπούμενου από τον Johann Wόbbena, της Ελληνικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από τον Ιωάννη-Κωνσταντίνο Ξαλκιά, και της Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τον Gφtz zur Hausen, νομικό σύμβουλο, κατά τη συνεδρίαση της 24ης Σεπτεμβρίου 1998,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 22ας Οκτωβρίου 1998,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 30ής Οκτωβρίου 1997, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 10 Νοεμβρίου 1997, το Amtsgericht Nordhorn υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 30 επ. της Συνθήκης ΕΚ.
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο ποινικής δίκης κατά του Α. Van der Laan, λόγω παραβάσεως του άρθρου 17, παράγραφος 1, περίπτωση 2, στοιχείο b, και περίπτωση 5, του Lebensmittel- und Bedarfsgegenstδndegesetz (γερμανικού νόμου περί ειδών διατροφής και ειδών πρώτης ανάγκης, στο εξής: LMBG) με τη διάθεση στο εμπόριο εντός της Γερμανίας διαφόρων προϋόντων με βάση το κρέας.
Η γερμανική νομοθεσία
3 Το άρθρο 17, παράγραφος 1, περίπτωση 2, στοιχείο b, του LMBG απαγορεύει «τη διάθεση στο εμπόριο για επαγγελματικούς σκοπούς χωρίς αρκούντως ακριβή επισήμανση των ειδών διατροφής τα οποία αποκλίνουν, από απόψεως συνθέσεως, από τη συναλλακτική αντίληψη, πράγμα το οποίο μειώνει σημαντικά την αξία, ειδικότερα τη θρεπτική αξία ή τη γεύση, ή τη χρησιμότητά τους.»
4 Επιπλέον, το άρθρο 17, παράγραφος 1, περίπτωση 5, του LMBG απαγορεύει «τη διάθεση στο εμπόριο για επαγγελματικούς σκοπούς των ειδών διατροφής με ονομασίες, ενδείξεις ή παρουσίαση ικανές να παραπλανήσουν τον καταναλωτή (...)».
5 Από το άρθρο 33 του LMBG προκύπτει ότι ο γερμανικός κώδικας τροφίμων αποτελεί συλλογή κατευθυντηρίων γραμμών οι οποίες περιγράφουν την παρασκευή, τη σύνθεση ή άλλα χαρακτηριστικά των τροφίμων, τα οποία έχουν σημασία για τη δυνατότητα διαθέσεως των εν λόγω τροφίμων στο εμπόριο.
6 Το άρθρο 47a, παράγραφος 1, του LMBG προβλέπει τα εξής:
«Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 47, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, προϋόντα υπό την έννοια του παρόντος νόμου, τα οποία νομίμως παρασκευάζονται και διατίθενται στο εμπόριο εντός άλλου κράτους μέλους της Κοινότητας ή άλλου κράτους μέρους της συμφωνίας για τον Ευρωπαϋκό Οικονομικό Ξώρο ή τα οποία προέρχονται από τρίτο κράτος και έχουν τεθεί νομίμως στο εμπόριο εντός άλλου κράτους μέλους της Κοινότητας ή εντός κράτους μέρους της συμφωνίας για τον Ευρωπαϋκό Οικονομικό Ξώρο, μπορούν να εισαχθούν και να διατεθούν στο εμπόριο εντός της χώρας, έστω και αν δεν συνάδουν προς τις διατάξεις της νομοθεσίας περί τροφίμων της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Η πρώτη φράση δεν έχει εφαρμογή στα προϋόντα τα οποία
1. δεν τηρούν τις απαγορεύσεις των άρθρων 8, 24 ή 30 ή
2. δεν συνάδουν προς άλλες διατάξεις που έχουν θεσπιστεί για την προστασία της υγείας, στο μέτρο που η δυνατότητα διαθέσεως των προϋόντων στο εμπόριο εντός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας δεν έχει αναγνωριστεί με τη δημοσίευση αποφάσεως γενικής ισχύος του ομοσπονδιακού υπουργού στο Bundesanzeiger (Ομοσπονδιακό Δελτίο Γνωστοποιήσεων).»
7 Εάν τα εν λόγω τρόφιμα αποκλίνουν από τις διατάξεις του LMBG, η απόκλιση πρέπει να επισημαίνεται προσηκόντως, σύμφωνα με το άρθρο 47a, παράγραφος 4, του ως άνω νόμου, στο μέτρο που αυτό είναι αναγκαίο για την προστασία του καταναλωτή.
Η διαφορά της κύριας δίκης
8 Η εταιρία Bentheimer Fleischwarenvertriebs GmbH διανέμει στη Γερμανία προϋόντα με βάση το κρέας καλούμενα Lupack, Bristol και Benti, τα οποία παρασκευάζονται στις Κάτω Ξώρες από την εταιρία ολλανδικού δικαίου Van der Laan, Almelo, και διατίθενται νομίμως στο εμπόριο εντός του εν λόγω κράτους. Τα προϋόντα αυτά φέρουν τις ακόλουθες ενδείξεις:
«Lupack:
Ολλανδικό τυποποιημένο χοιρομέρι από σπάλα παρασκευασμένο από συνδυασμό τμημάτων κρέατος για χοιρομέρι από σπάλα χωρίς λαρδί και δέρμα. Προϋόν που περιέχει χοιρινό κρέας σε ποσοστό 75 %.
Συστατικά: χοιρινό κρέας, πόσιμο νερό, αλάτι, γλυκαντικά, σταθεροποιητής Ε 450 (a), αντιοξειδωτικό Ε 301, συντηρητικό Ε 250.
Bristol:
Προϋόν κρέατος: ολλανδικό χοιρομέρι από σπάλα χωρίς λαρδί και δέρμα.
Συστατικά: χοιρινό κρέας, αλάτι, γλυκαντικά, σταθεροποιητής Ε 450 (a), αντιοξειδωτικό Ε 301, συντηρητικό Ε 250.
Βenti:
Ολλανδικό τυποποιημένο χοιρομέρι από σπάλα παρασκευασμένο από συνδυασμό τμημάτων κρέατος για χοιρομέρι από σπάλα χωρίς λαρδί και δέρμα. Προϋόν που περιέχει χοιρινό κρέας σε ποσοστό 70 %.
Συστατικά: χοιρινό κρέας, πόσιμο νερό, αλάτι, γλυκαντικά, σταθεροποιητής Ε 450 (a) αντιοξειδωτικό Ε 301, συντηρητικά Ε 250.»
9 Με απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 1994, η Landkreis Grafschaft Bentheim (στο εξής: Landkreis) επέβαλε στον Α. Van der Laan, υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστή της εταιρίας Van der Laan, πρόστιμο ύψους 7 500 γερμανικών μάρκων (DM) λόγω μεταξύ άλλων παραβάσεως του άρθρου 17, παράγραφος 1, περίπτωση 2, στοιχείο b, και περίπτωση 5, του LMBG. Η εισαγγελία του Osnabrόck ζήτησε, εν τω μεταξύ, την κίνηση ποινικής διώξεως.
10 Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, η Landkreis και η εισαγγελία του Osnabrόck υποστηρίζουν, πρώτον, ότι το προϋόν που καλείται Bristol δεν είναι φυσικό προϋόν αλλά τυποποιημένο προϋόν κρέατος μαγειρευμένο και συντηρημένο σε άλμη το οποίο, σύμφωνα με τον αριθμό περιθωρίου 2.19-2.3411 επ. των κατευθυντηρίων γραμμών για το κρέας και τα προϋόντα του κρέατος του γερμανικού κώδικα τροφίμων θα έπρεπε να φέρει ετικέτα περιλαμβάνουσα την ένδειξη ότι επρόκειτο για «τυποποιημένο χοιρομέρι από σπάλα παρασκευασμένο από τμήματα χοιρομεριού».
11 Η Landkreis και η εισαγγελία επισημαίνουν, δεύτερον, ότι, κατά τις ενδείξεις που φέρουν, τα προϋόντα Lupack και Βenti περιέχουν χοιρινό κρέας σε ποσοστό μόνον 75 και 70 % αντιστοίχως. Όμως, κατά τη γενική συναλλακτική αντίληψη, τα μαγειρευμένα και συντηρημένα σε άλμη προϋόντα περιέχουν χοιρινό κρέας ανερχόμενο σε ποσοστό 100 %. Τα επίμαχα προϋόντα αποκλίνουν, επομένως, από τη συναλλακτική αντίληψη τόσο πολύ, ώστε δεν είναι πλέον δυνατή ούτε μία επισήμανση κατά το άρθρο 17, παράγραφος 1, περίπτωση 2, στοιχείο b, του LMBG.
12 Τρίτον, οι διαπιστωθείσες τιμές περιεκτικότητας σε πρόσθετο νερό, οι οποίες κυμαίνονται μεταξύ 3,7 και 18 % όσον αφορά το προϋόν Bristol και μεταξύ 8,7 και 10,6 % όσον αφορά το προϋόν Lupack δεν είναι αποδεκτές για τα μαγειρευμένα και τα συντηρημένα σε άλμη προϋόντα.
13 Τέταρτον, η Landkreis και η εισαγγελία του Osnabrόck επικαλούνται το γεγονός ότι στα εξετασθέντα δείγματα διαπιστώθηκε περιεκτικότητα σε πρωτενες κρέατος κυμαινόμενη μεταξύ 87,9 και 88,1 % όσον αφορά το προϋόν Bristol και σε ποσοστό 87,9 % όσον αφορά το προϋόν Βenti, η οποία υπολείπεται, κατά συνέπεια, σημαντικά της ελαχίστης τιμής του 90 % που απαιτεί ο κώδικας τροφίμων.
14 Τέλος, η Landkreis και η εισαγγελία ισχυρίζονται ότι, παρά το γεγονός ότι ο γερμανικός κώδικας τροφίμων απαιτεί μία ελάχιστη περιεκτικότητα σε πρωτενες ανερχόμενη σε ποσοστό 19 % στο απολιπανθέν κρέας, στα εξετασθέντα δείγματα διαπιστώθηκε περιεκτικότητα κυμαινόμενη μεταξύ 15 έως 18,2 % στην περίπτωση του προϋόντος Bristol και περιεκτικότητα κυμαινόμενη μεταξύ 16,6 και 17,2 % όσον αφορά το προϋόν Lupack. Η απόκλιση από το ελάχιστο απαιτούμενο ποσοστό δεν είναι, κατά συνέπεια, αμελητέα.
15 Το αιτούν δικαστήριο, επειδή διερωτάται αν η εν προκειμένω ερμηνεία και η εφαρμογή του άρθρου 17 του LMBG και των κατευθυντηρίων γραμμών του γερμανικού κώδικα τροφίμων συνιστούν παράβαση των άρθρων 30 επ. της Συνθήκης, ανέστειλε την ενώπιόν του διαδικασία για να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Συνιστά η εκ μέρους της Landkreis Grafschaft Bentheim και της εισαγγελίας του Osnabrόck εφαρμογή του άρθρου 17, παράγραφος 1, περίπτωση 2, στοιχείο b, και περίπτωση 5, του νόμου περί ειδών διατροφής και ειδών πρώτης ανάγκης σε συνδυασμό με τον αριθμό περιθωρίου 2.19/2.3411 επ. των κατευθυντηρίων γραμμών για το κρέας και τα προϋόντα του κρέατος του γερμανικού κώδικα τροφίμων, στην προκειμένη περίπτωση, παράβαση των άρθρων 30 επ. της Συνθήκης ΕΚ, ήτοι παραβίαση της διατυπωθείσας στα άρθρα αυτά απαγορεύσεως δυσμενών διακρίσεων;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
16 Με το ερώτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν αντιβαίνει προς το άρθρο 30 της Συνθήκης εθνική νομοθεσία η οποία απαγορεύει τη διάθεση στο εμπόριο προϋόντων όπως τα επίμαχα στη διαφορά της κύριας δίκης για λόγους αναγομένους στην προστασία των καταναλωτών.
17 Επιβάλλεται να υπομνηστεί, κατ' αρχάς, ότι, σύμφωνα με το άρθρο 30 της Συνθήκης, οι ποσοτικοί περιορισμοί επί των εισαγωγών, καθώς και όλα τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος, απαγορεύονται μεταξύ των κρατών μελών.
18 Κατά πάγια νομολογία, μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό αποτελεί κάθε μέτρο ικανό να παρεμποδίσει άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, το ενδοκοινοτικό εμπόριο (απόφαση της 11ης Ιουλίου 1974, 8/74, Dassonville, Συλλογή τόμος 1974, σ. 411, σκέψη 5.)
19 Επιβάλλεται επίσης να υπομνηστεί ότι, σύμφωνα με τη νομολογία Cassis de Dijon (απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1979, 120/78, Rewe-Zentral, Συλλογή τόμος 1971/Ι, σ. 321), μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος, απαγορευόμενα από το άρθρο 30, αποτελούν τα εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων που δημιουργεί, ελλείψει εναρμονίσεως των νομοθεσιών, η επί των εμπορευμάτων προελεύσεως άλλων κρατών μελών όπου αυτά νομίμως παρασκευάζονται και διατίθενται στο εμπόριο εφαρμογή κανόνων που αφορούν τους όρους στους οποίους πρέπει να ανταποκρίνονται τα εμπορεύματα αυτά (όπως αυτοί που αφορούν την ονομασία, τη μορφή, τις διαστάσεις, το βάρος, τη σύνθεση, την παρουσίαση, τη σήμανση, τη συσκευασία τους), ακόμη και αν οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται αδιακρίτως σε όλα τα προϋόντα, εφόσον η εφαρμογή τους δεν δικαιολογείται από κάποιο στόχο γενικού συμφέροντος ικανό να υπερισχύσει των απαιτήσεων της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων (αποφάσεις της 24ης Νοεμβρίου 1993, C-267/91 και C-268/91, Keck και Mithouard, Συλλογή 1993, σ. Ι-6097, σκέψη 15, και της 26ης Ιουνίου 1997, C-368/95, Familiapress, Συλλογή 1997, σ. Ι-3689, σκέψη 8).
20 Δεν αμφισβητείται ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν περιλαμβάνει εναρμονισμένους κανόνες σχετικά με την παρασκευή ή τη διάθεση στο εμπόριο προϋόντων με βάση το χοιρομέρι, όπως τα επίμαχα στην κύρια δίκη. Άλλωστε, από τον φάκελο της υποθέσεως προκύπτει ότι τα προϋόντα αυτά νομίμως παρασκευάζονται και διατίθενται στο εμπόριο εντός των Κάτω Ξωρών.
21 Η απαγόρευση διαθέσεως στο εμπόριο των προϋόντων αυτών εντός της Γερμανίας δεν μπορεί, κατά συνέπεια, να θεωρηθεί νόμιμη παρά μόνον εφόσον δικαιολογείται από σκοπό γενικού συμφέροντος.
22 Είναι σαφές ότι η ισχύουσα εν προκειμένω απαγόρευση δεν δικαιολογείται από λόγους αναγόμενους στη δημόσια υγεία.
23 Αντιθέτως, η Landkreis και εισαγγελία του Osnabrόck επικαλούνται την προστασία του καταναλωτή, η οποία αποτελεί τον στόχο που επιδιώκει το άρθρο 17 του LMBG.
24 Πρέπει να επισημανθεί συναφώς ότι η προστασία των καταναλωτών πρέπει να διασφαλίζεται με μέσα που να μην παρεμβάλλουν εμπόδια στην εισαγωγή προϋόντων τα οποία νομίμως παρασκευάζονται και διατίθενται στο εμπόριο εντός άλλων κρατών μελών, ιδίως με την επίθεση κατάλληλης ετικέτας αφορώσας τη φύση του πωλουμένου προϋόντος (απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 1990, C-269/89, Bonfait, Συλλογή 1990, σ. Ι-4169, σκέψη 15).
25 Όσον αφορά την επισήμανση των τροφίμων πρέπει να μνημονευθεί η οδηγία 79/112/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1978, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση και την παρουσίαση των τροφίμων που προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή καθώς επίσης και τη διαφήμισή τους (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 33, στο εξής: οδηγία). Κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης, η οδηγία αυτή είχε εφαρμογή όπως είχε τροποποιηθεί, τελευταίως, με την οδηγία 91/72/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 16ης Ιανουαρίου 1991 (ΕΕ L 42, σ. 27).
26 Η οδηγία ορίζει στο άρθρο 2 τα εξής:
«1. Η επισήμανση και οι τρόποι σύμφωνα με τους οποίους πραγματοποιείται δεν πρέπει:
α) να είναι φύσεως τέτοιας, ώστε να οδηγεί σε πλάνη τον αγοραστή, ιδίως:
i) ως προς τα χαρακτηριστικά του τροφίμου και ιδίως τη φύση, την ταυτότητα, τις ιδιότητες, τη σύνθεση, την ποσότητα, τη διατηρησιμότητα, την καταγωγή ή προέλευση, τον τρόπο παρασκευής ή λήψεως.
(...)»
27 Το άρθρο 3 ορίζει τα εξής:
«1. Η επισήμανση των τροφίμων περιλαμβάνει, σύμφωνα με τους όρους και υπό την επιφύλαξη των παρεκκλίσεων που προβλέπονται στα άρθρα 4 έως 14, τις ακόλουθες μόνον υποχρεωτικές ενδείξεις:
1) την ονομασία πωλήσεως·
2) τον κατάλογο των συστατικών·
(...).»
28 Το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας, ορίζει τα εξής:
«Ονομασία πωλήσεως ενός τροφίμου είναι η ονομασία που προβλέπεται στις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις που εφαρμόζονται σ' αυτό και, όταν δεν υπάρχει παρόμοια πρόβλεψη, η ονομασία που έχει καθιερωθεί από τις συνήθειες στο κράτος μέλος στο οποίο διενεργείται η πώληση στον τελικό καταναλωτή ή μία περιγραφή του προϋόντος και εν ανάγκη η οδηγία χρήσεώς του, η οποία πρέπει να είναι αρκετά ακριβής, για να επιτρέπει στον αγοραστή να πληροφορείται την πραγματική του φύση και να το διακρίνει από προϋόντα με τα οποία θα μπορούσε να το συγχέει.»
29 Το άρθρο 6, παράγραφος 5, ορίζει τα εξής:
«α) Ο κατάλογος των συστατικών συνίσταται στην παράθεση όλων των συστατικών του τροφίμου, κατά σειρά ελαττούμενης περιεκτικότητος ως προς το βάρος κατά τη στιγμή της χρησιμοποιήσεώς τους στην παρασκευή του τροφίμου. Του καταλόγου προηγείται κατάλληλη ένδειξη που περιλαμβάνει τη λέξη "συστατικά".
Εν τούτοις:
- το νερό που προστίθεται και τα πτητικά συστατικά αναγράφονται στον κατάλογο με την σειρά βάρους στο τελικό προϋόν. Η ποσότητα του νερού που προστίθεται ως συστατικό σε ένα τρόφιμο προσδιορίζεται, αν αφαιρέσουμε από την ολική ποσότητα του τελικού προϋόντος την ολική ποσότητα των άλλων συστατικών που έχουν χρησιμοποιηθεί. Η ποσότητα αυτή μπορεί να μη λαμβάνεται υπόψη, αν δεν υπερβαίνει κατά βάρος το 5 επί τοις εκατό του τελικού προϋόντος (...).»
30 Τέλος, το άρθρο 15 της οδηγίας προβλέπει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη δεν δύνανται να απαγορεύσουν το εμπόριο τροφίμων τα οποία ανταποκρίνονται προς τους κανόνες που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία, με την εφαρμογή μη εναρμονισμένων εθνικών διατάξεων που ρυθμίζουν την επισήμανση και παρουσίαση ορισμένων τροφίμων ή των τροφίμων γενικά.
2. Η παράγραφος 1 δεν θα εφαρμόζεται στις εθνικές διατάξεις που δεν εναρμονίστηκαν από λόγους:
- προστασίας της δημοσίας υγείας,
- καταστολής της απάτης, εφόσον οι διατάξεις αυτές δεν εμποδίζουν την εφαρμογή των ορισμών και κανόνων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία,
- προστασίας της εμπορικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας, των ενδείξεων προελεύσεως, των ονομασιών προελεύσεως και καταστολής του αθεμίτου ανταγωνισμού.»
Ως προς την ονομασία των προϋόντων
31 Όσον αφορά τις διάφορες παραβάσεις που προσάπτονται στον Α. Van der Laan, προσήκει η διαπίστωση, πρώτον, ότι η ονομασία που αναγράφεται επί του προϋόντος Bristol, ήτοι «προϋόν κρέατος: ολλανδικό χοιρομέρι από σπάλα χωρίς λαρδί και δέρμα», ενδέχεται να μην είναι αρκούντως ακριβής για να παράσχει στον αγοραστή τη δυνατότητα να πληροφορηθεί την πραγματική φύση του προϋόντος, όπως απαιτεί το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας.
