Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. Κοινοτικό δίκαιο - Δικαιώματα που απονέμονται στους ιδιώτες - αραβίαση εκ μέρους κράτους μέλους - Υποχρέωση αποκαταστάσεως της ζημίας που προκάλεσε στους ιδιώτες οργανισμός δημοσίου δικαίου - Δυνατότητα στοιχειοθετήσεως της ευθύνης του οργανισμού αυτού παράλληλα με ευθύνη του κράτους μέλους
2. Κοινοτικό δίκαιο - Δικαιώματα που απονέμονται στους ιδιώτες - αραβίαση εκ μέρους κράτους μέλους - Υποχρέωση αποκαταστάσεως της ζημίας που προκάλεσε στους ιδιώτες - ροϋποθέσεις - Κατάφωρη παραβίαση - Έννοια
3. Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων - Ελευθερία εγκαταστάσεως - Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών - Οδοντίατροι - Σύμβαση υπηκόου άλλου κράτους μέλους με ασφαλιστικό ταμείο - Απαίτηση γλωσσικών γνώσεων - Επιτρέπεται - Όρια
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 52 (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 43 ΕΚ)· οδηγία 78/686 του Συμβουλίου, άρθρο 3]
Περίληψη
1. Σε κάθε κράτος μέλος εναπόκειται να διασφαλίζει ότι οι ιδιώτες επιτυγχάνουν αποκατάσταση της ζημίας που τους προκαλεί η μη τήρηση του κοινοτικού δικαίου, ανεξαρτήτως της δημόσιας αρχής που διέπραξε την παραβίαση αυτή και ανεξαρτήτως του ποια δημόσια αρχή βαρύνεται κατ' αρχήν, ανάλογα με το δίκαιο του εν λόγω κράτους μέλους, με την ευθύνη για την αποκατάσταση.
άντως η αποκατάσταση των ζημιών που έχουν προκληθεί στους ιδιώτες από μέτρα εσωτερικής τάξεως ληφθέντα κατά παραβίαση του κοινοτικού δικαίου δεν πρέπει οπωσδήποτε να διασφαλίζεται από το ίδιο το κράτος μέλος για να πληρούνται οι κοινοτικές υποχρεώσεις του εν λόγω κράτους. Επομένως, στα κράτη μέλη στα οποία ορισμένες νομοθετικές ή διοικητικές αρμοδιότητες ασκούνται αποκεντρωτικά από αρχές τοπικής αυτοδιοικήσεως που έχουν ορισμένη αυτονομία ή από οποιονδήποτε άλλο οργανισμό δημοσίου δικαίου που διακρίνεται νομικά από το κράτος, η αποκατάσταση των ζημιών που προκάλεσαν στους ιδιώτες μέτρα εσωτερικής τάξεως ληφθέντα κατά παραβίαση του κοινοτικού δικαίου από οργανισμό δημοσίου δικαίου μπορεί να διασφαλιστεί από αυτόν.
Το κοινοτικό δίκαιο δεν αποκλείει επίσης τη δυνατότητα να στοιχειοθετηθεί η ευθύνη που υπέχει ένας οργανισμός δημοσίου δικαίου για την αποκατάσταση των ζημιών που προκάλεσαν στους ιδιώτες μέτρα που έλαβε κατά παραβίαση του κοινοτικού δικαίου παράλληλα με την ευθύνη του ίδιου του κράτους μέλους.
( βλ. σκέψεις 27, 29, 31-32, 34, διατακτ. 1 )
2. Για να καθοριστεί αν υπήρξε κατάφωρη παραβίαση του κοινοτικού δικαίου, ως μια από τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ένα κράτος μέλος οφείλει να αποκαθιστά τις ζημίες που προκλήθηκαν στους ιδιώτες από παραβιάσεις του κοινοτικού δικαίου που του καταλογίζονται, πρέπει να ληφθεί υπόψη το περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτει το οικείο κράτος μέλος. Η ύπαρξη και το εύρος του εν λόγω περιθωρίου εκτιμήσεως πρέπει να καθορίζονται σε σχέση με το κοινοτικό δίκαιο και όχι με το εθνικό δίκαιο. Το περιθώριο εκτιμήσεως που παρέχει ενδεχομένως το εθνικό δίκαιο στον υπάλληλο ή στο όργανο που διέπραξε την παραβίαση του κοινοτικού δικαίου είναι, κατά συνέπεια, άνευ σημασίας, συναφώς.
Για να καθοριστεί αν μια απλή παραβίαση του κοινοτικού δικαίου από ένα κράτος μέλος συνιστά αρκούντως κατάφωρη παραβίαση, το εθνικό δικαστήριο που έχει επιληφθεί αγωγής αποζημιώσεως πρέπει να λάβει υπόψη όλα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την περίπτωση που έχει υποβληθεί στην κρίση του. Μεταξύ των στοιχείων αυτών περιλαμβάνονται κυρίως ο βαθμός σαφήνειας και ακρίβειας του παραβιαζομένου κανόνα, ο ηθελημένος ή ακούσιος χαρακτήρας της διαπραχθείσας παραβάσεως ή της προκληθείσας ζημίας, το συγγνωστόν ή ασύγγνωστον ενδεχομένης νομικής πλάνης, το γεγονός ότι η στάση ενός κοινοτικού οργάνου μπορεί να συνετέλεσε στη θέσπιση ή τη διατήρηση αντιθέτων προς το κοινοτικό δίκαιο εθνικών μέτρων ή πρακτικών.
( βλ. σκέψεις 36, 40, 41-43, 49, διατακτ. 2 )
3. Οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους μπορούν να εξαρτήσουν την άσκηση στα πλαίσια συμβάσεως με ασφαλιστικό ταμείο του επαγγέλματος του οδοντιάτρου, από υπήκοο άλλου κράτους μέλους, εγκατεστημένο εντός του πρώτου κράτους μέλους, και ο οποίος έχει την άδεια να ασκεί το επάγγελμα αυτό στο εν λόγω κράτος αλλά δεν διαθέτει κανένα δίπλωμα από αυτά των οποίων γίνεται μνεία στο άρθρο 3 της οδηγίας 78/686, περί της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων του οδοντιάτρου και περί των μέτρων προς διευκόλυνση της πραγματικής ασκήσεως του δικαιώματος εγκαταστάσεως και του δικαιώματος της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, από την προϋπόθεση ότι ο οδοντίατρος αυτός έχει τις αναγκαίες γλωσσικές γνώσεις για την άσκηση του επαγγέλματός του εντός του κράτους μέλους εγκαταστάσεως.
H αξιοπιστία της επικοινωνίας του οδοντιάτρου με τον ασθενή του καθώς και με τις διοικητικές αρχές και τους επαγγελματικούς οργανισμούς συνιστά επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος ικανό να δικαιολογήσει την εξάρτηση της ασκήσεως του επαγγέλματος του οδοντιάτρου στα πλαίσια συμβάσεως με ασφαλιστικό ταμείο από προϋποθέσεις γλωσσικής φύσεως. άντως, έχει σημασία οι γλωσσικής φύσεως απαιτήσεις να μη βαίνουν πέραν του αναγκαίου μέτρου για την επίτευξη του στόχου αυτού. Συναφώς, είναι προς το συμφέρον των ασθενών των οποίων η μητρική γλώσσα διαφέρει της εθνικής γλώσσας να υφίσταται ορισμένος αριθμός οδοντιάτρων ικανών να επικοινωνούν και με τα πρόσωπα αυτά στη γλώσσα τους.
( βλ. σκέψεις 59-61, διατακτ. 3 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-424/97,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Landgericht Düsseldorf (Γερμανία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Salomone Haim
και
Kassenzahnärztliche Vereinigung Nordrhein,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως σχετικά με την ευθύνη κράτους μέλους και, ενδεχομένως, οργανισμού δημοσίου δικαίου του εν λόγω κράτους για τις ζημίες που προκάλεσε η παραβίαση του κοινοτικού δικαίου, καθώς και σχετικά με τη νομιμότητα της εξαρτήσεως της ασκήσεως, από υπήκοο άλλου κράτους μέλους, του επαγγέλματος του συμβεβλημένου με ασφαλιστικό ταμείο οδοντιάτρου, από την προϋπόθεση ότι έχει επαρκή γνώση της γλώσσας του κράτους υποδοχής,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. C. Rodríguez Iglesias, ρόεδρο, D. A. O. Edward (εισηγητή), L. Sevón και R. Schintgen, προέδρους τμήματος, P. J. G. Kapteyn, C. Gulmann, J.-P. Puissochet, G. Hirsch, P. Jann, H. Ragnemalm και Μ. Wathelet, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- ο S. Haim, εκπροσωπούμενος από τον H. Ungewitter, δικηγόρο Ντίσσελντορφ,
- η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους E. Röder, Ministerialrat στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, A. Dittrich, Ministerialrat στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Δικαιοσύνης, και C.-D. Quassowski, Regierungsdirektor στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας,
- η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την Α. Σαμώνη-Ράντου, ειδικό νομικό σύμβουλο στην ειδική υπηρεσία κοινοτικών διαφορών του Υπουργείου Εξωτερικών, τη Σ. Βώδινα και τον Γ. Καριψιάδη, ειδικούς επιστημονικούς συνεργάτες στην ίδια υπηρεσία,
- η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τη N. Díaz Abad, abogado del Estado,
- η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον καθηγητή U. Leanza, προϊστάμενο της υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών του Υπουργείου Εξωτερικών, επικουρούμενο από τον P. G. Ferri, avvocato dello Stato,
- η Σουηδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον E. Brattgård, departmentsråd στο Υπουργείο Εξωτερικών,
- η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τον J. E. Collins, Assistant Treasury solicitor, επικουρούμενο από την E. Sharpston, barrister,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους B. Mongin και P. van Nuffel, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας, επικουρουμένους από τον B. Wägenbaur, δικηγόρο Αμβούργου,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις του S. Haim, εκπροσωπούμενου από τον U. Faust, δικηγόρο Aix-la-Chapelle, της Kassenzahnärztliche Vereinigung Nordrhein, εκπροσωπούμενης από τον B. Bellwinkel, δικηγόρο Ντίσσελντορφ, της Γερμανικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από τον A. Dittrich, της Δανικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από τον J. Molde, προϊστάμενο τμήματος στο Υπουργείο Εξωτερικών, της Ελληνικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από την Α. Σαμώνη-Ράντου και τον Γ. Καριψιάδη, της Ισπανικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από την N. Díaz Abad, της Γαλλικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από την A. de Bourgoing, chargé de mission στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, της Ιταλικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από τον G. Aiello, avvocato dello Stato, της Σουηδικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από τον A. Kruse, departementsråd στο Υπουργείο Εξωτερικών, της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενης από την E. Sharpston, και της Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τον B. Mongin, επικουρούμενο από τον B. Wägenbaur, κατά τη συνεδρίαση της 9ης Μαρτίου 1999,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 19ης Μα_ου 1999,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 8ης Δεκεμβρίου 1997, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 15 Δεκεμβρίου 1997, το Landgericht Düsseldorf υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς τις προϋποθέσεις και τις λεπτομέρειες στοιχειοθετήσεως της ευθύνης κράτους μέλους και, ενδεχομένως, οργανισμού δημοσίου δικαίου του κράτους αυτού για τις ζημίες που προκάλεσαν στους ιδιώτες οι παραβιάσεις του κοινοτικού δικαίου που τους καταλογίζονται, καθώς και ως προς τη νομιμότητα της εξαρτήσεως της ασκήσεως, από υπήκοο άλλου κράτους μέλους, του επαγγέλματος του συμβεβλημένου με ασφαλιστικό ταμείο οδοντιάτρου από την προϋπόθεση ότι έχει επαρκή γνώση της γλώσσας του κράτους μέλους εγκαταστάσεως.
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο αγωγής που άσκησε ο οδοντίατρος S. Haim κατά του οργανισμού δημοσίου δικαίου Kassenzahnärztliche Vereinigung Nordrhein (επαγγελματική ένωση των οδοντιάτρων που είναι συμβεβλημένοι με τα ασφαλιστικά ταμεία της Βόρειας Ρηνανίας, στο εξής: KVN) ζητώντας αποζημίωση για την αποθετική ζημία που ισχυρίζεται ότι υπέστη λόγω της παραβιάσεως του κοινοτικού δικαίου από την ένωση αυτή.
Το κοινοτικό δίκαιο
3 Η οδηγία 78/686/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978, περί της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων του οδοντιάτρου και περί των μέτρων προς διευκόλυνση της πραγματικής ασκήσεως του δικαιώματος εγκαταστάσεως και του δικαιώματος της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 12), προβλέπει, στο άρθρο 2, ότι κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει τα διπλώματα, τα πιστοποιητικά και τους άλλους τίτλους του οδοντιάτρου που απαριθμούνται εξαντλητικά στο άρθρο 3 της οδηγίας και που χορηγούνται από τα άλλα κράτη μέλη προσδίδοντάς τους, στην επικράτειά του, όσον αφορά την ανάληψη των μη μισθωτών δραστηριοτήτων του οδοντιάτρου και την άσκηση αυτών, την ίδια ισχύ με τα διπλώματα, τα πιστοποιητικά και τους άλλους τίτλους που χορηγεί.
4 Το άρθρο 18, παράγραφος 3, της οδηγίας 78/686 ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη ενεργούν έτσι ώστε, εφ' όσον παραστεί ανάγκη, να αποκτούν οι δικαιούχοι, προς το συμφέρον τους και προς το συμφέρον των ασθενών τους, τις γλωσσικές εκείνες γνώσεις που είναι αναγκαίες για την άσκηση της επαγγελματικής τους δραστηριότητος στο κράτος μέλος υποδοχής.»
5 Το άρθρο 20 της οδηγίας 78/686 ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη, τα οποία απαιτούν από τους δικούς τους υπηκόους την πραγματοποίηση προπαρασκευαστικής ασκήσεως προκειμένου να αποκτήσουν τη δυνατότητα να συμβάλλονται ως οδοντίατροι ασφαλιστικού ταμείου, δύνανται να επιβάλλουν για μια περίοδο οκτώ ετών από της κοινοποιήσεως της παρούσης οδηγίας την ίδια υποχρέωση στους υπηκόους των άλλων κρατών μελών. Η διάρκεια της πρακτικής ασκήσεως πάντως δεν δύναται να υπερβαίνει τους έξι μήνες.»
Το εθνικό δίκαιο
6 Το άρθρο 21 της Zulassungsordnung für Kassenzahnärzte (κανονιστική απόφαση της 28ης Μα_ου 1957 περί προσβάσεως στην άσκηση της οδοντιατρικής από συμβεβλημένους με ασφαλιστικά ταμεία οδοντιάτρους, BGBl. 1957 Ι, σ. 582), όπως τροποποιήθηκε (στο εξής: ΖΟΚ), ορίζει τα εξής:
«Δεν είναι κατάλληλος για την άσκηση της ιατρικής στα πλαίσια συμβάσεως με ασφαλιστικό ταμείο ο οδοντίατρος που παρουσιάζει σοβαρές διανοητικές ή εγγενείς ανεπάρκειες, ιδίως εκείνος που υπήρξε τοξικομανής ή αλκοολικός κατά τα πέντε τελευταία έτη προ της υποβολής της αιτήσεώς του.»
Η διαφορά της κύριας δίκης
7 Ο Ιταλός υπήκοος S. Haim είναι κάτοχος διπλώματος οδοντιατρικής που χορηγήθηκε το 1976 από το ανεπιστήμιο της Κωνσταντινουπόλεως, στην Τουρκία, πόλη όπου άσκησε το επάγγελμα του οδοντιάτρου μέχρι το 1980.
8 Το 1981 έλαβε την άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος του οδοντιάτρου (Approbation) στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, πράγμα που του παρείχε τη δυνατότητα να ασκεί εκεί την επαγγελματική του δραστηριότητα ως ελεύθερος επαγγελματίας.
9 Το 1982 το τουρκικό δίπλωμα του S. Haim αναγνωρίστηκε από τις βελγικές αρχές ως ισότιμο προς το νόμιμο βελγικό πτυχίο οδοντιατρικής. Ο S. Haim εργάστηκε ως εκ τούτου ως συμβεβλημένος με ασφαλιστικό ταμείο οδοντίατρος στις Βρυξέλλες. Διέκοψε τη δραστηριότητα αυτή μεταξύ Νοεμβρίου του 1991 και Αυγούστου του 1992 προκειμένου να εργαστεί στο οδοντιατρείο του υιού του στη Γερμανία.
10 Το 1988 ο S. Haim ζήτησε από την KVN την εγγραφή του στο μητρώο των οδοντιάτρων για να μπορέσει, στη συνέχεια, να συμβληθεί με ασφαλιστικό ταμείο.
11 Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, της ΖΟΚ, η εγγραφή αυτή εξαρτάται από την πραγματοποίηση προπαρασκευαστικής ασκήσεως διαρκείας τουλάχιστον δύο ετών. άντως, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 4, της ΖΟΚ, η προϋπόθεση αυτή δεν ισχύει για τους οδοντιάτρους που έχουν λάβει εντός άλλου κράτους μέλους αναγνωρισμένο δίπλωμα κατά τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου και έχουν την άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος αυτού.
12 Με απόφαση της 10ης Αυγούστου 1988, η KVN αρνήθηκε την εγγραφή του S. Haim στο μητρώο των οδοντιάτρων με την αιτιολογία ότι δεν είχε πραγματοποιήσει την απαιτούμενη από το άρθρο 3 της ΖΟΚ προπαρασκευαστική άσκηση των δύο ετών. Η KVN θεωρούσε ότι δεν ήταν δυνατή η παρέκκλιση από τη διάταξη αυτή, διότι ο S. Haim δεν είχε δίπλωμα χορηγηθέν από κράτος μέλος, αλλά απλώς δίπλωμα από τρίτη χώρα, αναγνωρισμένο από κράτος μέλος ως ισότιμο προς το δίπλωμα που χορηγείται στο εν λόγω κράτος μέλος.
13 Ο S. Haim προσέβαλε την απόφαση αυτή υποστηρίζοντας, κυρίως, ότι συνιστούσε παραβίαση της Συνθήκης ΕΟΚ. Αφού ζήτησε τη γνώμη του Υπουργού Εργασίας, Υγείας και Κοινωνικών Υποθέσεων του ομοσπόνδου κράτους της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, εποπτεύουσας αρχής, η οποία συμμεριζόταν την άποψή της, η KVN απέρριψε τη διοικητική προσφυγή του S. Haim με απόφαση της 28ης Σεπτεμβρίου 1988.
14 Η προσφυγή που άσκησε ο S. Haim κατά της αποφάσεως της KVN απορρίφθηκε με απόφαση του Sozialgericht Düsseldorf της 28ης Μαρτίου 1990 και, στη συνέχεια, κατόπιν εφέσεως, με απόφαση του Landessozialgericht Nordrhein-Westfalen της 24ης Οκτωβρίου 1990. Στα πλαίσια της αναιρέσεως (Revision), το Bundessozialgericht υπέβαλε, με διάταξη της 20ής Μα_ου 1992, προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο για την ερμηνεία του άρθρου 20 της οδηγίας 78/686 καθώς και του άρθρου 52 της Συνθήκης ΕΟΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 43 ΕΚ).
15 Με την απόφασή του της 9ης Φεβρουαρίου 1994, C-319/92, Haim (Συλλογή 1994, σ. Ι-425, στο εξής: απόφαση Haim Ι), το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 20 της οδηγίας 78/686 δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να επιβάλλουν σε υπηκόους άλλων κρατών μελών, οι οποίοι δεν έχουν κάποιο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 3 της οδηγίας αυτής διπλώματα, την υποχρέωση πραγματοποιήσεως προπαρασκευαστικής ασκήσεως για την παροχή στους οδοντιάτρους της δυνατότητας συνάψεως συμβάσεως με ασφαλιστικό ταμείο, ενώ επιτρέπεται στα άτομα αυτά να ασκούν το επάγγελμά τους στο έδαφος του πρώτου κράτους, και ότι το άρθρο αυτό δεν απαλλάσσει από την υποχρέωση πραγματοποιήσεως προπαρασκευαστικής ασκήσεως τους υπηκόους κράτους μέλους που κατέχουν δίπλωμα χορηγηθέν από τρίτο κράτος, όταν το δίπλωμα αυτό αναγνωρίστηκε από άλλο κράτος μέλος ως ισότιμο προς δίπλωμα αναφερόμενο στο άρθρο 3 της οδηγίας 78/686. Το Δικαστήριο πρόσθεσε πάντως ότι το άρθρο 52 της Συνθήκης δεν επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών να αρνούνται σε οδοντίατρο, υπήκοο άλλου κράτους μέλους, την άσκηση του επαγγέλματός του στο πλαίσιο συμβάσεως με ασφαλιστικό ταμείο όταν αυτός δεν έχει κανένα από τα αναφερόμενα στο άρθρο 3 της οδηγίας 78/686 διπλώματα, αλλά έλαβε άδεια ασκήσεως του επαγγέλματός του και άσκησε πράγματι το επάγγελμα αυτό, τόσο στο πρώτο όσο και στο δεύτερο κράτος μέλος, με την αιτιολογία ότι δεν πραγματοποίησε την απαιτούμενη από τη νομοθεσία του πρώτου κράτους προπαρασκευαστική άσκηση χωρίς να εξακριβώνουν αν και σε ποιο βαθμό η πείρα που αποδεικνύει ήδη ο ενδιαφερόμενος αντιστοιχεί προς την απαιτούμενη από τη νομοθεσία αυτή.
16 Κατόπιν της αποφάσεως αυτής, ο S. Haim πέτυχε την εγγραφή του στο μητρώο των οδοντιάτρων με απόφαση της 4ης Ιανουαρίου 1995. Λόγω της ηλικίας του δεν κίνησε την περαιτέρω διαδικασία για την άσκηση της οδοντιατρικής στο πλαίσιο συμβάσεως με ασφαλιστικό ταμείο.
17 Ο S. Haim άσκησε πάντως νέα αγωγή κατά της KVN ενώπιον του Landgericht Düsseldorf ζητώντας αποζημίωση για την αποθετική ζημία την οποία ισχυρίζεται ότι υπέστη λόγω του ότι, από 1ης Σεπτεμβρίου 1988 έως το τέλος του 1994, πραγματοποίησε μικρότερα εισοδήματα απ' αυτά που θα μπορούσε να προσδοκά εάν είχε εργαστεί στη Γερμανία ως συμβεβλημένος με ασφαλιστικό ταμείο οδοντίατρος.
18 Το Landgericht κρίνει ότι κακώς η KVN αρνήθηκε την εγγραφή του S. Haim στο μητρώο των οδοντιάτρων το 1988, χωρίς να λάβει υπόψη την επαγγελματική πείρα που απέκτησε ο S. Haim στο πλαίσιο της δραστηριότητάς του ως συμβεβλημένου με ασφαλιστικό ταμείο οδοντιάτρου στο Βέλγιο. άντως, η KVN, κατά τη λήψη της αποφάσεως αυτής, ενήργησε καλοπίστως.
19 ράγματι, αφενός, το άρθρο 3 της ΖΟΚ δεν προέβλεπε τη δυνατότητα αποκλίσεως από την υποχρέωση πραγματοποιήσεως προπαρασκευαστικής ασκήσεως διαρκείας δύο ετών ενόψει της επαγγελματικής πείρας που απέκτησε ο οδοντίατρος στην αλλοδαπή.
20 Αφετέρου, η απόφαση της KVN είναι πλημμελής υπό το πρίσμα του άρθρου 52 της Συνθήκης, το οποίο εξασφαλίζει την ελευθερία εγκαταστάσεως. Το ζήτημα όμως αν και σε ποιο βαθμό ο σεβασμός της ελευθερίας εγκαταστάσεως του S. Haim επέβαλλε να ληφθεί υπόψη η επαγγελματική δραστηριότητά του δεν είχε επιλυθεί κατά τον χρόνο εκείνο. Κατά το αιτούν δικαστήριο, μόλις από της εκδόσεως της αποφάσεως της 7ης Μα_ου 1991, C-340/89, Βλασσοπούλου (Συλλογή 1991, σ. Ι-2357), κατέστη σαφές ότι έπρεπε να ληφθεί υπόψη η επαγγελματική πείρα του S. Haim.
21 Το εθνικό δικαστήριο καταλήγει ότι με την άρνηση, το 1988, εγγραφής του S. Haim στο μητρώο των οδοντιάτρων, η KVN δεν διέπραξε πταίσμα υπό την έννοια των διατάξεων του γερμανικού δικαίου σχετικά με τη διοικητική ευθύνη των δημοσίων αρχών, οπότε η αγωγή αποζημιώσεως του S. Haim δεν έχει έρεισμα στο εσωτερικό δίκαιο.
22 Διερωτάται πάντως αν ο S. Haim θα μπορούσε να αντλήσει δικαίωμα αποζημιώσεως έναντι της KVN άμεσα από το κοινοτικό δίκαιο, δεδομένου ότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ένα κράτος μέλος ευθύνεται για τις ζημίες που προκάλεσαν στους ιδιώτες οι παραβιάσεις του κοινοτικού δικαίου που του καταλογίζονται, τούτο δε και σε περίπτωση εκδόσεως παράνομης διοικητικής πράξεως.
23 Επιπλέον, λαμβανομένου υπόψη του επιχειρήματος της KVN ότι ο S. Haim, ακόμη και αν είχε εγγραφεί στο μητρώο των οδοντιάτρων ήδη από το 1988, δεν θα είχε επιτύχει την πρόσβαση στην άσκηση της δραστηριότητας του συμβεβλημένου με ασφαλιστικό ταμείο οδοντιάτρου λόγω της ανεπαρκούς γνώσεώς του της γερμανικής γλώσσας, το εθνικό δικαστήριο διερωτάται αν οι εθνικές αρχές μπορούν να εξαρτήσουν την πρόσβαση προσώπου όπως ο S. Haim στην άσκηση της δραστηριότητας του συμβεβλημένου με ασφαλιστικό ταμείο ιατρού από προϋποθέσεις γλωσσικής φύσεως.
24 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Landgericht Düsseldorf αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Είναι δυνατόν, στην περίπτωση κατά την οποία ένας υπάλληλος νομικώς ανεξαρτήτου οργανισμού δημοσίου δικαίου κράτους μέλους παραβιάζει, κατά την εφαρμογή του εθνικού δικαίου στο πλαίσιο ατομικής αποφάσεως, το πρωτογενές κοινοτικό δίκαιο, να στοιχειοθετηθεί, παράλληλα προς την ευθύνη του κράτους μέλους, και η ευθύνη του οργανισμού δημοσίου δικαίου;
2) Εάν στο πρώτο ερώτημα δοθεί καταφατική απάντηση, συντρέχει κατάφωρη παραβίαση του κοινοτικού δικαίου στην περίπτωση κατά την οποία ένας εθνικός υπάλληλος είτε έχει εφαρμόσει εθνικό δίκαιο το οποίο παραβιάζει το κοινοτικό δίκαιο είτε έχει εφαρμόσει εθνικό δίκαιο κατά τρόπο που δεν συνάδει προς το κοινοτικό δίκαιο για τον μοναδικό λόγο ότι ο υπάλληλος δεν διέθετε, κατά την έκδοση της αποφάσεώς του, διακριτική ευχέρεια;
3) Μπορούν οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους να εξαρτούν την παροχή σε υπήκοο άλλου κράτους μέλους, ο οποίος έχει λάβει την αναγνώριση της ιδιότητας του οδοντιάτρου στο εν λόγω κράτος μέλος και δεν είναι κάτοχος διπλώματος που καλύπτεται από το άρθρο 3 της οδηγίας 78/686, της δυνατότητας να συμβληθεί με ασφαλιστικό ταμείο από το αν ο εν λόγω υπήκοος έχει τη γλωσσομάθεια που χρειάζεται για την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας στο κράτος μέλος υποδοχής;»
Επί του πρώτου ερωτήματος
25 Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν αντιβαίνει προς το κοινοτικό δίκαιο η δυνατότητα να στοιχειοθετηθεί η ευθύνη οργανισμού δημοσίου δικαίου για την αποκατάσταση των ζημιών που προκάλεσαν στους ιδιώτες τα μέτρα που έλαβε κατά παραβίαση του κοινοτικού δικαίου, επιπλέον της ευθύνης του ιδίου του κράτους μέλους.
26 ρέπει να υπομνησθεί εκ προοιμίου ότι η ευθύνη για τις ζημίες που προκαλούνται στους ιδιώτες από παραβιάσεις του κοινοτικού δικαίου οι οποίες καταλογίζονται σε εθνική δημόσια αρχή συνιστά αρχή σύμφυτη προς το σύστημα της Συνθήκης η οποία γεννά υποχρεώσεις των κρατών μελών (βλ. αποφάσεις της 19ης Νοεμβρίου 1991, C-6/90 και C-9/90, Francovich κ.λπ., Συλλογή 1991, σ. Ι-5357, σκέψη 35· της 5ης Μαρτίου 1996, C-46/93 και C-48/93, Brasserie du pêcheur και Factortame, Συλλογή 1996, σ. Ι-1029, σκέψη 31· της 26ης Μαρτίου 1996, C-392/93, British Telecommunications, Συλλογή 1996, σ. Ι-1631, σκέψη 38· της 23ης Μα_ου 1996, C-5/94, Hedley Lomas, Συλλογή 1996, σ. Ι-2553, σκέψη 24· της 8ης Οκτωβρίου 1996, C-178/94, C-179/94 και C-188/94 έως C-190/94, Dillenkofer κ.λπ., Συλλογή 1996, σ. Ι-4845, σκέψη 20, και της 2ας Απριλίου 1998, C-127/95, Norbrook Laboratories, Συλλογή 1998, σ. Ι-1531, σκέψη 106).
27 Όπως επισήμαναν κατ' ουσίαν όλες οι οι κυβερνήσεις που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο και η Επιτροπή και όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, σε κάθε κράτος μέλος εναπόκειται να διασφαλίζει ότι οι ιδιώτες επιτυγχάνουν αποκατάσταση της ζημίας που τους προκαλεί η μη τήρηση του κοινοτικού δικαίου, ανεξαρτήτως της δημόσιας αρχής που διέπραξε την παραβίαση αυτή και ανεξαρτήτως του ποια δημόσια αρχή βαρύνεται κατ' αρχήν, ανάλογα με το δίκαιο του εν λόγω κράτους μέλους, με την ευθύνη για την αποκατάσταση (απόφαση της 1ης Ιουνίου 1999, C-302/97, Konle, Συλλογή 1999, σ. Ι-3099, σκέψη 62).
28 Επομένως, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να απαλλαγούν από την ευθύνη αυτή ούτε επικαλούμενα την εσωτερική κατανομή αρμοδιοτήτων και ευθυνών μεταξύ των αρχών που υφίστανται στην εσωτερική τους έννομη τάξη ούτε προβάλλοντας ότι η δημόσια αρχή που διέπραξε την παραβίαση του κοινοτικού δικαίου δεν διέθετε τις αναγκαίες αρμοδιότητες, γνώσεις ή τα αναγκαία μέσα.
29 άντως, από τη νομολογία που παρατέθηκε στις σκέψεις 26 και 27 της αποφάσεως αυτής δεν προκύπτει ότι η αποκατάσταση των ζημιών που έχουν προκληθεί στους ιδιώτες από μέτρα εσωτερικής τάξεως ληφθέντα κατά παραβίαση του κοινοτικού δικαίου πρέπει οπωσδήποτε να διασφαλίζεται από το ίδιο το κράτος μέλος για να πληρούνται οι κοινοτικές υποχρεώσεις του εν λόγω κράτους.
30 ράγματι, προκειμένου περί των ομοσπονδιακών κρατών μελών, το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι, εφόσον οι διαδικαστικές λεπτομέρειες που υφίστανται στην εσωτερική έννομη τάξη επιτρέπουν την αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων που οι ιδιώτες αντλούν από την κοινοτική έννομη τάξη, χωρίς να είναι δυσχερέστερη η επίκληση των δικαιωμάτων αυτών έναντι των αντλουμένων από την εσωτερική έννομη τάξη, η αποκατάσταση των ζημιών που προκαλούνται στους ιδιώτες από μέτρα της εσωτερικής έννομης τάξης ληφθέντα κατά παραβίαση του κοινοτικού δικαίου δεν πρέπει οπωσδήποτε να διασφαλίζεται από το ομοσπονδιακό κράτος για να πληρούνται οι κοινοτικές υποχρεώσεις του εν λόγω κράτους μέλους (προπαρατεθείσα απόφαση Konle, σκέψεις 63 και 64).
31 Τούτο ισχύει και για τα κράτη μέλη, είτε είναι ομοσπονδιακά είτε όχι, στα οποία ορισμένες νομοθετικές ή διοικητικές αρμοδιότητες ασκούνται αποκεντρωτικά από αρχές τοπικής αυτοδιοικήσεως που έχουν ορισμένη αυτονομία ή από οποιονδήποτε άλλο οργανισμό δημοσίου δικαίου που διακρίνεται νομικά από το κράτος. Στα εν λόγω κράτη μέλη, η αποκατάσταση των ζημιών που προκάλεσαν στους ιδιώτες μέτρα εσωτερικής τάξεως ληφθέντα κατά παραβίαση του κοινοτικού δικαίου από οργανισμό δημοσίου δικαίου μπορεί, επομένως, να διασφαλιστεί από αυτόν.
32 Το κοινοτικό δίκαιο δεν αποκλείει επίσης τη δυνατότητα να στοιχειοθετηθεί η ευθύνη που υπέχει ένας οργανισμός δημοσίου δικαίου για την αποκατάσταση των ζημιών που προκάλεσαν στους ιδιώτες μέτρα που έλαβε κατά παραβίαση του κοινοτικού δικαίου επιπλέον της ευθύνης του ίδιου του κράτους μέλους.
33 ρέπει να υπομνησθεί, συναφώς, η πάγια νομολογία κατά την οποία, με την επιφύλαξη του δικαιώματος αποζημιώσεως το οποίο ερείδεται απευθείας στο κοινοτικό δίκαιο εφόσον συντρέχουν οι τρεις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, το κράτος υποχρεούται να αποκαταστήσει τις συνέπειες της προκληθείσας ζημίας βάσει του εθνικού δικαίου περί αστικής ευθύνης, εξυπακουομένου ότι οι προϋποθέσεις που ορίζουν οι εθνικές νομοθεσίες για την αποκατάσταση των ζημιών δεν μπορεί να είναι λιγότερο ευνοϊκές από εκείνες που αφορούν παρόμοιες απαιτήσεις εσωτερικού δικαίου και δεν μπορούν να διαμορφώνονται έτσι ώστε να καθιστούν, στην πράξη, αδύνατη ή εξαιρετικώς δυσχερή την αποζημίωση (προπαρατεθείσες αποφάσεις Francovich κ.λπ., σκέψεις 41 έως 43, και Norbrook Laboratories, σκέψη 111).
34 Ενόψει των προηγουμένων, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν αποκλείει τη δυνατότητα να στοιχειοθετηθεί η ευθύνη που υπέχει ένας οργανισμός δημοσίου δικαίου για την αποκατάσταση των ζημιών που προκάλεσαν στους ιδιώτες μέτρα που έλαβε κατά παραβίαση του κοινοτικού δικαίου επιπλέον της ευθύνης του ίδιου του κράτους μέλους.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
35 Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν, στην περίπτωση κατά την οποία ένας εθνικός υπάλληλος εφάρμοσε εθνικές διατάξεις που αντιβαίνουν στο κοινοτικό δίκαιο ή εφάρμοσε το εθνικό δίκαιο κατά τρόπο που δεν συνάδει προς το κοινοτικό δίκαιο, συντρέχει κατάφωρη παράβαση, υπό την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου, για τον μοναδικό λόγο ότι ο υπάλληλος δεν διέθετε κανένα περιθώριο εκτιμήσεως όταν έλαβε την απόφασή του.
36 Όσον αφορά τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ένα κράτος μέλος οφείλει να αποκαθιστά τις ζημίες που προκλήθηκαν στους ιδιώτες από παραβιάσεις του κοινοτικού δικαίου που του καταλογίζονται, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι αυτές είναι τρεις, ήτοι ο παραβιαζόμενος κανόνας δικαίου να αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, η παράβαση να είναι αρκούντως κατάφωρη και να υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραβάσεως της υποχρεώσεως που υπέχει το κράτος και της βλάβης που υπέστησαν οι ζημιωθέντες. Η εκτίμηση των προϋποθέσεων αυτών εξαρτάται από το εκάστοτε είδος της καταστάσεως (προπαρατεθείσα απόφαση Norbrook Laboratories, σκέψη 107).
37 Οι τρεις αυτές προϋποθέσεις πρέπει να συντρέχουν τόσον όταν οι ζημίες των οποίων ζητείται η αποκατάσταση απορρέουν από παράλειψη ενεργείας εκ μέρους του κράτους μέλους, για παράδειγμα, σε περίπτωση ελλείψεως μεταφοράς κοινοτικής οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, όσο και όταν προκύπτουν από την έκδοση νομοθετικής ή διοικητικής πράξεως που συνιστά παραβίαση του κοινοτικού δικαίου, είτε αυτή έχει εκδοθεί από το ίδιο το κράτος μέλος είτε από οργανισμό δημοσίου δικαίου ο οποίος είναι νομικώς ανεξάρτητος από το κράτος.
38 _Οσον αφορά, ειδικότερα, τη δεύτερη προϋπόθεση, το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι, αφενός, η παραβίαση του κοινοτικού δικαίου είναι επαρκώς κατάφωρη όταν ένα κράτος μέλος, κατά την άσκηση της κανονιστικής εξουσίας του, υπερέβη προδήλως και σοβαρώς τα όρια που επιβάλλονται στην άσκηση των εξουσιών του (βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Brasserie du pêcheur και Factortame, σκέψη 55· British Telecommunications, σκέψη 42, και Dillenkofer κ.λπ., σκέψη 25) και ότι, αφετέρου, στην περίπτωση κατά την οποία το εν λόγω κράτος μέλος, κατά τον χρόνο διαπράξεως της παραβιάσεως, διέθετε πολύ περιορισμένο, αν όχι ανύπαρκτο, περιθώριο εκτιμήσεως, η απλή παραβίαση του κοινοτικού δικαίου μπορεί να αρκεί προς απόδειξη της υπάρξεως αρκούντως κατάφωρης παραβιάσεως (βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Hedley Lomas, σκέψη 28, και Norbrook Laboratories, σκέψη 109).
39 ρέπει να υπομνησθεί συναφώς ότι η υποχρέωση αποκαταστάσεως των προξενουμένων σε ιδιώτες ζημιών δεν μπορεί να εξαρτάται από προϋπόθεση συναρτώμενη προς την έννοια του πταίσματος, βαίνουσα πέραν της κατάφωρης παραβιάσεως του κοινοτικού δικαίου (προπαρατεθείσα απόφαση Brasserie du pêcheur και Factortame, σκέψη 79).
40 Όμως, το περιθώριο εκτιμήσεως του οποίου γίνεται μνεία στη σκέψη 38 της αποφάσεως αυτής είναι το περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτει το οικείο κράτος μέλος. Η ύπαρξή του και η έκτασή του καθορίζονται σε σχέση με το κοινοτικό δίκαιο και όχι με το εθνικό δίκαιο. Τα περιθώρια εκτιμήσεως που παρέχει ενδεχομένως το εθνικό δίκαιο στον υπάλληλο ή στο όργανο που διέπραξε την παραβίαση του κοινοτικού δικαίου είναι, κατά συνέπεια, άνευ σημασίας, συναφώς.
41 Από την παρατεθείσα στην ίδια σκέψη 38 νομολογία προκύπτει επίσης ότι η απλή παραβίαση του κοινοτικού δικαίου από ένα κράτος μέλος μπορεί να συνιστά αρκούντως κατάφωρη παραβίαση, αλλά δεν συνιστά κατ' ανάγκη τέτοια παραβίαση.
42 Για να καθοριστεί αν η παραβίαση αυτή του κοινοτικού δικαίου συνιστά αρκούντως κατάφωρη παραβίαση, το εθνικό δικαστήριο που έχει επιληφθεί αγωγής αποζημιώσεως πρέπει να λάβει υπόψη όλα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την περίπτωση που έχει υποβληθεί στην κρίση του.
43 Μεταξύ των στοιχείων αυτών περιλαμβάνονται κυρίως ο βαθμός σαφήνειας και ακρίβειας του παραβιαζομένου κανόνα, ο ηθελημένος ή ακούσιος χαρακτήρας της διαπραχθείσας παραβάσεως ή της προκληθείσας ζημίας, το συγγνωστόν ή ασύγγνωστον ενδεχομένης νομικής πλάνης, το γεγονός ότι η στάση ενός κοινοτικού οργάνου μπορεί να συνετέλεσε στην παράλειψη, τη θέσπιση ή τη διατήρηση αντιθέτων προς το κοινοτικό δίκαιο εθνικών μέτρων ή πρακτικών (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Brasserie du pêcheur και Factortame, σκέψη 56, προκειμένου περί των προϋποθέσεων στοιχειοθετήσεως της ευθύνης του κράτους λόγω πράξεων ή παραλείψεων του εθνικού νομοθέτη που αντιβαίνουν προς το κοινοτικό δίκαιο).
44 Όσον αφορά τη θέση σε εφαρμογή των στοιχείων αυτών εν προκειμένω, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι πρέπει, κατ' αρχήν, να διενεργείται από τα εθνικά δικαστήρια (προπαρατεθείσα απόφαση Brasserie du pêcheur και Factortame, σκέψη 58), σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές που παρέχει το Δικαστήριο για τη θέση σε εφαρμογή αυτών των κριτηρίων (προπαρατεθείσα απόφαση Konle, σκέψη 58).
45 ρέπει να υπομνησθεί συναφώς ότι ο σχετικός κανόνας του κοινοτικού δικαίου είναι μια διάταξη της Συνθήκης που έχει άμεση εφαρμογή από το τέλος της προβλεπόμενης από τη Συνθήκη μεταβατικής περιόδου, το οποίο είχε επέλθει πολύ πριν από τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης.
46 άντως, όταν ο Γερμανός νομοθέτης θέσπισε το άρθρο 3 της ΖΟΚ και στη συνέχεια η KVN αρνήθηκε την εγγραφή του S. Haim στο μητρώο των οδοντιάτρων, το Δικαστήριο δεν είχε ακόμη εκδώσει την προπαρατεθείσα απόφαση Βλασσοπούλου, στη σκέψη 16 της οποίας έκρινε για πρώτη φορά ότι εναπόκειται στο κράτος μέλος, το οποίο έχει επιληφθεί αιτήσεως αδείας ασκήσεως επαγγέλματος στο οποίο η πρόσβαση εξαρτάται, κατά την εθνική νομοθεσία, από την κατοχή διπλώματος ή επαγγελματικού προσόντος, να λαμβάνει υπόψη τα διπλώματα, πιστοποιητικά και άλλους τίτλους που έχει αποκτήσει ο ενδιαφερόμενος με σκοπό την άσκηση του ιδίου επαγγέλματος σε άλλο κράτος μέλος και να προβαίνει σε συγκριτική εξέταση των ικανοτήτων που πιστοποιούνται με τα διπλώματα αυτά και των γνώσεων και προσόντων που απαιτούνται από τις εθνικές διατάξεις.
47 Ακριβώς κατ' εφαρμογήν της ίδιας αρχής το Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 29 της αποφάσεως Haim Ι, ότι το άρθρο 52 της Συνθήκης δεν επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών να αρνούνται σε οδοντίατρο, υπήκοο άλλου κράτους μέλους, την άσκηση του επαγγέλματός του στο πλαίσιο συμβάσεως με ασφαλιστικό ταμείο όταν αυτός δεν έχει κανένα από τα απαριθμούμενα στο άρθρο 3 της οδηγίας 78/686 διπλώματα, αλλά έλαβε άδεια ασκήσεως του επαγγέλματός του και άσκησε πράγματι το επάγγελμα αυτό, τόσο στο πρώτο όσο και στο δεύτερο κράτος μέλος, με την αιτιολογία ότι δεν πραγματοποίησε την απαιτούμενη από τη νομοθεσία του πρώτου κράτους προπαρασκευαστική άσκηση, χωρίς να εξακριβώνουν αν και σε ποιο βαθμό η πείρα που αποδεικνύει ήδη ο ενδιαφερόμενος αντιστοιχεί προς την απαιτούμενη από τη νομοθεσία αυτή.
48 Ενόψει των κριτηρίων και των παρατηρήσεων των οποίων έγινε μνεία στις σκέψεις 43 έως 47 της αποφάσεως αυτής, στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να ελέγξει αν, στην υπόθεση της κύριας δίκης, υπήρξε κατάφωρη παραβίαση του κοινοτικού δικαίου.
49 Επομένως, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, για να καθοριστεί αν υπήρξε κατάφωρη παραβίαση του κοινοτικού δικαίου, υπό την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου, πρέπει να ληφθεί υπόψη το περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτει το οικείο κράτος μέλος. Η ύπαρξη και το εύρος του εν λόγω περιθωρίου εκτιμήσεως πρέπει να καθορίζονται σε σχέση με το κοινοτικό δίκαιο και όχι με το εθνικό δίκαιο.
Επί του τρίτου ερωτήματος
50 Με το τρίτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους μπορούν να εξαρτήσουν την άσκηση στα πλαίσια συμβάσεως με ασφαλιστικό ταμείο του επαγγέλματος του οδοντιάτρου, από υπήκοο άλλου κράτους μέλους, εγκατεστημένο στο πρώτο κράτος μέλος, ο οποίος έχει την άδεια να ασκεί το επάγγελμά του σε αυτό το κράτος αλλά δεν διαθέτει κανένα από τα διπλώματα που καλύπτει το άρθρο 3 της οδηγίας 78/686, από την προϋπόθεση ότι ο οδοντίατρος αυτός έχει τις αναγκαίες γλωσσικές γνώσεις για την άσκηση του επαγγέλματός του στο κράτος μέλος εγκαταστάσεως.
51 Το αιτούν δικαστήριο αναφέρει ότι οι εν λόγω απαιτήσεις γλωσσικής φύσεως θα ήσαν ενδεχομένως αντίθετες προς το άρθρο 18, παράγραφος 3, της οδηγίας 78/686 καθώς και προς το άρθρο 52 της Συνθήκης.
52 Όσον αφορά το άρθρο 18, παράγραφος 3, της οδηγίας 78/686, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι κανόνες περί αμοιβαίας αναγνωρίσεως των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων του οδοντιάτρου που θεσπίζει η οδηγία 78/686 δεν έχουν εφαρμογή στα διπλώματα που έχουν αποκτηθεί εντός τρίτης χώρας, ακόμη και αν αυτά έχουν αναγνωριστεί από κράτος μέλος ως ισότιμα προς τα διπλώματα που χορηγούνται στο εν λόγω κράτος μέλος (βλ. απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 1994, C-154/93, Tawil-Albertini, Συλλογή 1994, σ. Ι-451, σκέψη 13).
53 Εφόσον το δίπλωμα του S. Haim χορηγήθηκε σε τρίτη χώρα, και παρά το γεγονός ότι αναγνωρίστηκε από άλλο κράτος μέλος ως ισότιμο προς το δίπλωμα του οποίου γίνεται μνεία στο άρθρο 3 της οδηγίας 78/686, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας.
54 Κατά συνέπεια, παρέλκει η εξέταση του ζητήματος αν, σε περίπτωση όπως αυτή της διαφοράς της κύριας δίκης, η απαίτηση γλωσσικών γνώσεων προκειμένου να επιτραπεί η άσκηση του επαγγέλματος στα πλαίσια συμβάσεως με ασφαλιστικό ταμείο συνάδει ή όχι προς το άρθρο 18, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής.
55 Εξάλλου, στηριζόμενος απευθείας στο άρθρο 52 της Συνθήκης, ο S. Haim ισχυρίζεται ότι, αντιθέτως προς τις εκτιμήσεις του αιτούντος δικαστηρίου, το άρθρο 21 της ΖΟΚ δεν μπορεί να δικαιολογήσει την απαίτηση γλωσσικών γνώσεων όπως αυτές που του ζητήθηκαν στην υπόθεση της κύριας δίκης. Η διάταξη αυτή προβλέπει ότι ένας οδοντίατρος που παρουσιάζει σοβαρές διανοητικές ή εγγενείς ανεπάρκειες, ιδίως αυτός που ήταν τοξικομανής ή αλκοολικός κατά τα πέντε τελευταία έτη προ της υποβολής της αιτήσεώς του για τη χορήγηση άδειας ασκήσεως του επαγγέλματός του στα πλαίσια συμβάσεως με ασφαλιστικό ταμείο δεν είναι κατάλληλος για την άσκηση της ιατρικής στα πλαίσια συμβάσεως με ασφαλιστικό ταμείο. Κατά τον S. Haim, από τις περιπτώσεις των οποίων γίνεται μνεία υπό μορφή παραδειγμάτων στην εν λόγω διάταξη προκύπτει σαφώς ότι αυτή δεν αφορά και δεν μπορεί να αφορά ανεπάρκεια σε γλωσσικό επίπεδο.
56 Συναφώς, καίτοι είναι αληθές ότι το άρθρο 21 της ΖΟΚ δεν φαίνεται, όπως προκύπτει από το γράμμα του, να αφορά τις γλωσσικές γνώσεις του ενδιαφερομένου, δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να αποφανθεί, στο πλαίσιο προδικαστικής παραπομπής, ως προς την ερμηνεία που πρέπει να δοθεί σε διάταξη του εθνικού δικαίου και, ειδικότερα, ως προς το ζήτημα ποιες κατηγορίες ανεπαρκειών αφορά εθνική διάταξη όπως το άρθρο 21 της ΖΟΚ.
57 Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, τα εθνικά μέτρα που περιορίζουν την άσκηση των θεμελιωδών ελευθεριών που διασφαλίζει η Συνθήκη δεν μπορούν να θεωρηθούν δικαιολογημένα παρά εφόσον πληρούν τέσσερις προϋποθέσεις: να εφαρμόζονται κατά τρόπο μη δημιουργούντα διακρίσεις, να δικαιολογούνται από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος, να είναι κατάλληλα για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού και να μην είναι δεσμευτικά πέραν του βαθμού που είναι αναγκαίος για την επίτευξη του σκοπού αυτού (βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 30ής Νοεμβρίου 1995, C-55/94, Gebhard, Συλλογή 1995, σ. Ι-4165, σκέψη 37, και της 9ης Μαρτίου 1999, C-212/97, Centros, Συλλογή 1999, σ. Ι-1459, σκέψη 34).
58 Καίτοι, στο πλαίσιο της κατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ των κοινοτικών και των εθνικών δικαστηρίων, εναπόκειται, κατ' αρχήν, στο εθνικό δικαστήριο να εξακριβώσει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές στην υπόθεση που εκκρεμεί ενωπιόν του, το Δικαστήριο, αποφαινόμενο επί προδικαστικής παραπομπής, μπορεί, ενδεχομένως, να παράσχει διευκρινίσεις προκειμένου να καθοδηγήσει το εθνικό δικαστήριο στην ερμηνεία του.
59 Συναφώς, όπως υπογραμμίζει ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 105 έως 113 των προτάσεών του, η αξιοπιστία της επικοινωνίας του οδοντιάτρου με τον ασθενή του καθώς και με τις διοικητικές αρχές και τους επαγγελματικούς οργανισμούς συνιστά επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος ικανό να δικαιολογήσει την εξάρτηση της ασκήσεως του επαγγέλματος του οδοντιάτρου στα πλαίσια συμβάσεως με ασφαλιστικό ταμείο από προϋποθέσεις γλωσσικής φύσεως. ράγματι, τόσο ο διάλογος με τους ασθενείς όσο και η τήρηση των δεοντολογικών και ειδικών νομικών κανόνων για την οδοντιατρική στο κράτος μέλος εγκαταστάσεως και η εκτέλεση των διοικητικών καθηκόντων απαιτούν προσήκουσα γνώση της γλώσσας του κράτους αυτού.
60 άντως, έχει σημασία οι γλωσσικής φύσεως απαιτήσεις που είναι κατάλληλες για να διασφαλιστεί η δυνατότητα του οδοντιάτρου να επικοινωνεί επωφελώς με τους ασθενείς του, των οποίων η μητρική γλώσσα είναι η γλώσσα του οικείου κράτους μέλους, καθώς και με τις διοικητικές αρχές και τους επαγγελματικούς οργανισμούς του εν λόγω κράτους να μη βαίνουν πέραν του αναγκαίου μέτρου για την επίτευξη του στόχου αυτού. Συναφώς, είναι προς το συμφέρον των ασθενών των οποίων η μητρική γλώσσα διαφέρει της εθνικής γλώσσας να υφίσταται ορισμένος αριθμός οδοντιάτρων ικανών να επικοινωνούν και με τα πρόσωπα αυτά στη γλώσσα τους.
61 Επομένως, στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους μπορούν να εξαρτήσουν την άσκηση στα πλαίσια συμβάσεως με ασφαλιστικό ταμείο του επαγγέλματος του οδοντιάτρου, από υπήκοο άλλου κράτους μέλους, εγκατεστημένο εντός του πρώτου κράτους μέλους, ο οποίος έχει την άδεια να ασκεί το επάγγελμα αυτό στο εν λόγω κράτος αλλά δεν διαθέτει κανένα δίπλωμα από αυτά των οποίων γίνεται μνεία στο άρθρο 3 της οδηγίας 78/686, από την προϋπόθεση ότι ο οδοντίατρος αυτός έχει τις αναγκαίες γλωσσικές γνώσεις για την άσκηση του επαγγέλματός του εντός του κράτους μέλους εγκαταστάσεως.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
62 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι Κυβερνήσεις της Γερμανίας, της Δανίας, της Ελλάδας, της Ισπανίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας, της Σουηδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και η Επιτροπή, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 8ης Δεκεμβρίου 1997 το Landgericht Düsseldorf, αποφαίνεται:
1) Το κοινοτικό δίκαιο δεν αποκλείει τη δυνατότητα να στοιχειοθετηθεί η ευθύνη που υπέχει ένας οργανισμός δημοσίου δικαίου για την αποκατάσταση των ζημιών που προκάλεσαν στους ιδιώτες μέτρα που έλαβε κατά παραβίαση του κοινοτικού δικαίου επιπλέον της ευθύνης του ίδιου του κράτους μέλους.
2) Για να καθοριστεί αν υπήρξε κατάφωρη παραβίαση του κοινοτικού δικαίου, υπό την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου, πρέπει να ληφθεί υπόψη το περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτει το οικείο κράτος μέλος. Η ύπαρξη και το εύρος του εν λόγω περιθωρίου εκτιμήσεως πρέπει να καθορίζονται σε σχέση με το κοινοτικό δίκαιο και όχι με το εθνικό δίκαιο.
3) Οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους μπορούν να εξαρτήσουν την άσκηση στα πλαίσια συμβάσεως με ασφαλιστικό ταμείο του επαγγέλματος του οδοντιάτρου, από υπήκοο άλλου κράτους μέλους, εγκατεστημένο εντός του πρώτου κράτους μέλους, και ο οποίος έχει την άδεια να ασκεί το επάγγελμα αυτό στο εν λόγω κράτος αλλά δεν διαθέτει κανένα δίπλωμα από αυτά των οποίων γίνεται μνεία στο άρθρο 3 της οδηγίας 78/686/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978, περί της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων του οδοντιάτρου και περί των μέτρων προς διευκόλυνση της πραγματικής ασκήσεως του δικαιώματος εγκαταστάσεως και του δικαιώματος της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, από την προϋπόθεση ότι ο οδοντίατρος αυτός έχει τις αναγκαίες γλωσσικές γνώσεις για την άσκηση του επαγγέλματός του εντός του κράτους μέλους εγκαταστάσεως.
Full & Egal Universal Law Academy