Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Κράτη μέλη - Υποχρεώσεις - Εκτέλεση των οδηγιών - Μη αμφισβητούμενη παράβαση
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 169 (νυν άρθρο 226 ΕΚ)]
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-417/97,
Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την Christina Tufvesson, νομικό σύμβουλο, με αντίκλητο στο Λουξεμβούγο τον Carlos Gσmez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, εκπροσωπουμένου από τον Nicolas Schmit, conseiller d'Ιtat, διευθυντή της υπηρεσίας διεθνών οικονομικών σχέσεων και συνεργασίας του Υπουργείου Εξωτερικών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την έδρα του ιδίου αυτού υπουργείου,
καθού,
"που έχει ως αντικείμενο να αναγνωρισθεί ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, μη έχοντας θέσει σε ισχύ, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, όλες τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, συμπεριλαμβανομένων τυχόν κυρώσεων, που ήσαν αναγκαίες για τη συμμόρφωσή του προς την οδηγία 93/22/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Μαου 1993, σχετικά με τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών (ΕΕ L 141, σ. 27), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 31 της οδηγίας αυτής,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. J. G. Kapteyn, πρόεδρο τμήματος, J. L. Murray (εισηγητή) και H. Ragnemalm, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: A. Saggio
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 28ης Ιανουαρίου 1999,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 9 Δεκεμβρίου 1997, η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 226 ΕΚ), προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωρισθεί ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, μη έχοντας θέσει σε ισχύ, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, όλες τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, συμπεριλαμβανομένων τυχόν κυρώσεων, που ήσαν αναγκαίες για τη συμμόρφωσή του προς την οδηγία 93/22/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Μαου 1993, σχετικά με τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών (ΕΕ L 141, σ. 27, στο εξής: οδηγία), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 31 της οδηγίας αυτής.
2 Το άρθρο 31 της οδηγίας προβλέπει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν, αφενός, να έχουν θεσπίσει τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για τη συμμόρφωσή τους προς την οδηγία το αργότερο μέχρι την 1η Ιουλίου 1995 και, αφετέρου, να έχουν θέσει σε ισχύ τις διατάξεις αυτές το αργότερο μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1995 καθώς και να πληροφορήσουν περί τούτου αμέσως την Επιτροπή.
3 Μη έχοντας λάβει καμία ανακοίνωση σχετικά με τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας και μη διαθέτοντας, εξάλλου, καμιά άλλη πληροφορία που να της επιτρέπει να συναγάγει ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργο είχε συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις του, η Επιτροπή απέστειλε στην Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου έγγραφο οχλήσεως με ημερομηνία 27 Οκτωβρίου 1995, ζητώντας της να της υποβάλει, εντός προθεσμίας δύο μηνών, τις παρατηρήσεις της.
4 Με έγγραφο της 8ης Ιανουαρίου 1996, οι λουξεμβουργιανές αρχές απάντησαν ότι το Κοινοβούλιο είχε ήδη αρχίσει να εξετάζει σχέδιο νόμου για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, ενώ ένα δεύτερο σχέδιο νόμου βρισκόταν στο τελευταίο στάδιο της καταρτίσεώς του. Στις 19 Αυγούστου 1996, η Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου πληροφόρησε την Επιτροπή ότι το εν λόγω σχέδιο νόμου είχε ήδη κατατεθεί στο Κοινοβούλιο. Στις 8 Φεβρουαρίου 1996 η εν λόγω κυβέρνηση γνωστοποίησε στην Επιτροπή ότι το άρθρο 21 της οδηγίας είχε μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο μέσω υπουργικής αποφάσεως με ημερομηνία 27 Δεκεμβρίου 1995.
5 Μη έχοντας λάβει καμία ανακοίνωση σχετικά με οποιοδήποτε άλλο μέτρο μεταφοράς της οδηγίας στο λουξεμβουργιανό δίκαιο, η Επιτροπή απηύθυνε στην Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου, στις 5 Μαρτίου 1997, αιτιολογημένη γνώμη ζητώντας της να λάβει τα μέτρα που ήσαν αναγκαία για τη συμμόρφωσή της προς τη γνώμη αυτή εντός προθεσμίας δύο μηνών υπολογιζομένων από της κοινοποιήσεως αυτής.