32 Πράγματι, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 39 έως 42 των προτάσεών του, η ονομασία αυτή μπορεί να δημιουργήσει την εντύπωση ότι πρόκειται για φυσικό προϋόν αποτελούμενο από ένα μόνον κομμάτι χοιρομέρι από σπάλα, ενώ πρόκειται στην πραγματικότητα για τυποποιημένο χοιρομέρι παρασκευασμένο από διάφορα τμήματα κρέατος από σπάλα.
33 Εάν το αιτούν δικαστήριο διαπιστώσει ότι τα δύο αυτά προϋόντα είναι διαφορετικής φύσεως και ότι η ονομασία του προϋόντος Bristol δεν παρέχει τη δυνατότητα διακρίσεως του εν λόγω προϋόντος από ένα αποτελούμενο από ένα κομμάτι χοιρομέρι από σπάλα, η ονομασία αυτή δεν συνάδει προς το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας και μπορεί να παραπλανήσει τον καταναλωτή, υπό την έννοια του άρθρου 2 της οδηγίας.
Επί των συστατικών
34 Όσον αφορά τα συστατικά των τριών επίμαχων προϋόντων, ήτοι την περιεκτικότητά τους σε χοιρινό κρέας και σε νερό, επιβάλλεται να τονιστεί ότι οι ετικέτες των προϋόντων Lupack και Βenti, αφενός, παρέχουν στον καταναλωτή ακριβή στοιχεία ως προς την περιεκτικότητά τους σε κρέας και, αφετέρου, του επιτρέπουν να πληροφορηθεί ότι η περιεκτικότητά τους σε νερό κυμαίνεται μεταξύ 5 και 25 % του βάρους του τελικού προϋόντος όσον αφορά το προϋόν Lupack και μεταξύ 5 και 30 % όσον αφορά το προϋόν Βenti.
35 Η επισήμανση αυτή συνάδει προς τις απαιτήσεις των άρθρων 3, παράγραφος 1, και 6, παράγραφος 5, στοιχείο αα, της οδηγίας.
36 Αντιθέτως, το γεγονός ότι το νερό δεν μνημονεύεται στον κατάλογο των συστατικών του προϋόντος Bristol αντιβαίνει προς τις διατάξεις αυτές εάν η ποσότητα νερού αντιπροσωπεύει άνω του 5 % του βάρους του τελικού προϋόντος.
37 Πρέπει να προστεθεί ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι ένας κατάλογος συστατικών που συνάδει προς το άρθρο 3 της οδηγίας συνιστά εντούτοις απάτη υπό την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 2, της οδηγίας και δικαιολογεί την εφαρμογή μη εναρμονισμένων εθνικών διατάξεων.
38 Πράγματι, όπως υπογράμμισε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 62 έως 66 των προτάσεών του, η εφαρμογή των διατάξεων αυτών μπορεί, υπό τις περιστάσεις αυτές, να εμποδίσει την εφαρμογή των ορισμών και των κανόνων που προβλέπει η οδηγία. Συνιστά, κατά συνέπεια, αδικαιολόγητο εμπόδιο της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.
Επί της περιεκτικότητας σε πρωτενες
39 Όσον αφορά την περιεκτικότητα σε πρωτενες για τα προϋόντα Bristol και Βenti και την περιεκτικότητα σε πρωτενες κρέατος στο απολιπανθέν κρέας για τα προϋόντα Bristol και Lupack, η Επιτροπή ορθώς επισημαίνει ότι πρόκειται για χαρακτηριστικά των προϋόντων τα οποία δεν αφορούν τα συστατικά τους αλλά μάλλον την ποιότητά τους. Η αναγραφή τους επί της ετικέτας δεν προβλέπεται από την οδηγία.
40 Πρέπει, εντούτοις, να εξεταστεί αν η επισήμανση των επίμαχων προϋόντων μπορεί συναφώς να παραπλανήσει τον αγοραστή υπό την έννοια του άρθρου 2 της οδηγίας.
41 Όπως διαπίστωσε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 75 των προτάσεών του, έστω και αν οι Γερμανοί καταναλωτές αναμένουν ορισμένη περιεκτικότητα σε πρωτενες στο απολιπανθέν κρέας και ορισμένη περιεκτικότητα σε πρωτενες κρέατος, η προσδοκία αυτή σε καμία περίπτωση δεν είναι τόσο συγκεκριμένη ώστε, λαμβανομένης υπόψη της διαφοράς μεταξύ των ποσοστών του 15 και του 87,9 % που όντως διαπιστώθηκαν, και των ποσοστών του 19 και του 90 % που απαιτεί ο γερμανικός κώδικας τροφίμων, να είναι δυνατή η παραπλάνηση του καταναλωτή.
42 Επομένως, η προστασία των καταναλωτών δεν δικαιολογεί την απαγόρευση της διαθέσεως στο εμπόριο προϋόντων τα οποία αποκλίνουν κατά τον τρόπο αυτό, όσον αφορά την περιεκτικότητά τους σε πρωτενες στο απολιπανθέν κρέας ή σε πρωτενες κρέατος, από τα ποσοστά που προβλέπουν οι εθνικές διατάξεις.
43 Κατά συνέπεια, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι αντιβαίνει προς το άρθρο 30 της Συνθήκης εθνική νομοθεσία η οποία απαγορεύει τη διάθεση στο εμπόριο τροφίμων τα οποία έχουν νομίμως παρασκευαστεί και διατεθεί στο εμπόριο εντός άλλου κράτους μέλους για λόγους που ανάγονται στην προστασία των καταναλωτών, εφόσον η προστασία αυτή διασφαλίζεται με επισήμανση σύμφωνη προς τις διατάξεις της οδηγίας 79/112, ιδίως τις αφορώσες την ονομασία των προϋόντων και τον κατάλογο των συστατικών. Η χρησιμοποίηση ονομασίας πωλήσεως η οποία δεν παρέχει στον αγοραστή, εντός του κράτους διαθέσεως στο εμπόριο, τη δυνατότητα να καθορίσει την πραγματική φύση του τροφίμου αντιβαίνει προς τα άρθρα 2 και 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/112. Εφόσον η ποσότητα του προστιθεμένου νερού υπερβαίνει, κατά βάρος, το 5 % του τελικού προϋόντος, συντρέχει παράβαση του άρθρου 3, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 6, παράγραφος 5, στοιχείο αα, της οδηγίας 79/112, εάν η ένδειξη «ύδωρ» δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογο των συστατικών.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
44 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ελληνική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πρώτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με διάταξη της 30ής Οκτωβρίου 1997 το Amtsgericht Nordhorn, αποφαίνεται:
Αντιβαίνει προς το άρθρο 30 της Συνθήκης EK εθνική νομοθεσία η οποία απαγορεύει τη διάθεση στο εμπόριο τροφίμων τα οποία έχουν νομίμως παρασκευαστεί και διατεθεί στο εμπόριο εντός άλλου κράτους μέλους για λόγους που ανάγονται στην προστασία των καταναλωτών, εφόσον η προστασία αυτή διασφαλίζεται με επισήμανση σύμφωνη προς τις διατάξεις της οδηγίας 79/112/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1978, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση και την παρουσίαση των τροφίμων που προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή καθώς επίσης και τη διαφήμισή τους, ιδίως τις αφορώσες την ονομασία των προϋόντων και τον κατάλογο των συστατικών.
Η χρησιμοποίηση ονομασίας πωλήσεως η οποία δεν παρέχει στον αγοραστή, εντός του κράτους διαθέσεως στο εμπόριο, τη δυνατότητα να καθορίσει την πραγματική φύση του τροφίμου αντιβαίνει προς τα άρθρα 2 και 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/112.
Εφόσον η ποσότητα του προστιθεμένου νερού υπερβαίνει, κατά βάρος, το 5 % του τελικού προϋόντος, συντρέχει παράβαση του άρθρου 3, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 6, παράγραφος 5, στοιχείο αα, της οδηγίας 79/112, εάν η ένδειξη «ύδωρ» δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογο των συστατικών.
Full & Egal Universal Law Academy