6 Με έγγραφο της 22ας Απριλίου 1997, οι λουξεμβουργιανές αρχές πληροφόρησαν την Επιτροπή αφενός ότι, δεδομένου ότι επρόκειτο για ζήτημα υπαγόμενο στο πεδίο αρμοδιότητας δύο διαφορετικών εποπτευουσών αρχών, συγκεκριμένα το Commissariat aux bourses και το Institut monιtaire luxembourgeois, είχαν εκπονηθεί δύο συμπληρωματικά σχέδια νόμου προκειμένου να διασφαλισθεί η πλήρης μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο και αφετέρου ότι ορισμένες προβλεπόμενες υπ' αυτής προϋποθέσεις περιλαμβάνονταν στον νόμο της 5ης Απριλίου 1993 περί του χρηματοπιστωτικού τομέα, πράγμα που σημαίνει ότι ένα μέρος της οδηγίας είχε ήδη μεταφερθεί στο εσωτερικό λουξεμβουργιανό δίκαιο.
7 Ενόψει των κατ' αυτόν τον τρόπο προσκομισθέντων από τις λουξεμβουργιανές αρχές στοιχείων, η Επιτροπή, η οποία δεν διέθετε κανένα άλλο στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι είχε περατωθεί η διαδικασία μεταφοράς της οδηγίας, αποφάσισε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή.
8 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου παρέλειψε να θεσπίσει, το αργότερο μέχρι την 1η Ιουλίου 1995, τα μέτρα που ήσαν αναγκαία για τη συμμόρφωσή του προς την οδηγία και να θέσει, το αργότερο μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1995, τα μέτρα αυτά σε ισχύ καθώς και να πληροφορήσει περί αυτού αμέσως στην Επιτροπή. Το εν λόγω κοινοτικό όργανο, μολονότι αναγνωρίζει ότι οι λουξεμβουργιανές αρχές τού κοινοποίησαν ορισμένες διατάξεις εσωτερικού δικαίου με τις οποίες είχε πραγματοποιηθεί μια μερική μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι από την κοινοποίηση αυτή προκύπτει ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου αναγνωρίζει, τουλάχιστον εμμέσως, ότι δεν έλαβε όλα τα μέτρα που ήσαν αναγκαία για την πλήρη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας, ιδίως όσον αφορά τις διατάξεις που δεν μνημονεύονται στα έγγραφα που του απέστειλε η Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου.
9 Το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου αναγνωρίζει ότι δεν έχει εκπληρώσει στο ακέραιο την υποχρέωσή του μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Ισχυρίζεται ότι έχει κατατεθεί στο Κοινοβούλιο σχέδιο νόμου το οποίο αφορά την εποπτεία των αγορών χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού και το οποίο πρόκειται λίαν συντόμως να ψηφιστεί.
10 Ξωρίς να παρίσταται ανάγκη να εξεταστεί το εν λόγω σχέδιο νόμου, αρκεί να επισημανθεί ότι από το σύνολο των ανωτέρω προκύπτει ότι ούτε έχουν θεσπισθεί ούτε έχουν ανακοινωθεί στην Επιτροπή, εντός της προβλεπομένης προθεσμίας, τα μέτρα που είναι αναγκαία για την ορθή μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο.
11 Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, διαπιστώνεται ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, μη έχοντας θέσει σε ισχύ, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, όλες τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, συμπεριλαμβανομένων τυχόν κυρώσεων, που ήσαν αναγκαίες για τη συμμόρφωσή του προς την οδηγία, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 31 αυτής.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
12 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου ηττήθηκε και η Επιτροπή είχε υποβάλει σχετικό αίτημα, πρέπει αυτό να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(τέταρτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, μη έχοντας θέσει σε ισχύ, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, όλες τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, συμπεριλαμβανομένων τυχόν κυρώσεων, που ήσαν αναγκαίες για τη συμμόρφωσή του προς την οδηγία 93/22/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Μαου 1993, σχετικά με τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 31 της οδηγίας αυτής.
2) Καταδικάζει το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy